Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Προμηθεὺς πλάσας ποτὲ ἀνθρώπους δύο πήρας ἐξ αὐτῶν ἀπεκρέμασε, τὴν μὲν ἀλλοτρίων κακῶν, τὴν δὲ ἰδίων, καὶ τὴν μὲν τῶν ὀθνείων ἔμπροσθεν ἔταξε, τὴν δὲ ἑτέραν ὄπισθεν ἀπήρτησεν. Ἐξ οὗ δὴ συνέβη τοὺς ἀνθρώπους τὰ μὲν ἀλλότρια κακὰ ἐξ ἀπόπτου κατοπτάζεσθαι, τὰ δὲ ἴδια μὴ προορᾶσθαι

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2012

Μακρινό Αστέρι


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΧΙΛΗ
ROBERTO BOLANO
ΜΑΚΡΙΝΟ ΑΣΤΕΡΙ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2007
σελ. 208

Ο Ρομπέρτο Μπολάνιο γεννήθηκε στο Σαντιάγο της Χιλής το 1953 και πέθανε στο Μπλάνες, ένα καταλάνικο χωριό της Ισπανίας, το 2003 από ηπατική διαταραχή. Υπηρέτησε την ποίηση, το μυθιστόρημα και το διήγημα. Δημοσίευσε συνολικά πέντε ποιητικές συλλογές, έντεκα μυθιστορήματα και τέσσερις συλλογές διηγημάτων, τα περισσότερα μέσα στα δέκα τελευταία χρόνια της ζωής του. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του τα πέρασε στο Μεξικό, όπου και προσχώρησε σε μια τροτσκιστική ομάδα, αλλά το 1973 επέστρεψε στη Χιλή, για να συμβάλει στο ελπιδοφόρο πείραμα της κυβέρνησης του Σαλβαδόρ Αλιέντε. Μετά το πραξικόπημα του Πινοσέτ το 1974, συλλαμβάνεται, αλλά απελευθερώνεται γρήγορα με τη μεσολάβηση δυο αστυνομικών, πρώην συμμαθητών του. Αφού περιπλανήθηκε αρκετά χρόνια σε αρκετές χώρες της Λατινικής Αμερικής , αλλά και της Ευρώπης , κατέληξε στο Μπλάνες της Ισπανίας, όπου έζησε και τα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Ο Ρομπέρτο Μπολάνιο αποτελεί τον κυριότερο εκπρόσωπο της λεγόμενης «λογοτεχνίας της εκκεντρικότητας». Το πρώτο του μυθιστόρημα το εκδίδει το 1984, αλλά γίνεται πασίγνωστος με τη «Ναζιστική Λογοτεχνία της Αμερικής» (1996), που τη χειροκρότησε σύσσωμη η ισπανόφωνη κριτική.
Το «Μακρινό Αστέρι» (1996) αποτελεί κατά κάποιο τρόπο μια μεγεθυμένη προέκταση της «Ναζιστικής Λογοτεχνίας», καθώς αναφέρεται στη ζωή και το έργο ενός ποιητή-δαίμονα, του Αλβέρτο Ρουίς Τάγλε, που δεν ήταν άλλος από τον γερμανικής καταγωγής υποσμηναγό της χιλιάνικης αεροπορίας του Πινοσέτ,  Κάρλος Βίντερ.
Ο αφηγητής-συγγραφέας συχνάζει στο ίδιο λογοτεχνικό εργαστήρι του Σαντιάγο με τον Βίντερ, ο οποίος έχει κατακτήσει τις καρδιές όλων των γυναικών της συντροφιάς, αλλά , λίγο αργότερα, και το χιλιάνικο ουρανό με τους στίχους που γράφει σ’ αυτόν  με τον καπνό του  αεροπλάνου του… Ο αφηγητής, κρατούμενος ήδη από το δικτατορικό καθεστώς, παρακολουθεί έκπληκτος τους εμπνευσμένους από τη Βίβλο στίχους που γράφει ο Βίντερ στον ουρανό του Σαντιάγο.
Ακολουθεί η αποστολή του Βίντερ στην Ανταρκτική, στον ουρανό της οποίας θα χαράξει το μεγαλοπρεπές «Η ΑΝΤΑΡΚΤΙΚΗ ΕΙΝΑΙ Η ΧΙΛΗ». Την παραμονή της αποστολής το καθεστώς παραθέτει δείπνο προς τιμήν του, στο οποίο παρευρίσκεται και μια ωραιότατη «δεσποσύνη» με κορακίσια μαλλιά.. «Κάρλος θα σκοτωθείς!» αναφωνεί σε μια στιγμή κεφιού στη διάρκεια του δείπνου. Ο Κάρλος βέβαια δεν σκοτώνεται, εξαφανίζεται όμως μυστηριωδώς ή άγνωστη κοπέλα…. Το ίδιο μυστηριωδώς εξαφανίζεται και ο Χουάν Στάιν, ο διευθυντής του λογοτεχνικού εργαστηριού στο οποίο σύχναζαν ο αφηγητής και ο Βίντερ, όπως και ο ανταγωνιστής  του Στάιν, ο Διέγο Σότο! Αλλά και τις δίδυμες αδελφές Γκαρμέντια, οι οποίες ήταν ερωτευμένες με τον Βίντερ, δεν τις βλέπει κανείς πια  μετά την επίδειξη του Βίντερ…
Ο Βίντερ όμως είναι και καλλιτέχνης φωτογράφος . Και οι καλλιτέχνες δεν διστάζουν μπροστά σε τίποτε! Οργανώνει λοιπόν μια έκθεση φωτογραφίας στο Σαντιάγο, στα εγκαίνια της οποίας παρευρίσκεται σύσσωμο το κατεστημένο της δικτατορικής Χιλής. Και ο χώρος της έκθεσης είναι ένα απλό δωμάτιο του σπιτιού του, που μετατρέπεται σε εκθεσιακό χώρο, κατάφορτο από εκατοντάδες φωτογραφίες εξαφανισμένων γυναικών διαμελισμένων οικτρά, γυναικών που σφαδάζουν από τον πόνο, καθώς είναι ακόμη ζωντανές! Οι επισκέπτες διακρίνουν ανάμεσά τους πολλά «εξαφανισμένα» άτομα των χρόνων εκείνων.
Στη συνέχεια το αφήγημα μετατρέπεται σε αστυνομικό θρίλερ. Ο συγγραφέας-αφηγητής βρίσκεται πια στο Μπλάνες της Καταλωνίας, ο Πινοσέτ αποτελεί παρελθόν και ένας δαιμόνιος αστυνομικός της εποχής του Αλιέντε, ο Άβελ Ρομέρο, τον προσεγγίζει και του προσφέρει ένα μεγάλο ποσό για να συνδράμει με τις λογοτεχνικές του γνώσεις στον εντοπισμό του αγνοούμενου Βίντερ, ο οποίος κατά τις πληροφορίες του ζει με άλλο όνομα στην Ισπανία…Πίσω από τη συγκεκριμένη επιχείρηση κρύβεται ένας πάμπλουτος χορηγός. Ποιος τάχα να είναι αυτός και ποιο τέλος θα έχει επιχείρηση;

Στο Μακρινό Αστέρι ο Μπολάνιο μετατρέπεται σε χρονικογράφο ενός δαίμονα, μασκαρεμένου σε ποιητή, τον οποίο παρακολουθεί, μέσα από ασήμαντες δευτερεύουσες λεπτομέρειες και συμπληρωματικούς χαρακτήρες, άλλοτε υπαρκτούς (ιστορικά πρόσωπα, όπως ο Νερούδα), αλλά κατά κανόνα φανταστικούς, τόσο πειστικούς όμως που ο αναγνώστης αδυνατεί  να τους ξεχωρίσει  μεταξύ τους. Ο συγγραφέας καταθέτει ακόμη την άποψή του για το ρόλο της λογοτεχνίας και της τέχνης γενικότερα με το κακό, με το παράλογο, με το έγκλημα. Και πείθει τον αναγνώστη ότι η επικρατούσα αντίληψη ότι η τέχνη οφείλει να υπηρετεί τον άνθρωπο, είναι ένα καλοστημένο παραμύθι για μικρά παιδιά!


Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

Η Τυφλή Ακτή


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ
CARLOS MARIA DOMINGES
Η ΤΥΦΛΗ ΑΚΤΗ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΛΕΝΑ ΦΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΥ
ΠΑΤΑΚΗΣ 2009
σελ. 238

Ένας πολυεπίπεδος μύθος, επεξεργασμένος με περίσσια γλαφυρότητα και δεξιοτεχνία που διατηρεί αδιάπτωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη ως το τέλος. Φτάνει να μη χάνει το νήμα της διήγησης που καλύπτει σχεδόν ολόκληρο τον εικοστό αιώνα. Και προχωρεί με αλλεπάλληλες οπισθοδρομήσεις και παρένθετα επεισόδια.. Οι χαρακτήρες ζουν και κινούνται στις γειτονικές χώρες Ουρουγουάη και Αργεντινή και συμμετέχουν ενεργά στα πολιτικά δρώμενα των χωρών αυτών, τα οποία όμως αναδύονται διακριτικά μέσα απόν αφήγηση και δεν αποτελούν τον κεντρικό καμβά του έργου.
Ένα ζευγάρι άκληρων μεταναστών από την Αγγλία υιοθετεί δυο κοριτσάκια, το ένα από τα οποία διατηρεί ακόμη ζωντανές τις μνήμες των φυσικών γονιών του. Εγκαταλείπει όμως την Αργεντινή και κλείνεται σε ένα απομακρυσμένο σπίτι σε μια έρημη ακτή της Ουρουγουάης. Τι τάχα να κρύβεται πίσω απ’ αυτή του την απόφαση;
Ένας κηπουρός του οποίου σχεδόν μοναδική απασχόληση αποτελεί η φροντίδα του φράχτη από λιγούστρα που περικλείει το σπίτι. Και η περισυλλογή των σκοτωμένων πουλιών που βρίσκονται κάθε πρωί ανάμεσα στα πεσμένα φύλλα του κήπου.
Μια γυναίκα γεμάτη ελπίδες, ενέργεια και πάθος που ονειρεύεται να αλλάξει τον κόσμο κινούμενη ανάμεσα στις δυο γειτονικές χώρες και σε δυο δικτατορίες. Μια γυναίκα, η οποία στο τέλος  «αναλαμβάνεται» θαρρείς από την ιστορία . Χάνεται χωρίς κανείς να ξέρει πού και πώς…
Και η μικρή «Καμπότζη» με τη μίνι φούστα και το δερμάτινο μπουφάν, η οποία μην αντέχοντας το βάρος του ονόματός της , που είναι το ίδιο με το όνομα της ηρωίδας θείας της, αποφασίζει να το αλλάξει με τον πιο πρωτότυπο τρόπο…
Τα δυο τελευταία πρόσωπα θα συναντηθούν στην «τυφλή ακτή» της Ουρουγουάης κάτω από εξαιρετικά παράδοξες συνθήκες και θα εξομολογηθούν το ένα στο άλλο το παρελθόν τους που τους στιγμάτισε. Και ο αναγνώστης να διαισθάνεται περισσότερο, παρά να διαπιστώνει τα κοινά στοιχεία δυο τόσο διαφορετικών διηγήσεων, που θα έλεγες ότι οδηγούν σε ηθελημένες «αλλαγές ταυτοτήτων», καθώς, όπως είναι φυσικό, ο καθένας περιγράφει και αξιολογεί τα πρόσωπα και τις καταστάσεις μέσα από το δικό του πρίσμα. Και μέσα από αυτή τη διήγηση να αναδύονται  σκηνές φρίκης τις οποίες έζησαν οι κάτοικοι των δυο γειτονικών χωρών:
«Τότε εμφανίζονταν πτώματα στα νησιά, τυλιγμένα σε μαύρες κουβέρτες δεμένες με δυο γύρες σύρμα. Κάμποσοι είχαν ακούσει τα ελικόπτερα τη νύχτα., στο Ναράνχο ή στο Σάουσε, σαν τεράστια πουλιά που υπνοβατούσαν, κι άλλοι τα είχαν δει στο φως της μέρας. Έλεγαν πως ο τρελο-Αντρέου έψαχνε τους μπόγους για να βρει χρυσές θήκες δοντιών, πως οι περισσότερες οδοντοστοιχίες ανήκαν σε νέους, αλλά εκείνος είχε ένα πάνινο σακούλι , απ’ όπου έβγαζε τα χρυσά πετραδάκια του και τα έπαιζε στα δάχτυλα…» (σελ. 135)

Η «Τυφλή Ακτή» μας βεβαιώνει για μια ακόμη φορά ότι το ισπανόφωνο μυθιστόρημα της Νότιας Αμερικής όχι μόνο δεν έχει εξαντλήσει τα θέματα και τις φόρμες του, αλά ότι έχει πολλά ακόμη να μας δώσει…