Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Προμηθεὺς πλάσας ποτὲ ἀνθρώπους δύο πήρας ἐξ αὐτῶν ἀπεκρέμασε, τὴν μὲν ἀλλοτρίων κακῶν, τὴν δὲ ἰδίων, καὶ τὴν μὲν τῶν ὀθνείων ἔμπροσθεν ἔταξε, τὴν δὲ ἑτέραν ὄπισθεν ἀπήρτησεν. Ἐξ οὗ δὴ συνέβη τοὺς ἀνθρώπους τὰ μὲν ἀλλότρια κακὰ ἐξ ἀπόπτου κατοπτάζεσθαι, τὰ δὲ ἴδια μὴ προορᾶσθαι

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Χειμωνιάτικη Πόλη


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ                                  
ΙΣΗΜΕΡΙΝΟΣ
ABDON UBIDIA
ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΠΟΛΗ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΒΙΡΓΙΝΙΑ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ
ΡΟΕΣ 2009
σελ. 130

Η ιστορία εκτυλίσσεται τη δεκαετία του εβδομήντα, όταν, σύμφωνα με τις  διεθνείς συγκυρίες, στον Ισημερινό και ειδικά στο Κίτο  χάρη στο πετρέλαιο , το χρήμα αρχίζει να ρέει άφθονο και η μεσαία τάξη της χώρας μεταμορφώνεται εγκαταλείποντας τις παραδοσιακές αξίες της και περνάει στην εποχή του άκρατου καταναλωτισμού.
Ο ήρωάς μας, που διανύει ήδη την ηλικία του Χριστού, ζει μια ευτυχισμένη ζωή σε κάποιο ευπρόσωπο προάστιο του Κίτο. Με τη νέα και αφοσιωμένη γυναίκα του, τα δυο παιδιά του, μια υπηρέτρια…Και με μια δουλειά –σε διαφημιστική εταιρία – που του προσφέρει κάτι παραπάνω από όσα χρειάζεται. Η ζωή του κυλάει σύμφωνα με τα πρότυπα. των απανταχού μεσοαστών: γραφείο, κάποιο μπαρ με παρέα φίλων, κάποιες ασήμαντες «απιστίες», σπίτι, δείπνο σε οικογενειακή ατμόσφαιρα, ύπνος και πάλι από την αρχή…
Ώσπου , κάποιο απόγευμα, την ώρα που απολάμβανε μια παγωμένη μπίρα με τους φίλους του στο συνηθισμένο τους μπαρ, πέφτει σαν κεραυνός το θέμα του Σαντιάγο. Ένας παλιός φίλος ήταν που κινδύνευε… Είχε πέσει έξω στις επιχειρήσεις του , είχε καταχρεωθεί και κινδύνευε από στιγμή σε στιγμή να μπει φυλακή… Κι ο ήρωάς μας, πιστός στις αρχές των νεανικών του χρόνων, της αλληλεγγύης και της συντροφικότητας, προσφέρεται να τον φιλοξενήσει μέχρι να τον φυγαδεύσουν στο εξωτερικό…Από τη στιγμή αυτή αρχίζει το εσωτερικό του δράμα. Ένα δράμα με τη μορφή ενός εσωτερικού μονόλογου, που το παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα, ως το πέσιμο της αυλαίας (με την ευκαιρία: η νουβέλα θα μπορούσε θαυμάσια να διασκευαστεί σε ένα συναρπαστικό θεατρικό μονόπρακτο).
Η Σουσάνα, η νεαρή και όμορφη σύζυγός του, την οποία θεωρούσε δεδομένη , μεταμορφώνεται. Ξύπνησε το πρωί, όπως συνήθως, για να ξεπροβοδίσει τα παιδιά στο σχολείο, και δεν ήταν αχτένιστη, είχε λυτά τα μαλλιά της , καλοχτενισμένα και δε φορούσε τη συνηθισμένη άχαρη ρόμπα της, άλλά μια καλόγουστη φούστα και μια ασορτί μπλούζα.. Και το βράδυ την ώρα που οι τρεις τους έπαιζαν ένα παιχνίδι με ζάρια
«ο Σαντιάγο γελώντας αυθόρμητα  άγγιξε τα μαλλιά της Σουσάνας, σαν να τα χάιδευε. Τώρα όμως η Σουσάνα έγειρε τα ο κεφάλι και πήρε εκείνη την έκφραση που είχε και το πρωί. Τα μαλλιά της έπεσαν στο πρόσωπό της κρύβοντάς το. Κι όταν τα μάζεψε, έδειχνε αλλαγμένη, ανέκφραστη, απόμακρη κι είχε τα μάτια στυλωμένα στα ζάρια…»
Αυτό ήταν. Το σαράκι της ζήλιας άρχισε για τα καλά να ροκανίζει τα σωθικά του ήρωά μας. Μεταμορφώθηκε. Άρχισε να βλέπει με τη φαντασία του σκηνές και καταστάσεις που κάθε άλλο παρά συνέβαιναν. Χάνει το ενδιαφέρον του για τη δουλειά του, επιχειρεί ξαφνικές εφόδους στο σπίτι, όπου φυσικά όλα τα βρίσκει όπως τα ήξερε.  Αποφασίζει να ζητήσει άδεια από τη δουλειά του και να φύγει με τη γυναίκα του διακοπές στη θάλασσα, όπου είχε να πάει μαζί της από τα χρόνια της μνηστείας τους. Μια άλλη φωνή όμως μέσα του τον προσγειώνει: πρέπει να φανεί αξιοπρεπής και ευγενής όπως ήταν ο χαρακτήρας του. Να δαμάσει τη φαντασία του που του έπαιζε αυτό το άσχημο παιχνίδι και να σταθεί δίπλα στον παλιό φίλο που κινδύνευε. Ποια από τις δυο «φωνές» θα επικρατήσει;
Ο Ουμπίδια καταγράφει τα αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα του ήρωά του με σαφήνεια και λεπτομέρεια ψυχολογικού δοκιμίου.  Ο αναγνώστης έχει την εντύπωση ότι παρακολουθεί μια «συνεδρία» κλινικού ψυχολόγου. Και δυσκολεύεται να ταυτιστεί με κάποια από τις δυο παρορμητικές τάσεις του ήρωα: να σώσει ένα γάμο που υπήρξε χωρίς να το συνειδητοποιήσει πηγή γαλήνης και σταθερότητας επί δέκα χρόνια ή να θυσιαστεί προστατεύοντας ένα καλό φίλο από τα νύχια της εξουσίας; Το μόνο που δεν περνάει από το νου είναι ότι με μια ψύχραιμη αντιμετώπιση θα μπορούσε ίσως να τα πετύχει και τα δύο. Ο άνθρωπος όμως σε παρόμοιες στιγμές αφήνεται έρμαιο των παρορμήσεών του…Η ισπανόφωνη λογοτεχνία της Νότιας Αμερικής δεν μας έχει συνηθίσει σε παρόμοια θέματα

Ο Αμπδόν Ουμπίδια , γεννημένος το 1944 στο Κίτο του Ισημερινού, θεωρείται μια από τις πιο χαρακτηριστικές φωνές της ισπανόφωνης λογοτεχνίας. Διηγηματογράφος και μυθιστοριογράφος  από το 1979 («Κάτω από τον ίδιο παράξενο ουρανό», εθνικό βραβείο λογοτεχνίας), έχει ασχοληθεί και με την καταγραφή της λαϊκής προφορικής λογοτεχνίας. Η «Χειμωνιάτικη Νύχτα» θεωρείται από τις πιο γνωστές νουβέλες του και έχει γνωρίσει στα ισπανικά είκοσι εκδόσεις.

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

Η Βρόμικη Ιστορία της Αβάνας


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ                              
ΚΟΥΒΑ
PEDRO JUAN GUTIERREZ
Η ΒΡΟΜΙΚΗ ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΒΑΝΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΕΛΑΙΟΤΡΙΒΑΚΗ
ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2005
Σελ. 464

Ο Pedro Juan Gutierrez έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ως ο Μπουκόφσκι της Καραϊβικής. Γεννημένος  στην Κούβα το 1950, ασχολήθηκε στα νιάτα μου με πολλά επαγγέλματα: αυτά του εφημεριδοπώλη, του παγωτατζή, του καθηγητή κολύμβησης, ώσπου να καταλήξει στο επάγγελμα του συγγραφέα. Εργάστηκε ακόμη για χρόνια ως δημοσιογράφος και εκφωνητής στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Στα βιβλία του, τα οποία γνώρισαν αμέσως μεγάλη εκδοτική επιτυχία στο εξωτερικό, αναδύεται συνήθως ένα θλιβερό και ζοφερό πορτρέτο της σύγχρονης Κούβας.  Όλα πρωτοκυκλοφόρησαν στο Μεξικό και από τα ισπανικά μεταφράστηκαν σε πολλές άλλες γλώσσες. Στην πατρίδα του το πρώτο μυθιστόρημά του που κυκλοφόρησε είναι το «Ο Έρωτας νοστάλγησε την Κούβα»
Στη χώρα μας κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μεταίχμιο τα βιβλία του:
Ο Έρωτας νοστάλγησε την Κούβα (2004)
Ο δικός μας Γκράχαμ Γκρην στην Αβάνα (2006)
Η βρόμικη ιστορία της Αβάνας (2005)
Στην καρδιά της Κούβας (2008)
Ο βασιλιάς της Αβάνας (2009)
Η μελαγχολία των λιονταριών (2011)

Η Βρόμικη Τριλογία της Αβάνας πρωτοκυκλοφόρησε στο Μεξικό από τον εκδοτικό οργανισμό Editorial Anagrama to 2005, αν και η συγγραφή της είχε ολοκληρωθεί το 1998.
Πρόκειται μια σειρά από εξήντα αφηγήματα (τα περισσότερα με αυτοβιογραφικό χαρακτήρα) ,
φαινομενικά αυτόνομα, ουσιαστικά όμως άρρηκτα δεμένα μεταξύ τους, τα οποία ο συγγραφέας παραθέτει σε τρεις ενότητες (σε σχέση μόνο με το χρόνο συγγραφής τους): Αγκυροβολημένος σε Ουδέτερη Ζώνη-Τίποτα να κάνω-Η γεύση η δική μου.
Ο Γκουτιέρες με μια γραφή σε καταιγιστικούς ρυθμούς ανατέμνει την κουβανική κοινωνία της δεκαετίας του ’90, όχι απλά χωρίς φόβο και χωρίς πάθος , αλλά με μια πρωτοφανή νατουραλιστική διάθεση που σοκάρει. Οι χαρακτήρες ζουν και κινούνται κυρίως στην Αβάνα, εγκλωβισμένοι σαν τα ποντίκια στη φάκα ή σαν τις κατσαρίδες που ψάχνουν απεγνωσμένα την τροφή τους τις νύχτες, καθώς δεν έχει απομείνει τίποτε από την ημερήσια κατανάλωση των απεγνωσμένων ανθρώπων… Η παλιά Αβάνα με τις υπερπολυτελείς επαύλεις  και τα άνετα οικιστικά συγκροτήματα των πλούσιων αστών  της μοιάζει βομβαρδισμένη ή χτυπημένη από καταστροφικό λοιμό: τα κτίρια καταρρέουν κάτω από το ανελέητο μαστίγωμα των συνεχών βροχών και των κυκλώνων, οι ανελκυστήρες από χρόνια ακινητοποιημένοι, οι όροφοί τους πρόχειρα διαιρεμένοι σε αυτόνομα δωμάτια (σολάρ τα λένε) και στις ταράτσες τους να χτίζονται καθημερινά με παντοειδή φτηνά υλικά δωμάτια 4Χ4 στεγασμένα με τσίγκους και πισσόχαρτα που στεγάζουν ως και δεκαπέντε άτομα το καθένα (καθώς η εσωτερική μετανάστευση είναι αδύνατο να ελεγχθεί), με κοινά αποχωρητήρια που πλημμυρίζουν από σκατά, όταν το νερό δε φτάνει τόσο ψηλά τις περισσότερες ώρες…
Τα καταναλωτικά αγαθά, όλα κατώτερης ποιότητας και με το δελτίο. Ώρες ολόκληρες πρέπει να στηθείς στην ουρά για να προμηθευθείς μισό λίτρο ρύζι, φασόλια ή ρούμι που μυρίζει πετρέλαιο…Και φυσικά η μαύρη αγορά να που οργιάζει. Ο ήρωάς μας ταξιδεύει τις νύχτες με το τρένο, με τους επιβάτες όρθιους, κρεμασμένους από τις χειρολαβές,  για τρεις και τέσσερις ώρες, με σκοπό  να προμηθευτεί από τα χωριά λίγο βοδινό κρέας ή αστακούς –που φαίνεται ότι αφθονούν στην Κούβα-προϊόντα  που θα τα πουλήσει στην Αβάνα χέρι με χέρι με κίνδυνο πάντα να συλληφθεί και να τιμωρηθεί με χρόνια φυλάκισης…  Γιατί, καθώς φαίνεται, οι περισσότεροι κάτοικοι της πόλης έχουν γεμάτες τις τσέπες τους με κουβανικά  πέσος , με τα οποία όμως δεν βρίσκουν να αγοράσουν τίποτε! Το μόνο που τους μένει είναι να κυνηγήσουν τα δολάρια, στέλνοντας τις γυναίκες τους να πορνεύονται τις νύχτες με αμερικανούς τουρίστες, ή σε έσχατη απελπισία να κατασκευάζουν πρόχειρες σχεδίες που επιπλέουν πάνω σε φουσκωμένες σαμπρέλες  και να δοκιμάζουν να διασχίσουν τον ωκεανό ως το Μαϊάμι.
Κοινωνίες όμως που φτάνουν σε παρόμοιο σημείο εξαθλίωσης από κάπου οφείλουν να πιαστούν, για να επιβιώσουν. Και τη λύση την προσφέρει το πανάρχαιο γενετήσιο ένστικτο, δυναμωμένο από τη στέρηση και τη απελπισία…Ο συγγραφέας εδώ αποδεικνύεται δεξιοτέχνης. Περιγράφει  σκηνές ενός άγριου και αχαλίνωτου ερωτισμού με τα πιο μελανά χρώματα. Νέγροι, μιγάδες (μουλάτες εκπληκτικής ομορφιάς αλλά και άφατης χυδαιότητας), αλλά και λευκοί επιδίδονται σε ανείπωτα σεξουαλικά όργια, για να αποσυρθούν στη συνέχεια στις τρύπες τους εξουθενωμένοι, και να ξεχάσουν…Η κοκαΐνη και το χασίς στην ημερήσια διάταξη, προσφέρουν ένα άλλο, πρώτης γραμμής αδιέξοδο. Και να βλέπεις και τις γριές αμερικάνες τουρίστριες, που καταφτάνουν στην Αβάνα σωρηδόν να θαυμάζουν τα πανέμορφα αρχιτεκτονήματα παλαιών ημερών και να φωτογραφίζουν για ένα δολάριο νέγρους με ορθωμένα πέη!

Και όσο σκέφτομαι τον ενθουσιασμό μας στα τέλη της δεκαετίας του ’50, όταν επικράτησε στην Κούβα η επανάσταση του Κάστρο και του Γκουεβάρα , και την αναπτέρωση των ελπίδων μας, καθώς πιστεύαμε ότι γεννιέται κάτι νέο και ελπιδοφόρο… Απελπισία! 



Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2012

Η Θέληση και η Τύχη


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ                        
ΜΕΞΙΚΟ
CARLOS FUENTES
Η ΘΕΛΗΣΗ ΚΑΙ Η ΤΥΧΗ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΜΠΟΝΑΤΣΟΥ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2010
σελ. 496

Ο μεγάλος μεξικανός λογοτέχνης (μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος, θεατρικός συγγραφέας, δοκιμιογράφος), γεννημένος το 1928, έγραψε το 23ο μυθιστόρημά  « Η Θέληση και η τύχη»  το 2008, δηλαδή σε ηλικία ογδόντα χρονών!  Και βέβαια, μπορεί αυτός να μην έχει χτυπηθεί από τη νόσο του Αλτσχάιμερ, όπως ο συνομήλικός του  κολομβιανός Garcia Marquez, είναι φυσικό όμως να έχει εξαντληθεί, να έχει «αδειάσει» και από την τελευταία ικμάδα φαντασίας και δημιουργικότητας που χαρακτήριζαν τα προηγούμενα έργα του, όπως λ χ «Ο θάνατος του Αρτέμιο Κρους» (1962) και «Η Πορτοκαλιά» (1994) (δες προηγούμενες αναρτήσεις μας) αλλά και πολλά άλλα.
Αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι το έργο που κρατάμε στα χέρια μας είναι, αμελητέο ή ασήμαντο. Κάθε άλλο. Το δυσάρεστο όμως είναι ότι ο προσεχτικός αναγνώστης δεν μπορεί να μην προχωρήσει σε συγκρίσεις με προηγούμενα έργα του, πράγμα που δεν ευνοεί ούτε στο ελάχιστο αυτό το τελευταίο (για την ώρα;) μυθιστόρημά  του.
Η πένα βέβαια αυτού του δεξιοτέχνη της μεξικάνικης πεζογραφίας σε πολλά σημεία του έργου εκπλήσσει με την αμεσότητα και  την «αιρετική» της γοητεία. Έτσι, όταν γράφει για τους φτωχούς του Μεξικού, αποφαίνεται:

«Η συντριπτική πλειοψηφία της masa paupertatis, της μάζας των φτωχών της πόλης του Μεξικού δεν είχε άλλη επιλογή από τη φτώχεια ή την εγκληματικότητα… Το χειρότερο κλισέ της συναισθηματικότητας  είναι το να πιστεύεις ότι οι φτωχοί είναι καλοί. Δεν είναι αλήθεια. Η φτώχεια είναι φρίκη, οι φτωχοί είναι καταραμένοι, καταραμένοι από την υποταγή τους στο μοιραίο και μπορούν να λυτρωθούν από την υποταγή τους μόνο αν εξεγερθούν ενάντια στη δυστυχία τους και γίνουν εγκληματίες. Το έγκλημα είναι η αρετή της φτώχειας!» (σελ. 99)

Για την επανάσταση και τους ήρωές της:

«Δεν υπάρχει επανάσταση χωρίς τη μεσαία τάξη και το Μεξικό δεν είναι η εξαίρεση. Η επανάσταση που αποκλείει τη μεσαία τάξη δεν είναι προλεταριακή επανάσταση, είναι δικτατορία του προλεταριάτου. Και στο Μεξικό, όλοι οι ήρωες της επανάστασης πέθαναν νέοι. Ενώ οι επιζήσαντες γέρασαν και πλούτισαν…» (σελ. 420)

Το σχέδιο του Φουέντες μεγαλεπήβολο. Να προχωρήσει σε μια ανατομία των σχέσεων της πολιτικής εξουσίας του Μεξικού –και όχι μόνο- με τους πανίσχυρους επιχειρηματικούς κύκλους που τη στηρίζουν. Και το κατορθώνει εύστοχα. Μόνο που ο μύθος τον οποίον επέλεξε για να φωτίσει αυτή τη σχέση αποδεικνύεται κάπως ανεπαρκής και ελάχιστα πειστικός.
‘Ένα ζευγάρι φερέλπιδων και φιλόδοξων νέων, ο Χοσουέ και ο Χερικό (εμφανής ο συμβολισμός από την Παλαιά Διαθήκη: Ιησούς του Ναυή-Ιεριχώ), ενώ δεν έχουν γονείς,  μεγαλώνουν και σπουδάζουν χάρη σε παράλληλες μυστικές χορηγίες από κάποιο άγνωστο άτομο, η ταυτότητα του οποίου θα αποκαλυφθεί προς το τέλος του έργου, αν και ο προσεχτικός αναγνώστης αρχίζει να την υποψιάζεται πολύ νωρίτερα. Η σχέση τους από στενή και αδελφική (Κάστωρ και Πολυδεύκης) μεταλλάσσεται σιγά σιγά σε σχέση αμοιβαίας εχθρότητας (Κάιν και Άβελ). Καθώς όμως θα εμπλακούν χωρίς τη θέλησή τους στα γρανάζια του αδυσώπητου αγώνα πολιτικής και επιχειρηματικής εξουσίας, από διαφορετικό μετερίζι ο καθένας, στο τέλος θα θυσιαστούν αμφότεροι, αλεσμένοι από τις μυλόπετρες αυτής της αέναης συμπόρευσης αλλά και εχθρότητας των δυο πόλων της εξουσίας. Σ’ αυτό το θλιβερό τέλος θα συμβάλει και η απαραίτητη femme fatale Ασούντα Χορντάν, η οποία, αφού τους εγκλωβίσει στη σαγήνη της. θα τους εξαντλήσει ως αναλώσιμα είδη.
Τους δυο πόλους της εξουσίας, της πολιτικής και της επιχειρηματικής,  που συνεργάζονται αλλά και αντιμάχονται η μια την άλλη, εκπροσωπούν ο εκλεγμένος πρόεδρος της Δημοκρατίας Βαλεντίν Πέδρο Καρέρα και ο μεγαλοβιομήχανος ειδών πληροφορικής Μαξ Μονρόι. Και ανάμεσά τους, χωρίς να παίρνει θέση ο δαιμόνιος δικηγόρος και πανεπιστημιακός καθηγητής Αντόνιο Σανχινές (η διανόηση), ο οποίος ουσιαστικά κατευθύνει χωρίς την παραμικρή ηθική αναστολή τους δυο αντιπάλους.
Ως εδώ ο μύθος λειτουργεί ως ένα κοινό ρομάντζο  ή θρίλερ. Ο συγγραφέας μας όμως, πιστός στη γνωστή συνταγή της ισπανόφωνης μυθοπλασίας, στον μαγικό ρεαλισμό, θα παρεμβάλει στοιχεία μεταφυσικά, στοιχεία «τρομακτικά», τα οποία ομολογώ δεν έχουν πάψει να γοητεύουν τον σύγχρονο αναγνώστη: τα γεγονότα τα αφηγείται … ένα κομμένο κεφάλι που επιπλέει στα κύματα του ειρηνικού. Είναι το κεφάλι του Χοσουέ, ο οποίος αποκεφαλίστηκε άγρια με ματσέτες από τους εγκάθετους της ερωμένης του. Ένα κεφάλι που θα  αναλάβει ο προφήτης Ιεζεκιήλ να το οδηγήσει στους ουρανούς, αλλά κατά τη διάρκεια της πτήσης του θα έχει την ευκαιρία να συνομιλήσει εκ βαθέων με την πριν από έναν αιώνα πεθαμένη μητέρα του Μαξ Μονρόι, η οποία είναι θαμμένη σε κάποιο μυστικό νεκροταφείο!
Μήπως η γοητεία του λατινοαμερικάνικου μαγικού ρεαλισμού έχει γίνει πια μανιέρα;

Νέα Καλλικράτεια 1 Σεπτεμβρίου 2012