Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Προμηθεὺς πλάσας ποτὲ ἀνθρώπους δύο πήρας ἐξ αὐτῶν ἀπεκρέμασε, τὴν μὲν ἀλλοτρίων κακῶν, τὴν δὲ ἰδίων, καὶ τὴν μὲν τῶν ὀθνείων ἔμπροσθεν ἔταξε, τὴν δὲ ἑτέραν ὄπισθεν ἀπήρτησεν. Ἐξ οὗ δὴ συνέβη τοὺς ἀνθρώπους τὰ μὲν ἀλλότρια κακὰ ἐξ ἀπόπτου κατοπτάζεσθαι, τὰ δὲ ἴδια μὴ προορᾶσθαι

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

Οκτώβρης, οχτώ το πρωί

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΑΦΗΓΗΜΑ
ΡΟΥΜΑΝΙΑ
NORMAN MANEA
ΟΚΤΩΒΡΗΣ, ΟΧΤΩ ΤΟ ΠΡΩΙ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΙΣΜΗΝΗ ΚΑΠΑΝΤΑΗ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2011
σελ. 232

Ο Νόρμαν Μάνεα,  τετράχρονος ακόμη, γνώρισε  τη φρίκη των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, καθώς  ολόκληρη η οικογένειά του –οικογένεια Εβραίων- είχε εκτοπιστεί σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας στην Υπερδνειστερία (Transnistria), με το όνομα της οποίας ο συγγραφέας παίζει ένα πετυχημένο λογοπαίγνιο: Trans-tristia!  .  Κατάφερε να επιβιώσει όμως και με την απελευθέρωση επέστρεψε στην πατρώα γη, τη Μπουκοβίνα, όπου είχε γεννηθεί. Γρήγορα όμως η Ρουμανία περνάει στα χέρια των κομουνιστών και μάλιστα του Τσαουσέσκου. Ο έφηβος Μάνεα γοητεύεται στην αρχή από τις επαγγελίες του νέου καθεστώτος και θυσιάζει τα πάντα στην υπηρέτησή του. Γρήγορα όμως διαφοροποιείται., καθώς γνωρίζει νέα στρατόπεδα –στην Τρανσυλβανία αυτή τη φορά- όπου ο πατέρας του είχε καταδικαστεί σε πολυετή ειρκτή, για παράβαση κάποιου κανόνα του καθεστώτος.   Κλείνεται στον εαυτό του και οδηγείται προοδευτικά σε μέγα αρνητή και αμφισβητία κάθε κοινωνικής και θρησκευτικής αξίας. Οι γονείς του μάταια επιχειρούν να του μεταλαμπαδεύσουν τις πατρογονικές αρχές του ιουδαϊσμού. Και όταν η οικογένειά του θα διαλυθεί (ο πατέρας του θα μεταναστεύσει στο Ισραήλ και η μητέρα του θα πεθάνει), ο ίδιος θα επιλέξει έναν άλλο «παράδεισο»: τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, όπου διακρίνεται γρήγορα και αναλαμβάνει τη διδασκαλία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας στο Κολέγιο Μπαρτ της Νέας Υόρκης. Παράλληλα, καταπιάνεται και με τη συγγραφή αφηγημάτων αυτοβιογραφικού χαρακτήρα, όπου στηλιτεύει κάθε παράλογη πίστη και αντίληψη που ισοπεδώνει τον άνθρωπο μετατρέποντάς τον σε ενεργούμενο.  
Η συλλογή αφηγημάτων του με τον τίτλο «Οκτώβρης, οχτώ το πρωί» δημοσιεύεται το 1992, τρία χρόνια μετά την εκτέλεση του ζεύγους Τσαουσέσκου, και περιλαμβάνει δεκαπέντε αφηγήματα με σαφή αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, παρόλο που στα περισσότερα ακολουθείται η τριτοπρόσωπη αφήγηση. Τα τρία πρώτα είναι εμπνευσμένα από την εποχή του εγκλεισμού της οικογένειάς του στο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Τρανσίστριας. Πώς μπορεί να φαντάζει στο μυαλό ενός μικρού παιδιού, που ζει μέσα στην παγωνιά και στην πείνα, ένα πλεχτό, πλεγμένο από ρετάλια παλιών ξηλωμένων ρούχων (Το Πλεχτό),  πώς εξαφανίζονται τα ίχνη από ένα κλεμμένο κοτόπουλο που καταβροχθίστηκε ωμό (Μπορεί να ήμασταν τέσσερις) και τέλος πώς το τσίμπημα μιας σφήκας στο στήθος του παιδιού θα το φέρει αντιμέτωπο για πρώτη φορά με το φόβο του θανάτου (Θάνατος).
«Ο Παιδαγωγός» αναφέρεται στην απελπισμένη προσπάθεια των γονιών του δεκατριάχρονου πλέον παιδιού, μετά την επιστροφή τους  στην πόλη τους, να το μυήσουν στη κουλτούρα της εβραϊκής πίστης… Ένας συντηρητικός εβραίος γερο-δάσκαλος αγωνίζεται να του μεταδώσει τα μυστικά της πανάρχαιας γλώσσας τους (ουσιαστικά, αντωνυμίες και άλλα παρόμοια), τη στιγμή που εκείνος μόλις μείνει μόνος του διαβάζει γοητευμένος για «Το φάντασμα που στοιχειώνει την  Ευρώπη» και για «Τις ταξικές συγκρούσεις της γηραιάς ηπείρου…» Στο «Σημείο Καμπής», ο ήρωάς μας γίνεται δεκτός στο Πανεπιστήμιο, αντικρίζει για πρώτη φορά τη θάλασσα και γνωρίζει την πρώτη του ερωτική σύντροφο, η μητέρα της οποίας, υψηλόβαθμο κομματικό στέλεχος, επειδή κάποτε είχε αργήσει να πάει στην κομματική συνεδρία, γιατί είχε γεννήσει νεκρό το πρώτο της  παιδί, το τοποθέτησε βιαστικά στο ψυγείο, για να μη χάσει την πρώτη εισήγηση…Εδώ αναφέρεται και η σχέση του συγγραφέα με τη Νάνα Μούσχουρη, μια σχέση που δεν κατορθώσαμε να διαπιστώσουμε αν υπήρξε πραγματικά. Στον «Μεσότοιχο» ο ήρωάς μας εργάζεται πια  αντιμετωπίζοντας στο γραφείο την ελαφρότητα των καθημερινών συζητήσεων και την καχυποψία των συναδέλφων του, τις ατέλειωτες ουρές μπροστά στα καταστήματα που πουλάνε αυγά ή πατάτες, τη συστηματική  καθημερινή ανάκριση του επόπτη του συγκροτήματος όπου διαμένει και το φόβο του διπλανού ενοίκου που αφουγκράζεται τα πάντα πίσω από τον ξύλινο μεσότοιχο των δυο δωματίων.
Ο Μάνεα ζωγραφίζει με μαεστρία τα ψυχολογικά πορτρέτα των ηρώων του,  που στηρίζουν θέλουν δεν θέλουν ένα αδίσταχτο και απάνθρωπο ολοκληρωτικό καθεστώς. Έχει γραφεί ότι τα κείμενά του συνεχίζουν την καφκική αντίληψη γραφής και τη θεματολογία των μεγάλων προφητών της καταστροφής Μπλεσέ και Μπρούνο Σουλτς.
Η μετάφραση του έργου, αν και από την αγγλική έκδοση, γλαφυρή και ρωμαλέα.

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

Η επιστροφή του Χούλιγκαν



ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΡΟΥΜΑΝΙΑ
NORMAN MANEA
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΧΟΥΛΙΓΚΑΝ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΠΡΕΝΤΑ-ΖΗΚΟΥ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2010
σελ. 448


Η «Επιστροφή του Χούλιγκαν» είναι εμφανώς ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα. Και, όπως όλα τα αυτοβιογραφικά κείμενα,  αποσιωπά, διαστρεβλώνει και εξωραΐζει τα ιστορικά γεγονότα. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο αυτά τα γεγονότα όχι μόνο δεν φωτίζονται, αλλά συχνά αποχτούν καθαρά εσωτερικές διαστάσεις. Καθόλου παράδοξο. Ο Νόρμαν Μάνεα κατέληξε μετά από πολλές αμφιταλαντεύσεις  στο επάγγελμα του παραμυθά, γιατί αυτό του πρόσφερε τη δυνατότητα να απαλλαγεί από ένα πλήθος απωθημένων που κουβαλούσε από την παιδική του ηλικία. Γόνος εβραϊκής οικογένειας και γεννημένος στις παραμονές του δευτέρου μεγάλου πολέμου στη Μπουκοβίνα της Ρουμανίας, έζησε στο πετσί του και εξ απαλών ονύχων τη μοίρα του καταδιωγμένου και του ανεπιθύμητου. Σε ηλικία πέντε χρονών ακολουθεί την  οικογένειά του που μεταφέρεται από το ακροδεξιό δικτατορικό καθεστώς του στρατηγού Αντωνέσκου σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας στην Υπερδνειστερία. Θα περίμενε κανείς ότι θα είχε να καταθέσει συγκλονιστικά βιώματα απ’ αυτή την πρώιμη τραυματική εμπειρία. Αλλά κάθε άλλο παρά αυτό συμβαίνει, καθώς ότι είχε να πει το κατέθεσε σε προηγούμενα έργα του. Οι σχετικές νύξεις εδώ  είναι ελάχιστες,   αλλά παρ' όλα αυτά συγκλονιστικές.
Μετά τον πόλεμο η Ρουμανία περνά σύντομα στα χέρια των κομμουνιστών. Κι ο νεαρός Νόρμαν, στην αρχή της εφηβικής του ηλικίας,  γοητεύεται από τα ιδανικά και την καθημερινή τους δράση. Παίρνει ενεργό μέρος στις κομματικές οργανώσεις της εποχής και υπερακοντίζει τους νεολαίους συντρόφους του σε αυστηρότητα και υποταγή στο αλάθητο του κόμματος. Παράλληλα κι ο πατέρας του επιλέγεται να υπηρετήσει  το καθεστώς από κάποια σημαντική διευθυντική θέση. Μόνο που κάποτε συλλαμβάνεται επαυτοφώρω για διαφθορά: μόλις είχε πάρει  από το χασάπη της γειτονιάς ένα πακέτο  κρέας χωρίς να πληρώσει! Καταδικάζεται λοιπόν σε πολυετή κάθειρξη και στέλνεται σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας στην Περιτράβα… Ο αφηγητής με τίποτε δεν δέχεται την κατηγορία. Υποστηρίζει ότι ήταν μια καλοστημένη παγίδα των συναγωνιστών και ανταγωνιστών του συγχρόνως στο κόμμα. Ο  αναγνώστης όμως κρατά τις επιφυλάξεις του… Μετά απ’ αυτό, αλλά και από άλλα γεγονότα ο νεαρός Νόρμαν αποστασιοποιείται από τη γραμμή του κόμματος. Χωρίς βέβαια και να επαναστατήσει… Κατανοητό, αν λάβει κανείς υπόψη του τις συνέπειες που θα του επέφερε μια τέτοια πράξη. Ακολουθεί βέβαια η περίοδος της διακυβέρνησης του Τσαουσέσκου, του μοναδικού και του αλάθητου, που απέτρεπε με τη σιδερένια πυγμή της Ασφάλειας και τη σκέψη ακόμη για μια τέτοια στάση…
Μετά την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, οι Εβραίοι της Ρουμανίας θα καταληφθούν από την ομαδική υστερία της επιστροφής στη Γη της Επαγγελίας. Και το καθεστώς της χώρας για δικούς του λόγους θα υποθάλψει αυτό το κίνημα. Τελικά από την οικογένεια Μάνεα  μόνο ο πατέρας θα αποτολμήσει το μεγάλο ταξίδι. Η μητέρα θα παραμείνει στη γενέθλια πόλη της Μπουκοβίνας και θα πεθάνει μόνη της, καθώς ο γιος της, πασίγνωστος συγγραφέας πια,  θα έχει ήδη μεταναστεύσει στον «Παράδεισο της Αμερικής», όπου και διδάσκει στο Κολέγιο Μπαρτ της Νέας Υόρκης.
Στην «Επιστροφή του Χούλιγκαν» ο συγγραφέας-αφηγητής  μας ξεδιπλώνει με χρονογραφική ακρίβεια ένα σύντομο ταξίδι του στη γενέθλια γη του, τον Μάιο του 1997. Αυτός λοιπόν, ένας ταραξίας, ένας αναρχικός, ένας χούλιγκαν για τη χώρα του,  επιστρέφει να παραλάβει κάποιο βραβείο που του απονέμουν στην πατρώα γη. Και διαπιστώνει ότι οι συμπατριώτες του κυριαρχούνται από την ίδια επιφύλαξη, από την ίδια καχυποψία απέναντι στο πρόσωπό του. Όπως παλιά...Τίποτε δεν έχει αλλάξει από τη εποχή της αναχώρησής του. Οι ίδιοι άνθρωποι που καταδυνάστευαν τη χώρα στα χρόνια του Τσαουσέσκου, οι ίδιοι και τώρα, πάμπλουτοι όμως, αποφασίζουν για τα πεπρωμένα της… «Ζορμανίας» (ο όρος του συγγραφέα). Διαπιστώνει λοιπόν ότι αυτός, ο ξένος , ο εξόριστος, ο φυγάς, αισθάνεται δυο φορές ξένος στη γη που τον γέννησε. Από την οποία όμως διατηρεί μια πολύτιμη παρακαταθήκη: τη γλώσσα της, η οποία καταλήγει να του χρησιμέψει ως μοναδική ελπίδα και καταφυγή του.
Το έργο, αφιερωμένο στη σύζυγό του Τσέλα,  εκδόθηκε το 2003 και μεταφράστηκε από τότε σ’ όλες τις μεγάλες γλώσσες του κόσμου, και, καθώς θεωρείται το αριστούργημα του Ρουμάνου συγγραφέα, είναι ήδη φορτωμένο με ένα πλήθος βραβείων και διακρίσεων. Η μετάφραση στα ελληνικά από την Ελευθερία Πρέντα-Ζήκου  ιδιαίτερα φροντισμένη, καθώς συνοδεύεται από πρόλογο του Αντόνιο Ταμπούκι κι από ένα corpus σημειώσεων που φωτίζουν πρόσωπα και γεγονότα άγνωστα εν πολλοίς στο μέσο αναγνώστη. Η έκδοση επιχορηγήθηκε από το Ινστιτούτο Πολιτισμού της Ρουμανίας.