Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Προμηθεὺς πλάσας ποτὲ ἀνθρώπους δύο πήρας ἐξ αὐτῶν ἀπεκρέμασε, τὴν μὲν ἀλλοτρίων κακῶν, τὴν δὲ ἰδίων, καὶ τὴν μὲν τῶν ὀθνείων ἔμπροσθεν ἔταξε, τὴν δὲ ἑτέραν ὄπισθεν ἀπήρτησεν. Ἐξ οὗ δὴ συνέβη τοὺς ἀνθρώπους τὰ μὲν ἀλλότρια κακὰ ἐξ ἀπόπτου κατοπτάζεσθαι, τὰ δὲ ἴδια μὴ προορᾶσθαι

Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

Είσαι ελεύθερος



ΙΡΑΝΙΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ
MOHAMMAD-ALI TALEBI
ΕΙΣΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ
(TO AZADI)

2001 ( 88λ )

O Ali Talebi ανήκει στην πλειάδα των Ιρανών σκηνοθετών που ανέδειξαν τον ιρανικό κινηματογράφο τις τελευταίες δυο δεκαετίες διεθνώς. Σκηνοθέτης από το 1986 και παραγωγός ο ίδιος της ταινίας στην οποία αναφερόμαστε, έχει αποσπάσει ένα πλήθος από κινηματογραφικά βραβεία –κυρίως σε φεστιβάλ ασιατικών χωρών- , ανάμεσα στα οποία και εκείνο της ειδικής μνείας του Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών για Παιδιά του Lucas το 2002 για το «Είσαι ελεύθερος».
Η ταινία αφηγείται την τραγική ιστορία δυο παιδιών, του Mohsen και του Sohrab, τα οποία μετά από την έκτιση της ποινής τους για μικροαδικήματα σε αναμορφωτήριο της Τεχεράνης, βρίσκονται σε πλήρες αδιέξοδο. Οι γονείς του πρώτου έχουν σκοτωθεί σε αυτοκινητικό δυστύχημα, και του δεύτερου δεν τον δέχονται στο σπίτι. Η κοινωνική λειτουργός του ιδρύματος , αλλά και ο ίδιος ο διευθυντής του, δίνουν έναν συγκινητικό αγώνα , για να βοηθήσουν τα δυο παιδιά, αλλά οι κοινωνικές συνθήκες και η κρατική γραφειοκρατία ελάχιστα συμβάλλουν σ’ αυτό. Η μόνη διέξοδος που απομένει στα παιδιά είναι να επιστρέψουν στην παρανομία του δρόμου. Η σκηνή με την οποία κλείνει η ταινία ίσως συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πιο συγκλονιστικές του παγκόσμιου κινηματογράφου: ο μικρός Mohsen εγκαταλείπει το αυτοκίνητο του διευθυντή του ιδρύματος μέσα στην νύχτα και ενώνεται με μια εύθυμη συντροφιά γαβριάδων που διασκεδάζουν με μια αυτοσχέδια ορχήστρα ζεσταίνοντας συγχρόνως τα χέρια τους στη φωτιά που έχουν ανάψει σ’ ένα βαρέλι…
Η ταινία μας θυμίζει έντονα αντίστοιχα θέματα με τα οποία καταπιάστηκε στη δεκαετία του ’40 ο ιταλικός νεορεαλισμός (πρβ το «Λούστρο Παπουτσιών» του De Sica) και οι μικροί πρωταγωνιστές της (αρκετοί υπήρξαν όντως τρόφιμοι του αναμορφωτήριου) διαπνέονται από μια πηγαία ανθρωπιά. Αλλά και το διοικητικό προσωπικό του ιδρύματος, ακόμη και οι παιδονόμοι, κάθε άλλο παρά καταπιεστικοί και απάνθρωποι είναι. Ο σκηνοθέτης επιλέγει τα μουντά χρώματα στις σκηνές του αναμορφωτήριου, ενώ τα πλάνα που γυρίστηκαν στο γραφικό Ισπαχάν για τις ανάγκες του σεναρίου είναι γεμάτα φως και χρώμα. Το φιλμ, σε γενικές γραμμές, συμβάλλει στο να αναθεωρήσουμε την εικόνα που μας έχουν επιβάλει για το Ιράν τα δυτικά ΜΜΕ. Απουσιάζουν παντελώς στοιχεία θρησκευτικού φονταμενταλισμού και προσωπολατρίας και το μόνο στοιχείο που μας παραπέμπει στην ισλαμική πίστη είναι η ενδυμασία των γυναικών, ακόμη και των μικρών κοριτσιών. Σε γενικές γραμμές: μια ταινία που δεν ξεχνιέται. Κανείς δεν μπορεί να είναι ελεύθερος αν είναι φτωχός κι απόκληρος…

Τρίτη, 20 Απριλίου 2010

Το Γεφύρι του Δρίνου

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑ
IVO ANDRIC
ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΟΥ ΔΡΙΝΟΥ


ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ (1945)
σελ. 494

Ο Σερβοβόσνιος συγγραφέας Ivo Andric γεννήθηκε το 1892 κοντά στο Travnik της Βοσνίας. Μετά το θάνατο του πατέρα του (1894) η μητέρα του τον στέλνει στο Wisegrad , όπου τον υιοθετεί μια θεία του. Εκεί θα περάσει τα παιδικά και τα νεανικά του χρόνια. Ως έφηβος από το γυμνάσιο του Σεράγεβο, όπου φοιτούσε, θα πάρει μέρος στην αντίσταση των Σέρβων εναντίον των Αυστριακών που κυβερνούσαν τότε τη Βοσνία. Αγωνίζεται για την ένωση Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων και την πραγμάτωση του γιουγκοσλαβικού ιδεώδους. Στη συνέχεια θα φοιτήσει στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου του Zagreb και θα περάσει στο Βελιγράδι, όπου καταλαμβάνει υψηλές θέσεις στο διπλωματικό σώμα της νέας χώρας και γίνεται μέλος της Βασιλικής Σερβικής Ακαδημίας. Στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής θα αποσυρθεί στο Βελιγράδι, όπου θα συνθέσει τα σημαντικότερα από τα έργα του (Το γεφύρι του Δρίνου, Το Χρονικό του Τράβνικ, Η Δεσποινίδα), τα οποία θα δημοσιεύσει μόνο μετά από την απελευθέρωση της Γιουγκοσλαβίας (1945). Το 1961 θα βραβευθεί με το Νόμπελ Λογοτεχνίας (ο πρώτος βαλκάνιος συγγραφέας που θα κερδίσει αυτή την υψηλή διάκριση). Ο θάνατος θα τον βρει στο Βελιγράδι το Μάρτιο του 1975.
«Το Γεφύρι του Δρίνου» είναι το πιο σημαντικό μυθιστόρημά του που θα γνωρίσει σύντομα παγκόσμια απήχηση. Πρόκειται στην ουσία για ένα χρονικό τεσσάρων αιώνων που παρακολουθεί τη ζωή του γνωστού γεφυριού του Δρίνου στο Wisegrad της Βοσνίας από την κατασκευή του (έβδομη δεκαετία 16ου αιώνα) ως την υπονόμευσή του από τους Αυστριακούς κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Και βέβαια από τις σελίδες χρονικού αυτού παρελαύνουν ένα πλήθος από χαρακτήρες Μουσουλμάνων, Σέρβων και Εβραίων που ταυτίζονται με τη ζωή της γραφικής αυτής πόλης.
Ξεκινάει με μια συνταρακτική σκηνή παιδομαζώματος στις αρχές του 16ου αιώνα. Ένα δεκάχρονο αγόρι από το χωριό Σόκολι (στα περίχωρα του Βίσεγκραντ) θα περάσει,αιχμάλωτο των Τούρκων, από την περαταριά του Δρίνου στο σημείο όπου αργότερα θα στηθεί το γεφύρι. Το αγόρι αυτό θα ανέβει αργότερα στα πιο ψηλά αξιώματα της Οθωμανικής Πύλης ως Μεχμέτ πασάς Σόκολι και λίγο πριν από το θάνατό του θα δώσει εντολή να κατασκευαστεί αυτό το αριστούργημα της γεφυροποιίας στη γενέθλια γη του. Θα παρακολουθήσουμε την καταναγκαστική εργασία των κατοίκων της περιοχής, την αντίστασή τους, καθώς είναι πεπεισμένοι ότι το έργο μόνο κακό θα τους φέρει, την παραδειγματική ανασκολόπιση του Σέρβου μάρτυρα Ράντισαβ, που τη νύχτα κατέστρεφε τις εργασίες της ημέρας, την ολοκλήρωση του γεφυριού μετά από χρόνια σκληρής εργασίας και την ένταξή του στη ζωή της μικρής πολιτείας. Δεν προλαβαίνουν όμως οι κάτοικοι να απολαύσουν τα αγαθά της ειρηνικής ζωής και νέα δεινά τους βρίσκουν: ξεσπάει η επανάσταση των Σέρβων και «το κανόνι του Καργιώργη» αντηχεί ως την πόλη τους, που απέχει ελάχιστα, από τα μεταγενέστερα σύνορα της Σερβίας. Ελπίδα για τους Σέρβους, ταραχή για τους Μουσουλμάνους και ανησυχία για τους Εβραίους κατοίκους της πόλης. Θα ζήσουμε τη παράδοση της Βοσνίας από τους Τούρκους στους Αυστριακούς μετά το συνέδριο του Βερολίνου (1878) και το θρήνο των μουσουλμάνων καθώς συνειδητοποιούν ότι απομονώνονται ανάμεσα στους γκιαούρηδες. Νέα αντίσταση. Και νέα κεφάλια Σέρβων σε πασσάλους πάνω στο γεφύρι. Σύντομα όμως η ζωή βρίσκει το δρόμο της. Έρχεται το πρώτο τρένο από το Σεράγεβο, η πόλη ηλεκτροφωτίζεται, ο πολιτισμός της Μεσευρώπης κάνει την εμφάνισή του και στο Wisegrad. Βρισκόμαστε όμως στις παραμονές του Πρώτου Μεγάλου πολέμου. Οι κάτοικοι της πόλης που μέχρι τότε ζούσαν αρμονικά παρά τις θρησκευτικές διαφορές τους , τώρα αρχίζουν να υποβλέπουν ο ένας τον άλλον…
Ένα πλήθος από γραφικούς και δυναμικούς χαρακτήρες περνάει από μπροστά μας. Ο μουσουλμάνος Αλή Χότζας που προσπαθεί να κατανοήσει τις αλλαγές των καιρών, χωρίς άγονους εθνικισμούς, η όμορφη θυγατέρα τού Άβνταγκα Φάτα που θα ριχτεί στα νερά του Δρίνου από το γεφύρι την ώρα που η γαμήλια πομπή της περνά από το γεφύρι, καθώς δεν θά ΄θελε να κακοκαρδίσει τον πατέρα της που την «πούλησε» για να πατσίσει ένα χρέος του, η δυναμική Εβραία Λότικα που διευθύνει με στιβαρό χέρι το Hotel zur Brucke, και πέφτει κι αυτή θύμα στις απαιτήσεις των νέων καιρών και πολλοί άλλοι. Το κεντρικό σημείο του γεφυριού, η «Πύλη» θα γίνει σημείο αναφοράς κάθε νέου και σημαντικού γεγονότος που θα συμβεί στην πόλη. Εκεί θα παρακολουθήσουμε ομηρικές διαμάχες ανάμεσα στους οπαδούς του δόγματος της εθνικής ολοκλήρωσης , που τότε κάνει την εμφάνισή του και του νέου σοσιαλιστικού ιδεώδους που αχνοφαίνεται στον ορίζοντα. Κι όλα αυτά κάτω από το βλέμμα της κτητορικής επιγραφής που είναι χαραγμένη σε λευκό μάρμαρο στην «Πύλη»:
«Για δέστε! Ο Μεχμέτ πασάς, ο μεγαλύτερος απ’ τους μεγάλους του καιρού του
Κράτησε το λόγο του, το τάμα της καρδιάς του και με την έγνοια και το μόχθο
Έστησε γεφύρι στου Δρίνου το ποτάμι…»

Το έργο παρά το πέρασμα του χρόνου παραμένει ένα διαμάντι της παγκόσμιας λογοτεχνίας του 20ου αιώνα . Η μετάφραση, του Χρήστου Γκούβη, υποδειγματική.

Σάββατο, 10 Απριλίου 2010

Η Δεσποινίδα

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑ


IVO ANDRIC


Η ΔΕΣΠΟΙΝΙΔΑ


ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ (1945)


σελ. 230


Η «Δεσποινίδα» είναι το τρίτο μυθιστόρημα από την τριλογία του βραβευμένου με νόμπελ λογοτεχνίας (1961) σερβοβόσνιου συγγραφέα Ivo Andric, μια τριλογία που παρακολουθεί τα ιστορικά γεγονότα της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Βοσνίας (τα δυο άλλα είναι Το Γεφύρι του Δρίνου και το Χρονικό του Τράβνικ). Δημοσιευμένο αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1945), εξήντα πέντε χρόνια μετά, δεν έχει χάσει ίχνος από τη γοητεία του, που τη χαρακτηρίζει η διεισδυτικότητά του σ’ εκείνον τον τύπο του ανθρώπου που ανάγει το χρήμα αυτό καθ’ εαυτό σε υπέρτατη αξία του κόσμου του και θεωρεί τη συσσώρευσή του μοναδική έγνοια της ζωής του.


Η Ράικα Ραντάκοβιτς, μικρό κορίτσι ακόμη, την πρώτη δεκαετία του εικοστού αιώνα, είχε την ατυχία να χάσει τον πατέρα της που υπεραγαπούσε, τον κυρ Όμπρεν Ραντάκοβιτς, γνωστό έμπορο του Σεράγεβου που είχε πτωχεύσει. Αυτός λοιπόν ο πατέρας της, λίγο πριν πεθάνει, κάλεσε την κόρη του κοντά του και την όρκισε να μην εμπιστευθεί στο εξής άνθρωπο, ακόμη και τον πιο γνωστό και αγαπητό, γιατί όλοι στην πραγματικότητα, πίσω από τις πιο καλές προθέσεις τους θα απεργάζονται στην πραγματικότητα τον όλεθρό της. Ο μόνος δρόμος για να πάει μπροστά, της λέει, είναι η σκληρή οικονομία! Και η μικρή Ράικα, που δεν είχε άλλον κοντινό συγγενή εκτός από την άβουλη μητέρα της, αποφασίζει να πάρει τη ζωή της στα χέρια της.


Εγκαταλείπει τις σπουδές της και πέφτει με τα μούτρα στο συμμάζεμα της πατρικής περιουσίας που ήταν σκορπισμένη από τον καλοζωιστή πατέρα της στους τέσσερις ανέμους. Το πρώτο πράγμα που κατορθώνει είναι να εισπράξει πρόωρα- πριν ενηλικιωθεί- την ασφάλεια ζωής της, ένα σημαντικό ποσό, το οποίο όμως επενδύει κατάλληλα χωρίς να το αγγίξει. Και επιβάλλει στο σπίτι της μια αιματηρή οικονομία: η θέρμανση περιορίζεται σ’ ένα δωμάτιο του σπιτιού, το ηλεκτρικό φως απαγορεύεται το βράδυ, τίποτε καινούργιο δεν αγοράζεται, τα πάντα επιδιορθώνονται, οι κάλτσες μαντάρονται ξανά και ξανά και τα γεύματα περιορίζονται στο ελάχιστο…Οι κοινωνικές της σχέσεις της κόβονται με το μαχαίρι, γιατί κοστίζουν, και μόνο με το μικρότερο θείο της, το θείο Βλάντο, τέσσερα χρόνια μόλις μεγαλύτερό της, διατηρεί μια περίεργη τρυφερή σχέση, παρόλο που είναι υπερβολικά ανοιχτοχέρης και γλεντοκόπος. Και οι κόποι της σύντομα αποδίδουν καρπούς. Τα χρήματά της αυγατίζουν και γρήγορα αρχίζουν να συρρέουν στο σπίτι της κάθε λογής αναγκεμένοι για να της ζητήσουν «ένα μικρό δάνειο, με το αζημίωτο βέβαια». Τα δάνειά της βέβαια τα θωρακίζει με τον πιο σίγουρο τρόπο (ενέχυρα, κλπ) και είναι αφάνταστα σκληρή σ’ οποιαδήποτε παρακάλια για παράταση της προθεσμίας αποπληρωμής τους ή για περιορισμό του υπερβολικού τόκου τους. Γρήγορα θα γίνει ο φόβος και ο τρόμος των κατοίκων του Σεράγεβου. Είναι η «Δεσποινίδα».


Πού θα την οδηγήσει άραγε αυτός ο τρόπος ζωής της; Τι θα συμβεί κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν οι συμπατριώτες της τα δίνουν όλα για όλα για τη σερβική πατρίδα και αντιμετωπίζουν τους αυστριακούς δυνάστες της χώρας τους με ηρωισμο και περηφάνια; Εύκολα μπορεί να συμπεράνει κανείς. Κι όταν με το τέλος του πολέμου θα ιδρυθεί η Γιουγκοσλαβία και το Σεράγεβο θα προσαρτηθεί στους Σέρβους, ποια θα είναι η στάση της; Και μετά από δέκα χρόνια όταν χτυπήσει και τη χώρα της το μεγάλο κραχ, πως θα συμπεριφερθεί; Και ποιο θα είναι το τέλος της; Ο μεγάλος σερβοβόσνιος συγγραφέας δίνει σ’ όλα αυτά τις πιο πειστικές απαντήσεις, παρακολουθώντας συγχρόνως και τα ιστορικά γεγονότα των καιρών. Εκείνο όμως που κατεξοχήν διακρίνει τη «Δεσποινίδα» είναι αριστοτεχνική ανάλυση του χαρακτήρα της, που σχεδόν αποχτά τη μορφή ψυχολογικού δοκιμίου. Η ερημιά της ψυχής της, οι αντιδράσεις της κάθε φορά που θα συμβεί κάτι που την ξεστρατίζει από το δρόμο που χάραξε και κυρίως το μεγάλο αδιέξοδο της πορείας της, που η ίδια αδυνατεί ακόμη και να το φανταστεί…


H μετάφραση είναι του Χρήστου Γκούβη και το έργο συμπεριλαμβάνεται στην πρόσφατη συλλογή των εκδόσεων "Καστανιώτης" με τίτλο "ΒΡΑΒΕΙΑ ΝΟΜΠΕΛ"

Πέμπτη, 8 Απριλίου 2010

Συνοριακό Φυλάκιο

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ
ΚΡΟΑΤΙΑ

KARAULA

(ΣΥΝΟΡΙΑΚΟ ΦΥΛΑΚΙΟ)

2006 (94λ.)

Ο Rajko Grlic γεννήθηκε στην Κροατία το 1947 και σπούδασε σκηνοθεσία στην Ακαδημία Κινηματογράφου της Πράγας. Έχει σκηνοθετήσει πάνω από είκοσι ταινίες που έχουν διανεμηθεί σ’ ολόκληρο τον κόσμο και έχουν αποσπάσει πάνω από πενήντα βραβεία σε τοπικά φεστιβάλ. Ο ίδιος είναι και παραγωγός και σεναριογράφος και ηθοποιός σε πολλές απ’ αυτές. Το «Συνοριακό Φυλάκιο» γυρίστηκε το 2006 και προβλήθηκε για πρώτη φορά στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης την ίδια χρονιά .


Βρισκόμαστε στο 1987, εφτά χρόνια μετά το θάνατο του Τίτο (πρωθυπουργός είναι ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς), σε κάποιο συνοριακό φυλάκιο της (πάλαι ποτέ) Γιουγκοσλαβίας στα σύνορα με την Αλβανία, δίπλα στη λίμνη Οχρίδα (Η Π.Γ.Δ.Μ. δεν έχει ακόμη αποσχισθεί). Ο διοικητής του φυλακίου υπολοχαγός Πάσιτς ανακαλύπτει έντρομος ότι έχει προσβληθεί από σύφιλη και ζητά τη συνδρομή του γιατρού στρατιώτη του Σίνισα, ο οποίος τον πληροφορεί ότι για την ίασή του θα χρειαστεί τουλάχιστον ένας μήνας! Στην κοντινή πόλη όμως ο Πάσιτς έχει εγκαταστήσει τη γυναίκα του, την όμορφη Μιργιάνα, την οποία βέβαια είναι αδύνατο να επισκεφτεί όλο αυτό το διάστημα. Κάτι πρέπει να σκαρφιστεί. Και η λύση βρίσκεται: ανακοινώνει στους στρατιώτες του ότι χιλιάδες Αλβανοί στρατιώτες έχουν αναπτυχθεί απέναντι από το Φυλάκιο και είναι έτοιμοι να επιτεθούν εναντίον του. Όλες οι άδειες των στρατιωτών ανακαλούνται και το φυλάκιο κηρύσσεται σε κατάσταση συναγερμού. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο διαδραματίζονται ένα πλήθος από κωμικοτραγικές σκηνές, όπως εκείνη του στρατιώτη Πάβνοβιτς, ο οποίος, προκειμένου να μη στερηθεί την άδειά του, που ξεκινούσε την εκείνη τη μέρα, υποβάλλει γραπτό αίτημα στο διοικητή του ότι …επιθυμεί να προσκυνήσει τον τάφο του Τίτο στο Βελιγράδι διασχίζοντας τα 600 χιλιόμετρα με τα πόδια!


O σκηνοθέτης βρίσκει έτσι την ευκαιρία να σατιρίσει την υστερία που το επίσημο κράτος είχε έντεχνα καλλιεργήσει στους πολίτες του για το ρόλο του Τίτο, την ανόητη επιμονή των αξιωματικών του γιουγκοσλαβικού στρατού να συμβάλλουν σ’ αυτό το κλίμα και την διακωμώδηση των παράλογων διαταγών του Πάσιτς από τους μορφωμένους στρατιώτες του... Καταφέρνει να εναλλάσσει τα κωμικά με τα τραγικά στοιχεία της ταινίας με μια αμεσότητα εντυπωσιακή και «περιγράφει» εκπληκτικές ερωτικές σκηνές (μεταξύ του Σένισα και της Μιργιάννα) που ισορροπούν αριστοτεχνικά ανάμεσα στο χυδαίο και στο πουριτανικό. Εντυπωσιακά πανοραμικά πλάνα της Οχρίδας και του ορεινού όγκου πάνω απ’ αυτήν, γρήγοροι ρυθμοί, έξυπνοι και ευρηματικοί διάλογοι αποτελούν τα αναμφισβήτητα ατού της ταινίας, η οποία βεβαίως απευθύνεται σ’ ένα κινηματογραφικό κοινό χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις για το ύφος και την κινηματογραφική γραφή της , η οποία γραφή κάθε άλλο παρά ρηξικέλευθη είναι.

Τρίτη, 6 Απριλίου 2010

Ουίσκι


ΛΑΤΙΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ


ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ


WHISKY (2004)


95 λ.


Ένα ακόμη αριστούργημα της κινηματογραφικής τέχνης των τελευταίων χρόνων (2004), κατάφορτο από διεθνή βραβεία (πάνω από είκοσι!), μας έρχεται από τη Λατινική Αμερική (Ουρουγουάη) και επιβεβαιώνει με τον πιο πειστικό τρόπο ότι ο κινηματογράφος , εδώ και χρόνια «δεν μένει πια στο Χόλιγουντ», ούτε έχει σχέση με τα πολυδιαφημιζόμενα Όσκαρ. Πρόκειται για το «Ουίσκι» του σκηνοθετικού δίδυμου Juan Pablo Rebella και Pablo Stoll, οι οποίοι είχαν εντυπωσιάσει τη διεθνή κριτική με την προηγούμενη δουλειά τους (“25 Watts” 2001). Με την τελευταία αυτή ταινία οι δυο ταλαντούχοι σκηνοθέτες ακτινογραφούν με πιστότητα τη συρρίκνωση της μικρής βιοτεχνίας όχι βέβαια μόνο στη χώρα τους, και αναδεικνύουν τα προσωπικά δράματα που προκύπτουν εξαιτίας της.


O βιοτέχνης Χάκομπο διατηρεί ένα «εργοστάσιο» κατασκευής καλτσών σε κάποια επαρχιακή πόλη της χώρας. Απασχολεί τρεις όλες κι όλες εργάτριες σ’ ένα μίζερο εργοστασιακό χώρο, όπου καθημερινά επαναλαμβάνεται το ίδιο σκηνικό: φτάνει έξω από την πόρτα, βρίσκει πάντα εκεί να τον περιμένει η ευνοούμενή του εργάτρια Μάρθα, ανεβάζει τα βρόμικα ρολά, μπαίνει μέσα, ανάβει τα φώτα και ανεβάζει το διακόπτη των μηχανών. Σε λίγο καταφτάνουν και οι δυο άλλες νεαρές εργάτριες και πέφτουν με τα μούτρα στην παραγωγή. Η επανάληψη, η ρουτίνα, η μιζέρια κυριαρχούν ολόκληρη τη μέρα.. Πότε-πότε, αν δοθεί η άδεια, ένα ραδιόφωνο συνοδεύει με τη μουσική του το θόρυβο των μηχανών…


Κάποια στιγμή όμως επέρχεται η ανατροπή: ο Χάκομπο παίρνει ένα τηλεγράφημα από τον αδελφό του τον Χέρμαν που ζούσε χρόνια στη Βραζιλία, όπου ο «άσωτος αδελφός» τον πληροφορεί ότι σκοπεύει να έρθει για το μνημόσυνο της μάνας τους που έχει πεθάνει πρόσφατα. Κι ο φουκαράς βιοτέχνης πανικοβάλλεται. Ο αδελφός του είναι ένας πετυχημένος και ανέμελος τύπος. Συλλαμβάνει λοιπόν το μεγαλοφυές σχέδιο να παραστήσει κι αυτός τον ευτυχισμένο οικογενειάρχη και προτείνει στη Μάρθα να παίξει το ρόλο της συζύγου του για όσο διάστημα θα βρίσκεται μαζί του ο Χέρμαν…. Το άθλιο διαμέρισμα όπου μένει ανακαινίζεται εκ θεμελίων, αγοράζονται βέρες για το ζεύγος, βγαίνουν αναμνηστικές γαμήλιες φωτογραφίες («Χαμογελάστε, παρακαλώ, πείτε «Ουίσκι», θα πει ο φωτογράφος!). Και το ζευγάρι θα χαμογελάσει το πρώτο και ίσως το τελευταίο χαμόγελο της ζωής του…


Με τον ερχομό του αδελφού ακολουθούν σκηνές απείρου κάλλους. Τραγικές και κωμικές συνάμα. Πώς το «ζευγάρι» θα κοιμηθεί στο ίδιο κρεβάτι; Και το αδιέξοδο κορυφώνεται όταν θα υποχρεωθεί να ακολουθήσει τον Χέρμαν για κάποιες ολιγοήμερες διακοπές σ’ ένα παραθαλάσσιο θέρετρο της χώρας… Έτσι ο Χάκομπο και η Μάρθα εκόντες-άκοντες γνωρίζουν έναν άλλον κόσμο, ζουν μια άλλη ζωή που ούτε στα όνειρά τους θα μπορούσαν να τη ζήσουν…Και το ερώτημα: πώς θα ξαναγυρίσουν στην παλιά τους μιζέρια μετά από την αναχώρηση του αδελφού; Θα αλλάξει κάτι ή θα παραμείνουν όλα τα ίδια όπως πριν; Οι σκηνοθέτες αποδεικνύονται και εδώ ευρηματικότατοι ...


Η σκηνοθεσία είναι στο έπακρο μινιμαλιστική. Ο διάλογος χρησιμοποιείται με χαρακτηριστική φειδώ, οι μεγάλες σιωπές και τα κοντινά εύγλωττα πλάνα κυριαρχούν στο πρώτο μέρος της ταινίας (εργοστάσιο) σε αντίθεση με την πανδαισία των χρωμάτων και την κίνηση που διακρίνουν τη διαμονή των ηρώων στο πολυτελές ξενοδοχείο των διακοπών τους. Πίσω εντούτοις από την προσποιητή ανεμελιά τους ο προσεχτικός θεατής ξεχωρίζει ένα επιμελώς κρυμμένο προσωπείο θλίψης και βαθιάς εγκαρτέρησης.


Ο ένας από τους σκηνοθέτες (ο Juan Rebella) θα αυτοκτονήσει στο Μοντεβιδέο δυο χρόνια μετά το γύρισμα της ταινίας (2006) σε ηλικία 32 χρονών. Η ταινία θα τιμηθεί με το Βραβείο της Διεθνούς Κριτικής στις Κάνες το 2004, με το βραβείο για το καλύτερο σενάριο και τη Γυναικεία Ερμηνεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης καθώς και μ' εκείνο της Καλύτερης Ταινίας στο Φεστιβάλ του Τόκιο.

Πέμπτη, 1 Απριλίου 2010

Η Πρώτη Νύχτα

ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟΣ
ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ
ΚΟΛΟΜΒΙΑ
LUIS ALBERTO RESTREPO
LA PRIMERA NOCHE
Η ΠΡΩΤΗ ΝΥΧΤΑ
2003/94 λ

Η Πρώτη Νύχτα, του Luis Alberto Restrepo, μια ταινία εμπνευσμένη από τις σύγχρονες πολιτικοκοινωνικές συγκρούσεις της Κολομβίας, σκληρή και πικρή όπως είναι και η ζωή των κατοίκων της υπαίθρου της μακρινής αυτής χώρας, αλλά και των μεγάλων πόλεων, με τις αντιθέσεις και τους πολιτικούς φανατισμούς των κατοίκων τους , μας έρχεται φορτωμένη με ένα πλήθος από βραβεία που απέσπασε τόσο στη χώρα της (Μπογκοτά, Καρταχένα) όσο και στις Η.Π.Α. (Miami) και στην Ευρώπη (Τουλούζη).
Ο σκηνοθέτης βέβαια δεν αρκείται στην πιστή αναπαράσταση αυτού του πολιτικοκοινωνικού σκηνικού. Τον ενδιαφέρουν και οι χαρακτήρες της ταινίας, με τα υπόγεια πάθη και τις τρυφερές στιγμές τους, τη μοναξιά , αλλά και την ελπίδα τους για ένα φωτεινότερο αύριο.
Η υπόθεση ξετυλίγεται παράλληλα σε κάποιο χωριό της ορεινής Κολομβίας αλλά και στη Μπογκοτά με τη μέθοδο της κυκλικής αφήγησης: Ο αδίστακτος «εθνικός στρατός» της χώρας που περικυκλώνει το χωριό για ν’ αποτρέψει την τροφοδοσία των ανταρτών, οι εγκληματικές παραστρατιωτικές οργανώσεις που δρουν με τη σιωπηρή κάλυψή του και στη μέση οι απλοί χωρικοί ανήμποροι ν’ αντιδράσουν…Ο ένας αδελφός που φεύγει για να πολεμήσει με τους αντάρτες (είναι η εποχή που δρουν ανεξάρτητα διάφορες ανταρτικές ομάδες μαρξιστικής προέλευσης, όπως η Μ-19), ο δεύτερος που αναγκάζεται να καταταγεί στον εθνικό στρατό «για να μπορέσει αργότερα να βρει δουλειά και να σπουδάσει» και οι παραστρατιωτικοί που βιάζουν και κατακρεουργούν μέσα στη νύχτα ένα πλήθος χωρικών μαζί και τη μάνα τους. Ο στρατιώτης μπροστά σ’ αυτή φρικαλεότητα λιποτακτεί και ακολουθώντας τη νύφη του, με την οποία είναι κρυφά ερωτευμένος, ξεκινάει ένα γεμάτο περιπέτειες ταξίδι για τη Μπογκοτά. Ώσπου κάποτε φτάνουν, η Παουλίνα με δυο παιδιά –σχεδόν βρέφη –στην αγκαλιά της κι ο Τόνι μ’ ένα ασήμαντο ποσό στην τσέπη. Για να βρεθούν αντιμέτωποι με μια άλλη σκληρή πραγματικότητα: έναν τρυφερό και φιλοσοφημένο clochard που "ξέρει" πώς η Παουλίνα μπορεί να κερδίσει άκοπα πολλά χρήματα, με την αστυνομική αυθαιρεσία και την αφόρητη δυστυχία της ζωής στους δρόμους…
Ο σκηνοθέτης επιλέγει την αντίστιξη ανάμεσα σε φωτεινά γεμάτα τρυφερότητα πλάνα από το παρελθόν και σε σκληρά με έντονο κοντράστ νυχτερινά πλάνα για το παρόν. Η ζωή της ορεινής ζούγκλας και της ζούγκλας των πόλεων, μας δίνεται με χειρουργική θαρρείς ακρίβεια και πιστότητα, χωρίς εξωραϊσμούς και αυτολογοκρισίες. Και οι επιλογές που ανοίγονται μπροστά στους αδύναμους και τους αδαείς είναι μόνο δύο: η παρανομία και ο αγώνας με τους αντάρτες για ένα καλύτερο αύριο ή η ανεπαίσθητη διολίσθηση στην πορνεία και την εγκληματικότητα. Τι θα επιλέξουν άραγε οι συμπαθείς πρωταγωνιστές μας;