Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Προμηθεὺς πλάσας ποτὲ ἀνθρώπους δύο πήρας ἐξ αὐτῶν ἀπεκρέμασε, τὴν μὲν ἀλλοτρίων κακῶν, τὴν δὲ ἰδίων, καὶ τὴν μὲν τῶν ὀθνείων ἔμπροσθεν ἔταξε, τὴν δὲ ἑτέραν ὄπισθεν ἀπήρτησεν. Ἐξ οὗ δὴ συνέβη τοὺς ἀνθρώπους τὰ μὲν ἀλλότρια κακὰ ἐξ ἀπόπτου κατοπτάζεσθαι, τὰ δὲ ἴδια μὴ προορᾶσθαι

Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011

Κυριακάτικο Ψάρεμα




ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

ΡΟΥΜΑΝΙΑ

ADRIAN SITARU

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΨΑΡΕΜΑ (2007)

86 λεπτα

Ο Mihai και η Lubi ξεκινούν ένα κυριακάτικο πρωινό για πικνίκ έξω από μια μεγάλη άχαρη πόλη. Γρήγορα αντιλαμβανόμαστε ότι κάτι σημαντικό δεν λειτουργεί σωστά ανάμεσά τους. Παρά την προσποιητή τρυφερότητα που δείχνουν συνεχώς ο ένας για τον άλλο…Εκείνος, καθηγητής μαθηματικών , είναι αποφασισμένος να παραιτηθεί από τη θέση του, καθώς η διευθύντρια του σχολείου όπου εργάζεται τον πιέζει να μην απορρίψει μαθητές. Δεν είναι διατεθειμένος να απεμπολήσει τις αρχές του. Εκείνη τον ακούει αφηρημένα και μάλλον δεν συμφωνεί με την απόφασή του. Παίζει αδιάκοπα με το κινητό της, καθώς αμφιταλαντεύεται για το αν θα ανακοινώσει στον άντρα της ότι έχει εραστή. Οπότε, κάποια στιγμή, μια νεαρή πόρνη πέφτει κυριολεκτικά πάνω στους τροχούς του αμαξιού τους. Πανικός. Τη σκότωσαν ή όχι; Γρήγορα όμως η προκλητική μικρή πόρνη συνέρχεται και αποδεικνύεται αποφασιστικός καταλύτης για την πορεία της σχέσης του ζευγαριού: με την αφέλειά της και την ανθρωπιά της αποκαλύπτει το μέγεθος της υποκρισίας του ζευγαριού και τους υποχρεώνει να αποδυθούν τις καταλυτικές μικροαστικές αντιλήψεις τους που τους ταλάνιζαν και να πάρουν εκείνες τις αποφάσεις που θα οδηγούσαν τη σχέση τους σε μια νέα τροχιά. Ο Mihai θα αποφασίσει να παρουσιαστεί τη Δευτέρα στη δουλειά του («Μα και φυσικά θα πρέπει να κάνεις αυτό που σου ζητάνε οι εργοδότες σου» θα αποφανθεί η μικρή πόρνη «Κι εγώ το ίδιο κάνω. Και είμαι ευτυχισμένη…») Η Lubi θα ανακοινώσει επιτέλους τηλεφωνικά στον άντρα της ότι έχει σχέση και το ζευγάρι θα κάνει για πρώτη φορά έρωτα στο αυτοκίνητο , λιγο πριν ξεκινήσουν για την πόλη.

Ο σκηνοθέτης δεν προσπαθεί να εξωραΐσει ούτε το αστικό τοπίο που μας συνθλίβει με την ασχήμια και τη μονοτονία του, ούτε το προ- αστικό, με το αραιό δάσος και το ακίνητο και μολυσμένο ποτάμι, όπου το ζευγάρι θα ψαρέψει, θα κρυώσει τις μπίρες του και θα βρέξει τα πόδια του. Σε αντίθεση μ’ κείνο το σημαδιακό για την εποχή του «Γεύμα στη χλόη» του Μανέ. Εδώ τη θέση της γυμνής γυναικείας φιγούρας του πίνακα την καταλαμβάνει επάξια η μισόγυμνη πόρνη που ξέρει τι θέλει και γιατί το θέλει. Η κάμερα ασταθής και αεικίνητη, θαρρείς και αποτυπώνει το τοπίο και τις ανθρώπινες μορφές από μόνη της, χωρίς χειριστή. Πότε στρέφεται στον ουρανό, πότε στο θλιβερό δάσος και κάποτε στις καθιστές φιγούρες από τις πιο απίθανες γωνίες. Μια ακραία εκδοχή του δανέζικου «δόγματος» της κινηματογραφικής τέχνης. Αυτό ενόχλησε σφόδρα τους θεατές της Θεσσαλονίκης αλλά και τους σχολιαστές των κινηματογραφικών ιστοσελίδων…Οι διάλογοι πότε χειμαρρώδεις και εξεζητημένα κοινοτοπικοί, πότε απροσδόκητα αφαιρετικοί, σχεδόν σουρεαλιστικοί, προσθέτουν στην ταινία μια άλλη διάσταση. Εκείνη της αντίστιξης ανάμεσα στην τρέχουσα μικροαστική ηθική και τη ρωμαλέα και ανεπιτήδευτη ηθική των λαϊκών στρωμάτων. Ο σκηνοθέτης Adrian Sitaru κατάγεται από την Timisoara, γεννήθηκε το 1971 και έχει σκηνοθετήσει πολλές μικρού μήκους ταινίες , καθώς και ταινίες για την τηλεόραση. Το «Κυριακάτικο Ψάρεμα» (και όχι… Κάλεσμα , όπως εκ παραδρομής μάλλον αποδόθηκε στα ελληνικά) τιμήθηκε με το ειδικό βραβείο της κριτικής επιτροπής , καθώς και με τον«Αργυρό Αλέξανδρο» στο 49ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (2008)

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

Τρία Τραγούδια για το Κοσσυφοπέδιο



ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΑΛΒΑΝΙΑ
ISMAIL KADARE
ΤΡΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΠΕΝΘΙΜΑ
ΓΙΑ ΤΟ ΚΟΣΣΥΦΟΠΕΔΙΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ /2000
(σελ. 96)

Το σύντομο αυτό ιστορικό αφήγημα γράφτηκε από το Μάρτη του 1997 ως το Μάρτη του 1998, όταν δηλαδή η διαμάχη ανάμεσα στην Αλβανία και στη Σερβία του Μιλόσεβιτς γι αυτή τη μικρή λωρίδα γης βρισκόταν στο αποκορύφωμά της. Ο σκοπός του συγγραφέα είναι προφανής από τις πρώτες κι όλας γραμμές: να καταδείξει την παράνοια αυτής της σύγκρουσης ανάμεσα στις δυο εθνότητες της Βαλκανικής, που βαστάει αιώνες τώρα, και να υπαινιχθεί ότι ίσως μια νέα εθνότητα, αυτή των Κοσοβάρων, αναδύεται στη Χερσόννησο.
Ως κεντρική αφετηρία της ιστορικής του αφήγησης ο συγγραφέας επέλεξε τη μεγάλη μάχη του Κοσσυφοπεδίου (28 Ιουνίου 1389) ανάμεσα στους συνασπισμένους Βαλκάνιους και τους Οθωμανούς. Μας διηγείται λοιπόν την προετοιμασία της εκστρατείας από το σουλτάνο Μουράτ, την άφιξή του στην Πεδιάδα των Κοτσυφιών προτού οι συνασπισμένοι αντίπαλοί του (Σέρβοι, Βόσνιοι, Καθολικοί Αλβανοί, Ορθόδοξοι Αλβανοί και Βλάχοι) προλάβουν να καταλάβουν κατάλληλες θέσεις για μάχη. Ζούμε την τελευταία νύχτα πριν από τη μεγάλη μάχη. Κεντρικό ρόλο στη διήγηση θα παίξουν οι «πολεμικοί ανταποκριτές» της εποχής: οι ιστορικοί και οι Βάρδοι που συνοδεύουν τα στρατεύματα για να υμνήσουν τα κατορθώματα των κυρίων τους την ώρα της μάχης. Μόνο που οι Σέρβοι βάρδοι το μόνο μοτίβο που γνώριζαν να πλέκουν ήταν «Ετοίμασαν τα όπλα οι Αλβανοί κι ερχόνται» και οι ομότεχνοί τους Αλβανοί με τις λιαχούτες τους επαναλάμβαναν κι αυτοί τη μόνη εισαγωγή που είχαν μάθει: "Άντρες σηκωθείτε, οι Σκια (Σέρβοι) μας πλακώσαν!" Και οι Τούρκοι απέναντί τους έτοιμοι να τους αφανίσουν!
Η μέρα της μάχης περιγράφεται με σύντομο και γλαφυρό τρόπο: τη στιγμή που οι συνασπισμένοι Χριστιανοί ζητωκραύγαζαν, η κάθε εθνότητα ξεχωριστά, για « την Αγία Σερβία, την Αετογέννητη Αλβανία, την ένδοξη Βλαχία ή την Αθάνατη Βοσνία» οι αντίπαλοί τους μια ιαχή μόνο γνώριζαν : το όνομα του Αλλάχ…Και το αποτέλεσμα της μάχης ήταν η συντριβή των συμμάχων και η πλήρης επικράτηση των Τούρκων. Αναφέρεται η αιχμαλωσία του αρχιστράτηγου των Χριστιανών Σέρβου πρίγκιπα Λάζαρου, ενώ οι συνθήκες του θανάτου του Μουράτ μας περιγράφονται όπως πραγματικά υπήρξαν: κάτι ανάμεσα σε ηρωικό θάνατο στο πεδίο της μάχης και σε δολοφονία από τους βεζίρηδές του.
Στο δεύτερο «τραγούδι» διεκτραγωδείται η περιπετειώδης φυγή προς βορρά των Χριστιανών βάρδων που γλίτωσαν και η άφιξή τους στα κάστρα της κεντρικής Ευρώπης, όπου μεταφέρουν την είδηση της καταστροφής της χριστιανοσύνης…Σ’ ένα χριστιανικό βορρά όπου κυριαρχεί η παράνοια της Ιερής Εξέτασης…
Στο τρίτο , τέλος, «τραγούδι» που τιτλοφορείται «βασιλική προσευχή», μιλάει ο ίδιος ο νεκρός σουλτάνος, ή καλύτερα το προσεχτικά μαζεμένο και θαμμένο αίμα του (γιατί το σώμα του μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη) και μας αφηγείται τα όσα είδε και άκουσε ως την εποχή του ΝΑΤΟ, της Μαντλέν Ολμπράιτ, του Μιλόσεβιτς και των σφαγών της Ντρένιτσα… Ο Ισμαήλ Κανταρέ (γεννημένος στο Αργυρόκαστρο το 1936), θεωρείται ο πιο φημισμένος Αλβανός συγγραφέας. Παρ’ όλο που διετέλεσε στέλεχος του Κ.Κ. Αλβανίας και διπλωματικός εκπρόσωπος της Αλβανίας στο Παρίσι, λίγα χρόνια πριν από την πτώση του Εμβέρ Χότζα διαφοροποιήθηκε από τη γραμμή του καθεστώτος και άρχισε να φυγαδεύει τα χειρόγραφά του στο Παρίσι. Είναι ένας από τους πιο παραγωγικούς συγγραφείς της Ευρώπης, τιμήθηκε με πολλά βραβεία και υπήρξε υποψήφιος για το βραβείο Νόμπελ. Στη χώρα μας έχουν μεταφραστεί γύρω στα είκοσι μυθιστορήματά του, τα σημαντικότερα από τα οποία θεωρούνται Η Κόχη της Ντροπής (Εκδόσεις Ροές) και Ο Στρατηγός της Στρατιάς των Νεκρών (Εκδόσεις Πορεία).

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Το Χάρτινο Ταμπούρλο

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΑΛΒΑΝΙΑ
BESNIK BAJRAM MUSTAFAJ
ΤΟ ΧΑΡΤΙΝΟ ΤΑΜΠΟΥΡΛΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΚΩΣΤΑΣ ΝΑΤΣΙΟΣ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 1998 (σελ. 176)


Ο Γιακούπ Τσένα, λίγο πριν πέσει το Βερολίνο στους συμμάχους, καλείται από τον ίδιο τον Εμβέρ Χότζα και αναλαμβάνει την αναβάπτιση των δρόμων και των πλατειών των Τιράνων. Παίρνει αψήφιστα τη δουλειά, αλλά σύντομα αντιλαμβάνεται ότι για να τη φέρει εις πέρας πρέπει να γνωρίζει τι σημαίνει …«πολιτική θεώρηση της ιστορίας». Τι τάχα να σημαίνει αυτό;
Τα μέλη της κομματικής επιτροπής μιας μικρής πόλης συνεδριάζουν μέρες τώρα, με μοναδικό θέμα την επιλογή κατάλληλου δώρου στον «πατερούλη» Στάλιν για τα εβδομηκοστά του γενέθλια. Απορρίπτουν περιδεείς τη μια πρόταση μετά την άλλη, ώσπου ο γέρο Σελίμ που περνούσε τυχαία από εκεί τους βγάζει από το αδιέξοδο: το μόνο δώρο που θα ευχαριστούσε τον Στάλιν, στην ηλικία που βρίσκεται, είναι ή όμορφη γραμματέας της κομματικής νεολαίας της πόλης, που συμμετείχε στη συνεδρίαση! Πέφτουν από τα σύννεφα. Πώς θα αντιδράσουν;
Ο νεαρός δάσκαλος ενός χωριού, για να πείσει τους μικρούς μαθητές του να κρατούν καθαρά τα τετράδιά τους, τους πείθει ότι θα θεωρηθεί προδότης του κόμματος εκείνος που θα μουτζουρώσει έστω και λίγο το τετράδιό του. Τα παιδιά τρομοκρατούνται-κάτι ξέρουν για το τι παθαίνουν οι προδότες του κόμματος -και συμμορφώνονται απόλυτα. Όλοι στο χωριό τον θαυμάζουν. Τι θα γίνει όμως όταν η μελάνη από την πένα μιας μικρής μαθήτριας χυθεί ολόκληρη στη σελίδα με το κείμενο που της υπαγόρευε ο δάσκαλος; Το επεισόδιο παίρνει απρόβλεπτες διαστάσεις…
Ο πετυχημένος επιθεωρητής της διεύθυνσης σιτηρών Νέκι Παλούσι, πασίγνωστος για την αγάπη του στο καλό τσίπουρο αλλά και τα αστεία που εκτόξευε με κάθε ευκαιρία, σε μια δεξίωση, παρουσία του υπουργού γεωργίας, για τα εικοσιπεντάχρονα από το «θρίαμβο της λαϊκής εξουσίας στην Αλβανία » κάνει μια πρόποση για το Νικήτα Χρουστσόφ! Κανείς δεν αντιλαμβάνεται αυτή τη φορά το αστείο του. Όλοι παγώνουν. ( Ο Χρουστσόφ είχε ανακηρυχθεί πια από το κόμμα, μετά από την αποσταλινοποίηση της ΕΣΣΔ, μέγας εχθρός του μαρξισμού-λενινισμού). Θα τα καταφέρει τάχα να αποδείξει ότι η πρόποσή του ήταν η αρχή ενός αστείου που οι έντρομοι συνδαιτυμόνες του δεν τον άφησαν να ολοκληρώσει;
Ο γύφτος Εκουράν Ρομαλίνι αποφασίζει να βαφτίσει το… δέκατο παιδί του Μαοτσετούγκ! Ήταν η εποχή που ο ομώνυμος ηγέτης του «αδελφού κόμματος» της Κίνας θεωρούνταν θρύλος.. Φροντίζει μάλιστα να το πληροφορηθεί αυτό και η κινεζική πρεσβεία στα Τίρανα! Και ο κινέζος πρέσβης αποφασίζει να παραστεί προσωπικά στο γλέντι για τα βαφτίσια του παιδιού, στο γλέντι που θα πραγματοποιούνταν σε μια άθλια παράγκα ενός γύφτικου οικισμού. Οι κομματικές αρχές της πόλης πανικοβάλλονται. Πώς θα αντιμετωπίσουν το πρόβλημα;
Αυτές είναι πέντε από τις εννιά ιστορίες που ξετυλίγει ο Μπεσνίκ Μουσταφά στο αφήγημά του. Οι ιστορίες συνδέονται χαλαρά μεταξύ τους με το μοτίβο του «χάρτινου ταμπούρλου». Το αφήγημα πρωτοδημοσιεύτηκε το 1996 και για ένα διάστημα γνώρισε μεγάλη επιτυχία στην Αλβανία. Ο συγγραφέας του (γεννημένος το 1958) υπήρξε ένας από τους πρωτεργάτες της πτώσης του καθεστώτος του Εμβέρ Χότζα, υπουργός εξωτερκών επί πρωθυπουργίας Σαλί Μπερίσα και στη συνέχεια πρέσβης της Αλβανίας στο Παρίσι. Από τις σελίδες του «Ταμπούρλου» ξεπηδάει ανάγλυφη η ομαδική παράνοια του ολοκληρωτικού καθεστώτος του Εμβέρ Χότζα. Με το δογματισμό του, την κατατρομοκράτηση του πληθυσμού της χώρας, τον εκμαυλισμό των αφελών, αλλά και την επικράτηση των ραδιούργων και , γενικότερα, με την παντελή αποκοπή του από τον έξω κόσμο. Ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να σαρκάσει αμείλικτα τους κρατούντες, τους αφελείς υποστηρικτές τους και να στηλιτεύσει όσους επωφελήθηκαν και αναρριχήθηκαν στα ύπατα αξιώματα της κομματικής εξουσίας. Κι όλα αυτά χρησιμοποιώντας το μοναδικό αφηγηματικό ύφος που είχε επιβληθεί σ’ όλες τις χώρες του τότε «υπαρκτού σοσιαλισμού»: αυτό του σοσιαλιστικό ρεαλισμού! Εξ οικείων λοιπόν τα βέλη!

Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2011

Ο Δερβίσης και ο Θάνατος


ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΒΟΣΝΙΑ
MESA SELIMOVIC
Ο ΔΕΡΒΙΣΗΣ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Λεωνίδας Χατζηπροδρομίδης
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΝΩΣΗ
ΑΘΗΝΑ 1986 (σελ. 456)

Ο «Δερβίσης και ο Θάνατος», ένα έργο-σταθμός στη σύγχρονη λογοτεχνία των Βαλκανίων, πρωτοδημοσιεύτηκε από τον Βόσνιο Μέσα Σελίμοβιτς στο Βελιγράδι το 1986, στα χρόνια της κραταιάς Γιουγκοσλαβίας. Κυοφορούνταν όμως μέσα του, όπως ο ίδιος μας πληροφορεί στις «Αναμνήσεις» του, για μια ολόκληρη εικοσαετία. Το μυθιστόρημα αυτό αποτελεί μια άλλη «ανάγνωση» του ιστορικού γίγνεσθαι της Βοσνίας, που διαφέρει ριζικά από εκείνη του ορθόδοξου συμπατριώτη του Ίβο Άντριτς. Ο τελευταίος, τόσο στο «Χρονικό του Τράβνικ», όσο και στο «Γεφύρι του Δρίνου», αναπτύσσει τη ζωή των ηρώων του μέσα σε ένα εύκολα αναγνωρίσιμο ιστορικό σκηνικό και παρακολουθεί τα έργα και τα πάθη τους, όπως αυτά καθορίζονται από την εκάστοτε πολιτική αναγκαιότητα. Όμως ο μουσουλμάνος Μέσα Σελίμοβιτς με το «Δερβίση» του αναλύει και αποκαλύπτει, με ότι αυτό συνεπάγεται, τη σκαιότητα της εξουσίας, της κάθε λογής εξουσίας, και την επίδρασή της στον άνθρωπο, ο οποίος, γυμνός και απροστάτευτος, φέρεται και άγεται χωρίς έλεος απ΄ αυτήν.
Ο χώρος, μέσα στον οποίο ζουν και κινούνται οι χαρακτήρες του, δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια πουθενά. Εύκολα όμως ο αναγνώστης αναγνωρίζει ότι η «κωμόπολη», καθώς αναφέρεται συχνά, είναι το Σεράγεβο. Όσο για το χρόνο, με μεγάλη επιφυλακτικότητα, ο προσεχτικός αναγνώστης θα μπορούσε να τον ορίσει γύρω στο 1875, τότε που ξέσπασε η εξέγερση της Ερζεγοβίνης και πνίγηκε στο αίμα από τη σουλτανική εξουσία. (Ο μεταφραστής στο οπισθόφυλλο του βιβλίου τον ορίζει «κάπου στον 18ο αιώνα»).
Ο κεντρικός ήρωας του έργου μάς συστήνεται από την αρχή: λέγεται Αχμέτ Νουρεντίν, είναι σαράντα χρονών και σεΐχης του τάγματος των Μεβλεβήδων. Από το πρώτο κι όλας κεφάλαιο καταλαβαίνουμε ότι θα παρακολουθήσουμε την αντιπαράθεσή του προς την αόρατη και πανταχού παρούσα σουλτανική εξουσία. Από ‘δω εξάλλου πολλοί συγκρίνουν το έργο με τη «Δίκη» του Κάφκα. Η «εξέγερση» είναι η λέξη που δεν πρέπει κανείς όχι μόνο να την εκστομίζει, αλλά ούτε και να τη σκέφτεται. Κι ο ίδιος ο σεΐχης δεν θα είχε κανένα πρόβλημα σ’ αυτό. Η βαθιά πίστη του στο Κοράνι και στην ακεραιότητα της οθωμανικής αυτοκρατορίας, το ηρωικό του παρελθόν (υπήρξε ήρωας του πολέμου ενάντια στους Αυστριακούς) τον βοηθούν να έχει ήσυχη τη συνείδησή του. «Ο φόνος δεν μπορεί να γίνει παράδειγμα και ενθάρρυνση, προκαλεί καταδίκη και αποστροφή» σημειώνει κάπου. «Ενώ η εξέγερση μοιάζει με ηρωισμό» καταλήγει.
Τι θα συμβεί όμως όταν ο μικρός αδελφός του, που ξεκινούσε την καριέρα του στην ίδια πόλη ως γραφιάς , συλληφθεί και εκτελεστεί με συνοπτικές διαδικασίες στο Κάστρο, με την κατηγορία ότι είχε κάποιες επαφές με τους εξεγερμένους; Εδώ ο συγγραφέας μάς αναπτύσσει εξαντλητικά μέσα από έναν εσωτερικό μονόλογο τη σύγκρουση του ήρωά μας, μια καταλυτική σύγκρουση, ανάμεσα σ’ ένα ακλόνητο και βαθιά ριζωμένο πιστεύω , από τη μια, και στο καθήκον της αλληλοβοήθειας και της άνευ όρων συμπαράστασης στο άτομο της οικογένειας που πάσχει, από την άλλη . Κι όταν η πλάστιγγα γείρει οριστικά προς τη μεριά του «αδικημένου» αδελφού, δεν θα διστάσει να έρθει κι ο ίδιος σε σύγκρουση με τις δομές της πανίσχυρης εξουσίας. Τότε θ’ ανοίξει διάπλατα τα μάτια του και θα τεντώσει τ’ αυτιά του προς όλους όσους υποφέρουν σιωπηλά χρόνια τώρα και τυραννιούνται από τον παραλογισμό της εξουσίας που δεν έχει τέλος. Σ’ αυτό το σημείο θα λέγαμε ότι τελειώνει η πρώτη πράξη του δράματος.
Μόνο που γρήγορα θα αντιληφθεί, με τον πιο σκληρό τρόπο, ότι δεν του είναι εύκολο να αντέξει ένα παρόμοιο δρόμο. Κι όταν μάλιστα δοκιμάσει κι ίδιος το απόλυτο σκοτάδι, την υγρασία και την εκκωφαντική σιωπή των μπουντρουμιών στο Κάστρο της πόλης , όταν θα ζήσει την αβάσταχτη αγωνία της άφιξης από την Πόλη του «κατούλ φιρμάν» (καταδικαστικό διάταγμα) που θα διατάσσει τη θανάτωσή του, τότε θα πάρει την απόφαση να προσχωρήσει κι ο ίδιος στις δομές της πανίσχυρης εξουσίας, για να σωθεί. Και από εκεί, από το σεβαστό πια αξίωμα του καδή, θα ξεκινήσει ένα άλλο δρόμο χωρίς γυρισμό: να υπηρετεί τη δοτή εξουσία που εσκεμμένα του πρόσφεραν. Με απόλυτη αφοσίωση μάλιστα. Οι γνωστοί και οι φίλοι που ορκίζονταν στ΄ όνομά του τώρα αποστρέφουν απ’ αυτόν το πρόσωπό τους και τον τρέμουν. Έτσι κλείνει και η δεύτερη πράξη της τραγωδίας.
Θα έρθει όμως κάποτε η στιγμή που θ’ αναγκαστεί να αναμετρηθεί με τον ίδιο του τον εαυτό : όταν κληθεί να προδώσει και να συντρίψει το μοναδικό του φίλο, που αποδεδειγμένα υπονόμευσε την ακεραιότητα του σουλτανάτου. Ποια τάχα θα είναι η στάση του; Η συνάντησή του με το φάσμα του επικείμενου θανάτου και οι εσωτερικές διεργασίες του που θα τον οδηγήσουν να τον δεχτεί, αποτελούν το κύκνειο άσμα αυτού μονόλογου. Εδώ ο αναγνώστης δεν μπορεί να μη σκεφτεί την ανάλογη κατάληξη του ήρωα στον «Ξένο» του Καμύ. Μόνο που εκεί ο ήρωας βαδίζει στο θάνατο για ένα παράλογο έγκλημα. Ενώ εδώ για μια ηθικά δικαιωμένη απόφαση.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο συγγραφέας αποφεύγει να εντάξει τη διήγησή του στην πολυεθνική και πολυθρησκευτική κοινωνία της Βοσνίας. Με εξαίρεση το πανηγύρι της ορθόδοξης γιορτής του Αγίου Γεωργίου, στο οποίο γίνεται μια περιφρονητική νύξη, και την αναφορά του σ’ ένα ζευγάρι Κροατών «Λατίνων» από το Ντουμπρόβνικ -που αποτελούσε τότε κτήση των Αψβούργων- η όλη πλοκή του έργου εκτυλίσσεται σ’ ένα βαθύ μωαμεθανικό και τουρκικό σκηνικό. Στο οποίο κυριαρχεί η αντίληψη του «Όπως τα βρήκαμε, έτσι θα τ΄ αφήσουμε»…
Η μετάφραση από τα σερβοκροατικά του Λεωνίδα Χατζηπροδρομίδη, λιτή και εμπνευσμένη, δεν αφήνει στον αναγνώστη περιθώρια για παρερμηνείες.