Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Προμηθεὺς πλάσας ποτὲ ἀνθρώπους δύο πήρας ἐξ αὐτῶν ἀπεκρέμασε, τὴν μὲν ἀλλοτρίων κακῶν, τὴν δὲ ἰδίων, καὶ τὴν μὲν τῶν ὀθνείων ἔμπροσθεν ἔταξε, τὴν δὲ ἑτέραν ὄπισθεν ἀπήρτησεν. Ἐξ οὗ δὴ συνέβη τοὺς ἀνθρώπους τὰ μὲν ἀλλότρια κακὰ ἐξ ἀπόπτου κατοπτάζεσθαι, τὰ δὲ ἴδια μὴ προορᾶσθαι

Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

Μια ζωή γλυκιά και πικρή

 
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ: ΕΝ ΑΡΧΗ ΗΝ Ο ΛΟΓΟΣ
ΝΙΝΑ ΜΠΕΝΡΟΥΜΠΗ
ΜΙΑ ΖΩΗ ΓΛΥΙΚΙΑ ΚΑΙ ΠΙΚΡΗ
ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ 2004
σελ. 280

Η Νίνα Μπενρουμπή, κόρη των Σαλβατόρ και Λουσί Ρεβάχ (μετά το γάμο της το 1946 με τον Αλμπέρτο Μπενρουμπή, Νίνα Μπενρουμπή), γεννημένη στη Θεσαλονίκη το 1923, αποφασίζει, ογδοντάχρονη πια, να μας διηγηθεί την ιστορία της ζωής της, «Μια ζωή γλυκιά και πικρή» (και πάλι γλυκιά).  
Και πρέπει να ομολογήσουμε ότι αυτή η ζωή ελάχιστα θα ενδιέφερε τον σημερινό αναγνώστη, αν η ίδια η αφηγήτρια δεν είχε την  ατυχία να βιώσει στο πετσί της τα τραγικά γεγονότα που σημάδεψαν ανεξίτηλα την ιστορία της φυλής της και της πόλης μας  γενικότερα.
Τα πρώτα χρόνια μάλιστα της ζωής της, ως τα χρόνια της κατοχής, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ειδικά για τον θεσσαλονικιό αναγνώστη, καθώς αναπαρασταίνουν με ειλικρίνεια τη ζωή της εβραϊκής αστικής τάξης στα χρόνια του μεσοπολέμου με συχνές αναφορές στη ρυμοτομία της πόλης εκείνη την εποχή, στα ιδιωτικά σχολεία στα οποία φοιτούσαν οι γόνοι αυτής της τάξης, στα κέντρα που διασκέδαζαν και στα καταστήματα από τα οποία ψώνιζαν. Ο κάτοικος μάλιστα της ανατολικής Θεσσαλονίκης (ανάμεσα στις οδούς 25ης Μαρτίου και Ιταλίας (28ης Οκτωβρίου) θα βρει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο ανάγνωσμα , καθώς η περιοχή αυτή, αγνώριστη σήμερα, τότε αποτελούσε μια ακμάζουσα εβραϊκή συνοικία.
Το σημείο όμως που διαβάζεται απνευστί είναι εκείνο που περιγράφει τα χρόνια της γερμανικής κατοχής στην πόλη μας, τα οποία και σηματοδότησαν το ξεκλήρισμα μιας ιδιαίτερα ανθηρής ως τότε εβραϊκής κοινωνίας. Η αφηγήτρια, εικοσάχρονη τότε, μας μιλά για τη σύλληψη ολόκληρης της οικογένειάς της, τον εγκλεισμό της στο γκέτο του Χιρς και στη συνέχεια τη μεταφορά της σε ειδική, προνομιούχα, πτέρυγα του στρατοπέδου Bergen Belsen, καθώς ολόκληρη η οικογένειά της ήταν εφοδιασμένη με ισπανικά διαβατήρια και η φρανκική Ισπανία αποτελούσε τον πιο πιστό σύμμαχο του Χίτλερ.
Από τον Φεβρουάριο του 1944  ως τον Νοέμβριο του 1945 η αφηγήτρια με την οικογένειά της συμμετέχει σε μια περιπετειώδη περιπλάνηση: Ισπανική Βαρκελώνη, στρατόπεδο της U,N.R.R.A. στο Μαρόκο, Γάζα Παλαιστίνης (υπό αγγλική κατοχή τότε), Τελ Αβίβ και τέλος επιστροφή στη γενέθλια γη.
Από το σημείο αυτό η αφήγηση χάνει το ενδιαφέρον της, καθώς περιορίζεται σε ανούσιες περιγραφές για τη διασπορά στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα της ευρύτερης οικογένειάς της, σε αναφορές για μετακομίσεις, γεννήσεις, γάμους και κηδείες των μελών της…
Ως τη νύχτα του σεισμού του 1978, ο οποίος περιγράφεται ως η πιο μεγάλη τραγωδία της ζωής της! (τι σου είναι ο άνθρωπος…) «Πέρασα έξι μήνες για να συνέλθω» και τέτοια. Κι αυτό γιατί στη Μηχανιώνα, κάποιος παππούς είχε προαισθανθεί την ολοκληρωτική καταστροφή της Θεσσαλονίκης! Ευτυχώς που φιλοξενήθηκε στο ξενοδοχείο Νεφέλη, στο Πανόραμα, για μήνες μετά το σεισμό…

Στην αφήγηση τα γεγονότα περιγράφονται με απόλυτη χρονολογική σειρά, χωρίς λογοτεχνικές αξιώσεις, στρογγυλεμένα κάπως, προφανώς για να μη θιγούν υπαρκτά πρόσωπα και ασφαλώς με τις απαραίτητες υπερβολές και αποσιωπήσεις που χαρακτηρίζουν ανέκαθεν κάθε απομνημονευτικό χρονικό.

Κυριακή, 13 Ιουλίου 2014

Οι κατάσκοποι των Βαλκανίων

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ: ΕΝ ΑΡΧΗ ΗΝ Ο ΛΟΓΟΣ
ALAN FURST
ΟΙ ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΙ ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΩΝ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΧΡΙΣΤΙΑΝΝΑ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ
ΠΑΤΑΚΗΣ 2011
σελ. 432

Ο Άλαν Φερστ θεωρείται ο δημοφιλέστερος στη Δύση συγγραφέας κατασκοπευτικών μυθιστορημάτων (Ο Κατάσκοπος της Βαρσοβίας). Νεοϋορκέζος, γεννημένος το 1941 στο Long Island, βραβεύτηκε με το βραβείο Fulbright το 1963 και ταξίδεψε στη Γαλλία, όπου δίδαξε στο Πανεπιστήμιο του Montpellier. Στη συνέχεια μετακόμισε στο Παρίσι που το θεωρούσε κοιτίδα του πολιτισμού. Οι ήρωές του ζουν και κινούνται πάντα στα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, κατά προτίμηση σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.
Εδώ  καταπιάνεται με ένα θέμα που μας αφορά άμεσα: με  το κλίμα που επικρατούσε στη Θεσσαλονίκη, αλλά και στα υπόλοιπα Βαλκάνια από την κήρυξη του πολέμου  της χώρας μας με την Ιταλία ως την εισβολή των Γερμανών στην Αθήνα (Οκτώβριος 1940-Απρίλιος 1941). Γνώστης της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας (ή μάλλον των στερεοτύπων της), αλλά όχι και της τοπογραφίας της Θεσσαλονίκης  και της Μακεδονίας εκείνης της εποχής, τοποθετεί τους κύριους χαρακτήρες του έργου του στο κέντρο της πόλης, στην οποία «ο ήλιος ανατέλλει από το κέντρο του Αιγαίου», οι ήρωές του μετακινούνται από τις 40 Εκκλησίες με το τραμ  και το τρένο Θεσσαλονίκης-Αλεξανδρούπολης  έχει σταθμό στην …Καβάλα. Και άλλα τέτοια.. Αλλά τέλος πάντων. Μυθιστόρημα γράφει ο άνθρωπος και όχι ιστορικό δοκίμιο. Εξάλλου, καθώς η δράση του μυθιστορήματος μεταφέρεται και σε άλλες πόλεις των Βαλκανίων, όπως είναι το Βελιγράδι, αλλά και στο Παρίσι , καθώς και στο Βερολίνο, ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να αποδείξει την αναμφισβήτητη εξοικείωσή του με αυτές τις πόλεις. Ακόμη και το γεγονός ότι συγχέει τον Πάγκαλο με τον Μεταξά, μπορεί να του συγχωρηθεί… Δικτάτορες ήταν και οι δύο…
Εκεί όμως που στην κυριολεξία διαπρέπει ο Άλαν Φερστ είναι η αστυνομική αφήγηση. Δεξιοτέχνης στο είδος της. Ξέρει που θα διακόψει τη ροή της, από πού θα την επαναλάβει , πού θα την κορυφώσει. Ο βασικός ήρωας του έργου, ο Κώστας Ζαννής, διευθυντής της «Ειδικής Ασφάλειας» της πόλης , παρακινημένος από πράκτορες της Ιντέλιτζενς Σέρβις, καταπιάνεται τους κρίσιμους αυτούς μήνες για την παγκόσμια ιστορία με ένα επικίνδυνο έργο: τη φυγάδευση από τη Γερμανία στην Τουρκία επιφανών Εβραίων που κινδυνεύουν. Οι γνώσεις του εξάλλου για τα ιστορικά γεγονότα της εποχής που τον ενδιαφέρει είναι αναμφισβήτητες. Έτσι παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα τις αποφασιστικές κινήσεις του Χίτλερ για την εισβολή του στα Βαλκάνια, τη διστακτικότητα των Άγγλων να τον σταματήσουν, τα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, όπως αυτά σκιαγραφούνται στον πόλεμο των κατασκόπων τους στην πόλη της Θεσσαλονίκης.
Βέβαια από την αφήγηση δεν απουσιάζει και η γυναικεία συμμετοχή. Ο ήρωάς μας περιστοιχίζεται από μια χορεία γυναικών, που συνήθως παίζουν σημαίνοντα ρόλο στην υπόθεση…

Συναρπαστικό και  απροσδόκητο είναι το τέλος. Εκείνος και εκείνη, που σκόπευαν να φύγουν από τη Θεσσαλονίκη όταν επιτέθηκαν οι Γερμανοί, βρέθηκαν στην Τουρκία επειδή το τρένο που πήραν δεν σταμάτησε στην Αλεξανδρούπολη, όπου «εκείνος» ήθελε να κατεβεί για «να βγει στο βουνό, να κάνει αντίσταση». 
Ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται με αδιάπτωτο ενδιαφέρον.


Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2014

Σφαγείο Σαλονίκης

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ; ΕΝ ΑΡΜΗ ΗΝ Ο ΛΟΓΟΣ
ΘΑΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ
ΣΦΑΓΕΙΟ ΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΨΥΧΟΓΙΟΣ 2011
Σελ. 366

Θεσσαλονίκη 1943. Οι  Ναζί προετοιμάζουν την τελική λύση για τους Εβραίους κατοίκους της. Ο υποδιοικητής της Γκεστάπο Σούμπερτ με τον Μαξ Μέρτεν σχεδιάζουν με κάθε λεπτομέρεια την εξόντωσή τους και τη διανομή της λείας.  Οι μηχανές των συρμών που θα τους μεταφέρουν στο Μπιργκενάου και το Άουσβιτς είναι αναμμένες. Στο γκέτο του Χιρς, όπου τους έχουν στοιβάξει , κλαυθμός και οδυρμός. Τα σπίτια τους και τα μαγαζιά τους στο έλεος των «μεσεγγυούχων», δηλαδή των ταγματασφαλιτών και των συμπαθούντων. Το χρυσάφι τους έχει κάνει φτερά. Μεταφέρεται στο Βερολίνο και την Αθήνα.
Η πόλη πεινάει. Οι μαυραγορίτες τρίβουν τα χέρια τους. Στα άντρα των ταγματασφαλιτών στις οδούς Πολωνίας (Αλεξ. Σβώλου) και Παύλου Μελά, εκατοντάδες ύποπτοι  για σαμποτάζ ή «κομμουνιστική» προπαγάνδα μακελεύονται. Η κομμουνιστική οργάνωση ΟΠΛΑ κάθε βράδυ «εκτελεί» ντόπιους φασίστες, συνεργάτες των Γερμανών , αλλά και κάθε εχθρό της κομματικής γραμμής, όπως τους τροτσκιστές.
Μέσα σ’ αυτόν τον Αρμαγεδδόνα ο αστυνόμος της Γενικής Ασφάλειας Στέφανος Ασλάνογλου πασχίζει να εκτελεί το καθήκον του ισορροπώντας πάνω σε τεντωμένο σχοινί. Η Έμμα, η Εβραία σύντροφός του, έχει λάβει την εντολή να μην ξεμυτίζει από το διαμέρισμά τους. Ο διοικητής του τού αναθέτει την εξιχνίαση ενός διπλού αποτρόπαιου φόνου, στον οποίο φαίνεται ότι εμπλέκονται υψηλά ιστάμενα πρόσωπα της γερμανικής διοίκησης…
Γραφή τολμηρή, νατουραλιστική σύμφωνη με το πνεύμα (εκείνων) των καιρών. Ο συγγραφέας δεν χαρίζεται σε κανέναν, δεν αγιοποιεί, δεν καταγγέλλει. Απλώς περιγράφει.
Το μυθιστόρημα δεν συνιστάται για παιδιά, καθώς και για ευαίσθητες ψυχές όπως είναι οι Atenistas στην Αθήνα και οι ομόλογοί τους LosLampicos στη Θεσσαλονίκη, και δεν ανήκει σ’ εκείνα που ψυχαγωγούν στην παραλία.
Δυο χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

Ο Σταύρος Ασλάνογλου, ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος αναγκάζεται να αφηγηθεί στην Έμμα, την Εβραία σύντροφό του, που την κρατά κρυμμένη στο διαμέρισμά του για το φόβο (όχι των Ιουδαίων βέβαια) «όσα γνωρίζει  κι όσα υποθέτει. Όσα περιμένει κι όσα φοβάται . Όλα χωρίς να κρύψει τίποτε» (σελ. 212):
Για τους Έλληνες που συνωστίζονταν στα γραφεία της Γκεστάπο, στην Αγίας Σοφίας, με το χαρτί μιας διεύθυνσης στο χέρι, έτοιμοι να παραδώσουν τον Εβραίο και χωρίς τσίπα να βάλουν χέρι στην περιουσία του. Για το χρυσό που βρέθηκε σε σπίτια μαγαζιά και συναγωγές, κατασχέθηκε αμέσως και στάλθηκε ο μισός στο Βερολίνο κι ο άλλος μισός στην Αθήνα. Για τα καμιόνια που φόρτωναν στους συνοικισμούς άντρες, γέρους και γυναικόπαιδα, σαν να ήταν πρόβατα που οδηγούνταν στο σφαγείο, κάτι που δεν απείχε πολύ από την αλήθεια. Για τους εγκάθετους συμπολίτες μας που έφτυναν, προπηλάκιζαν και πετούσαν πέτρες, καθώς οι καταραμένοι Οβριοί περνούσαν τους δρόμους. Για τα δεκάδες βαγόνια που ήρθαν έτοιμα να φορτώσουν τους χιλιάδες κυνηγημένους και μέσω Φλώρινας, Βελιγραδίου και Βουδαπέστης θα τους οδηγούσαν στα στρατόπεδα εξόντωσης της Πολωνίας, χωρίς να πέσει ούτε μια σφαίρα από τα παρτιζάνικα κινήματα των Ελλήνων και των Σέρβων κομμουνιστών. Για το ολοκαύτωμα που τους βόλευε όλους.

…………………………………………………………………………………………..

«Ντύνομαι βιαστικά και βγαίνω… Τραβάω γραμμή στο κτίριο της Γενικής Ασφάλειας, στην Εθνικής Αμύνης. Η συνηθισμένη κίνηση στους δρόμους. Φορτηγά με τους επονομαζόμενους πεταλάδες, τους στρατιώτες της Βέρμαχτ με την ημικυκλική μεταλλική ταυτότητα στο λαιμό, ταγματασφαλίτες, μαύρα κοράκια σε περιπολίες με ύφος κουραδόμαγκα, μαυραγορίτες με κρυμμένα τρόφιμα στους μπόγους και κλεμμένα χρυσαφικά στις τσέπες, γερμανοτσολιάδες με μαύρα μακριά πέτσινα παλτά, όλοι οι καριόληδες που, αν είχα στα χέρια μου ένα οπλισμένο πολυβόλο, θα τους έκανα σουρωτήρι.
Και κοντά σ’ όλα αυτά τα τομάρια κι  εξαιτίας αυτών, λιπόσαρκα κορμιά κοντά στους κάδους των μαγαζιών, τυραννισμένα και πονεμένα πρόσωπα γυναικών, άντρες υποψήφιοι οποιαδήποτε ώρα και στιγμή για ομηρία και στήσιμο στον τοίχο, και γριές μαυροντυμένες στα σκαλιά της Παναγιάς της Δεξιάς με απλωμένο το αποστεωμένο χέρι τους, ικετεύοντας για μια μπουκιά ψωμί, για μια στάλα ζωή. Η πατρίδα πεινούσε και πέθαινε και κάποιοι άλλοι  εκμεταλλεύονταν αυτή την ευκαιρία και πλούτιζαν…» (σελ.217)





                                                                                           

Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2014

Βαλς στη ομίχλη


ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ: ΕΝ ΑΡΧΗ ΗΝ Ο ΛΟΓΟΣ                                                  
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΡΙΖΩΝΗ
ΒΑΛΣ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2014
(έκδοση ξαναδουλεμένη)
σελ. 246

                                                               

Να το δηλώσουμε εξαρχής: αποτελεί άθλο η τοποθέτηση των χαρακτήρων ενός μυθιστορήματος σε μια εποχή και σε ένα περιβάλλον που απέχει έναν ολόκληρον αιώνα από τις μέρες μας. Και ο άθλος αυτός γίνεται πιο σημαντικός, αν ο τόπος της δράσης των ηρώων του έργου είναι μια Θεσσαλονίκη του τέλους του ΙΘ’ αι. Μια Θεσσαλονίκη ακόμη τουρκοκρατούμενη , με τον πολυπολιτισμικό της χαρακτήρα και εμφανή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα των βαλκανικών εθνικισμών και συγκρούσεων…
Υποθέτω ότι αυτό το νόημα έχει και το «ξαναδούλεμα» της πρώτης έκδοσης του μυθιστορήματος του 2001, η οποία θα περιείχε ενδεχομένως και κάποιες ιστορικές αστοχίες και αναχρονισμούς…
Και βέβαια δεν είναι η πλοκή του έργου εκείνο που το κάνει ξεχωριστό. Μια πολυχρησιμοποιημένη τεχνική, σύμφωνα με την οποία  η ηρωίδα του έργου μεταφέρεται ξαφνικά κάτω από ιδιάζουσες συνθήκες, σε μια παρωχημένη εποχή και συνεχίζει τη ζωή της στους ίδιους γνωστούς της , αλλά και τόσο  διαφορετικούς, τόπους με άγνωστα πρόσωπα. Για να «ξυπνήσει» στο τέλος και να συνεχίσει τη ζωή της στον παρόντα αιώνα…Εκεί που την άφησε.
Εκεί, λοιπόν, στη Θεσσαλονίκη του τέλους του         ΙΘ’       αιώνα, η ηρωίδα μας εμπλέκεται σε μια ιστορία αστυνομικής υφής: στη διαλεύκανση ενός ανεξήγητου φόνου, μπροστά στην οποία η τουρκική αστυνομία σηκώνει τα χέρια. Ανατροπές διαδέχονται η μία την άλλη. Με κορυφαία την τελευταία, την οποία είναι αδύνατον να φανταστεί και ο πιο φανατικός φίλος του αστυνομικού μυθιστορήματος…
Εκείνο όμως που πραγματικά θέλγει τον αναγνώστη δεν είναι η πλοκή του, αλλά  η ανάδυση εκείνης της ξεχωριστής ατμόσφαιρας της εποχής, με τα χρώματα και τους ήχους της, τα υπαρκτά –κατά  κανόνα-πρόσωπα που ζουν και κινούνται στα στενορύμια  και στα καταστήματα της πόλης, που επικοινωνούν μεταξύ τους σ’ όλες τις γλώσσες της πόλης: τα τουρκικά, τα ελληνικά, τα σεφαραδίτικα, τα αγγλικά.
Αναδύεται έτσι από τα βάθη της συλλογικής μνήμης μια Θεσσαλονίκη του λεγόμενου «μακεδονικού αγώνα», μια Θεσσαλονίκη με τις ανατολίτικες δολοπλοκίες, τα δερβισικά τάγματα, τις μυστικές υπηρεσίες, μια πόλη του καθημερινού μόχθου, αλλά και της χλιδής, μια Θεσσαλονίκη τέλος των επιδημιών που αποδεκάτιζαν τους πληθυσμούς της συχνά-πυκνά.
Το μυθιστόρημα διαβάζεται με αδιάπτωτο ενδιαφέρον .Συνοδεύεται από επεξηγηματικές σημειώσεις και από μια πλούσια βιβλιογραφία στην οποία προφανώς χρειάστηκε να καταφύγει η συγγραφέας για να απεικονίσει με ακρίβεια την πόλη της τελευταίας δεκαετίας του δέκατου ένατου αιώνα.




Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014

Χορεύουν οι ελέφαντες

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ: ΕΝ ΑΡΧΗ ΗΝ Ο ΛΟΓΟΣ
7. ΣΟΦΙΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ
ΧΟΡΕΥΟΥΝ ΟΙ ΕΛΕΦΑΝΤΕΣ
ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
ΑΘΗΝΑ 2012

Για μια ακόμη φορά η Σοφία Νικολαίδου δοκιμάζει με την προσφιλή της μέθοδο της «μυθοποίησης» να προσεγγίσει όχι κάποια περίοδο της νεότερής μας ιστορίας αυτή τη φορά, αλλά  μια κραυγαλέα και άνωθεν επιβεβλημένη «δικαστική πλάνη» που απασχόλησε όχι μόνο τη Θεσσαλονίκη, αλλά και το πανελλήνιο: τη δολοφονία το 1948 του αμερικανού δημοσιογράφου Τζον Πολκ.
Και αυτή τη φορά δεν κρατάει τα προσχήματα, δεν αμφιταλαντεύεται, αλλά ανιχνεύει την υπόθεση σ΄όλες της τις παραμέτρους και καταλήγει σε ετυμηγορία: αυτή στην οποία έχουν καταλήξει όχι μόνο η κοινή γνώμη της πόλης μας, αλλά και οι ιστορικοί (δεν είναι και λίγοι) που ερεύνησαν την υπόθεση στα μεταγενέστερα χρόνια. Ότι δηλαδή ο φέρελπις υπότροφος του Harvard, Τζον Πολκ,  υπήρξε θύμα του αγγλοαμερικανικού ανταγωνισμού που είχε ξεσπάσει στην Ελλάδα για την υπεράσπιση των συμφερόντων των δυο αυτών «συμμάχων» στη Μέση Ανατολή.
Και η γραφή της η γνωστή πολυεδρική γραφή από το προηγούμενο έργο της, το «Απόψε δεν έχουμε φίλους» από το οποίο εξάλλου  «δανείζεται» και τους βασικούς της χαρακτήρες. Αυτοτελείς αφηγήσεις δηλαδή –σε πρώτο πρόσωπο-καταστάσεων και γεγονότων που αλληλοσυμπληρώνονται και όχι σπάνια αυτοαναιρούνται, όπως είναι φυσικό.
Οι πασίγνωστοι ιστορικοί χαρακτήρες που συνυπάρχουν στην πλοκή του έργου μεταμφιέζονται βέβαια και αποχτούν ιδιαίτερα ονόματα, προσεγμένα κατά τη συνήθη πρακτική των συγγραφέων που δραματοποιούν ιστορικά γεγονότα, και μάλιστα με τρόπο που είναι δύσκολο να εγείρει νομικές διεκδικήσεις οποιοσδήποτε κακόπιστος… Έτσι ο Στακτόπουλος γίνεται Γκρης, ο Πολκ …Τάλας, ο Μουσχουντής Τζιτζιλής κ.ο.κ. Αυτό δημιουργεί βέβαια στους αναγνώστες που γνωρίζουν την υπόθεση μια περιορισμένη σύγχυση και αμηχανία, αλλά γρήγορα την ξεπερνούν.
Μια άλλη εξίσου «πολυφορεμένη» μέθοδος είναι η θέαση των γεγονότων από δυο διαφορετικές εποχές που απέχουν, στην περίπτωσή μας,  περίπου εξήντα χρόνια η μια από την άλλη. Η μέθοδος αυτή παρέχει τη δυνατότητα στον αναγνώστη να αντιμετωπίσει τα ιστορικά αυτά γεγονότα περίπου sub specie eternitatis… Ενώ λοιπόν στο πρώτο επίπεδο («1948 και πριν») αφηγούνται η μητέρα και η αδελφή του Γκρη, ο διευθυντής της ασφάλειας της Θεσσαλονίκης Τζιτζιλής, η αμερικανίδα μητέρα του
Τζακ Τάλας (αξιοσημείωτη αυτή η «μαρτυρία») και άλλα πρόσωπα που ενέχονται άμεσα στην υπόθεση, στο δεύτερο επίπεδο («σχολικό έτος 1910-1911») τη σκυτάλη παραλαμβάνουν μερικοί  γνωστοί από το «Απόψε» χαρακτήρες ή επίγονοί τους με κυρίαρχο έναν ρηξικέλευθο τελειόφοιτο λυκείου, τον Μηνά, ο οποίος αρνείται πεισματικά να συμμετάσχει στη φάρσα των Πανελληνίων Εξετάσεων και αναλαμβάνει στο μάθημα της ιστορίας του καθηγητή Σουκιούρογλου (ο υπογράφων την παρούσα ανάρτηση πολύ θα ήθελε να γνωρίζει αν ο …Σουκιούρογλου κρύβει κάποια υπαρκτή προσωπικότητα), αναλαμβάνει λοιπόν να ερευνήσει την ξεχασμένη αυτή υπόθεση της δολοφονίας του Πολκ.
Μ’ αυτή λοιπόν τη μέθοδο η συγγραφέας επιχειρεί να βάλει βαθιά το νυστέρι της κριτικής της σε δυο εποχές: σ’ εκείνην του εμφυλίου, στην οποία αλώνιζαν οι πάσης φύσεως εθνικόφρονες και στη σύγχρονη εποχή που τη χαρακτηρίζει μια έντονη αμφισβήτηση όλων των καθιερωμένων θεσμών και ειδικά της εκπαίδευσης:
«Ο ελληνικός επαρχιωτισμός σε συνδυασμό με τον εθνικό ναρκισσισμό όριζαν τον φαύλο κύκλο της ελληνικής εκπαίδευσης, η οποία αντί να ανοίγει προς τα έξω , κλεινόταν συστηματικά προς τα μέσα. Τα παιδιά μεγάλωναν σ’ ένα τέτοιο μαντρί , όπου η γνώση έμοιαζε ξέχωρη από την εμπειρική επαλήθευση και όπου η μάθηση προβαλλόταν ως βάσανο και σχεδόν ποτέ ως ευχάριστη περιπέτεια. Διδάσκονταν την άκριτη ευσέβεια στα σχολικά εγχειρίδια και στην αυθεντία του δασκάλου. Η παρόρμηση ανεξάρτητης σκέψης πατασσόταν πριν προλάβει να σηκώσει κεφάλι» (σελ. 299)
Και όταν ο επαναστατημένος έφηβος μας κατά την παρουσίαση της άψογης εργασίας του στο τέλος της σχολικής χρονιά , αρνείται να πάρει θέσει και να προτάξει τη δική του ετυμηγορία, παρουσιάζοντας τα γεγονότα «ακριβώς όπως αυτά συνέβησαν», βρίσκεται αντιμέτωπος με την οργή του δασκάλου του, ο οποίος αρνείται τη φενάκη της «αντικειμενικής ιστορίας» υποστηρίζοντας:
«Τα ιστορικά γεγονότα φτάνουν σ’ εμάς ήδη ερμηνευμένα, είναι πιο πονηρά από ότι νομίζουμε. Καιρός να το παραδεχτούμε: Η ιστορία είναι μια κατασκευή. Μυθοπλασία είναι η λέξη που της ταιριάζει.»



Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

Ο Γύρος του Θανάτου

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ: ΕΝ ΑΡΧΗ ΗΝ Ο ΛΟΓΟΣ
6. ΘΩΜΑΣ ΚΟΡΟΒΙΝΗΣ
Ο ΓΥΡΟΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
ΑΓΡΑ 2011
Σελ. 216

Για μια ακόμη φορά αναρωτιέμαι αν ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να ερμηνεύσει κανείς τα ιστορικά γεγονότα είναι η λογοτεχνία. Μα, θα ν' αναρωτηθούν κάποιοι, πώς είναι δυνατόν να ερμηνεύσουμε τα γεγονότα μέσα από πλασματικούς χαρακτήρες και  από μια φανταστική πλοκή;  Αλλά μήπως αυτά τα ιστορικά γεγονότα που τα προσεγγίζουμε μέσα από την ιστορία δεν μας έρχονται έτοιμα, «ερμηνευμένα»,  χωρίς να το υποψιαζόμαστε; Και τελικά μήπως αυτό που ονομάζουμε «ιστορία» δεν είναι μια καλοστημένη φαντασία, ένας «γενικά παραδεκτός» μύθος;
Ο Θωμάς Κοροβίνης το γνωρίζει αυτό. Γι αυτό και στην προσπάθειά του να προσεγγίσει μια κρίσιμη εποχή της ιστορίας της Θεσσαλονίκης, με τη Κατοχή, την Αντίσταση, τον Εμφύλιο και τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια, «δανείζεται» έναν χαρακτήρα με σάρκα και οστά, που στοίχειωσε κυριολεκτικά την πόλη τη συγκεκριμένη αυτή εποχή: τον Αριστείδη Παγκρατίδη, τον επονομαζόμενο και «δράκο του Σέιχ Σου»
Αλλά  ο αναγνώστης γρήγορα αντιλαμβάνεται ότι ο συγγραφέας δεν σκοπεύει να δώσει απάντηση στο αγωνιώδες ερώτημα που απασχόλησε –και ακόμη απασχολεί –τους κατοίκους της πόλης, αν δηλαδή το άτομο που εκτελέστηκε «δια τυφεκισμού, εις τον συνήθη τόπον των εκτελέσεων» την αυγή της 16ης Φεβρουαρίου 1968 ήταν και ο δράστης των ειδεχθών εγκλημάτων που του φόρτωσαν. Παρόλο που η καταγραφή των γεγονότων που ακολουθούν διακρίνεται για την χρονογραφική της ακρίβεια , γεγονός που σημαίνει ότι ο συγγραφέας έσκυψε με σχολαστικό ενδιαφέρον στα συγκεκριμένα ιστορικά δρώμενα, συνειδητοποιούμε ότι ο βασικός στόχος του είναι να ανασύρει και να φωτίσει εκείνες τις μυστικές και κυρίαρχες αιτίες που τα διαμόρφωσαν.
Ο συγγραφέας επιλέγει τη λεγόμενη «πολυπρισματική αφήγηση» για τη ζωή του «Αρίστου» αλλά και για την κοινωνία της πόλης. Μιλούν έτσι, πάντα σε πρώτο πρόσωπο, ένα φιλαράκι, μια παραδουλεύτρα για τη μάνα του ήρωα, ένας αχθοφόρος του λιμανιού, ένας παρακρατικός γείτονας, ένα χωροφύλακας δημοκρατικών φρονημάτων, ένα αστός της παραλίας, το αφεντικό του «Γύρου του Θανάτου», μια τραβεστί και τέλος μια τραγουδίστρια.
Και το αποτέλεσμα αποδεικνύεται θαυμαστό. Όσοι ζήσαμε εκείνα τα συγκεκριμένα χρόνια, όσοι μετείχαμε θέλαμε δεν θέλαμε στα γεγονότα, τα οποία και θάψαμε με τον καιρό όσο πιο βαθιά γίνεται, γιατί δε γινόταν αλλιώς, μόνο έτσι θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε να ζούμε, με το «Γύρο του Θανάτου» τα ξαναζούμε, με την πατίνα του χρόνου βέβαια, δεόντως εξωραϊσμένα, αλλά με τα ίδια ζωηρά χρώματα και τις ίδιες μυρωδιές. Σκληρές μέρες. Αλλά οι άνθρωποι θηρία!

«Λουτρά δεν είχαμε. Μια φορά τη βδομάδα, το Σάββατο, κι εκείνο αν λούζαμε τα παιδιά μας στη σκάφη την τσίγκινη, σε μια κουζίνα κρύα, μπούζι…Πολεμούσαμε να τη ζεστάνουμε με το μαγκάλι. Κι από αυτό το μαγκάλι πόσοι δεν δηλητηριάστηκαν και δεν τους βρήκανε τεζαρισμένους το πρωί… Αποχωρητήρια μέσα στα σπίτια δεν είχαμε. Όλα έξω, στις αυλές. Και σε απόσταση από το σπίτι. Με καμιά παλιοεφημερίδα σκουπιζόμασταν… Κι ήτανε και  σκληρές οι άτιμες… Κι ύστερα που βγήκαμε τα λαϊκά περιοδικά και τ’ αγοράζανε όλα τα φτωχικά τα σπίτια, μεταχειριζόμασταν τα φύλλα τους, που ήταν κάπως τρυφερά. Με το μαχαίρι τα κόβαμε. Όπως ο χασάπης το χασαπόχαρτο. Ας είναι καλά το «Ντόμινο» και το «Ρομάντσο», αυτά μας έσωσαν» (σελ. 64)


Παρασκευή, 2 Μαΐου 2014

Γιούντιν, μια γυναίκα από τη Θεσσαλονίκη

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ: ΕΝ ΑΡΧΗ ΗΝ Ο ΛΟΓΟΣ
5. ΓΙΩΡΓΟΣ  ΡΩΜΑΝΟΣ
ΓΙΟΥΝΤΙΝ, μια γυναίκα από τη Θεσσαλονίκη
ΑΓΚΥΡΑ 2012
σελ.416

Όλο και αυξάνεται τον τελευταίο καιρό ο αριθμός των λογοτεχνικών έργων που κυκλοφορούν  με θέμα ή εκτενείς αναφορές στην πόλη της Θεσσαλονίκης,. Συνεχίζοντας την περιδιάβασή μας  στα έργα αυτά , μετά το «Άλας της Γης» της Ισμήνης Καπάνταη, τα «Ζηλωτικά» του Νίκου Ματσούκα, το «Απόψε δεν έχουμε φίλους» της Σοφίας Νικολαϊδου και το «Θεόπαιδο» του Πάνου Θεοδωρίδη, παρουσιάζουμε ένα πρόσφατο μυθιστόρημα που πολύ συζητήθηκε : το «Γιούντιν» του Γιώργου Ρωμανού.

Μεγαλεπήβολο το εγχείρημα με το οποίο καταπιάνεται ο συγγραφέας: να ανασύρει από τη συλλογική λήθη «μνήμες» επιμελώς θαμμένες, χρόνια τώρα,  σχετικές με την ιστορία των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Να το δηλώσουμε επομένως εξαρχής ότι το αποτέλεσμα αυτής της κοπιαστικής εργασίας, τον δικαιώνει απόλυτα. Άλλη μια προσπάθεια λοιπόν απόδοσης καθυστερημένης δικαιοσύνης, σχετικής –αυτή τη φορά- με το τραγικό ολοκαύτωμα των Εβραίων της πόλης μας.
Από την πρώτη σελίδα αντιλαμβάνεται κανείς το μεγάλο δίλημμα το οποίο αντιμετώπισε ο συγγραφέας: να στήσει πειστικούς μυθιστορηματικούς χαρακτήρες ή να συντάξει ένα εύπεπτο ιστορικό δοκίμιο βασισμένο στα πολύτιμα στοιχεία και τις προφορικές μαρτυρίες που με κόπο συγκέντρωσε;
Ο ίδιος δίνει την απάντηση (σελ. 365): «Σε σχέση με τόσα ντοκουμέντα που πέρασαν από τα χέρια μου, και πάρα πολλά που δεν τα ανέφερα, πιστεύω πως εκείνο που έχει σημασία σε ένα μυθιστόρημα δεν είναι η αλήθεια των ντοκουμέντων, αλλά η αλήθεια της μυθοπλασίας.»
Ναι, αλλά ο πειρασμός της κατοχής αυτού του πολύτιμου υλικού είναι μεγάλος. Και όταν συνειδητοποιεί ότι ένα μεγάλο μέρος από αυτό δεν «αξιοποιείται» μυθιστορηματικά το παραθέτει στο τέλος του έργου, σ’ ένα «Παράρτημα»,  με τη μορφή σημειώσεων που δήθεν βρίσκονται στα χέρια μιας από τις ηρωίδες του έργου… Στοιχείο που θεωρούμε ότι αντιστρατεύεται τη μυθοπλασία του έργου.
Κατά τα άλλα, το σκηνικό της δράσης των ηρώων του στήνεται ρεαλιστικά σε μια Θεσσαλονίκη , όπως αυτή εξελίσσεται οικοδομικά από την ενσωμάτωσή της στον ελληνικό κορμό ως και τη δεκαετία του ’60. Ακόμη και χάρτης της πόλης δίνεται και «φωτογραφία» του διατηρητέου κτιρίου (της βίλας  Πλανσέ) παρατίθεται κατάλληλα …φωτοσοπημένη. Η βίλα αυτή, σύμφωνα με το μύθο του μυθιστορήματος, υπήρξε η έδρα της τραγικής ιστορίας των ηρώων της  (μια παραλλαγή της γνωστής ιστορίας της βίλας Μπάνκα)…
Παρακολουθούμε λοιπόν την ιστορία τριών γενεών της εβραϊκής οικογένειας του Ερρίκου και της Μαζαλτώφ Μπεφόρ που ξεκινάει από τα προπολεμικά χρόνια και φτάνει ως τα χρόνια της δολοφονίας του Λαμπράκη (με τους επιζήσαντες του ολοκαυτώματος).
Ο συγγραφέας επιλέγει τη γνωστή  μέθοδο της πολυπρισματικής αφήγησης. Οι βασικοί ήρωες του έργου αφηγούνται σε πρώτο πρόσωπο τα γεγονότα , τα οποία συχνά συμπίπτουν μεταξύ τους χωρίς ουσιώδεις «ανατροπές», με εξαίρεση βέβαια το αφηγηματικό ύφος του καθενός. Μνημείο αριστουργηματικής αφήγησης αποτελούν τα κεφάλαια στα οποία εξιστορεί τα γεγονότα ο υπο-προλετάριος ήρωας από την Καπουτζίδα, Αφού… (Έτσι: «Αφού» ήταν το όνομά του, καθώς επαναλάμβανε και εκεί που δεν χρειαζόταν τη συγκεκριμένη λέξη).
Σε γενικές γραμμές, γινόμαστε μάρτυρες εκείνης της τραγικής σύναξης των Εβραίων της πόλης στην πλατεία Ελευθερίας, δήθεν για απογραφή, της μεταφοράς τους στο γκέτο της συνοικίας Χιρς, της επιβίβασής τους στα φορτηγά τρένα για το Νταχάου…
Στη συνέχεια παρακολουθούμε τα γεγονότα που βιώνουν οι δυο βασικοί ήρωες του έργου, η Λέα και ο Αλέξανδρος  στο στρατόπεδο Μπέργκεν Μπέλσεν, ως την απελευθέρωσή του από τους Ρώσους. Την απόδραση του Αλέξανδρου, τη σύλληψή του και την αποστολή του στα ρωσικά γκουλάγκ αυτή τη φορά, όπως συνέβη στην πλειοψηφία των «απελευθερωμένων» από τους Ρώσους αιχμαλώτων…
Η αφήγηση κλείνει με την περιπετειώδη ζωή της Λώρυ (sic), ηρωίδας της τρίτης γενιάς των Μπεφόρ, που θα γεννηθεί μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, και του Ελιάν που σκηνοθετεί μια ταινία για τα γνωστά μας γεγονότα,  με την οποία θα συμμετάσχει στο φεστιβάλ της Δράμας…
Έργο επικών διαστάσεων λοιπόν το «Γιούντιν», μέσα από το οποίο αποχτούμε μια νέα θέαση κρίσιμων γεγονότων της συγκεκριμένης εποχής , πέρα από την επικρατούσα. Για τη σχέση των Εβραίων με το νέο καθεστώς της πόλης το 1912 , τα σχέδια των Βουλγάρων, τη σχέση των Εβραίων με την Αντίσταση, τη δολοφονία του Πόλκ, το ρόλο των δωσίλογων της πόλης  και ένα πλήθος άλλων συμπληρωματικής σημασίας…

Κλείνοντας την όλη αφήγηση ο «σκηνοθέτης» Ελιάν σημειώνει:
«Έτσι κι αλλιώς εδώ και χρόνια, όλα τα έβλεπα μέσα στην οθόνη του μυαλού μου. Σκεφτόμουν τη Θεσσαλονίκη λες και βρίσκομαι πάνω σε μια σημαδούρα στη μέση του Θερμαϊκού και κοιτάζω κατά το Σέιχ Σου. Νύχτα και μέρα.. Και κάθε νύχτα βουνό και πόλη γίνονται ένα σώμα, κουλουριασμένο κάτω από τον σκοτεινό μανδύα του που είναι διάσπαρτος με χιλιάδες φωτάκια. Κι αν εκείνη τη στιγμή ξεσπάσουν οι εκρήξεις των πυροτεχνημάτων στον ουρανό, όλα εκείνα τα κόκκινα, κίτρινα, ασημένια, μοβ και μπλε καθρεφτίζονται στα νερά, τα κάνουν να κοχλάζουν.
Σαν να είναι έτοιμο να αναδυθεί κάτι μέσα από τη θάλασσα. Αλλά αμέσως τα νερά ξεφουσκώνουν. Και γρήγορα χαράζει η μέρα. Χάνονται οι εκλάμψεις της νύχτας. Γαληνεύει ο Θερμαϊκός. Γίνεται ολόκληρος ένα μοναδικό, σιωπηλό, γιγάντιο κύμα, που πάλλεται απ’ άκρη σ’ ακρη του κόλπου, όπως η μεμβράνη ενός ταμπούρλου που μόλις έχει ηχήσει. Κι εκείνος ο ήχος-μήνυμα σκορπίζει στον ουρανό. Ξημερώνει. Αχνοφέγγει πάνω από την πόλη. Φως.»