Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Προμηθεὺς πλάσας ποτὲ ἀνθρώπους δύο πήρας ἐξ αὐτῶν ἀπεκρέμασε, τὴν μὲν ἀλλοτρίων κακῶν, τὴν δὲ ἰδίων, καὶ τὴν μὲν τῶν ὀθνείων ἔμπροσθεν ἔταξε, τὴν δὲ ἑτέραν ὄπισθεν ἀπήρτησεν. Ἐξ οὗ δὴ συνέβη τοὺς ἀνθρώπους τὰ μὲν ἀλλότρια κακὰ ἐξ ἀπόπτου κατοπτάζεσθαι, τὰ δὲ ἴδια μὴ προορᾶσθαι

Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

Το Θεόπαιδο

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΠΑΝΟΣ ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ
ΤΟ ΘΕΟΠΑΙΔΟ
ΚΕΔΡΟΣ 1992
σελ.120

Μετά το «Αλας της γης» της Καπάνταη και τα «Ζηλωτικά» του Ματσούκα  (ξανα)διάβασα  το «Θεόπαιδο» του Πάνου Θεοδωρίδη, τακτικού φίλου στο Φωτοβιβλίο. Κι αυτό γιατί ο συγγραφέας του ανιχνεύει –με τον τρόπο του- τα ίδια συνταρακτικά γεγονότα στα οποία αναφέρονται και οι  δυο προηγούμενοι συγγραφείς. Με μια ουσιώδη διαφορά: ο Π. Θ. είναι βαθύς γνώστης των χώρων στους οποίους κινούνται οι ήρωές του, καθώς και των ιστορικών γεγονότων της κρίσιμης εκείνης εποχής (κάτι που απουσιάζει από την Καπάνταη) και βέβαια, όπως είναι γνωστό,  είναι προικισμένος και με τη χαρισματική πένα του παραμυθά (αυτό που δε διαθέτει ο Ματσούκας).
Μια απόλαυση λοιπόν η ανάγνωση! Θαρρείς και έχεις ξεθάψει από ξεχασμένο σωρό περγαμηνών σε παλιό μοναστήρι ένα μοναδικό χρονικό της εποχής του Ανδρέα Παλαιολόγου και του Καντακουζηνού! Παιδί γίνεσαι και κρέμεσαι από την πένα του για να ζήσεις εκείνα τα θεοτικά γεγονότα που συνέβησαν από τα Νικολοβάρβαρα  του 1338 ως την Πεντηκοστή του 1339 όχι μόνο στη συμβασιλεύουσα, αλλά και στην ύπαιθρό της , κυρίως στον οδικό άξονα από την πόλη ως τη Χριστούπολη.
Αφηγητής ο Δημήτρις Σπαρτηνός, αρχοντόπουλος και ψευτοκαλόγερος από το Λοζίκι (περιοχή της Βόλβης). Και γύρω του μια   ιδιόρρυθμη κομπανία : ο δούλος του Βολέας, η «εταιρική κούρβα» Μάριον, ο τζουτζές Καναβός και στη συνέχεια μια πλειάδα ακόμη αλλοπρόσαλλων τυχοδιωκτών της εποχής.
Και απέναντί τους ο μυστηριώδης καλόγερος Συμεών,  που περιφέρει στα χωριά ένα σαλό παιδάκι θαυματοποιό,  υφαίνοντας σε ολόκληρη την «Ποπολία» ένα ιδιόρρυθμο κοινωνικό κίνημα, ενώ μαίνεται στη Θεσσαλονίκη ο πόλεμος των φίλων  του αυτοκράτορα Ανδρόνικου με το σφετεριστή του θρόνου μέγα δομέστικο Καντακουζηνό… Το έμβλημα του καλόγερου η  μυστηριώδης λέξη ΜΑΡΠΟΥ, την οποία πρωτοείδαν να εμφανίζεται σ’ έναν εσπερινό της μονής Ακαπνίου «ενώ ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, γενάρχης του βασιλικού μας οίκου, ήτανε ακόμη στρατηγός».
  Η ιστορία μας ξεκινάει με ένα σύντομο ταξίδι στην πολιορκημένη από τις ορδές του Καντακουζηνού Θεσσαλονίκη: «Στο κάστρο δεν μπήκαμε από τις πόρτες τις καλές. Κατεβήκαμε στη θάλασσα και κοντά στη Μονή των Εξαπτερύγων περάσαμε τον έλεγχο και κοιμηθήκαμε απέξω, σε θαλάσσιο πανδοχείο».
Την επομένη θα μπουν στην πόλη και θα συναντήσουν τον αρχηγό των Ζηλωτών Ανδρέα Παλαιολόγο. «Ήταν ένας κοκαλιάρης, στοχαστικός που εμπόδια έβρισκε στα πάντα». Σύντομα όμως θα ανακαλύψουν ότι έχουν πέσει σε μια καλοστημένη παγίδα. Τρομοκρατημένοι θα εγκαταλείψουν άρον άρον την πόλη και θα ξεκινήσουν ένα μακρύ οδοιπορικό που θα καταλήξει στο κάστρο της Αλεκτορούπολης (στη σημερινή Νέα Πέραμο) όπου και κορυφώνεται και η αφήγηση…
Και εκεί στο κάστρο της Αλεκτορούπλης, το οποίο οι ήρωές μας υπερασπίζονται σθεναρά από στεριά και θάλασσα (οι δυο αντίπαλοι οίκοι πλέον έχουν ενωθεί, αλλά αυτοί δεν το ξέρουν), την ύστατη στιγμή, όταν πια όλα έχουν χαθεί…
«Από αυτήν τη σιωπή, ένας μόνον ήχος έμεινε, κυρίαρχος στη ζωή μου από εδώ κι εμπρός. Οι οιμωγές των πληγωμένων. Όπως τα λεπίδια και τα συρσίματα των σωμάτων σταμάτησαν, έμεινε μια πολυφωνία, μια ποικιλία κραυγών, δακρύων και βασάνων, άκουγες λύκους να πονάνε και κατσικάκια του γάλακτος. Άκουγες παιδιά και γυναίκες , παλικαράδες που κλαίγανε το χαμένο τους χέρι κι άλλους που ζουπούσανε την κοιλιά τους , για να βγάλουνε κάποια αιχμή.  Κι αυτοί οι ήχοι ακούγονταν ξεχωριστά και μαζί, ακούγονταν ένας ένας κι αξεχώριστα και αυτοί οι ήχοι ήτανε ο ήχος της φρίκης. Ήρθε η φρίκη και ωσάν το χιόνι κάθισε πάνω σε όλων τις καρδιές. Φίλοι κι εχθροί ακούσανε τη φωνή και το κάλεσμά της και δεν έμεινε άνθρωπος να μην ανατριχιάσει.» (σελ. 98)

Η μαγεία σε όλο της το μεγαλείο.

Το βιβλίο φέρεται ότι είναι εξαντλημένο από τον εκδοτικό οίκο.

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2014

Απόψε δεν έχουμε φίλους

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΌΡΗΜΑ
ΣΟΦΙΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ
ΑΠΟΨΕ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΦΙΛΟΥΣ
ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2010
σελ. 280



Άλλο ένα μυθιστόρημα με θέμα του τη Θεσσαλονίκη, στο οποίο η συγγραφέας του επείγεται να αποδώσει «δικαιοσύνη» στους αδικημένους και τους λησμονημένους από την ιστορία ιχνηλατώντας κρίσιμα γεγονότα έξι περίπου δεκαετιών. Και βέβαια, από τη στιγμή που δεν συγγράφει ιστορικό δοκίμιο, ο μανιχαϊστικός τρόπος με τον οποίο στήνει τους χαρακτήρες της, κάθε άλλο παρά ενοχλεί. Ίσως δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του σύγχρονου αναγνώστη, αλλά –επαναλαμβάνουμε-, η πρόθεση της συγγραφέως συμφωνεί πλήρως με τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις που έχουμε διαμορφώσει τα τελευταία χρόνια μέσα από αμέτρητα διαβάσματα και ακούσματα γ ‘ αυτά ια κρίσιμα γεγονότα.

Θεσσαλονίκη λοιπόν, από την εξάπλωση των ναζιστικών ιδεών του 1934, ως τις εκρηκτικές διαδηλώσεις του 2008 («Να καεί, να καεί το μπουρδέλο η Σχολή»). Αν υπολογίσουμε μάλιστα και κάποιες σύντομες αναδρομές στο απώτερο παρελθόν, η αφήγηση φτάνει ως την «αλησμόνητον νύκτα» της 17ης Ιουνίου του 1913, κατά την οποία μονάδες της νεοσύστατης από το Βενιζέλο κρητικής χωροφυλακής κατέσφαξαν 150 Βούλγαρους στρατιώτες που είχαν καταφύγει στο ναό της Αγίας Σοφίας.
Η κυψέλη όλων των αλληλοσυγκρουόμενων ιδεών και χαρακτήρων είναι η Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. Με τους καθηγητές της να βυσσοδομούν ο ένας εναντίον του άλλου, τους υποψήφιους διδάκτορες να προσφέρουν γην και ύδωρ προκειμένου να προωθηθούν ή –στην αντίθετη περίπτωση - να αντιστέκονται στις παγιωμένες αντιλήψεις των κριτών τους και να αποβάλλονται από την πανεπιστημιακή κοινότητα σαν στυμμένες λεμονόκουπες.

Ένας παντοκράτορας καθηγητής της έδρας της Νεότερης Ιστορίας, το παρελθόν του οποίου ανιχνεύεται με εύστοχες και ακριβείς αναφορές. Ένας βοηθός που επιλέγει ως θέμα της διδακτορικής του διατριβής τη δράση των δωσίλογων της κατοχής στη Θεσσαλονίκη. Ένας παροπλισμένος καθηγητής, πρώην συνεργάτης των Γερμανών και υμνητής του χιτλερικού ιδεώδους, δίπλα του δυο συνεργοί του επιλεγμένοι με σοφία από τα κατακάθια του λούμπεν προλεταριάτου της εποχής και δυο νέα παιδιά –ένα αγόρι και ένα κορίτσι- που καταφέρνουν να αλώσουν το πανεπιστημιακό κατεστημένο αλλά διαπιστώνουν έντρομα ότι βρίσκονται παγιδευμένα σε επιλογές που δεν επιθυμούσαν.  
Βέβαια οι παροικούντες εις Ιερουσαλήμ γνωρίζουμε  ποια ιστορικά πρόσωπα «κρύβονται» πίσω από τους κύριους χαρακτήρες του μυθιστορήματος, κατάλληλα μεταμφιεσμένα.
Η δράση με χαρακτηριστική αντίστιξη ξετυλίγεται από από τα προσφυγόσπιτα της δυτικής Θεσσαλονίκης με τις γραφικές γιαγιάδες , ξακουστές για τις ικανότητές τους στη μαγειρική, ως τις βίλες του Πανοράματος με τις έγκλειστες δούλες που υπηρετούν πρόθυμα κάθε ιδιοτροπία των αφεντικών τους.

Και το κρίσιμο ερώτημα για την συγγραφέα είναι πάντα αν υπάρχει «αντικειμενική» ιστορία, απαλλαγμένη από κάθε ψήγμα ιδεολογίας:
«Μπαρμπούτσαλα, αντέκρουε από μέσα του ο Σουκιούρογλου. Πίστευε πως η απουσία ιδεολογίας είναι μπανανόφλουδα. Καταλάβαινε αυτό που αρνούνταν να εννοήσουν πολλοί υψηλόβαθμοι καθηγητές, ότι η άμωμη ιστορία είναι χυδαίο επιστημονικό ψέμα. Όσοι το προφασίζονται έχουν να κουκουλώσουν αμαρτίες. Η απουσία ιδεολογίας, σκεφτόταν, αποτελεί την πιο ισχυρή, την πιο αδίστακτη ιδεολογία. Το έλεγε και το πίστευε…» (σελ.37)
Απόδειξη ότι όλοι οι δωσίλογοι της Θεσσαλαονίκης « με το Νομοθετικό Διάταγμα 179 της 26ης Απριλίου 1969 ξεκαθαριζόταν πέραν πάσης αμφιβολίας ποιος ήταν ο εχθρός και ποιος ο φίλος της χώρας»…

8 Δεκεμβρίου 2008. Χαμός Κυρίου. «Κόλαση φωτιάς στο Αριστοτέλειο» θα γράψουν οι εφημερίδες…
«Να καεί, να καεί, το μπουρδέλο η σχολή» ουρλιάζουν έξαλλοι οι διαδηλωτές. Και στην είσοδο του νέου κτιρίου της σχολής το παλιό σύνθημα υπάρχει ακόμη:
                                                             ΚΟΥΒΑΛΑ ΤΟΝ ΠΡΟΤΖΕΚΤΟΡΑ
                                                                ΝΑ ΣΕ ΚΑΝΟΥΝ ΛΕΚΤΟΡΑ
Ξεκοιλιασμένα ντουλάπια , σπασμένοι υπολογιστές
Κι ο επίκουρος έξω από το κτίριο προσπαθεί να ξεφύγει, κρατάει την τσάντα του προστατευτικά.
«Σιγά ρε παιδιά, φίλος είμαι!»
«Απόψε δεν έχουμε φίλους» του φωνάζει μέσα από το κασκόλ ο άλλος, ο αιρετικός,  που χρόνια ονειρευόταν αυτή την εκδίκηση.
«Όμως δεν μπορεί. Κι αδύνατον να βλέπει. . Δεν ήξερε πως τα βιβλία τσιρίζουν όταν καίγονται…»


Το μυθιστόρημα διαβάζεται σχεδόν απνευστί και από τον αναγνώστη που δεν διαθέτει τις κατάλληλες προσλαμβάνουσες παραστάσεις για να έχει σχηματισμένη γνώμη για τα πράγματα. Κάτι είναι κι αυτό…

Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

Το άλας της γης

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΙΣΜΗΝΗ ΚΑΠΑΝΤΑΗ
ΤΟ ΑΛΑΣ ΤΗΣ ΓΗΣ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2002
Σελ. 264

Η συγγραφή μυθιστορήματος, οι ήρωες του οποίου ζουν και κινούνται σε εποχές παρωχημένες, αποτελεί ομολογουμένως γενναίο εγχείρημα. Πολύ περισσότερο, όταν η προσέγγιση της εποχής, καθώς οι πηγές μας είναι εξαιρετικά φειδωλές, αποβαίνει εξαιρετικά προβληματική. Απαιτεί από τον συγγραφέα  βαθιά και ενδελεχή ενασχόληση με το χώρο και το χρόνο της δράσης των ηρώων του, για να αποφύγει συνήθεις ετεροχρονισμούς  και αστοχίες.
Η Ισμήνη Καπάνταη  φαίνεται ότι το γνωρίζει αυτό. Εξάλλου το αντιμετώπισε, με περισσή επιτυχία  στο χαρακτηριστικό μυθιστόρημά της  «Απειρωτάν και Τούρκων» (Εστία 1990) , αλλά για χώρο και χρόνο πολύ πιο προσιτό  στη συλλογική ιστορική μνήμη.  Αυτή τη φορά επιλέγει να κινηθεί       στο χώρο της Θεσσαλονίκης σε μια εποχή που απέχει εφτακόσια σχεδόν χρόνια  από τις μέρες μας, όταν η καταρρέουσα Βυζαντινή Αυτοκρατορία σπαρασσόταν από σφοδρές κοινωνικοπολιτικές έριδες. Μη διαθέτοντας λοιπόν τα κατάλληλα εργαλεία αποφεύγει να αναπαραστήσει με πειστικότητα την ατμόσφαιρα της εποχής και περιορίζεται  να στήσει τους ήρωές της χωρίς  το χαρακτηριστικό χρώμα της εποχής στην οποία κινούνται, βαθιά ανθρώπινους εντούτοις. Γιατί  ο πειρασμός της αναπαράστασης μιας εποχής στην οποία συνέβησαν συνταρακτικά γεγονότα, κοσμοϊστορικά θα λέγαμε, είναι μεγάλος. Ο κύριος στόχος λοιπόν της συγγραφέως δεν είναι να μας παρασύρει σε μια γοητευτική συμμετοχή στα γεγονότα της εποχής, αλλά να αποδώσει δικαιοσύνη. Δικαιοσύνη στους ηττημένους, οι οποίοι, όπως πάντα συμβαίνει με τους όπου γης ηττημένους, παρέμειναν στη ιστορία σφόδρα συκοφαντημένοι, σχεδόν θεριά ανήμερα.
Ζούμε λοιπόν μόνο τον απόηχο των τραγικών γεγονότων της Επανάστασης των Ζηλωτών (1342-1350) και μάλιστα μέσα από τις αφηγήσεις δυο γυναικών κυρίως , της Ξένιας και της Μελανίας,  οι οποίες, όπως ήταν φυσικό, δεν βγήκαν στους δρόμους, δεν έσφαξαν , δεν σφάχτηκαν. Βίωσαν όμως τα γεγονότα μέσα από διηγήσεις , αλλά και τραγικές απώλειες των δικών τους.
Ελάχιστα επομένως μαθαίνουμε για τη σφοδρή κοινωνική σύγκρουση που συντάραξε τη Θεσσαλονίκη. Σε γενικές γραμμές παρακολουθούμε από αντανάκλαση τις δυο φοβερές σφαγές, πρώτα των ηττημένων και στο τέλος των νικητών, που ερήμωσαν την πόλη. Οι «Δυνατοί»  (ευγενείς, γαιοκτήμονες) από τη μια μεριά , οι Ζηλωτές (ναύτες και ναυτεργάτες του λιμανιού ) από την άλλη. Με τους πρώτους ο Ιωάννης Καντακουζηνός -ο κυρ Γιάννης-(που στέφεται στο Διδυμότειχο αυτοκράτορας, ενώ στη βασιλεύουσα στο θρόνο βρίσκεται ο ανήλικος Ιωάννης Παλαιολόγος.) Από αυτή τη δυναστική διαμάχη επωφελούνται οι απόκληροι της πόλης , παίρνουν τα όπλα και κυριαρχούν σ’ αυτή για οχτώ χρόνια. Καμιά νύξη στο μυθιστόρημα για τα μέτρα που πήραν και για τη διοίκηση που εφάρμοσαν. Καμιά αναφορά επίσης και στο παράλληλο θρησκευτικό κίνημα των Ησυχαστών με επικεφαλής το Γρηγόριο τον Παλαμά. Η συγγραφέας αρκείται να σκιαγραφήσει κάποιους υπαρκτούς , καθώς φαίνεται, ήρωες του κινήματος, κυρίως από την οικογένεια των Ευγενικών, οι οποίοι στην αρχή συνεργάστηκαν με τους επαναστάτες, όταν όμως είδαν ότι γι αυτούς χάνεται το παιχνίδι, τους πρόδωσαν για να επιπλεύσουν. Χαρακτηριστικά , η τελευταία γυναίκα που «διηγείται», γερόντισσα πια, η Μελανία, καταλήγει: 
«Όταν αναπολώ την περασμένη μου ζωή, την Ευγενία, τον Μιχαήλ, τον  Μάρκο, τον Νικόδημο, ξεχνώ το αίμα που χύθηκε, τον σπαραγμό, τους θρήνους…Το άλας της γης, λέγω, έτσι τους θυμάμαι. Το άλας της γης.»


Τα μυθιστόρημα διαβάζεται ευχάριστα, καθώς είναι απαλλαγμένο από εκτενείς περιγραφές και παρατηρήσεις που συνήθως ενοχλούν το μέσο αναγνώστη.

Ζηλωτικά

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΝΙΚΟΣ ΑΘ. ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ
ΖΗΛΩΤΙΚΑ
ΒΑΝΙΑΣ 2001
Σελ. 276

Είναι φορές, που, αφού έχω διαβάσει και την τελευταία σελίδα κάποιου μυθιστορήματος, (και καθώς ποτέ δεν έχω αφήσει στη μέση λογοτεχνικό έργο, όσο κακό και αν είναι), αναρωτιέμαι: γιατί κάποιοι αξιόλογοι ενδεχομένως και προβεβλημένοι στο επάγγελμα που κυρίως εξασκούν, επιμένουν να δοκιμάσουν τις ικανότητές τους και στο χώρο της λογοτεχνίας; Και εάν οι ίδιοι δεν  συνειδητοποιούν ότι το εγχείρημα αυτό θέλει κότσια , που βεβαίως και δεν διαθέτουν, κάποιοι από το κοντινό τους περιβάλλον δεν τους το έχουν υποδείξει; Γιατί βέβαια όλοι γνωρίζουμε ότι «εξ όνυχος τον λέοντα»…
Στη συγκεκριμένη περίπτωση κατανοώ τους λόγους του ολισθήματος. Ο συγγραφέας, καθηγητής της Δογματικής και της Ιστορίας της Φιλοσοφίας στη Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ, ασφαλώς και θα κινούνταν (+2006) με άνεση στο χώρο του μαθήματός του. Αρκεί όμως αυτό, για να συνθέσει κανείς λογοτεχνικό έργο με ζωντανούς και αληθοφανείς  χαρακτήρες, με πειστική δράση και απεικόνιση συναισθημάτων και ιδεών; Ασφαλώς όχι. Το αποτέλεσμα: ένα πρωτόλειο κατασκέυασμα, μια κακή «έκθεση ιδεών» 276 σελίδων με πρωτοφανείς γλωσσικές, εκφραστικές και λογικές αφέλειες. Που αφήνουν τον υποψιασμένο αναγνώστη άναυδο.
Οι ήρωές του κινούνται σαν νευρόσπαστα στις «ρύμνες» (sic) της Θεσσαλονίκης του ΙΔ’ αιώνα, μπαίνουν σ΄όλες τις εκκλησίες της και τα μοναστήρια , όπου εκστασιάζονται από τις  τοιχογραφίες και τα ψηφιδωτά τους , τα  οποία περιγράφονται θαρρείς για ξενάγηση παιδιών του δημοτικού.    Αναμασούν ακόμη αδιαλείπτως τσιτάτα θεολογικού- και όχι μόνο -περιεχομένου (και εκεί που αυτά δεν προσφέρουν απολύτως τίποτε) και συζητούν ατέλειωτα θέματα δογματικού περιεχομένου, τη στιγμή που η πόλη ασφυκτιά πολιορκημένη από τον Καντακουζηνό και τον Ορχάν, λιμοκτονεί και χειμάζεται από την πανούκλα. 
Οι βασικοί χαρακτήρες του έργου, ιστορικά πρόσωπα όλοι,  είναι οι δυο αρχηγοί των Ζηλωτών, ο ριζοσπάστης Μιχαήλ, ο οποίος εκτελείται με τον πιο άγριο τρόπο από τους «Δυνατούς» στην πρώτη φάση του κινήματος , και ο μετριοαπαθής Ανδρέας Παλαιολόγος, που επιβιώνει μετά την κατάπνιξη της στάσης και γίνεται μοναχός στη Μονή της Λαύρας  με το όνομα Αγάθων. Δίπλα τους και παράλληλα κινούνται οι «σοφοί» της πόλης: ο νομομαθής Αρμενόπουλος, ο Νικόλαος Καβάσιλας, ο Νικηφόρος Γρηγοράς, ο Ματθαίος Βλάσταρις, ο Ακίνδυνος και ο γέροντας Αρσένιος της Μονής Λατόμου. Αμφιβάλλω αν όλοι αυτοί συνυπήρξαν τη ζυγκεκριμένη χρονική περίοδο. Εν πάση περιπτώσει. «Μυθιστορηματική αδεία» αυτό γίνεται κατανοητό…
Μαζί τους και τρείς «δέσποινες»: η Ισαβέλλα Ξανθοπούλου, η Υπατία Παλαιολογίνα και η Βρυεννία Χριστιανοπούλου. Προφανώς για την οικονομία της πλοκής του έργου. Η οποία μιμείται την πλοκή των μυθιστορημάτων Νόρα: έρωτες, μίση, πάθη και τέτοια. Μέσα σε αυστηρά εκκλησιαστικά πλαίσια, βέβαια. Και η λέξη «φιλί» ακόμη αποφεύγεται και αντικαθίσταται από το «φίλημα»…

Οι σελίδες όμως που στην κυριολεξία δεν διαβάζονται είναι εκείνες που περιγράφουν τις «συνάξεις» των σοφών της πόλης. Καθεμιά σε άλλη εκκλησία, για να μη μας ξεφύγει καμιά. 
Σε μια σύναξη λοιπόν των «σοφών» της πολιορκημένης πόλης (σελ. 332) , ένας από αυτούς συστήνει σε κάποιον άλλο να διαβάσει την Ιστορία του Ηρόδοτου και του Θουκυδίδη. Κι εκείνος του απαντά:

-Εγώ διαβάζω αυτούς τους ιστορικούς, αλλά τους συγκρίνω με τον Ευσέβιο. Στην προοπτική τη δική του ενώνεται η γήινη πορεία με μια άλλη διάσταση. Αλίμονο σ’ όποιον δεν βλέπει την πορεία και τα όρια αυτής της γήινης διάστασης σ’ αυτή την οικονομία και την ευκαμψία, αλλά περισσότερο αλίμονο σ’ όποιον δεν αντιλαμβάνεται τούτη τη διάσταση ουρανωμένη (sic), με άλλα λόγια σε μια προέκταση που δείχνει πως η γήινη οικονομία δεν εξαντλείται μοναχά στα δικά της όρια και έτσι σπάζει ο κύκλος , η αναγκαιότητα και η διαρκής αλλοτρίωση και συντελείται μια φωτοδοτική επέκταση, μια οικονομία, που, ενώ δεν αφήνει να χαθεί τίποτε από τα γήινα περιγράμματα, τα διευρύνει με ευλυγισία σε ολοένα νέους δρόμους με τις φωτοδοτικές θεοφάνειες , όπου συντελείται η αποκάλυψη στην κτίση και στην ιστορία, ξέρουμε πως ο κόσμος ο δικός μας έχει δύναμη και ελπίδα να διευρυνθεί ακατάληκτα και πέρα από τα όρια του»

Υποθέτω ότι μόνο αφελείς και ανελλήνιστοι θα μπορούσαν να εντυπωσιαστούν από εκείνη την ...ουρανωμένη διάσταση και τις ... φωτοδοτικές θεοφάνειες. Αν εξακολουθούσα ακόμη ακόμη να διδάσκω , σκέφτομαι ότι θα το απόσπασμα αυτό θα το χρησιμοποιούσα ως παράδειγμα γραφής κλασικής ασυναρτησίας.
Και μια απορία: Το ζευγάρι Ανδρέας Παλαιολόγος-Ισαβέλλα Ξανθοπούλου πραγματοποιεί συχνά ρομαντικούς περιπάτους στην παραλία της πόλης. Και θαυμάζει τη θάλασσαα και τη θεα στο Θερμαϊκο. Μα μπροστά του δεν πρέπει να υψωνόταν εκείνο το αδιαπέραστο και ογκώδες θαλάσσιο τείχος;  Το οποίο και γι αυτόν ακριβώς το λόγο καθαιρέθηκε πρώτο: γιατί έκρυβε τον ορίζοντα της πόλης.