Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Προμηθεὺς πλάσας ποτὲ ἀνθρώπους δύο πήρας ἐξ αὐτῶν ἀπεκρέμασε, τὴν μὲν ἀλλοτρίων κακῶν, τὴν δὲ ἰδίων, καὶ τὴν μὲν τῶν ὀθνείων ἔμπροσθεν ἔταξε, τὴν δὲ ἑτέραν ὄπισθεν ἀπήρτησεν. Ἐξ οὗ δὴ συνέβη τοὺς ἀνθρώπους τὰ μὲν ἀλλότρια κακὰ ἐξ ἀπόπτου κατοπτάζεσθαι, τὰ δὲ ἴδια μὴ προορᾶσθαι

Σάββατο, 28 Απριλίου 2012

Κρεμάστε τους σαν τα τσαμπιά

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΤΟΥΡΚΙΑ
AZIZ NESIN
ΚΡΕΜΑΣΤΕ ΤΟΥΣ ΣΑΝ ΤΑ ΤΣΑΜΠΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΑΡΗΣ ΑΜΠΑΤΖΗΣ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 1999
Σελ. 160

Ο Αζίζ Νεσίν αναμφισβήτητα συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πιο προικισμένους Τούρκους συγγραφείς του περασμένου αιώνα. Γεννήθηκε στην Πόλη το 1915 και πέθανε το 1995. Υπήρξε ένας ακούραστος εργάτης της γραφίδας, (άφησε πίσω του πάνω από εκατό τόμους έργων, πολλά από τα οποία έχουν μεταφραστεί τουλάχιστον σε τριάντα γλώσσες), ένας συνεπής προλετάριος του λόγου που διώχτηκε, φυλακίστηκε και κυνηγήθηκε όσο κανείς στην Τουρκία. Τα πιο πολλά του έργα πρωτοδημοσιεύτηκαν στη χώρα του με διάφορα ψευδώνυμα, καθώς το όνομα Αζίζ Νεσίν ήταν για χρόνια αυστηρά απαγορευμένο στους δημοσιογραφικούς και τους εκδοτικούς κύκλους.
Στην Ελλάδα έργα του μεταφράστηκαν τις σημαδιακές δεκαετίες του ’60 και του ’70 και γαλούχησαν τις γενιές εκείνων των χρόνων με την καταλυτική τους σάτιρα της  τουρκικής –και όχι μόνο- κοινωνίας , αλλά και με τα κοινά πάθη και αδιέξοδά των ανθρώπων τους. Σημειώνω πρόχειρα τα έργα «Ο Καφές και η Δημοκρατία (Θεμέλιο 1965), «Ο Σίσυφος με τα οχτώ πόδια» (Διογένης 1972) και «Ευθυμογραφικά Διηγήματα» (Διογένης 1975), έργα που θα τα συνιστούσα ανεπιφύλακτα στους νέους της εποχής μας που μαστίζονται από τις ίδιες αγωνίες…
Το «Κρεμάστε τους σαν τα τσαμπιά» δεν είναι ακριβώς μυθιστόρημα, όπως επιγράφεται. Πρόκειται για μια προσωπική μαρτυρία του συγγραφέα, αλλά μετά από τριάντα χρόνια, για το  πογκρόμ που υπέστησαν οι Ρωμιοί της Πόλης (αλλά και της Σμύρνης και της Άγκυρας) από τα έξαλλα πλήθη του τουρκικού όχλου στις 6/7 Σεπτεμβρίου του 1955. Ο συγγραφέας είχε κάθε λόγο να καταθέσει προς το τέλος της ζωής του αυτή την προσωπική μαρτυρία, καθώς όχι μόνο είδε με τα μάτια του τα γεγονότα εκείνων των ημερών , αλλά βίωσε  στο πετσί του και τις συνέπειές τους. Είναι γνωστό ότι η τότε κυβέρνηση του Αντνάν Μεντερές, επειδή βρέθηκε εκτεθειμένη στην κοινή γνώμη της Ευρώπης εξαιτίας της πρωτοφανούς αγριότητας των γεγονότων, επέλεξε ως αποδιοπομπαίο τράγο τους κομμουνιστές της Πόλης, οι οποίοι δήθεν είχαν οργανώσει τα γεγονότα. Συνέλαβε λοιπόν  τους πιο σεσημασμένους –περίπου εξήντα- τους έκλεισε σε κάποιες στρατιωτικές φυλακές  και τους κράτησε για τέσσερις περίπου μήνες  χωρίς να τους απαγγείλει καμιά κατηγορία., ούτε να τους υποβάλει σε ανάκριση.  Η εντολή του στρατιωτικού διοικητή των φυλακών ήταν ρητή: «Κρεμάστε τους σαν τα τσαμπιά στην πλατεία Σουλτάν Αχμέτ!» Ανάμεσά τους ήταν κι ο Αζίζ Νεσίν.
Η αφήγηση ξεκινάει από τη βραδιά της 6ης Σεπτεμβρίου του ’55. Ο συγγραφέας με κάποιο συνάδελφο φίλο του διασκέδαζε σε μια ταβέρνα του Γαλατάσεραϊ. Οι διαδηλώσεις με το σύνθημα «Η Κύπρος είναι τουρκική και θα παραμείνει τουρκική» είχαν ξεκινήσει από το απόγευμα. Όταν σε μια στιγμή τα έξαλλα στίφη των διαδηλωτών εισβάλλουν στην ταβέρνα και αρχίζουν να τα κάνουν όλα γης-μαδιάμ! Ο ταβερνιάρης ανεβασμένος σε κάποιο τραπέζι προσπαθούσε να αμυνθεί έχοντας μπροστά του ένα πορτρέτο σε κορνίζα του Κεμάλ Ατατούρκ σαν ασπίδα! Οι θαμώνες του μαγαζιού –εννοείται- την κοπάνησαν από την πρώτη στιγμή… Ο συγγραφέας με το φίλο του, επειδή δεν είχαν τίποτε να φοβηθούν –έτσι νόμισαν –θα παραμείνουν μέχρι τέλους του επεισοδίου. Όταν επιτέλους αποχώρησαν και βγήκαν στο δρόμο, είδαν ότι το επίπεδο του δρόμου είχε ανυψωθεί τουλάχιστον κατά τριάντα εκατοστά από τα πεταμένα προϊόντα των γύρω διαγουμισμένων μαγαζιών. Παραξενεύτηκαν που ανάμεσά τους υπήρχαν μόνο άθλια και σχισμένα παλιοπάπουτσα κι όχι εκείνα τα πολυτελή που θα πρέπει να στόλιζαν τις βιτρίνες. Ώσπου κατάλαβαν: οι αυτόκλητοι Τούρκοι εθνικόφρονες που εξακολουθούσαν να κραυγάζουν "Η Κύπρος είναι τουρκική", δεν έχαναν την ευκαιρία: πετούσαν τα παλιοπάπουτσά τους και φορούσαν τα κλεμμένα!  Μια νέα γυναίκα κρατώντας στην αγκαλιά της μια πολυτελή γούνα προσποιούνταν ότι τη μαδάει κραυγάζοντας κι αυτή το σύνθημα της βραδιάς, αλλά μόλις απομακρύνθηκε από το δρόμο, το  ’βαλε στα πόδια με τη γούνα παραμάσχαλα! (Κάτι δεν πρέπει να μας θυμίζουν αυτές οι σκηνές;) Εδώ θα πρέπει να επισημανθεί και μια κρίσιμη αναφορά του συγγραφέα: Καθώς επέστρεφαν στα σπίτια τους συνάντησαν το μεγάλο Tούρκο μυθιστοριογράφο Γιασάρ Κεμάλ, ο οποίος «στεκόταν τσιτωμένος και σιωπηλός». Δεν τόλμησε να πάρει θέση!
Την άλλη μέρα ήρθαν στο σπίτι του Αζίζ Νεσίν και τον συνέλαβαν. Στο μεταξύ είχε κηρυχθεί στρατιωτικός νόμος. Οι δικοί του θα χάσουν τα ίχνη του για αρκετό καιρό. Ο συγγραφέας μας περιγράφει παραστατικά τις συνθήκες των φυλακών, τη συμβίωσή του με τα ποντίκια και τους αρουραίους, μια εικονική εκτέλεση που γνώρισε για μια ασήμαντη παράβαση του κανονισμού των φυλακών, και γενικότερα τη γνωστή παράνοια των υπεύθυνων στρατιωτικών…
Το 1960 ο Αντνάν Μεντερές  μετά από το γνωστό στρατιωτικό πραξικόπημα στην Τουρκία θα συλληφθεί, θα καταδικαστεί σε θάνατο για τα «Σεπτεμβριανά» και θα εκτελεστεί. Ο συγγραφέας ανατρέχοντας στα πρακτικά εκείνης της δίκης αποκαλύπτει πώς οργανώθηκε η προβοκάτσια της βόμβας που ρίχτηκε στο λεγόμενο σπίτι του Κεμάλ της πόλης μας (κατ’ εντολήν του τουρκικού προξενείου της «Γκιουμουλτζίνε» (Κομοτινής), από κάποιον Τούρκο, αλλά Έλληνα υπήκοο, φοιτητή της νομικής, ονόματι Οκτάι Ενγκίν , πώς στη συνέχεια ο δράστης φυγαδεύτηκε στην Τουρκία για να γίνει… Τμηματάρχης Προγραμματισμού και Συντονισμού της Γενικής Διευθύνσεως Ασφαλείας!.
Καταλήγοντας ο Αζίζ Νεσίν σημειώνει ότι δεν αισθάνεται περήφανος γι αυτά τα γεγονότα που προκάλεσε η χώρα του, αλλά
«κάθε έθνος έχει στην ιστορία του σελίδες υπερηφάνειας , αλλά και ντροπής. Στον κόσμο αυτόν δεν υπάρχει έθνος δίχως σελίδες ντροπής στην ιστορία του»

Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

Το Κόκκινο Άλογο

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΠΡΩΗΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ
ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
TASCO GEORGIEFSKI
ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΑΛΟΓΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΒΑΣΚΟΥ ΚΑΡΑΤΖΑ
ΦΙΛΙΣΤΩΡ 1998
σελ. 152

 Ο Μπόρις Τούσεφ, ένας απλός χωρικός από το Κροντσέλοβο (σημ. Κερασιά) του Καϊμακτσελάν , πενηντάρης περίπου, τον Αύγουστο του ’49 , μετά την υποχώρηση του Δημοκρατικού Στρατού, αφού πέρασε στην Αλβανία, μας αφηγείται με τον πιο απλό και ανεπιτήδευτο τρόπο το συναξάρι της μετέπειτα ζωής του. Την πίκρα και την απογοήτευση των πρώτων ημερών, όταν άοπλοι πια, ο ίδιος και οι σύντροφοί του,  («Η καρδιά μου σφίχτηκε, όταν οι Αλβανοί μας άρπαξαν τα κανόνια που μόλις τα είχαμε λαδώσει και γυαλίσει, θαρρείς και μού ‘κοψαν τότε ένα κομμάτι από την καρδιά μου…») τη διαδέχεται μια αόριστη ελπίδα,  όταν τους μπαρκάρουν σε ρωσικό καράβι με πορεία προς το άγνωστο. Το περιπετειώδες ταξίδι, που το πέρασαν στοιβαγμένοι στο βαθύ αμπάρι του πλοίου, όπου δεν τους επιτρεπόταν καλά καλά  ούτε αέρα να πάρουν, καθώς διέσχιζαν τα επικίνδυνα νερά του Αιγαίου,  της Προποντίδας και του Βοσπόρου, τη βαθιά ανάσα τους όταν έπιασαν κάποτε τα νερά της ευλογημένης πατρίδας του Στάλιν, την αποβίβασή τους τέλος στη ρωσική γη («Παναγιά μου, αυτή η χώρα μοιάζει σαν τη δικιά μας» είπε ένα ελληνόπουλο, καθώς περίμενε ν’ αντικρίσει κόκκινο χώμα, κόκκινες πέτρες , κόκκινα δέντρα…) κι από κει με τρένο στο Μπακού και πάλι καράβι για να διασχίσουν την Κασπία, και τη συνέχεια πάλι τρένο ως την ατέλειωτη έρημο της Τασκένδης , χιλιάδες μίλια, μακριά από τη γενέθλια γη τους… Τραγωδία…
Απ΄ αυτό, το πρώτο μέρος της αφήγησης, η εντύπωση  που αποκομίζει ο προσεκτικός αναγνώστης, είναι η κρυφή αντιπαλότητα ανάμεσα στους λίγους «Μακεδόνες» φυγάδες και στην πλειονότητα των «Ελλήνων» συντρόφων τους. Όταν σε μια στιγμή ξενοιασιάς ο νεαρός Βάνης, προστατευόμενος του Μπόρις, ξεκινάει, ένα παραδοσιακό μακεδονίτικο τραγούδι , «απ’ την άλλη άκρη του καραβιού ακούστηκε ένα ελληνικό τραγούδι, ένα σαχλό, λάγνο τραγούδι που το πήραν στο στόμα σχεδόν όλοι σηκώνοντας δυνατή φωνή και κάνοντας στράκες με τα δάχτυλα»  (σελ. 30).
Για τα γεγονότα της Τασκένδης το αφήγημα είναι δυσανάλογα με την έκτασή του φτωχό. Προφανώς ο συγγραφέας μην έχοντας προσωπικά βιώματα από τη γνωστή από αλλού πολιτική  ζωή των Ελλήνων προσφύγων εκεί, προτιμάει να αφηγηθεί μόνο όσα έχουν σχέση με την προσωπική ζωή του ήρωά του. Πώς έκανε μια νέα οικογένεια (η γυναίκα του στην Ελλάδα ήταν χρόνια πεθαμένη), πώς ταξίδεψε στη Μόσχα για να προσκυνήσει τον Λένιν και κάθισε στην ουρά δυο ολόκληρα μερόνυχτα για να το πετύχει και τέλος πώς μετά από χρόνια νοσταλγίας και πίκρας αποδέχτηκε να υπογράψει μια δήλωση ότι είναι Έλληνας, ότι δεν είναι κομμουνιστής και ότι οι συμμορίτες τον εξανάγκασαν να πολεμήσει εναντίον του βασιλιά της Ελλάδας… «Και κάθισα σε μια νύχτα και τά ‘γραψα όλα με τη σειρά συμπλήρωσα το χαρτί μουντζώνοντας στο τέλος τον Μπόρις , το γιο του Τούση Γκιόργκοφ…» Έτσι γύρισε στην Ελλάδα. Στα χρόνια της κυβέρνησης της Ένωσης Κέντρου… Λίγο πριν μπει στο χωριό του, αγοράζει από κάποιον πλανόδιο ανθρωπάκο ένα ατίθασο,  ολοπόρφυρο πουλάρι, ασέλωτο ακόμη,  και μπαίνει στο χωριό σέρνοντάς το από τα γκέμια… Από δω και μπρος η μοίρα του ήρωα με το κόκκινο πουλάρι θα είναι κοινή.
Το υπόλοιπο μέρος της αφήγησης, που είναι και το πιο καθοριστικό, εξαντλείται στη νέα ζωή του ήρωα στο χωριό του, ένα χωριό όμως σφόδρα εχθρικό και μεταλλαγμένο. Οι τρεις κόρες του, παντρεμένες πια, ούτε που γυρίζουν να τον δουν. Ο αδελφός του,  που υπήρξε πρόεδρος του χωριού και κομματάρχης του Καραμανλή , δεν θέλει να τον ξέρει, οι υπόλοιποι συχωριανοί του , τις νύχτες περιπολούν με τουφέκια στο χωριό, καθώς ανήκουν Τ,Ε.Α. , και τη μέρα. αλλάζουν δρόμο μόλις τον αντικρίζουν.  Ακόμη και ο ένας , ο μοναδικός κομμουνιστής του χωριού που γύρισε από την εξορία, τον περιφρονεί βαθιά για τη δήλωση μετανοίας του… Ο Μπόρις Τούσεφ έχει πια ξοφλήσει…
Ο συγγραφέας, Τάσκο Γκεοργκίεφσκι, γεννημένος στην Κερασιά της Έδεσσας το 1935, στα χρόνια του εμφύλιου, παιδί έντεκα χρονών, όταν ο πατέρας του βρισκόταν υπο διωγμό και η μητέρα του  εξορία, αναγκάζεται να καταφύγει στα Σκόπια, όπου ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές και τις πανεπιστημιακές σπουδές του στον κλάδο της γιουγκοσλαβικής λογοτεχνίας. Το συγγραφικό του έργο ξεκινάει από το 1957. Θεωρείται ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς συγγραφείς της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς στην πρώην Γιουγκοσλαβία, ανακηρύσσεται ακαδημαϊκός στο Βελιγράδι και έργα του μεταφράζονται σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες. Το «Κόκκινο Άλογο» πρωτοδημοσιεύεται το 1975.

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

Ο Αχαϊρευτος

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΌΡΗΜΑ
ΑΛΒΑΝΙΑ
FATOS KONGOLI
Ο ΑΧΑΪΡΕΥΤΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΚΩΣΤΑΣ ΝΑΤΣΙΟΣ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 1998
Σελ. 168


Η προκοπή της Αλβανίας στην πεζογραφία δεν έχει τέλος τα τελευταία χρόνια. Ο δρόμος που χάραξε ο Ismail Kadare από το Παρίσι στα χρόνια της δικτατορίας του προλεταριάτου,  καλά κρατεί. Ιδιαίτερα μετά την τελευταία δεκαετία του περασμένου αιώνα, όταν έπεσαν τα τείχη των φυλακών και της καταπίεσης, δεκάδες λογοτέχνες συνεχίζουν να ξαφνιάζουν το παγκόσμιο αναγνωστικό κοινό με την ευρηματικότητα και την εκφραστική τους δύναμη.
Ο Φατός Κονγκόλι , γεννημένος το 1944 στο Ελμπασάν, είναι ένας απ’ αυτούς. Μαθηματικός στο επάγγελμα (με πτυχίο του Πανεπιστημίου του …Πεκίνου παρακαλώ), από πολύ νωρίς ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία (συντάκτης λογοτεχνικής εφημερίδας, αλλά και αναγνωρισμένου εκδοτικού οίκου των Τιράνων).
Το μυθιστόρημα όμως που τον έκανε παγκόσμια γνωστόν είναι «Ο Αχαΐρευτος», αυτό που δημοσίευσε αμέσως μετά την αλβανική μεταπολίτευση (1992), ένα έργο με εμφανή αυτοβιογραφικά στοιχεία, ένα «λαϊκό μυθιστόρημα» θα λέγαμε, πιστό στα δόγματα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, δηλαδή  χωρίς εξεζητημένο τρόπο γραφής, που ξαφνιάζει όμως τον ανυποψίαστο αναγνώστη με την ειλικρίνεια , αλλά και τη σκληρότητά του.
Η μυθιστορηματική δράση για τον  Θεσάρ Λούμι, τον βασικό ήρωα του αφηγήματος, το οποίο άνετα θα μπορούσε να το κατατάξει κανείς λόγω της έκτασής του στην κατηγορία της νουβέλας, ξεκινάει το Μάρτιο του 1991, όταν τα χωριά της Αλβανίας άδειαζαν και τα πρώτα πλοία σάλπαραν ασφυκτικά γεμάτα με πρόσφυγες για τον ιταλικό παράδεισο. Εκεί λοιπόν σε κάποιο από τα αλβανικά λιμάνια της Αδριατικής ο ήρωάς μας επιβιβάζεται κι αυτός σε κάποιο πλοίο που θα σάλπαρε για την Ιταλία. Την τελευταία στιγμή όμως την ώρα που το πλοίο σήκωνε άγκυρα , μετανιώνει, πηδάει έξω και επιστρέφει στη γενέθλια πόλη του, όπου ζούσε με τους γονείς του σε ένα ταπεινό δυαράκι μιας πολυκατοικίας… Κι ο αναγνώστης μένει με την απορία για τους λόγους αυτής της μεταστροφής του.
Και αρχίζει σε αναδρομή –πάντα σε πρώτο πρόσωπο- η αφήγηση της ζωής του ήρωά μας σε μια κωμόπολη που βουλιάζει καθημερινά στη σκόνη από ένα εργοστάσιο τσιμέντου που λειτουργεί δίπλα της, αλλά με προδιαγραφές του περασμένου αιώνα…Με το φόβο να πλανάται σ’ όλους όσους δεν εξυμνούσαν το καθεστώς, και τους υπόλοιπους να τους κατασκοπεύουν. Με εμφανείς τις ανισότητες στη διαβίωση και τις ευκαιρίες για εξέλιξη ανάμεσα στις δυο μερίδες. Ο ίδιος ανήκε στην πρώτη κατηγορία: χρόνια πριν κάποιος θείος του που υπηρετούσε τη θητεία του στα σύνορα , είχε αποδράσει στο εξωτερικό. Κι από τότε η οικογένεια είχε αμετάκλητα συμπεριληφθεί στους «εχθρούς του λαού». Παρακολουθούμε λοιπόν βήμα βήμα  τη ζωή του Θεσάρ, στο σχολείο, στο καφενείο αργότερα και στο Πανεπιστήμιο των Τιράνων, όπου τόλμησε να εγγραφεί αποκρύπτοντας όμως από το βιογραφικό του τη λεπτομέρεια της αυτομόλησης του θείου του… Το καθεστώς όμως είναι πανταχού παρόν:
«Οι καιροί ήταν δύσκολοι και πονηροί. Αυτό το γνώριζαν οι συμπολίτες μου. Το αθέατο θεριό κατασκόπευε τους πάντες και τα πάντα. Κανείς δεν αισθανόταν ήσυχος. Όλοι έτρεμαν. Και οι ευτυχισμένοι στην ευτυχία τους και οι δύστυχοι στη δυστυχία τους και οι βασανιστές και βασανιζόμενοι, και οι  έξυπνοι και οι βλάκες, και οι δίκαιοι και οι πρόστυχοι. Όλοι φοβούνταν το αθέατο θεριό, όλοι φοβούνταν ο ένας τον άλλον…» (σελ.111)
Σε αγαστή συνεργασία με τις αρχές το παρακράτος της τοπικής μαφίας τρομοκρατεί τους πάντες. Και ο ανακριτής «με τα θολά μάτια» ασκεί ανεξέλεγκτη βία ως όργανο της δικτατορίας του προλεταριάτου, καθώς «η δικτατορία του προλεταριάτου δεν είναι τίποτε άλλο παρά η επιβολή της αλήθειας μέσω της βίας»…(σελ. 119)
Ποιος να είναι τάχα ο λόγος που οδήγησε τον Θεσάρ Λούμι να παραμείνει σ’ αυτήν κόλαση, αντί να ξεκινήσει μια καινούρια ζωή στο εξωτερικό , όπως εκατοντάδες χιλιάδες συμπατριώτες του; Η αποκάλυψη μας εκπλήττει…

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2012

Ο ξενιτεμένος Μουσταφά

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
ΤΟΥΡΚΙΑ
NEDIM GURSEL
Ο ΜΟΥΣΤΑΦΑ ΚΑΙ Η ΨΗΛΟΚΟΡΜΗ ΛΕΥΚΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΣΤΕΛΙΟΣ Ρ. ΡΟ ΪΔΗΣ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 1997
σελ. 240

Ο Νεντίμ Γκιουρσέλ, από τους πιο γνωστούς Τούρκους λογοτέχνες της διασποράς , ζει μόνιμα αυτοεξόριστος στο Παρίσι, και έχει δημοσιεύσει  μέχρι σήμερα δεκαεννιά λογοτεχνικά έργα, πολλά από τα οποία έχουν απαγορευτεί στην πατρίδα του μετά το πραξικόπημα της 12ης Σεπτεμβρίου 1980 είτε   για προσβολή του στρατού (Μακρύ Καλοκαίρι στην Ισταμπούλ, εκδόσεις Εξάντας), είτε για προσβολή της δημόσιας ηθικής (Η Πρώτη Γυναίκα, εκδόσεις Εξάντας), είτε τέλος για προσβολή της προσωπικότητας του Μωάμεθ του Κατακτητή (Το Μυθιστόρημα του Κατακτητή, επίσης εκδόσεις Εξάντας).
Σε μια συνέντευξή του στο «Βήμα», στις 16 Απριλίου του 2012,   τονίζει: «Σκέφτομαι, τώρα που γράφω το επόμενο βιβλίο μου, που θα είναι το 20ό, να σταματήσω να γράφω. Μερικές φορές, μου έρχεται αυτή η σκέψη. Θα βρω κάτι άλλο να κάνω μετά, γιατί, ξέρετε, το γράψιμο δεν είναι πηγή ευχαρίστησης. Για μένα, όχι. Δεν γράφω εύκολα. Κάθε φορά είναι μια δοκιμασία, υπάρχουν στιγμές γόνιμες και άλλες όχι, γράφω κατά περιόδους. Υπάρχουν περίοδοι στη ζωή μου που πέφτω πάνω σ' ένα βιβλίο και δεν σκέφτομαι τίποτε άλλο, και άλλες περίοδοι που ταξιδεύω, γνωρίζω κόσμο...».
Η συλλογή των διηγημάτων «Ο ξενιτεμένος Μουσταφά και η ψηλόκορμη λεύκα», δημοσιευμένη το 1990 και μεταφρασμένη στην Ελλάδα το 1998 (Εκδόσεις Καστανιώτης) περιλαμβάνει είκοσι διηγήματα ταξινομημένα σε τρεις ενότητες: Η ΣΤΕΠΑ (τρία διηγήματα γραμμένα το 1982, που μάλλον αποτελούν βιώματα του συγγραφέα από τη στρατιωτική του θητεία), ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ (δέκα διηγήματα εμπνευσμένα από τη διαμονή του στο Παρίσι, γραμμένα μέσα στην τριετία 1987-1990) και τέλος ΓΥΝΑΙΚΕΣ (εφτά αφηγήματα , προϊόν μάλλον αναμνήσεων του συγγραφέα από ποικίλες ερωτικές του εμπειρίες).
Οι ήρωες των αφηγημάτων του συνήθως κατατρύχονται από βασανιστικά συναισθήματα στέρησης τόπων και ανθρώπων, αγωνίζονται να ορθοποδήσουν, καθώς είναι έρμαια της μοίρας τους και των επιλογών τους, τη στιγμή που η άγονη και άνυδρη στέπα της τουρκικής ανατολής είναι αμετάκλητα παρούσα μέσα στην υγρή και σκοτεινή ατμόσφαιρα των πόλεων του ευρωπαϊκού βορρά… Η δυστοκία του συγγραφέα, στην οποία και ο ίδιος αναφέρεται,  τόσο στη σύλληψη , όσο και στη συγγραφή των θεμάτων του είναι καταφανής. Ο αναγνώστης συχνά σχηματίζει την εντύπωση ότι κάποια διηγήματά του μεταφέρονται στο χαρτί από κάποια ανάγκη ή ανειλημμένη υποχρέωση του συγγραφέα, την οποία , αν είχε τη δυνατότητα, ευχαρίστως θα απέφευγε. («Ο Καθρέφτης» λ.χ.  που κλείνει όλη τη συλλογή δεν ξεφεύγει από μια πρωτόλεια έκθεση ιδεών μαθητή λυκείου).  Κάποια διηγήματα της συλλογής εντούτοις ξεχωρίζουν , καθώς σκιαγραφούν με αυθεντικότητα την τραγική μοίρα των Τούρκων μεταναστών στην Ευρώπη (Τούνελ) ή γενικότερα τη θλιβερή μοναξιά των εμιγκρέδων του Παρισιού (Το Μαντίλι). Όσο για τις αναφορές του συγγραφέα στο καταπιεστικό στρατιωτικό ή θεοκρατικό καθεστώς της χώρας του , αυτές είναι διάσπαρτες σ΄ ολόκληρη τη συλλογή, δεν αποτελούν όμως σε κανένα διήγημα αποκλειστικό θέμα. (με εξαίρεση ίσως τη φυλακισμένη γυναίκα στο διήγημα  «στην Ανάκριση» της πρώτης ενότητας και «Το περασμένο Καλοκαίρι»της τελευταίας). Προφανώς όμως και κάποιες "τολμηρές" ερωτικού περιεχομένου αναφορές, θα ενοχλούν και σήμερα ένα μέσο Τούρκο αναγνώστη με τις γνωστές αναστολές που επιβάλλει στους πιστούς το Κοράνι (Ο Καθρέφτης).