Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Προμηθεὺς πλάσας ποτὲ ἀνθρώπους δύο πήρας ἐξ αὐτῶν ἀπεκρέμασε, τὴν μὲν ἀλλοτρίων κακῶν, τὴν δὲ ἰδίων, καὶ τὴν μὲν τῶν ὀθνείων ἔμπροσθεν ἔταξε, τὴν δὲ ἑτέραν ὄπισθεν ἀπήρτησεν. Ἐξ οὗ δὴ συνέβη τοὺς ἀνθρώπους τὰ μὲν ἀλλότρια κακὰ ἐξ ἀπόπτου κατοπτάζεσθαι, τὰ δὲ ἴδια μὴ προορᾶσθαι

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

Η Αφήγηση ενός Ναυαγού


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΚΟΛΟΜΒΙΑ
GABFRIEL GARCIA MARQUEZ
Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΑΥΑΓΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΑΜΑΛΙΑ ΤΣΑΚΝΙΑ
ΝΕΦΕΛΗ 1983
σελ. 176




Το αφήγημα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά σε δεκατέσσερις συνέχειες στην εφημερίδα της Μπογκοτά Ελ Εσπεκταδόρ το Μάρτιο του 1955 και είναι προϊόν δημοσιογραφικής έρευνας του συγγραφέα (δημοσιογράφου τότε). Ο Μάρκες λοιπόν είχε αναλάβει να ανασυνθέσει την ιστορία του Λουίς Αλεχάνδρο Βαλάσκο, ναύτη ναυαγού ενός πολεμικού πλοίου της Κολομβίας.
Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, το 1970, η αφήγηση αυτή κυκλοφόρησε σε βιβλίο από τον εκδοτικό οίκο της Βαρκελόνης Grasset με τον πρωτότυπο τίτλο Relato de un naufrago. Ο Μάρκες είχε βέβαια τις αντιρρήσεις του. Με τη χαρακτηριστική εντιμότητα που τον διακρίνει σημειώνει στον πρόλογο ότι συγγραφέας του βιβλίου πρέπει να θεωρηθεί ο αφηγητής και όχι ο ίδιος. Είχε όμως γίνει εκείνη την εποχή τόσο γνωστός παγκοσμίως, που δεν κατάφερε να αντισταθεί στις πιέσεις των εκδοτών του… Η μεταφράστρια του έργου Αμαλία Τσακνιά σημειώνει στον πρόλογο της μετάφρασης ότι αυτή βασίστηκε στη γαλλική έκδοση του 1979 (σε μετάφραση του Claude Goufon).
Και η ιστορία με δυο λόγια: οχτώ ναύτες του αντιτορπιλικού της Κολομβίας Κάλδας , μια φουρτουνιασμένη νύχτα στις 29 Φεβρουαρίου του 1955 (sic), πέφτουν στη θάλασσα. Ανάμεσά τους κιι ο Λουίς Αλεχάνδρο Βελάσκο, ο οποίος περιπλανιέται στη Θάλασσα των Αντιλλών πάνω σε μια σχεδία επί δέκα μέρες χωρίς τροφή και νερό, ώσπου ξεβράστηκε μισοπεθαμένος σε μια ακτή της βόρειας Κολομβίας. Και η βασική «λεπτομέρεια» του ατυχήματος: το αντιτορπιλικό δεν κατάφερε να κάνει τις απαραίτητες μανούβρες για την περισυλλογή των ναυαγών, γιατί ήταν κατάφορτο από λαθραία εμπορεύματα (ψυγεία, ραδιόφωνα και άλλες ηλεκτρικές συσκευές) τα οποία είχαν προμηθευτεί οι ναύτες του από το αμερικανικό λιμάνι Mobil όπου το πλοίο βρέθηκε στα ναυπηγεία της πόλης για επισκευές! Και οι δικτάτορες της Κολομβίας εκείνων των χρόνων, ενώ στην αρχή πανηγύρισαν για τον «ήρωα» της χώρας, δεν χώνεψαν με κανένα τρόπο τη λεπτομέρεια των λαθραίων. Και έκλεισαν την εφημερίδα που δημοσίευσε το ρεπορτάζ. Στον συγγραφέα η ιστορία στοίχισε μια σειρά από διώξεις. Κι όταν έπεσε η δικτατορία κι ο ήρωας ναυαγός, αφού έκανε μια σεβαστή περιουσία από τη διαφήμιση (της μάρκας του ρολογιού του που δεν έχασε λεπτό εκείνες τις δέκα μέρες ή του εργοστασίου των παπουτσιών του που ήταν τόσο γερά, ώστε δεν κατάφερε να τα σκίσει και να τα φάει…), ξεχάστηκε στο τέλος μαζί με την ιστορία του.
Και το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι πού τελειώνει η πραγματική αφήγηση του ναυαγού και πού αρχίζει η μυθιστορηματική αφήγηση του συγγραφέα. Δύσκολο να απαντηθεί. Για όλους αυτούς τους λόγους το έργο σε τίποτε δε θυμίζει τη γραφή του Κολομβιανού συγγραφέα. Πρόκειται για μια συναρπαστική βέβαια αφήγηση που διαβάζεται απνευστί από το μέσο αναγνώστη, χωρίς όμως να αφήσει πίσω της και το παραμικρό ίχνος από τη γνωστή μαγεία της αφήγησης του Μάρκες.


Άγιος Λαυρέντιος, Νοέμβριος 2011

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

Η Κηδεία της Μεγάλης Μάμας




ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
ΚΟΛΟΜΒΙΑ
GABRIEL GARCIA MARQUEZ
Η ΚΗΔΕΙΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΜΑΜΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΚΑΙΤΗ ΣΩΤΗΡΙΟΥ
ΝΕΦΕΛΗ 1982
Σελ. 84

Η συλλογή αυτή διηγημάτων του γνωστού κολομβιανού συγγραφέα αποτελεί κατά κάποιον τρόπο το προανάκρουσμα των μεγάλων έργων του που θα ακολουθήσουν. Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1962 και γνώρισε μεγάλη επιτυχία τόσο στο ισπανόφωνο κοινό της Νότιας Αμερικής, όσο και στην Ευρώπη. Στο ο έργο αυτό ο Μάρκες ακολουθεί πιστά το λεγόμενο μαγικό ρεαλισμό, μια συγγραφική τεχνοτροπική αντίληψη που εστιάζει στο υπερφυσικό, στο ονειρικό και το τερατώδες. Βέβαια στα κλασικά πια έργα του που θα τον αναδείξουν λίγο αργότερα (Εκατό Χρόνια Μοναξιά, Ο Έρωτας στα Χρόνια της Χολέρας) ο συγγραφέας περιορίζει το στοιχείο αυτό σημαντικά – χωρίς όμως και να το αποχωρίζεται.
Η συλλογή απαρτίζεται από πέντε διηγήματα: Η Κηδεία της Μεγάλης Μάμας, Ο πιο όμορφος πνιγμένος του Κόσμου, Το Τελευταίο Ταξίδι του Πλοίου Φάντασμα, Ένας πολύ γέρος Κύριος με Τεράστια Φτερά και Μπλάκαμαν, ο Καλός Πωλητής Θαυμάτων. Τα γεγονότα διαδραματίζονται σ’ ένα φανταστικό λιμάνι των ανατολικών ακτών της Κολομβίας, το Μακόντο, αλλά και σε χρόνο απροσδιόριστο.
Στο πρώτο μας αφηγείται την κηδεία της Μεγάλης Μάμας, «της ηγεμονίδος του Μακόντο», που αποχτά μυθικές διαστάσεις, στο δεύτερο αναφέρεται σε κάποιον πνιγμένο με υπερφυσικές διαστάσεις που ξέβρασε η θάλασσα στις ακτές του λιμανιού, στο τρίτο μας περιγράφει το όραμα ενός αγοριού που κάθε χρόνο την ίδια μέρα βλέπει ένα τεράστιο υπερωκεάνιο να τσακίζεται στα βράχια της ακτής, στο τέταρτο την εμφάνιση στο χωριό από τον ουρανό ενός μυστηριώδους γέρου με φτερά πουλιού , και στο τελευταίο τη ζωή και το θάνατο ενός κομπογιανίτη μάγου. Κοινό στοιχείο της αφήγησης όλων των ιστοριών είναι οι υπερφυσικές τους διαστάσεις και η ποιητική τους αντίληψη. Οι ιστορίες θαρρείς και έχουν γραφεί σαν παραμύθια για μεγάλα παιδιά. Γι αυτό και γοητεύουν αναμφισβήτητα.
Στις μεταγενέστερες εκδόσεις του ίδιου εκδοτικού οίκου το έργο δίνεται σε άλλη μετάφραση (του Σπύρου Τσακνιά) και με τον άκομψο γλωσσικά τίτλο Η Κηδεία της Μεγάλης Μάμα (sic)

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

Ουαζιπούνγκο


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΙΣΗΜΕΡΙΝΟΣ
JORGE ICASA
ΟΥΑΖΙΠΟΥΝΓΚΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ:
ΠΟΛΛΑ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ-ΒΛΑΧΟΥ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 1982
σελ. 152


Ο Jorge Icasa (1906—1978), γεννημένος στο Κίτο του Ισημερινού, ξεκίνησε τη συγγραφική του καριέρα ως θεατρικός συγγραφέας. Το 1934 όμως επιχείρησε να ασχοληθεί και με την πεζογραφία δημοσιεύοντας το Huasipungo, το οποίο γνώρισε μια απροσδόκητη εκδοτική επιτυχία στον λατινοαμερικανικό κόσμο. Το ότι το έργο έγινε γνωστό έξω από τη Λατινική Αμερική και εκτιμήθηκε ιδιαίτερα για πρώτη φορά στη Σοβιετική Ρωσία των δεκαετιών του ’30 και του ’40, δεν είναι τυχαίο. Γιατί δεν είναι μόνο ο ωμός ρεαλισμός που το διακρίνει, αλλά και ένα έντονο καταγγελτικό ύφος, πολύ κοντά στον ακμάζοντα τότε σοσιαλιστικό ρεαλισμό του Γκόρκι και του Οστρόφσκι. (Λίγα χρόνια αργότερα ο συγγραφέας θα χρηματίσει πρεσβευτής της χώρας του στη Μόσχα.) Βέβαια σήμερα, ογδόντα σχεδόν χρόνια μετά τη δημοσίευσή του, το έργο νομίζουμε ότι ενοχλεί ακόμη και όσους γαλουχήθηκαν στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια με τα έργα των μεγάλων αυτών σοβιετικών συγγραφέων…
Ο τίτλος του έργου στα κέτσουα παραπέμπει στα πρόχειρα αχυρένια καταλύματα των ινδιάνων της ανατολικής πλευράς των Άνδεων, όπου οι λευκοί κατακτητές της χώρας είχαν απωθήσει το γηγενή πληθυσμό της . Και το θέμα του είναι φυσικά η άγρια εκμετάλλευση του πληθυσμού αυτού από τους λευκούς κατοίκους του Ισημερινού και τους «γκρίνγκο», μια απελπισμένη εξέγερσή του και η τελική εξολόθρευσή του… Ο συγγραφέας, προφανώς βαθύς γνώστης της ζωής των ινδιάνων της χώρας του, περιγράφει με ωμό ρεαλισμό τη ζωή και τις σχέσεις τους με τους λευκούς κατοίκους της , το ρόλο της χριστιανικής θρησκείας, που υπήρξε το πιο αποτελεσματικό όπλο στα χέρια των δυναστών τους, καθώς και τα ειδεχθή εγκλήματα εις βάρος τους των αμερικανικών εταιριών εκμετάλλευσης του φυσικού πλούτου της χώρας. Οι αναφορές του όμως δεν περιορίζονται στο φολκλορικό στοιχείο του θέματος, ούτε στον εσωτερικό κόσμο των ηρώων του, αλλά αποβλέπουν στο να προκαλέσουν τον οίκτο του αναγνώστη για τους «καλούς» Ινδιάνους καθώς και την οργή και την αγανάκτησή του εναντίον των «κακών» -συλλήβδην- λευκών. Ένας ινδιάνος που ξεθάβει μια βαθιά στη γη θαμμένη ψόφια αγελάδα για να κορέσει την άγρια πείνα της οικογένειάς του με ένα κομμάτι σαπισμένο και σκουληκιασμένο κρέας και ένα «ουάουα» (νήπιο) που γλείφει τα ίδια τα περιττώματά του για να χορτάσει, ή ακόμη ένας ιερέας που εμπορεύεται ασύστολα μια καλή θέση στον παράδεισο για ένα νεκρό, τέτοιου είδους συναισθήματα μπορούν να προκαλέσουν.
Το έργο μεταφράστηκε για πρώτη φορά στα αγγλικά το 1962 και οι κριτικοί της εποχής το συνέκριναν με τα «Σταφύλια της Οργής» του Τζον Στάιμπεκ (1939), ατυχώς νομίζουμε, καθώς το μόνο κοινό στοιχείο που συνδέει τα δυο μυθιστορήματα είναι ο ωμός ρεαλισμός τους…