Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Προμηθεὺς πλάσας ποτὲ ἀνθρώπους δύο πήρας ἐξ αὐτῶν ἀπεκρέμασε, τὴν μὲν ἀλλοτρίων κακῶν, τὴν δὲ ἰδίων, καὶ τὴν μὲν τῶν ὀθνείων ἔμπροσθεν ἔταξε, τὴν δὲ ἑτέραν ὄπισθεν ἀπήρτησεν. Ἐξ οὗ δὴ συνέβη τοὺς ἀνθρώπους τὰ μὲν ἀλλότρια κακὰ ἐξ ἀπόπτου κατοπτάζεσθαι, τὰ δὲ ἴδια μὴ προορᾶσθαι

Σάββατο, 14 Ιουλίου 2012

Το Φεγγάρι των Τρελών


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΒΟΛΙΒΙΑ
MANFREDO KEMPFF
ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΤΩΝ ΤΡΕΛΩΝ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΟΝΙΑ ΚΟΡΟΒΕΣΗ
ΚΑΠΑΤΟΣ 2001
σελ. 296

Μια ιστορία για την τρέλα και τη λαγνεία σε ρυθμούς καταιγιστικούς, η οποία σίγουρα θα ικανοποιήσει όσους απεχθάνονται τους «αργούς ρυθμούς» είτε στην αφήγηση, είτε στον κινηματογράφο. Βέβαια οι συγκεκριμένοι αναγνώστες-θεατές δεν έχουν ακόμη ανακαλύψει τη μαγεία του «εσωτερικού ρυθμού»  που συχνά σηματοδοτεί ένα αφήγημα ή μια κινηματογραφική ταινία που φαινομενικά εξελίσσεται με χαρακτηριστική (εξωτερική) βραδύτητα. Όπως και να’ ναι , εδώ τα γεγονότα διαδέχονται το ένα το άλλο με μια τέτοια ταχύτητα που δεν προλαβαίνεις να τα αφομοιώσεις. Και επαναλαμβάνονται ασταμάτητα σε μια ακολουθία χωρίς λόγο θυμίζοντας τα λαϊκά αναγνώσματα στην Ελλάδα των μέσων του περασμένου αιώνα, που  κυκλοφορούσαν σε εβδομαδιαία φυλλάδια, γράφονταν στο πόδι την τελευταία στιγμή και τελείωναν μόνο όταν το ενδιαφέρον των αναγνωστών άρχιζε να εξαντλείται! Εν πάση περιπτώσει το συγκεκριμένο αφήγημα μπορεί να το αρχίσει  κανείς από οποιοδήποτε σημείο του χωρίς τον κίνδυνο στερηθεί κάτι το ουσιώδες!
Ο μύθος εξελίσσεται σε μια φάρμα, κάπου στη Λατινική Αμερική (δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια ούτε ο τόπος , ούτε ο χρόνος στον οποίο συμβαίνουν τα γεγονότα), σε μια Λατινική Αμερική όπου κυριαρχούν ακόμη οι φεουδαρχικές και πατριαρχικές δομές.
Ο δον Σεζάρ Αγκιλέρα είναι ο πατριάρχης της οικογένειας, το «μεγάλο αφεντικό». Η δόνα Λάουρα, η γυναίκα του. Τον παντρεύτηκε από ψυχρό υπολογισμό, του γέννησε τρία παιδιά, δυο αγόρια κι ένα κορίτσι και τώρα τον μισεί θανάσιμα. Τριγύρω τους ένας επιστάτης, ένα πλήθος από υπηρετικό προσωπικό, εργάτες, βοσκοί των αναρίθμητων κοπαδιών του, μιγάδες, δούλοι. Και γυναίκες, πολλές γυναίκες. Κάθε ηλικίας και κοινωνικής τάξης, όλες προορισμένες να διακορεύονται βίαια, να βιάζονται επανειλημμένα, να γεννοβολούν και να τρέμουν μπροστά στη θεόσταλτη δύναμη των αντρών…Η επίσημη εκκλησία αρωγός και σύμμαχος της άγριας αυτής κοινωνίας και ο νόμος ανύπαρκτος.
Ο μεγάλος γιος, ο Φελίπε, δεν εννοεί να συμβιβαστεί με τα καθήκοντα και τις απαιτήσεις της κοινωνικής του τάξης. Κλείνεται στο δωμάτιό του, διαβάζει βιογραφίες μεγάλων ανδρών, ονειροπολεί. Ο πατέρας έξαλλος με τη συμπεριφορά του («μόνο μια φούστα του λείπει») βάζει τα αγόρια των υποτακτικών του να τον δέρνουν, για ν’ αντιδράσει επιτέλους! Εκείνος όμως ερωτεύεται παράφορα, μόνο που του είναι αδύνατο να «διαχειριστεί» τον έρωτά του σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιόρρυθμης τοπικής κοινωνίας. Στο τέλος καταφεύγει στις «υπηρεσίες» της μικρότερης αδελφής του, της Καρλότας, η οποία αντιμετωπίζει κι αυτή παρόμοιο συναισθηματικό αδιέξοδο. Πώς να συμβιβάσει τις φυσιολογικές ορμές της ηλικίας της με τον ιησουϊτισμό της οικογένειας και της κοινωνικής της τάξης; Είναι η πρώτη που τρελαίνεται και αυτοπυρπολείται…
Κι ο Φελίπε που θεωρεί τον εαυτό του υπεύθυνο για το θάνατο της αδελφής του βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στα άδυτα των ψυχικών διαταραχών. Ώσπου κάποτε θα αναγκάσει τον πατέρα του να τον απομακρύνει από την οικογενειακή εστία και να τον στείλει σε μια μακρινή φάρμα, για να μην τον εκθέτει…
Ο Φαμπιάν, ο μικρότερος, επιλέγει μιαν άλλη πορεία. Αναλαμβάνει μια δύσκολη αποστολή στις βόρειες επαρχίες της χώρας, σ΄ εκείνες με τους «βάρβαρους ινδιάνους», που αποκεφαλίζουν όποιον πέφτει στα χέρια τους, εβδομάδες ολόκληρες ταξίδι με τα άλογα,  και την διεκπεραιώνει με επιτυχία. Ακολουθώντας πιστά τα πρότυπα της τοπικής κοινωνίας αποφασίζει να γίνει σκληρός, αποφασιστικός, απάνθρωπος. Διακορεύει («σε μια νύχτα δυο ανυπεράσπιστες κοπέλες»), βιάζει, τρομοκρατεί, δημιουργεί σκάνδαλα, προκαλεί τις οικογένειες-πρότυπα της τάξης του, ώσπου κάποτε εκείνες να τον απορρίψουν, να τον απομονώσουν, καθώς βλέπουν  στο πρόσωπό του τον καθρέφτη τους, μόνο που εκείνος δεν καλύπτεται, δεν κρύβεται…Και,  τρίτος τώρα αυτός από τα παιδιά του δον Σεζάρ Αγκιλέρα ,  καταλήγει κάποτε στη μακρινή φάρμα των τρελών, δεμένος πισθάγκωνα μέσα σε κάποιο άθλιο κατάλυμα…

«Το Φεγγάρι των Τρελών» (1998) είναι το πρώτο μυθιστόρημα του διπλωματικού ακόλουθου και δημοσιογράφου Manfredo Kampff, που γεννήθηκε στην Kruz della Sierra της Βολιβίας το 1945. Το έργο έγινε δεκτό στη χώρα του με μεγάλο ενθουσιασμό και κυκλοφόρησε ήδη σε πολλές ισπανόφωνες χώρες της Νότιας Αμερικής.
Το μυθιστόρημα δε θυμίζει σε τίποτε τη γραφή των μεγάλων δασκάλων της ισπανόφωνης λογοτεχνίας της Νότιας Αμερικής, τον πασίγνωστο «μαγικό ρεαλισμό»… Μας έφερε στο νου, κατά παράδοξο τρόπο,  τα σενάρια των ταινιών του ομόγλωσσού του Pedro Almodovar με τα λαϊκότροπα και προκλητικά κραυγαλέα θέματα, που γνωρίζουν επίσης μεγάλη επιτυχία στις μέρες μας.

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2012

Βαριέμαι


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΘΕΑΤΡΟ
ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ
RICARDO TALESNIK
ΒΑΡΙΕΜΑΙ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ  ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΎΛΟΥ
ΥΨΙΛΟΝ 2010
σελ. 80

Η ιστοσελίδα γνωρίζει τους κινδύνους που ενέχει η κριτική αναφορά σε κάποιο  θεατρικό  έργο έξω από τη φυσική του παρουσία, δηλαδή τη σκηνή, το σανίδι. Εγκαινιάζει εντούτοις με τη σημερινή ανάρτηση την παρουσίαση μιας σειράς θεατρικών κειμένων που εντάσσονται στους ίδιους γεωγραφο-πολιτιστικούς χώρους από τους από τους οποίους προέρχονται και οι συνήθεις λοιπές αναρτήσεις της, δηλαδή τη Λατινική Αμερική και τα Βαλκάνια, με την ελπίδα να καταστήσει ευρύτερα γνωστά κάποια θεατρικά έργα που δεν ευτύχησαν να σκηνοθετηθούν στην Ελλάδα ή και αν σκηνοθετήθηκαν δεν απασχόλησαν ιδιαίτερα το ελληνικό θεατρόφιλο κοινό.

Με το «Βαριέμαι» ο Αργεντινός Ρικάρντο Τελεσνίκ (Μπουένος Άιρες 1935) επιχειρεί να κατεδαφίσει τον πλατύτατα διαδεδομένο αστικό μύθο, με τον οποίο όλοι μας έχουμε γαλουχηθεί, το μύθο για την αναγκαιότητα της εξαρτημένης εργασίας. Είναι πασίγνωστο ότι οι αρχαίοι ευρωπαϊκοί πολιτισμοί, τόσο ο ελληνικός, όσο και ο ρωμαϊκός μεγαλούργησαν θεωρώντας ότι η εργασία είναι αποκλειστική ενασχόληση των δούλων (πρβ τη λέξη «δουλειά»), παρά την προτροπή του γέρο-Ησίοδου που τόλμησε να αποφανθεί ότι «΄Εργον ουδέν όνειδος, αεργίη δε τ’ όνειδος». Όμως μετά τη δύση των πολιτισμών αυτών, που σήμαινε και το τέλος της δουλοκτησίας, η εξαρτημένη εργασία άρχισε να αποτελεί το βάθρο των νέων παραγωγικών σχέσεων. (Παράβαλε το βιβλικό «Ο μη εργαζόμενος μηδέ εσθιέτω»). Μάλιστα ειδικά μετά τα  χρόνια της βιομηχανικής επανάστασης η ίδια εργασία έφτασε να έχει θεοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε σήμερα να μιλούμε για το «δικαίωμα στην εργασία». Ο Ταλεσνίκ λοιπόν ανατρέπει με μια εύστοχη και καταλυτική σάτιρα αυτόν το μύθο και στη θέση του προβάλλει το …«δικαίωμα στην τεμπελιά!».

Αλήθεια πώς θα αντιμετωπίζαμε σήμερα κάποιον επί χρόνια ευσυνείδητο εργαζόμενο, ο οποίος ένα πρωινό , χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο θα αποφάσιζε να μην πάει στη δουλειά του; Και όχι μόνο να μην πάει, αλλά ούτε καν να ειδοποιήσει ότι θα λείψει! Εκδοχές: ότι είναι άρρωστος, ότι προέκυψε κάποιο σοβαρό πρόβλημα στον εργασιακό του χώρο ή τέλος, ότι δεν στέκει καλά στα λογικά του.
Και όμως στον ΝΕΣΤΟΡΑ καμιά από τις τρεις αυτές εκδοχές δεν ισχύει. Απλώς βαριέται! Όχι μόνο εκείνη τη μέρα, αλλά και τις επόμενες…Αισθάνεται επιτέλους απελευθερωμένος. Βλέπει όποτε θέλει τους φίλους του, κάνει γυμναστική κάθε μέρα για να ξαναβρεί τη φόρμα του, παίζει μπιλιάρδο, κοιμάται όσο θέλει και, το σπουδαιότερο,  αισθάνεται για πρώτη φορά ερωτική έλξη γα τη γυναίκα του τις πιο «ακατάλληλες» , δηλαδή όλες, τις ώρες!
Η ΜΑΡΘΑ, η γυναίκα του, αποτελεί το πρότυπο της σύγχρονης μεσοαστής συζύγου: εργαζόμενη , πιστή, νοικοκυρά, προστατευτική απέναντι στις «παλαβομάρες» του συζύγου της. Στην αρχή τον συμβουλεύει, τον προτρέπει να επιστρέψει στη δουλειά του με τα πιο «ατράνταχτα» επιχειρήματα του τύπου «πώς θα ζήσουμε τώρα» ή  «ξέρεις πόσοι περιμένουν την σήμερον ημέραν στην ουρά για μια θέση σαν τη δική σου» και άλλα. Στο τέλος γίνεται έξω φρενών με την αμετάκλητη απόφασή του, γεμίζει τις βαλίτσες της και τον εγκαταλείπει…
Η ΜΗΤΕΡΑ του Νέστορα, που ειδοποιείται από τη Μάρθα,  καταφθάνει στο σπίτι, για να τη συνδράμει  και  εξαντλεί όλα τα συναισθηματικά επιχειρήματά της, για να αποτρέψει το γιο της από την ολέθρια απόφασή του: «Εγώ που σε κουβάλησα στην κοιλιά μου, που σε θήλασα, που σου άλλαζα πάνες,,,». Επί ματαίω!
Η ΠΕΡΑΛΤΑ, η νεαρή γραμματέας του, που τρέμει μήπως χάσει τη δουλειά της, τον επισκέπτεται να δει πώς είναι και παραλίγο να κολλήσει κι αυτή τον ιό της τεμπελιάς!. Ο Νέστορας της υπόσχεται, αν ακολουθήσει το παράδειγμά του να της μάθει ταγκό, να τη βοηθήσει να αναδείξει το ταλέντο της τραγουδίστριας, το οποίο η κοπέλα πίστευε ακράδαντα ότι διέθετε και να ζήσει μια ζωή διαφορετική από αυτήν που την καταδυνάστευε!
Ο ΧΟΥΑΡΕΓΚΙ, ο διευθυντής του τμήματος Ανθρώπινου Δυναμικού, που τον επισκέπτεται κι αυτός με τη σειρά του, με το ατσαλάκωτο κοστούμι, τη γραβάτα και το κατάλευκο πουκάμισό του, επικαλείται το ήθος του Νέστορα, και το καθήκον του απέναντι σε μια εταιρία με αναμφισβήτητο ανθρώπινο πρόσωπο, απέναντι στην οικογένεια του, στην πατρίδα, στο …σύμπαν! Τζίφος. Στο τέλος γίνεται έξω φρενών κι αποχωρεί…
Στο μεταξύ η κοινή γνώμη είναι συγκλονισμένη. Ο Νέστορας έχει γίνει θρύλος. Τα κανάλια ετοιμάζονται να του πάρουν συνέντευξη. Το κύρος της εταιρίας, και κάθε εταιρείας κινδυνεύει!
Οπότε καταφτάνει ο ΜΠΑΛΜΠΙΑΝΙ, ο Γενικός Διευθυντής της Εταιρείας, κρατώντας ένα καλά τυλιγμένο μικρό πακέτο στα χέρια του, και χρησιμοποιεί το έσχατο επιχείρημα κάθε εργοδοσίας! Μπροστά σ’ όλους εκεί (η Μάρθα έχει επιστρέψει να συνδράμει τον άντρα της που στην κυριολεξία λιμοκτονεί), ανοίγει με τελετουργικήν επισημότητα το πακέτο και του προσφέρει… ένα σάντουιτς! Κι ο δυστυχής Νέστορας το αρπάζει και αρχίζει να το καταβροχθίζει με βουλιμία!

Μια ιδέα ανεξάντλητη, ρηξικέλευθη,  επαναστατική, επίκαιρη, η πεμπτουσία της φιλοσοφίας των εργασιακών σχέσεων κάθε εποχής! Μια αποκάλυψη…

Το έργο έχει σκηνοθετηθεί από το ΔΗΠΕΘΕ Κέρκυρας το 2010 και έχει παρουσιαστεί στο Θέατρο Τέχνης στην Αθήνα τον Οκτώβριο του 2010 σε μετάφραση Κατερίνας Χριστοδούλου και σκηνοθεσία Κατερίνας Πολυχρονοπούλου



Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012

Πλιάτσικο


ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ
ΓΚΕΟΡΓΚΙ  ΓΚΡΟΣΝΤΕΒ
ΠΛΙΑΤΣΙΚΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΑΡΤΟΜΑΤΣΙΔΗΣ
ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ 2008
σελ. 112

Το έργο κάλλιστα θα μπορούσε να έχει τον τίτλο «Λεηλασία» ή «Ο νόμος της Ζούγκλας». Καθώς ο αναγνώστης σε μια πρώτη ανάγνωση μένει με την εντύπωση ότι κεντρικός πυρήνας του είναι ένας μέχρι εσχάτων αγώνας ανθρώπων και ζώων μέσα στην άγρια φύση, μια φύση που μας φέρνει στο νου θέματα αγαπημένα από το παρελθόν, όπως ο Μόγλης του Κίπλινγκ.
Μια κουστωδία ετερόκλητων ανθρώπων συν-υπάρχουν αλλά και αλληλο-συγκρούονται σε κάποιο ορεινό καταφύγιο θηραμάτων, μακριά από τον πολιτισμό, έξω από τα καθημερινά αλλά και τα ιστορικά τεκταινόμενα της χώρας και της εποχής. Ο Χάντερ, ο πατέρας που αναζητά απεγνωσμένα τη χαμένη του κόρη, που εγκατέλειψε χωρίς λόγο την οικογενειακή της εστία. Η αμερικανίδα δημοσιογράφος Μαίρη και ο Χανς,  ένας τραπεζίτης από το Μόναχο, που επιζητούν την αποτοξίνωση από τις παθογένειες του σύγχρονου πολιτισμού. Δυο μοναχικοί γέροι, ο Ένιο και ο Μιχαήλ, που επιμένουν να κατοικούν σε ένα εγκαταλειμμένο χωριό, αλλά και η ψυχίατρος Λίνα, που έχει βάλει στόχο  να αποασυλοποιήσει τέσσερις ασθενείς της , τον Μωμόγερο, τον στρατηγό, την Αναστενάρισσα και τη Σιωπηλή. Και κοντά σ’ αυτούς ο Κέμπο, ο λαθροκυνηγός και ο Δράκος, ο διακινητής και έμπορος νεαρών κοριτσιών, που δεν ορρωδούν μπροστά σε τίποτε… Και τριγύρω τους τα προαιώνια θηράματα: οι αρκούδες, οι αγριόχοιροι, τα ελάφια, τα ζαρκάδια, οι λύκοι, οι αγριόχηνες που δίνουν ένα απελπισμένο αγώνα ζωής και θανάτου γύρω από τις πηγές και τις λίμνες. Μια χωρίς όρια λεηλασία της φύσης, ένα πλιάτσικο της άγριας πανίδας που σε μακρινούς καιρούς υπήρξε το τρυφερό λίκνο του ανθρώπου…
Πολύ σύντομα όμως, ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι ο συγγραφέας προχωρεί παράλληλα και σε μια διακριτική μεν (με αλλεπάλληλες όμως νύξεις), αλλά καίρια  ανατομία της μετασοσιαλιστικής Βουλγαρίας, σε μια εποχή που οι αναμνήσεις του παλιού που έφυγε ανεπιστρεπτί και η αγριότητα του καινούργιου που επελαύνει ακάθεκτο αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλο-λεηλατούνται.

 «Πριν βρεθεί στο ψυχιατρείο ο Μωμόγερος ήταν διευθυντής. Στο εργοστάσιό του οι περισσότεροι εργάτες ήταν φυλακισμένοι. Όλα αυτά ανεπίσημα. Ξεχωριστά δούλευαν οι ποινικοί, ξεχωριστά οι πολιτικοί. Διοικούσε απλά: «Όποιος δεν πειθαρχεί δεν θα τρώει!»

«Πιστεύω στο αμερικανικό όνειρο! δηλώνει ο Δράκος σε μια τηλεοπτική του συνέντευξη. Αν επιθυμείς κάτι, άρπαξέ το! Κανείς δεν θα σου το προσφέρει…»

«Γιατί οι άνθρωποι είναι σημαδεμένοι από το πεπρωμένο τους; Θα γκρεμιστεί μήπως ο κόσμος, αν χαθεί η βία και ο εξαναγκασμός;  Θα σταματήσει να γυρνάει ο πλανήτης; Πού είναι το τρίτο μας μάτι; Γιατί το έχουμε χάσει; Για ποιες αμαρτίες μάς το έχουν στερήσει; Πώς ήμασταν όταν το είχαμε; Μπορούσε ο καθένας να κοιτάξει ολόισια στην ψυχή του άλλου; Και ήταν όμως αυτό για καλό;» Αναρωτιέται η Νία, η Αναστενάρισσα που κατέχει τη μυστική δύναμη προβλέπει τα μέλλοντα.

Ο Γκεόργκι Γκρόσντεβ, γεννημένος το 1957, έχει σπουδάσει δημοσιογραφία και διευθύνει τον εκδοτικό οίκο Balkani στη Σόφια. Διευθύνει επίσης ένα λογοτεχνικό περιοδικό και έχει γράψει ένα πλήθος από πεζά κείμενα που έχουν μεταφραστεί σε πολλές βαλκανικές γλώσσες. Το «Πλιάτσικο έχει ήδη μεταφραστεί στα αγγλικά, τα σλαβομακεδόνικα και τα σερβικά.
Ο Χρήστος Χαρτοματσίδης  γεννήθηκε το 1954 στη Σόφια, από γονείς πολιτικούς πρόσφυγες, σπούδασε ιατρική και σήμερα είναι διευθυντής του Μικροβιολογικού Τμήματος της Κομοτινής. Γράφει ποίηση και μεταφράζει συστηματικά Βουλγάρους συγγραφείς.