Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Προμηθεὺς πλάσας ποτὲ ἀνθρώπους δύο πήρας ἐξ αὐτῶν ἀπεκρέμασε, τὴν μὲν ἀλλοτρίων κακῶν, τὴν δὲ ἰδίων, καὶ τὴν μὲν τῶν ὀθνείων ἔμπροσθεν ἔταξε, τὴν δὲ ἑτέραν ὄπισθεν ἀπήρτησεν. Ἐξ οὗ δὴ συνέβη τοὺς ἀνθρώπους τὰ μὲν ἀλλότρια κακὰ ἐξ ἀπόπτου κατοπτάζεσθαι, τὰ δὲ ἴδια μὴ προορᾶσθαι

Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

Νερό Καμένο


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΜΕΞΙΚΟ
CARLOS FUENTES
ΝΕΡΟ ΚΑΜΕΝΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ
ΑΓΡΑ 1995
σελ. 298


Το έργο το συνθέτουν τέσσερις αυτόνομες νουβέλες, που συνδέονται όμως μεταξύ τους με αδιόρατα νήματα (Αφηγηματικό Κουαρτέτο, όπως αναφέρεται στον υπότιτλο) με κοινό σημείο την Πόλη του Μεξικού, η οποία είναι χτισμένη πάνω στην πρωτεύουσα των Αζτέκων και στη λίμνη που την περιέβαλλε, μια λίμνη που πήρε φωτιά, σύμφωνα με την παράδοση, κατά την πολιορκία της από τους ισπανούς κατακτητές. Από εδώ και ο τίτλος του έργου Νερό Καμένο.
Στο πρώτο αφήγημα (Η Γιορτή της Μητέρας) κυρίαρχη μορφή αποτελεί ο παλαίμαχος στρατηγός Βισέντε Βεργάρα. Ο στρατηγός που πολέμησε στα νιάτα του στο πλευρό όλων των μεγάλων επαναστατών του Μεξικού, όπως ο Εμιλιάνο Ζαπάτα και ο Πάντσο Βίλα και μετά από κάποια μάχη με τους Ομοσπονδιακούς διέταξε να ευνουχίσουν έναν αντίπαλο αιχμάλωτο, αναπολεί τις μέρες της δόξας του περιτριγυρισμένος από το γιο του, δικηγόρο και μεγαλοκαλλιεργητή… μαριχουάνας και τον εικοσάχρονο εγγονό του που θαυμάζει απεριόριστα τον παππού του και περιφρονεί τον πατέρα του. Χαρακτηριστικό στοιχείο του αφηγήματος είναι η απουσία γυναικείων χαρακτήρων, καθώς τόσο η γιαγιά όσο και η μητέρα του αφηγητή είναι από χρόνια θαμμένες, αλλά οιονεί παρούσες, στον πολυτελή τάφο της οικογένειας του σπιτιού. Έτσι ο Fuentes υφαίνει σ' έναν αριστοτεχνικό καμβά, τα ψυχολογικά πορτρέτα των τριών ανδρών με διαύγεια και πληρότητα αξιοσημείωτη.
Το δεύτερο σκηνικό (Αυτά ήταν κάποτε Παλάτια) στήνεται στο υποβαθμισμένο πια κέντρο της Πόλης του Μεξικού, κοντά στη Μητρόπολη. Εκεί, και σε επαναδιαρρυθμισμένο πρώην πολυτελές μέγαρο, ζουν οικογένειες που είχαν πλουτίσει στα χρόνια του αποικισμού, αλλά τώρα τα φέρνουν δύσκολα πέρα, αλλά και πρώην υπηρέτριες που έχουν απολυθεί, καθότι μετά την επανάσταση ο θεσμός των υπηρετών έχει πια παρακμάσει. Εδώ ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να μας αναπτύξει μια ιδιότυπη, αλλά δυνατή σχέση ανάμεσα στον ανάπηρο έφηβο Λουισίτο, και στη δόνια Μανουελίτα, πρώην υπηρέτρια του στρατηγού Βεργάρα. Ο Λουισίτο με μια καλπάζουσα φαντασία αλλά και αξιοπρέπεια, αισθάνεται ότι αποτελεί βάρος στην οικογένειά του και αυτό δεν μπορεί να το ανεχθεί, τη στιγμή που η δόνια Μανουελίτα τον έχει ανάγκη για να μοιράζεται μ’ αυτόν τη μοναξιά της. Παρακολουθούμε λοιπόν την εξέλιξη αυτής της σχέσης ανάμεσα στη δόνια Μανουελίτα, που εξαντλεί όλη την ευαισθησία της στο να φροντίζει τα γεράνια και τα καναρίνια της αυλής του σπιτιού, αλλά και να επικοινωνεί με ένα ολόκληρο κοπάδι αδέσποτων σκύλων, και στον έφηβο Λουισίτο που κοινωνικοποείται επιτέλους αυτονομούμενος με τη βοήθειά της.
«Παλιά οι νύχτες στην πόλη του Μεξικού ήταν γεμάτες ξημερώματα» (Γλυκοχαράματα) Κι ο Φεδερίκο Σίλβα, έβγαινε στις δύο το πρωί στο μπαλκόνι του αρχοντικού του και απολάμβανε το πρωινό που ερχόταν, με τις μυρωδιές των τροπικών δέντρων και της αποξηραμένης λίμνης. Τώρα δυο πανύψηλα κτίρια του έχουν στερήσει τον ορίζοντα, το ταλαιπωρημένο σπογγώδες υπέδαφος της περιοχής μην αντέχοντας τόσο βάρος κατολισθαίνει και το σπίτι του μέρα με την ημέρα γέρνει σαν τον πύργο της Πίζας. Η αυταρχική μητέρα του κάτω από τη σκιά της οποίας ζούσε χρόνια έχει πεθάνει κι ο ίδιος διάγοντας μέσα στη χλιδή του πάμπλουτου εισοδηματία προσπαθεί να φανταστεί το είδος του θανάτου του. Η μοναδική γυναίκα που αγάπησε στα δεκαπέντε της η Μαρία δε λος Άνχελες, «που κάποτε ήταν γοητευτική , αλλά τώρα έμοιαζε με τη βασίλισσα Μαρία-Λουίζα στον πίνακα του Γκόγια», είναι πια μια απλή φίλη του και αυτή που θα διαβάσει την από καιρό προσχεδιασμένη επιστολή που ετοίμασε πριν πεθάνει. Μόνο που η ζωή εδώ ξεπερνάει κάθε φαντασία.
Ο Carlos Fuentes σκιαγραφεί εδώ με περισσή μαεστρία το πορτρέτο ενός μεσοαστού εισοδηματία της πόλης του Μεξικού που αρνείται πεισματικά να παρακολουθήσει τις σύγχρονες εξελίξεις και να συμφιλιωθεί με το καινούργιο που έρχεται. Ενός μεσοαστού που παραδίνεται αμαχητί στο μοιραίο…
«Ο Γιος του Αντρές Απαρίσιο», ο λούμπεν προλετάριος Μπερναμπέ, και η νομοτελειακή πορεία του μέχρι τις τάξεις του παρακρατικού εθνικισμού είναι το τελευταίο θέμα του έργου. Σφόδρα υποβαθμισμένο προάστιο χωρίς όνομα, παράγκα με λαμαρίνες και χαρτόνια, ηλεκτρικό ρεύμα κλεμμένο από τα δημόσια δίκτυα, ένας πατέρας χαμένος χρόνια τώρα , μια μητέρα τρυφερή αλλά αδύναμη και δυο θείοι. Και ακόμη: ένα σχολείο με τάξεις εκατό μαθητών, που μπορείς να το εγκαταλείψεις χωρίς να σε πάρει κανείς είδηση (ευτυχώς που υπάρχουν και τα βενζινάδικα ιδιοκτησίας του λισεντσιάδο Τιν Βεργάρα, όπου μπορείς να κερδίσεις μερικά πέσος καθαρίζοντας παρμπρίζ ). Και παραπέρα ένα εργοστάσιο, όπου οι νεαρές εργάτριες κλείνονται μέσα στα σκοτεινά τις Κυριακές και κάνουν έρωτα στα τυφλά με όποιον τύχει. Ποια άλλη διέξοδος μένει για το νεαρό παλικάρι που δυσκολεύεται μάλιστα να εκφραστεί, που φοβάται τις λέξεις, εκτός από την τυφλή βία του δεξιού παρακράτους της χώρας που σε συνεργασία με την αστυνομία αγωνίζεται να εκπαραθυρώσει τους αριστερούς υπουργούς της κυβέρνησης;
Και πάλι ο Carlos Fuentes με μια θαυμαστή κοινωνική ανάλυση φωτίζει τις αδήριτες βιοτικές ανάγκες , τα πολλαπλά κοινωνικά αδιέξοδα αλλά και τις λαχτάρες εκείνων που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Χωρίς πάθος, αλλά με αμέριστη συμπάθεια για κάθε «παραστρατημένο» που δεν επιλέγει τα μονοπάτια αυτά μόνο και μόνο για να σωθεί από τη μιζέρια και την αφάνεια, αλλά και επιλέγεται για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των δυνατών και των λίγων.

Καλλικράτεια, Αύγουστος 2011

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

Ο Κύριος Πρόεδρος


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΘΣΤΟΡΗΜΑ
ΓΟΥΑΤΕΜΑΛΑ
MIGUEL-ANGEL ASTURIAS
Ο ΚΥΡΙΟΣ ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΑΝΝΑ ΞΕΝΟΥ
ΙΩ. ΚΑΜΠΑΝΑΣ 1971
σελ. 312


Ο Manuel Estrada Cabrera υπήρξε διαβόητος και αιμοσταγής δικτάτορας της Γουατεμάλας από το 1898 ως το 1924. Μεθυσμένος από την εξουσία του αλλά και έντρομος για το επερχόμενο τέλος του, κυβερνούσε έγκλειστος στο πολυτελές παλάτι του με την εύνοια των ΗΠΑ και των διεθνών μεγάλων εταιριών εξαγωγής μπανάνας και καφέ που θησαύριζαν- όπως η United Fruit Company. Η ευνοιοκρατία και η πολιτική διαφθορά, η συνεχής αστυνόμευση και ο τρόμος βασίλευαν στο καθεστώς του, σε συνδυασμό βέβαια με τη φτώχια και την εξαθλίωση των υπηκόων του. Άφησε πίσω του ένα ανεπτυγμένο οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο που ένωνε την πόλη της Γουατεμάλας με τους δυο Ωκεανούς, απαραίτητο βέβαια για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των μεγάλων εταιριών, αλλά και ένα πλήθος από αρχαιοπρεπείς ναούς της Μινέρβας, καθότι θαυμαστής του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού…


Ο Miguel-Angel Asturias γεννημένος στην πόλη της Γουατεμάλας το 1899 βίωσε από «πρώτο χέρι» και στα πιο κρίσιμα χρόνια της νεότητάς του φρίκη του καθεστώτος του Cabrera. Άρχισε λοιπόν τη σύνθεση του εμβληματικού μυθιστορήματός του «Ο κύριος Πρόεδρος» από το 1922 και τη συνέχισε τα επόμενα χρόνια στο Παρίσι (1925-1932). Το έργο βέβαια, για ευνόητους λόγους, ήταν αδύνατο να εκδοθεί στη Γουατεμάλα και δημοσιεύτηκε μετά από εικοσιτέσσερα χρόνια στο Μεξικό (1946), στην Αργεντινή (1948) και στο Παρίσι (1952), όπου μάλιστα κατέκτησε και το βραβείο του «Καλύτερου Ξενόγλωσσου Μυθιστορήματος της Χρονιάς». Το 1967 ο Asturias τιμήθηκε με το βραβείο Nobel, αλλά "για το ζωντανό λογοτεχνικό επίτευγμά του, βαθιά ριζωμένο στα εθνικά γνωρίσματα και παραδόσεις των Ινδιάνων της Λατινικής Αμερικής."

«Ο κύριος πρόεδρος» μεταφράζεται στην Ελλάδα από την Άννα Ξένου και πρωτοκυκλοφορεί το 1971 από τις εκδόσεις «Ιω. Καμπανάς» στη σειρά «Διεθνή Βιβλία». Οι αντιστοιχίες της εποχής με τα έργα και τις ημέρες του δικτάτορα της Γουατεμάλας, μας ενθουσίασαν τότε, όταν το πρωτοδιαβάσαμε. Και αναρωτηθήκαμε πώς ξέφυγε από τις αρπάγες της παντοδύναμης λογοκρισίας που καταδυνάστευε τη χώρα μας. Κάποιες αναφορές μάλιστα που εντοπίσαμε στη μετάφραση για το δυσοίωνο πουλί, το φοίνικα, που ξαναγεννιέται από τη στάχτη και τη μισητή ημερομηνία της «21 Απριλίου» μας είχαν οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι αποτελούσαν επινοήσεις της μεταφράστριας, για να καταστήσει εμφανέστερη την αναλογία των εποχών… Η απορία παραμένει μέχρι σήμερα…

Το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε στη συνέχεια, με την ίδια μετάφραση, από τις εκδόσεις «Πλέθρον». Ελπίζουμε επιμελημένο, γιατί η πρώτη του έκδοση, την οποία είχαμε υπόψη μας, όταν συντάσσαμε την παρούσα ανάρτηση, ήταν αρκετά πρόχειρη, καθώς έβριθε από τυπογραφικές αβλεψίες, ακολουθούσε μια παρωχημένη ορθογραφία και ήταν τυπωμένη βέβαια στο πολυτονικό σύστημα…
Το έργο, παρά το ότι συμπλήρωσε εξήντα πέντε χρόνια από την πρώτη του έκδοση, παραμένει και σήμερα αειθαλές και πάντα επίκαιρο, καθώς το κλίμα και οι συνθήκες στις οποίες αναφέρεται δεν λείπουν από τις μέρες μας. Η παντοδυναμία του στρατού και της αστυνομίας, οι στημένες δίκες στα στρατοδικεία, οι προκατασκευασμένες κατηγορίες κατά των διαφωνούντων, ο αθέμιτος πλουτισμός των δικαστικών και των στρατιωτικών, η πανταχού παρούσα ευνοιοκρατία (ποτέ δεν λείπουν οι κόλακες της εξουσίας), οι εξαφανίσεις των «εχθρών του κυρίου Προέδρου», οι εκτελέσεις των αντιπάλων του μετά από στημένες δίκες, όλα περιγράφονται με τον πιο γλαφυρό και διεξοδικό τρόπο. Και καθώς το έργο διαπνέεται και από μια αναμφισβήτητη ποιητική πνοή υψηλής αξίας , οι περιγραφές αυτές γοητεύουν και συγκινούν και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη.
Ο συγγραφέας αποφεύγει να αναφερθεί βέβαια σε στοιχεία που να καθορίζουν επακριβώς τον τόπο και το χρόνο κατά τον οποίο συμβαίνουν τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται, προσδίδοντας σ’ αυτά μια αξιοπρόσεκτη διαχρονικότητα και καθολικότητα (με εξαίρεση μια αναφορά... στη μάχη του Βερντέν). Και απουσιάζει φυσικά και το όνομα του κυρίου προέδρου, το οποίο κάλλιστα θα μπορούσε να είναι σήμερα Ιωάννης Μεταξάς, Γεώργιος Παπαδόπουλος, Αγκούστο Πινοσέτ, ή Νικολάι Τσαουσέσκου…

Ο Αστούριας πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στη Μαδρίτη, και πέθανε το 1974. Είναι θαμμένος στο Cimetière du Père Lachaise στο Παρίσι.



Καλλικράτεια, Αύγουστος 2011

Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2011

Μια Κάποια Μιγάδα

ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΓΟΥΑΤΕΜΑΛΑ
MIGUEL ANGEL ASTURIAS
ΜΙΑ ΚΑΠΟΙΑ ΜΙΓΑΔΑ
BELL 1998
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΠΑΜΠΗΣ ΛΥΚΟΥΔΗΣ
σελ. 480


Ο ξυλοκόπος Γιουμί , που ζει με τη γλυκιά και υποταχτική γυναίκα του τη Νινιλόχ στο χωριό Κιαβικούς, έχει απαυδήσει πια από τα βάσανα της φτώχειας. Αποφασίζει λοιπόν να κλείσει μια μυστική συμφωνία με τον Ταζόλ, το δαίμονα του καλαμποκιού: αυτός να του πουλήσει τη γυναίκα του κι ο δαίμονας να του χαρίσει τα αμέτρητα πλούτη που ονειρεύεται. Έτσι και γίνεται. Από τη μια στιγμή στην άλλη αποχτά απέραντες φυτείες, άλογα, υποστατικά, υπηρέτες και-το σημαντικότερο-τη μαγική ικανότητα να μετατρέπει τα καλαμποκόφυλλα σε πέσος! Συναντά μάλιστα και μια σαγηνευτική μιγάδα, ενσάρκωση της Σελήνης, που τον τρελαίνει με τον άγριο ερωτισμό της…Την οποία και παντρεύεται! Γρήγορα όμως νοσταλγεί τη Νινιλόχ και παρακαλεί τον Ταζόλ να του τη φέρει πίσω. Κι εκείνος του κάνει τη χάρη, αλλά με δυο όρους: Η Νινιλόχ θα είναι στο εξής…νάνα και-αφού η συμφωνία έχει παραβιαστεί- τα πλούτη του Γιουμί θα εξαφανιστούν, όπως και η ικανότητά του να μετατρέπει τα φύλλα του καλαμποκιού σε χαρτονομίσματα… Και το ζευγάρι , ευτυχισμένο που ξανάσμιξε, αλλά πάμφτωχο, παίρνει τους δρόμους για να φτάσει στην Τιεραπαουλίτα, την πόλη που ορίζει ο ιθαγενής δαίμονας Καστόκ, με σκοπό να γίνουν μάγοι… Η συνέχεια μετά τη σελίδα 154

Ο μάγος της ισπανόφωνης λογοτεχνίας από τη Γουατεμάλα Μιγκέλ Άνχελ Αστούριας, δημοσιεύει αυτό το παράδοξο μυθιστόρημα το 1963, ένα έργο που διχάζει τους κριτικούς, οι οποίοι και αναρωτιούνται: ποιος είναι ο στόχος του μεγάλου δημιουργού; Να μεταφέρει κάποιο έντεχνα μεταμφιεσμένο μήνυμα κοινωνικής κριτικής, μιας κριτικής που χαρακτήριζε όλα τα προηγούμενα έργα του και ιδίως το αριστούργημά του «Ο κύριος Πρόεδρος» (1946), για το οποίο κυρίως και τιμήθηκε το 1967 με το βραβείο Νόμπελ; Αυτό μπορεί να το δει κανείς στο διάλογο που διαμείβεται ανάμεσα σ' έναν φουκαρά Ινδιάνο και το νεωκόρο του ναού της Τιεραπαουλίτα, καθώς η πόλη έχει καταληφθεί πια από τον χριστιανό δαίμονα Καντάνγκα:


Ο νεωκόρος: "Από δω και μπρος , όταν θα κατεβαίνεις από τα βουνά σου, να έρχεσαι κατευθείαν στο πρεσβυτέριο, όπου θα σου δίνουμε πάντοτε άσυλο, γιατί είναι έργο φιλαλληλίας να γδύνουμε όσους είναι γυμνοί! (Γέλασε με το λαθος του, που λάθος δεν ήταν, γιατί ο Ινδιάνος ήταν στην ουσία γυμνός, μόλις τον σκέπαζε ένα σώβρακο και μια πουκαμίσα, που ήταν κουρέλια). Κι αν πεινάς θα τρως μαζί μου. Τι έργο φιλευσπλαχνίας να αφαιρείς την τροφή απ΄αυτούς που πεινούν! Ε, ναι, γιατί αλλιώς αποχτούν τη συνήθεια να τρώνε! (Και έβαλε ξανά τα γέλια)

Μήπως πάλι επιχειρεί να μας δώσει μια ερμηνεία του συγκρητισμού της θρησκείας των αυτοχθόνων ινδιάνων της χώρας του με το χριστιανισμό; Εδώ αξίζει να σημειώσουμε τον –επινοημένο βέβαια- μύθο της καταγωγής και της διάδοσης του καπνόφυτου: Όταν ο Καντάνγκα ήταν ακόμη αρχάγγελος, πληροφόρησε το θεό ότι ανακάλυψε «το μοναδικό φυτό που σκέφτεται». Έντρομος ο Θεός τον διέταξε να το κάψει. Εκείνος όμως το πέταξε από τους αιθέρες στη γη. Και τότε ο θεός για να τον τιμωρήσει τον μετέτρεψε από αρχάγγελο σε αρχηγό των επαναστατημένων αγγέλων που γκρεμίστηκαν στα Τάρταρα. Το φυτό, που στο μεταξύ είχε φυτρώσει και εξαπλωθεί στην Τιεραπαουλίτα το απολάμβαναν-καλά κρυμμένο από τον Καντάγκα- αποκλειστικά οι ιθαγενείς δαίμονες-υποτελείς του Καστόκ. Όταν όμως ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και κατέπλευσαν στο Νέο Κόσμο οι κονκισταδόροι με το χριστιανό δαίμονα επικεφαλής, οι ιθαγενείς δαίμονες του επέστρεψαν το σκεπτόμενο φυτό «γνωρίζοντας πολύ καλά ότι αυτή θα η ήταν η εκδίκησή τους εναντίον του λευκού ανθρώπου!»

Ή μήπως ο μεγάλος συγγραφέας έχει κατά νου να δημιουργήσει ένα έπος της σεξουαλικής απελευθέρωσης ή να στήσει μια μεγαλειώδη φάρσα στους κριτικούς της λογοτεχνίας και στους «κουλτουριάρηδες» αναγνώστες; Ας αποφασίσει ο κάθε αναγνώστης για όλα αυτά.
Με την προϋπόθεση βέβαια ότι θα διαβάσει το έργο όχι-μόνο- ως παιδικό παραμύθι, αλλά κυρίως ως ποιητικό δημιούργημα, στο οποίο η λέξη, η φράση, η εικόνα παραπέμπει αυτή καθεαυτή σε ένα καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Και -προς θεού-χωρίς να ψάχνει για κρυφά νοήματα όπως τον δίδαξαν στο σχολείο. Σ’ αυτό βοηθάει βέβαια κατεξοχήν και η αριστοτεχνική μετάφραση του αλησμόνητου (+1910) Μπάμπη Λυκούδη. Χωρίς αυτή είναι βέβαιο ότι το έργο έχανε το μεγαλύτερο μέρος της αξίας του. Ένα δείγμα του ύφους του έργου αλλά και της μεταφραστικής δεινότητας του Μπάμπη Λυκούδη:

Ο χορός των Γιγαντόπουλων άρχισε μέσα σε ομοβροντία ανεμοθύελλας: τα σύννεφα συγκρούονταν με τα κέρατα των ταύρων, οι βροντές σφυροκοπούσαν, η βροχή χαστούκιζε, το χαλάζι έγδερνε, τα βράχια έδιναν γονατιές, οι κληματσίδες μαστίγωναν και τα δέντρα έδιναν αγκωνιές που έσβηναν σ’ έναν ωκεανό περιτριμμάτων από καλάμια και ξερόφυλλα. Το ίδιο γινόταν και στην πόλη: οι χριστοί συγκρούονταν μεταξύ τους και οι άγιοι το ίδιο μέσα στο μισόφωτο της εκκλησίας, όπου έβρεχε ξύλινα σκουλήκια. Χερούλια χτυπούσαν, πόρτες βροντούσαν, στα χάνια και στα μαγέρικα, όπου αόρατα ποδοκροτούσαν ανάμεσα στο θόρυβο των κατσαρολιών, των σκουτελιών και των σκουπόξυλων, τακούνια, βήματα αυτών που έφευγαν ή κυλούσαν χωρίς πόδια, χωρίς χέρια, μέσα στις αυλές, ανάμεσα στα ρούχα που είχαν πέσει από τα σκοινιά, και τις κομματιασμένες γλάστρες…


Ο Αστούριας έχει χαρακτηριστεί γι αυτό το έργο του ως ο Bosh της λογοτεχνίας. Και πράγματι θα παρελάσουν μπροστά στα μάτια του αναγνώστη μια σειρά από ιστορίες και σκηνές χωρίς αρχή και τέλος και, το σπουδαιότερο, χωρίς λογική συνοχή. Ένας απέραντος «Κήπος των Ηδονών». Όπου η αχαλίνωτη φαντασία, οι κοινωνικές νύξεις για τους ιθαγενείς που δεν είχαν ποτέ στον ήλιο μοίρα, το ερωτικό παραλήρημα, η γοητεία του τροπικού τοπίου και συχνά ένας υφέρπων σαρκασμός συνθέτουν έναν πρωτόγνωρο πίνακα που μαγεύει τον αναγνώστη.
Το βιβλίο είναι από καιρό εξαντλημένο. Μπορεί να το εντοπίσει κανείς ξεχασμένο στα ράφια κάποιων μεγάλων βιβλιοπωλείων Διαφημίζεται ακόμη και στο διαδίκτυο από τις σελίδες παλαιοβιβλιοπωλείων.
Καλλικράτεια, Αύγουστος 2011

Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2011

Ο Μεγάλος Χωρισμός


ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΤΟΥΡΚΙΑ
KEMAL ANADOL
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΜΠΑΤΖΗΣ
ΘΕΜΕΛΙΟ 2009
σελ. 568


Μια εκτεταμένη και πολύχρωμη τοιχογραφία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας , κυρίως της Ιωνίας, των αρχών του εικοστού αιώνα. Αν κάτι αποζημιώνει τον Έλληνα αναγνώστη για το χρόνο που θα χάσει να την περιηγηθεί, αυτό είναι η προσπάθεια του συγγραφέα να ερμηνεύσει τα ιστορικά γεγονότα των χρόνων 1902-1922 με νηφάλιο μάτι, ξένο από κάθε εθνικισμό, ελληνικό ή τουρκικό. Παραθέτει μάλιστα και αυτούσια ντοκουμέντα από τον ελληνικό τύπο της εποχής, τα οποία ελέγξαμε και διαπιστώσαμε ότι είναι ακριβή. (Όπως λ.χ. το τηλεγράφημα του Κ.Κ.Ε. προς το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα που δημοσίευσε ο «Ριζοσπάστης στις 27-8-1922, στη σελ. 522).
Μόνο που τα γεγονότα εξιστορούνται σαν να πρόκειται για ιστορικό δοκίμιο και όχι για μυθιστόρημα και καταλήγουν να λειτουργούν εις βάρος της μυθιστορηματικής πλοκής του έργου, η οποία είναι υποτυπώδης και θυμίζει πρωτόλειο. Οι ήρωες , χωρίς χυμό, χωρίς σάρκα και οστά, χωρίς αισθήματα, παρελαύνουν σαν μαριονέτες από μπροστά μας χωρίς να πείθουν. Καμιά σύγκριση λοιπόν με τα έξοχα «Ματωμένα χώματα» της Διδώς Σωτηρίου…
Το έργο διαβάζεται εύκολα χωρίς να συναρπάζει, μάλλον από περιέργεια. Η οποία περιέργεια αυξάνεται με τη σημείωση που υπάρχει στην αρχή του έργου ότι στη μετάφραση έχουν αποκοπεί τμήματά του «με υπόδειξη του ίδιου του συγγραφέα»…
Ο Κεμάλ Αναντόλ γεννήθηκε το 1941. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή της Άγκυρας και εργάστηκε ως δικηγόρος και δημοσιογράφος. Το 1963 έλαβε το βραβείο Γιουνούς Ναντί, που δίνεται στους καλύτερους αρθρογράφους και το 1994 το βραβείο Ειρήνης και Φιλίας Αμπντί Ιπεκτσί. Έχουν κυκλοφορήσει τα βιβλία του: "Οι μέρες της 12 Σεπτέμβρη", "Τα ανθρώπινα τοπία από το Μάλτεπε της Χαρταλιμής στο Σαγμαλτζιλάρ", "Τα Μετά Χριστόν", "Όχι στο θερμοηλεκτρικό σταθμό", "Απέναντι όχθη". Ο Κεμάλ Αναντόλ είναι σήμερα βουλευτής Σμύρνης του Λαϊκού Κόμματος στην 22η περίοδο της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης.

4 Μαϊου 2009

Χαμάμ Βαλκάνια



ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΣΕΡΒΙΑ
VLADISLAV BAJAC
ΧΑΜΑΜ ΒΑΛΚΑΝΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΑΡΙΑ ΚΕΣΙΝΗ
ΚΕΔΡΟΣ 2011
σελ. 400

Ο Σέρβος συγγραφέας και εκδότης Βλαντισλάβ Μπάγιατς (Βελιγράδι, 1954) διάλεξε να ασχοληθεί στο τελευταίο του μυθιστόρημα με τον ομοεθνή του Μπάγιτσα Σοκόλοβιτς, τον οποίο απήγαγαν βίαια το 1523 και σε ηλικία δέκα οχτώ χρονών οι απεσταλμένοι του σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή από το ορθόδοξο μοναστήρι του Μιλέσεβο, όπου φοιτούσε ως δόκιμος μοναχός, και τον οδήγησαν μαζί με άλλους νέους στην Κωνσταντινούπολη, για να τον εκπαιδεύσουν ως στέλεχος της κρατικής μηχανής της Υψηλής Πύλης. Εδώ επομένως δεν έχουμε κάποια κλασική περίπτωση παιδομαζώματος, όπου κατά διαστήματα νέα αγόρια μέχρι οχτώ χρονών συγκεντρώνονταν από συγκεκριμένες περιοχές της Αυτοκρατορίας για να υπηρετήσουν ως γενίτσαροι τον τουρκικό στρατό.
Παράλληλα όμως με τη ζωή του Σοκόλοβιτς, ο συγγραφέας επέλεξε να παρακολουθήσει και την πορεία του μεγάλου αρχιτέκτονα Μιμάρ Σινάν. Κι αυτό γιατί οι δυο άντρες υπήρξαν σύγχρονοι και δεμένοι μεταξύ του με μια συγκινητική φιλία. Εξάλλου κι εκείνος υπήρξε «εξωμότης» από κάποιο ελληνικό χωριό της ορθόδοξης Καππαδοκίας. Επιπλέον «και οι δύο ήταν πεπεισμένοι ότι διαφορετικοί λαοί μπορούν να ζουν σε έναν άνθρωπο. όπως ακριβώς ο ίδιος λαός μπορεί να ζει σε διαφορετικούς ανθρώπους.» (σελ. 328)
Ως εδώ θα συμπέραινε κανείς ότι έχουμε να κάνουμε με ένα τυπικό ιστορικό μυθιστόρημα. Αυτό όμως δε συμβαίνει, γιατί τον συγγραφέα δεν τον απασχολεί αποκλειστικά αυτή η ιστορική πορεία του ήρωά του, αλλά η διερεύνηση του διχασμού της προσωπικότητάς του (ο μεταφραστής χρησιμοποιεί τον όρο δυισμός ), καθώς ο Μπάγιστα μπορεί να αλλαξοπίστησε και να άλλαξε το όνομά του σε Μεχμέτ, δεν απέβαλε όμω τις μνήμες και τα βιώματά του από την προηγούμενη ζωή του. Έτσι από τα υψηλά αξιώματα τα οποία κατά καιρούς κατέκτησε ενδιαφέρθηκε και βοήθησε την παλιά του πατρίδα με κάθε τρόπο, ιδρύοντας το ορθόδοξο πατριαρχείο του «Ιπεκίου» (Πετς) και χρηματοδοτώντας μια πληθώρα από έργα και ιδρύματα κοινής ωφελείας. σε συνεργασία με τον Μιμάρ Σινάν, τόσο στο Βελιγράδι, όσο και στην πατρίδα του τη Βοσνία. Ένα μάλιστα από τα κτίσματά του είναι και το πασίγνωστο-από τον συμπατριώτη του Ίβο Άντριτς-γεφύρι του Δρίνου. Αυτός ακριβώς ο λόγος όπλισε το χέρι ενός φανατικού κάποιας εξτρεμιστικής μουσουλμανικής σέχτας που τον δολοφόνησε εν ψυχρώ.
Παρακολουθούμε λοιπόν την πορεία του Χατζή Μεχμέτ Πασά Σοκολού και την ανάδειξή του ως το πιο ψηλό αξίωμα της οθωμανικής αυτοκρατορίας, εκείνο του πρώτου βεζίρη της Πύλης, για πενήντα τρία συναπτά χρόνια, ως τη δολοφονία του το 1579. Αλλά παράλληλα- και κυρίως - ιχνηλατούμε τις πράξεις και τις ενέργειές του από μιαν άλλη, πρωτοφανέρωτη σκοπιά: ο ήρωάς μου δεν αισθάνεται ούτε χριστιανός , ούτε μουσουλμάνος, ούτε Σέρβος ούτε Τούρκος. Ή αισθάνεται και τα δύο μαζί,,,
Δύσκολο, ομολογουμένως, εγχείρημα, καθώς ο συγγραφέας, για να μας αναγκάσει να παρακολουθήσουμε την πορεία των σκέψεών του καταφεύγει σε ένα αμφίβολης αποτελεσματικότητας λογοτεχνικό τέχνασμα: χρησιμοποιεί τη μέθοδο των παρένθετων κεφαλαίων (τα οποία αριθμούνται μάλιστα με τη λατινική αρίθμηση) στα οποία ο ίδιος προσωπικά, ως παρένθετος ήρωας του έργου, σχολιάζει και επεκτείνει στην εποχή μας κατά το δοκούν τα γεγονότα της κύριας αφήγησης, κάποια από τα οποία όντως αποδεικνύονται πειστικά και εύστοχα. Άλλα όμως είναι ολοφάνερα «τραβηγμένα από τα μαλλιά». Αυτά θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν, στην καλύτερη περίπτωση, ως επιστημονικές ανακοινώσεις σε περιοδικά γλωσσικού ή ιστορικού ενδιαφέροντος. Ο προσεχτικός αναγνώστης εύκολα μπορεί να τα εντοπίσει. Αυτά τα σχόλια ώθησαν τον συγγραφέα να προσθέσει στον υπότιτλο του έργου: "Μυθιστόρημα και άλλα διηγήματα". Μια ακόμη «καινοτομία» του συγγραφέα είναι ο σχολιασμός των γεγονότων του έργου σε συνεργασία με τον Τούρκο νομπελίστα συγγραφέα Ορχάν Παμούκ. Με την έννοια ότι το θέμα αγγίζει κι εκείνον, από άλλη οπτική γωνία. Ο σχολιασμός μάλιστα αυτός πραγματοποιείται στο Χαμάμ που ίδρυσε ο Σοκόλοβιτς κοντά στο γεφύρι του Δρίνου! Όλες αυτές οι καινοτομίες οδήγησαν κάποιους να χαρακτηρίσουν το μυθιστόρημα «μεταμοντέρνο»! Τι να πει κανείς…
Την πιστότητα βέβαια του ιστορικού υλικού που έχει συγκεντρώσει ο συγγραφέας είναι δύσκολο να την κρίνει ο μη ειδικός αναγνώστης. Μια παρατήρηση μόνο που αφορά τη Βυζαντινή τέχνη. Στη σελ. 300 αναφέρεται ότι «στην Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης προσεύχονταν στο Χριστό πεντακόσια ολόκληρα χρόνια, ενώ τα εκατό τελευταία υποκλίνονται στον Αλλάχ» Και είναι γνωστό ότι ο ναός μετατράπηκε σε τζαμί 916 χρόνια μετά από τα εγκαίνιά του…
Αλλά και μετάφραση του έργου φαίνεται ότι υστερεί. Σολοικισμοί, ασάφειες, ορθογραφικά λάθη… Ενδεικτικά αναφέρουμε:
Ο Μπάγιστα και ο Σινάν επηρέασαν τη μέρα τους αποφασίζοντας να κάνουν έναν περίπατο (σελ.122)
Η ένωση των δύο όχθεων του ποταμού (σελ. 346)
Μια όσμωση ευχέρειας και δυσχέρειας (σελ. 127)
Το μυθιστόρημα έχει μεταφραστεί σε αρκετές βαλκανικές χώρες και έχει τιμηθεί με το βραβείο BALKANIKA 2008


Καλλικράτεια, Αύγουστος 2011





Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2011

Η Σκιά του Εαυτού μας

ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΧΙΛΗ
LUIS SEPULVEDA
Η ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΜΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ
OPERA 2009
σελ. 148

Το μυθιστόρημα του χιλιανού μυθιστοριογράφου Luis Sepulveda (γεν. 1949) «Η Σκιά του Εαυτού μας» υπήρξε για μας μια αποκάλυψη. Κι αυτό γιατί ο σύγχρονός μας αυτός συγγραφέας κατορθώνει να συνδυάσει μια άκρως ενδιαφέρουσα αστυνομική πλοκή, μια κριτική της δικτατορίας του Πινοσέτ –και όχι μόνο-που σπάει κόκαλα , μια πηγαία ανθρωπιά και ευαισθησία που δεν αφήνει κανέναν ασυγκίνητο, αλλά και μια αίσθηση του χιούμορ που δίνει άλλη διάσταση στις στιγμές της δραματικής κορύφωσης του έργου.
Πρόκειται για ένα «λαϊκό» μυθιστόρημα, χωρίς περίπλοκες προσπάθειες επίδειξης ύφους ή γλωσσικών ακροβασιών, που διαβάζεται απνευστί (το μέγεθός του εξάλλου δεν είναι απαγορευτικό) και, παρόλο που το υπόβαθρό του σχετίζεται με τη σύγχρονη ιστορία της Χιλής, ο Έλληνας αναγνώστης ελάχιστα δυσκολεύεται να το παρακολουθήσει, ίσως εξαιτίας των αυτονόητων αντιστοιχιών του με την ελληνική περιπέτεια της ίδιας εποχής. Η επίσημη θέση λχ του ΚΚ της Χιλής ότι ο Τσε ήταν προβοκάτορας και όργανο της CIA, ακόμη και μετά την εκτέλεσή του, κάτι πρέπει να μας θυμίζει, τους παλιότερους...

Tο βασικό θέμα του μυθιστορήματος είναι ένα επεισόδιο αστυνομικής υφής των πρώτων χρόνων της χιλιανής μεταπολίτευσης, στο οποίο πρωταγωνιστούν τέσσερις παλαίμαχοι του αντιδικτατορικού αγώνα της Χιλής, που μετά από τριάντα χρόνια αυτοεξορίας στην Ευρώπη , έχουν επιστρέψει στο Σαντιάγο και δεν εννοούν να εγκαταλείψουν τις παλιές συνωμοτικές τους συνήθειες. Ανεπάγγελτοι, άστεγοι και ανέστιοι θα εμπλακούν σε μια επιχείρηση κοινού ποινικού ενδιαφέροντος με την πεποίθηση ότι η κοινωνία της χώρας τους τούς οφείλει πολλά για τα χρόνια που σπατάλησαν στον αγώνα τους για τη δημοκρατία.
Τους διαφεύγει όμως μια ευρηματική ρήση από το «Γατόπαρδο» του Giovanni Lampedusa, το ότι δηλαδή «πρέπει να τ’ αλλάξουμε όλα, αν θέλουμε να παραμείνουν τα ίδια!» Και δυστυχώς γι αυτούς κατά τα χρόνια της απουσίας τους από τη χώρα έχουν αλλάξει όλα, με αποτέλεσμα να μην έχει αλλάξει στην ουσία τίποτε…
Στα χρόνια της δικτατορίας του Πινοσέτ, καθώς θυμούνται οι πρώην ένθερμοι οπαδοί διαφόρων αριστερών κομμάτων και γκρουπούσκουλων «η ζωή είχε γεμίσει μαύρες τρύπες που βρίσκονταν παντού: κάποιος κατέβαινε στο σταθμό του μετρό και δεν ξανάβγαινε ποτέ, κάποιος έμπαινε σ’ ένα ταξί και δεν έφτανε ποτέ στο σπίτι του, κάποιος έλεγε πως λαχταρούσε μια άσπρη μέρα και τον έτρωγε το μαύρο σκοτάδι»

Και τώρα; «Όσοι επέστρεφαν από την εξορία έχαναν τον προσανατολισμό τους. Η πόλη τους δεν ήταν πια η ίδια, έψαχναν τα μπαρ τους και εύρισκαν κινέζικα μαγαζιά, στη θέση του φαρμακείου της παιδικής τους ηλικίας, τώρα έστεκε ένα στριπτιζάδικο, το παλιό σχολείο ήταν τώρα μάντρα αυτοκινήτων και το σινεμά της γειτονιάς είχε μετατραπεί σε ναό των πεντηκοστιανών. Έτσι, απροειδοποίητα τους είχαν αλλάξει τη χώρα!»
Είχε προηγηθεί βέβαια η ψυχρολουσία που δοκίμασαν ζώντας σε χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» στις οποίες είχαν καταφύγει με τη θέλησή τους: στη Ρουμανία, «τη χώρα των Καρπαθίων που τη διοικούσε ο σύντροφος Νικολάε Τσαουσέσκου, ο τιτάνας των τιτάνων, και η σύντροφός του Έλενα, η νεράιδα των νεράιδων» και στη Γιουγκοσλαβία «την πατρίδα του στρατάρχη Τίτο, του μοναδικού αντιφασίστα παρτιζάνου που έφτασε να γίνει αρχηγός κράτους».

Στην υπόθεση εμπλέκεται και ο απαραίτητος αστυνομικός επιθεωρητής, μόνο που ο συγγραφέας φιλοτεχνεί το πορτρέτο του με μια σειρά από τόσο αντισυμβατικά χαρακτηριστικά που αποδεικνύουν σε τελευταία ανάλυση ότι τα πράγματα «δεν έχουν παραμείνει τα ίδια..."
Βέβαια οι νεκροί τους, των χρόνων του αντιδικτατορικού αγώνα, έχουν στοιχειώσει τη τη ζωή τους. Και δεν είναι λίγοι. Αλλά «ο Κάτσο Σαλίνας, όποτε θυμόταν τους νεκρούς του, τους θυμόταν πάντα χαμογελαστούς και κατάλαβε πως δεν υπάρχει καταστροφή που να μην την ξεπερνάει κανείς μ’ ένα καλό ξέσπασμα γέλιου"


Καλλικράτεια, Αύγουστος 2011
(Στην Ολυμπία που ανακάλυψε και μου χάρισε το βιβλίο, αποδεικνύοντας έτσι ότι τα ενδιαφέροντά της δεν εξαντλούνται στα φυτά και στα λουλούδια.)

Κυριακή, 7 Αυγούστου 2011

Ο Βάαλ της Βαβυλώνας

ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
IΣΠΑΝΙΑ
FERNANDO ARRABAL
Ο ΒΑΑΛ ΤΗΣ ΒΑΒΥΛΩΝΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΙΓΚΟΣ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 1998
σελ. 140


Το μόνο που θυμάται το παιδί από τον πατέρα του είναι ότι κάποτε στην παραλία της Μελίγια εκείνος του έθαβε τα πόδια στην άμμο. Άλλο τίποτε. Σκοτάδι. Σκαλίζει απεγνωσμένα τα μπαούλα με τις παλιές φωτογραφίες. Σ΄ όλες το παιδί με τη μητέρα του αγκαλιά. Σε κάποιες και μια ανδρική μορφή με το κεφάλι κομμένο προσεχτικά με ξυράφι. Α, ναι, και η πίπα που κάπνιζε κάποτε ο πατέρας του. Αργότερα, στο Βίγια Ραμίρο (το παιδί ήταν απόν), άκουγε συχνά τους δικούς του να του διηγούνται για τη σύλληψη του φωτισμένου δάσκαλου του χωριού:
Η γιαγιά: «αυτό συνέβη πριν το χάραμα…Καλά να πάθει αυτός ο αναρχικός!»
Η θεία Κλάρα: «Πρέπει να ήταν τέσσερις το πρωί…Καλά να πάθει, αυτός , ο άθεος!»
Ο παππούς κάπνιζε ένα τσιγάρο.
Από εκεί ξεκινάει η ισπανο-χριστιανική εκπαίδευσή του:
Το «βρυσάκι», κάτω από το παντελόνι του, έπρεπε απαραίτητα να βρίσκεται αριστερά. Αλλιώς θα γινόταν κορίτσι.
Αν δεν διέσχιζε το μακρύ κατασκότεινο διάδρομο του σπιτιού του χωρίς να φοβάται, θα ήταν κότα.
Για να φιλήσει το χέρι της μητέρας του έπρεπε να ακολουθήσει μια ολόκληρη και λεπτομερή τελετουργία.
Κάθε βράδυ έπρεπε να μαστιγώνει γυμνή στο δωμάτιό της τη θεία Κλάρα, για να μην ξεχνάει τη μαστίγωση του Χριστού…
Στο νεκροταφείο του χωριού, έπρεπε να φτύνει και να πετάει χούφτες χώματα στα πτώματα των αναρχικών που συσσώρευαν καθημερινά οι πολιτοφύλακες.
Και κοντά σ’ αυτά έπρεπε να περιμένει τον παππού να πεθάνει «σκεπασμένος με τον ιερό μανδύα της Παναγίας της Πιλάρ». Κι εκείνος να μην πεθαίνει και να κλάνει συνέχεια κάτω από τον μανδύα..
Και αργότερα, στη Μαδρίτη, έφηβος πια, να είναι ανεπίδεκτος μαθήσεως , όταν στη σχολή όφειλε να επιδεικνύει πνεύμα στρατιωτικής πειθαρχίας, για να γίνει αεροπόρος, όπως ονειρευόταν η μητέρα του…
Και από δίπλα του συνεχώς η μητέρα-δυνάστης και ευνούχος, αλλά και σαγηνευτική συνάμα με τα λευκά της γόνατα και την υγρή της γλώσσα, να του τονίζει με κάθε ευκαιρία ότι αυτή θυσιάστηκε για τα παιδιά της , ενώ «εκείνος , ο αχαΐρευτος, σας εγκατέλειψε για μια ιδεολογία» Και ο πατέρας να σαπίζει στη φυλακή…
Ο Φερνάντο Αραμπάλ (γεννημένος το 1932 στη Μελίγια) συνέθεσε αυτό το χρονικό βαρβαρότητας της εποχής της εθνικιστικής Ισπανίας το 1957 , σε ηλικία είκοσι πέντε χρονών. Όσο χρειάζεται νωρίς για να κρατάει ζωντανές τις μνήμες εκείνης της εποχής, αλλά και όσο αργά χρειάζεται αργά για να μετουσιώνει τις μνήμες αυτές σε τέχνη. Ο ίδιος υπήρξε στον αιώνα του ένας χαρακτηριστικός τύπος «homo universalis»: δραματικός συγγραφέας κατεξοχήν (Νεκροταφείο Αυτοκινήτων), μυθιστοριογράφος (Η Κόρη του Κινγκ Κονγκ), σκηνοθέτης κινηματογραφικών ταινιών (Θα καλπάσω σαν άλογο τρελό), δοκιμιογράφος (Αποτυχία και Μύθος), ποιητής και ζωγράφος.
Ο τίτλος του έργου παρμένος από τη Βίβλο, αναφέρεται σε μια ρήση του θεού «Θα τιμωρήσω τον Βάαλ της Βαβυλώνας!» και το ίδιο το έργο πρέπει να περιέχει ένα πλήθος από αυτοβιογραφικά στοιχεία. Η κατάταξή του στο είδος του μυθιστορήματος είναι συζητήσιμη. Ο λιτός και πυκνός λόγος του -σχεδόν επιγραμματικός-, καθώς και μια σαφής σκηνική αντίληψη που το χαρακτηρίζει θα μπορούσε άνετα να το εντάξει στο θεατρικό είδος. Κάποιος ρηξικέλευθος σκηνοθέτης θα μπορούσε, πιστεύουμε, να το ανεβάσει στη σκηνή με μεγάλη επιτυχία (αν δεν έχει ήδη συμβεί). Ο Βάαλ της Βαβυλώνας «μας διηγείται τη βάρβαρη, όσο και σαγηνευτική ιστορία μιας παιδικής ιστορίας τσακισμένης πρόωρα, καθώς η χώρα που τη νανούρισε»


Η μετάφραση του έργου δυστυχώς από τα γαλλικά. Αν δώσουμε βάση στο ιταλικό "tradutore e produtore' (ο μεταφραστής είναι προδότης), τότε στην περίπτωσή μας ο μεταφραστής θα είναι διπλά προδότης...


Καλλικράτεια Αύγουστος 2011







Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2011

Ερωτικό Γαϊτανάκι

ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΜΕΞΙΚΟ
SREGIO PITOL
ΕΡΩΤΙΚΟ ΓΑЇΤΑΝΑΚΙ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΚΩΣΤΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2004
σελ. 320

Ο νεαρός ιστοριοδίφης Μιγκέλ ντε Σολάρ σχεδιάζει να ασχοληθεί με ένα θέμα μικροϊστορίας που σχετίζεται με τη χώρα του, το Μεξικό, και συγκεκριμένα με μια σειρά από ανεξήγητα γεγονότα που κατέληξαν σε δολοφονίες, τον Νοέμβριο του 1942. Τα γεγονότα αυτά τα θυμάται ο ερευνητής , καθώς τα έζησε δεκάχρονο παιδί, όταν κατοικούσε στο κτίριο Μινέρβα, ένα μεγαλόπρεπο κτίριο-κιβωτό, όπου διέμεναν εκείνη τη χρονιά ένα πλήθος από μετανάστες, πολιτικούς πρόσφυγες, γόνους παλιών οικογενειών και επιτηδευματίες ανομολόγητων επιτηδευμάτων. Είναι η χρονιά που το Μεξικό κηρύσσει τον πόλεμο κατά του άξονα και η χώρα μετατρέπεται σε άντρο παντοειδών φυγάδων και κατασκόπων. Αυτά τα συμβάντα η κοινή γνώμη τα απέδιδε σε ξεκαθάρισμα λογαριασμών ανάμεσα στις φασιστικές φατρίες που είχαν συρρεύσει τότε στο Μεξικό. Ο ιστορικός όμως ονειρεύεται να φωτίσει μ’ αυτή του την έρευνα τα παρασκήνια της πολιτικής διαμάχης των υπερδυνάμεων της εποχής.
Ξεκινάει λοιπόν μια σειρά από διερευνητικές επαφές με όλα τα πρόσωπα που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα μ’ εκείνα τα γεγονότα. Τριάντα χρόνια μετά. Γρήγορα όμως αντιλαμβάνεται ότι το φιλόδοξο εγχείρημά του δεν πρόκειται να τον οδηγήσει πουθενά. Ο χρόνος που έχει μεσολαβήσει, αλλά κυρίως η προσωπική αντίληψη του κάθε μάρτυρα για την «αλήθεια», τον οδηγούν σε αδιέξοδο. Ο νεαρός ερευνητής είναι υποχρεωμένος να απογυμνώνει τα γεγονότα που του αφηγούνται κάθε φορά οι μάρτυρες από τα προσωπικά τους συμφέροντα, από μίση, πάθη, καθώς και από παντός είδους εμμονές και ιδεοληψίες, που τους διακατέχουν. Οι μαρτυρίες για ένα συγκεκριμένο γεγονός συγκρούονται η μια με την άλλη σε τέτοιο σημείο που ο αναγνώστης συχνά σχηματίζει την εντύπωση ότι πρόκειται για ολωσδιόλου άσχετα μεταξύ τους γεγονότα. Η «αλήθεια» θαρρείς και είναι ένα σκοτεινό απρόσιτο σημείο στο κέντρο σπειροειδών κύκλων των αφηγήσεων, οι οποίες τη στιγμή που νομίζεις ότι την προσέγγισαν, εκείνοι ανοίγονται και απομακρύνονται απ΄ αυτήν, τόσο που τη χάνουν. Για μια ακόμη φορά ο προσφιλής στους αδαείς μύθος της «αντικειμενικής ιστορίας» κονιορτοποιείται. Κι αυτό από την περιγραφή των γεγονότων, πριν ακόμη οδηγηθούμε στη σύνθεση και την εκτίμησή τους.
Ο συγγραφέας αποδεικνύεται δεξιοτέχνης στην αφήγηση. Ζωντανεύει το λόγο, φωτίζει τα γεγονότα, αλλά και τις προθέσεις των αφηγητών, ερμηνεύει ολόκληρη την ενδιαφέρουσα ιστορία του Μεξικού κατά το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα, με τις δικτατορίες, το συντηρητικό κίνημα των «Κριστέρος», τις επαναστάσεις του Βίγια και του Ζαπάτα, το εικαστικό κίνημα των «muralistas» και τη συνθετική αντίληψη των νεοτερικών ζωγράφων του Μεξικού, όπως είναι η Frida Kahlo και ο Rufino Tamayo. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι για την πασίγνωστη πολιτική διαμάχη της εποχής μεταξύ των σταλινικών και των τροτσκιστών της χώρας που οδήγησε στη δολοφονία του Τρότσκι, μόνο κάποια νύξη γίνεται.
Ο παραπλανητικός τίτλος του έργου (Το Γαϊτανάκι του Έρωτα) που θα μπορούσε να γίνει αιτία παρεξήγησης από τον υποψήφιο αναγνώστη, είναι «κλεμμένος» από μια ταινία της εποχής του Ernst Lubits (1929) και δικαιολογείται από μια συνταρακτική αφήγηση ενός από τους μάρτυρες των «γεγονότων» του έργου. Ο συγγραφέας στο ημερολόγιό του μας εξομολογείται ότι επηρεασμένος από0 τον Σέξπιρ και τον Τίρσο ντε Μολίνα, σκόπευε να συνθέσει μια κωμωδία παρεξηγήσεων με αστυνομική πλοκή και δομή δανεισμένη από τις «Νεκρές Ψυχές» του Γκόγκολ, αλλά και την Αγκάθα Κρίστι. Δηλώνει ακόμη εντυπωσιασμένος ειδικά από το έργο του Τίρσο ντε Μολίνα «Ο Κήπος του Χουάν Φερνάντες», όπου «κανείς δεν ήταν εκείνος που έλεγε ότι είναι, και τα πρόσωπα διχάζονταν χωρίς σταματημό και υιοθετούσαν τις πιο παράλογες μάσκες λες και αυτός ήταν ο μοναδικός τρόπος να συνυπάρξουν με τους υπόλοιπους» (σελ. 182)
Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα, για λόγους ανεξήγητους κατά τη γνώμη μας, αποτελεί μέρος μιας τριλογίας του Σέρχιο Πιτόλ με τίτλο «Το Καρναβάλι» (Τα άλλα δυο είναι η «Συζυγική Ζωή» και η «Εξημέρωση του θεϊκού ερωδιού»).
Ο επιμελητής-μεταφραστής του έργου που επιτελεί ένα μεταφραστικό άθλο, φωτίζοντας αποτελεσματικά τις αμφισημίες του έργου, παραθέτει στην αρχή της έκδοσης έναν «Οδικό χάρτη για κείνον που θα ταξιδέψει στον κόσμο του Πιτόλ» του Αντόνιο Ταμπούκι και στο τέλος ένα άκρως κατατοπιστικό corpus σημειώσεων, καθώς και αποσπάσματα από το προσωπικό ημερολόγιο του συγγραφέα που αναφέρονται στη σύλληψη και συγγραφή του έργου.




Καλλικράτεια, Αύγουστος 2011