Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Προμηθεὺς πλάσας ποτὲ ἀνθρώπους δύο πήρας ἐξ αὐτῶν ἀπεκρέμασε, τὴν μὲν ἀλλοτρίων κακῶν, τὴν δὲ ἰδίων, καὶ τὴν μὲν τῶν ὀθνείων ἔμπροσθεν ἔταξε, τὴν δὲ ἑτέραν ὄπισθεν ἀπήρτησεν. Ἐξ οὗ δὴ συνέβη τοὺς ἀνθρώπους τὰ μὲν ἀλλότρια κακὰ ἐξ ἀπόπτου κατοπτάζεσθαι, τὰ δὲ ἴδια μὴ προορᾶσθαι

Τρίτη 19 Απριλίου 2011

Τα Σακιά


ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΝΗ
ΤΑ ΣΑΚΙΑ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2010
σελ. 336


Ο διαχειριστής αυτού του ιστότοπου σπάνια συναρτά την ποιότητα ενός λογοτεχνικού έργου από το πλήθος των εκδόσεών του. Συχνά, ευπώλητα έργα, έργα που έγιναν πασίγνωστα γνωρίζοντας δεκάδες εκδόσεων, διαπιστώθηκε, μόλις κατακάθισε ο κουρνιαχτός που άφησαν πίσω τους, ότι ελάχιστα συνεισέφεραν στη λογοτεχνική προκοπή μιας χώρας. Κάποτε όμως, για λόγους συχνά ανερμήνευτους, ο κανόνας αυτός αναιρείται. Όπως ακριβώς συμβαίνει με τα «Σακιά» της Ιωάννας Καρυστιάνη, έργο που μετράει μέχρι στιγμής έντεκα εκδόσεις μέσα σ’ ένα χρόνο (2010-2011). Και αναμφισβήτητα διαθέτει εκείνες τις αρετές που το καθιστούν άκρως ανθεκτικό στο χρόνο. Ποια να είναι τάχα εκείνη η μαγική συνταγή που οδηγεί κάποια αξιόλογα λογοτεχνικά έργα στην εκδοτική επιτυχία, τη στιγμή που άλλα, της ίδιας ενδεχομένως ποιότητας, μετά βίας επιβιώνουν; Η απάντηση δεν είναι εύκολη.
Αυτά τα σακιά στα οποία αναφέρεται η συγγραφέας καμιά σχέση δεν έχουν βέβαια με τα δισάκια που κουβαλάει ο καθένας μας, σύμφωνα με το αισώπειο μότο του παρόντος ιστότοπου. Κι αυτό γιατί το βάρος εκείνων ούτε καν το υποψιαζόμαστε, ενώ αυτών-εδώ γίνεται συχνά τόσο δυσβάσταχτο, που μας γονατίζει … Ένα ακόμη ερώτημα, το ίδιο δυσεξήγητο, είναι το κατά πόσο συμβάλλουμε οι ίδιοι με τις πράξεις ή τις παραλείψεις μας στην αύξηση του βάρους αυτών των σακιών. Αυτό είναι και το κύριο ερώτημα που διερευνά η συγγραφέας μέσα από τις σελίδες του έργου της.
Η Βιβή Σωτηροπούλου, Χολέβα μετά το γάμο της με το Φώτη, γεννημένη το 1955 -η συγγραφέας παραθέτει με ημερολογιακή ακρίβεια τη δράση της μέσα στο σύγχρονο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι- τίποτε σημαδιακό δεν είχε που να προοιωνίζεται τον μετέπειτα Γολγοθά της. Το «σακί» της, όταν ξεκίνησε από το Αλωνάκι της Αχαΐας για να σπουδάσει στην Αθήνα, ήταν ελαφρύ σαν πούπουλο. Το μόνο που την απασχολούσε ήταν να μην αρχίσει τη φοιτητική της ζωή … παρθένα. Το έλυσε κι αυτό, πάει και τέλειωσε. Η Ιατρική Σχολή δεν φάνηκε να την τρομάζει. Το πρώτο έτος το πέρασε χωρίς δυσκολία. Ήταν όμως η χρονιά που γνώρισε το Φώτη, Επτανήσιο ξυλουργό και κομμουνιστή. Τότε που ανακάλυψε την απασχόληση …των κάτω άκρων, η οποία φαίνεται τόσο την συνεπήρε , ώστε μέσα στην ίδια χρονιά, έγκυος στο γιο της, ντύθηκε νύφη. Και αντίο μαθήματα, αντίο σπουδές…. Τον Αύγουστο του ’77 γεννιέται ο Λίνος.
Γρήγορα έγινε αντιληπτό ότι για να ξεκινήσει τη ζωή της η μικρή οικογένεια, χωρίς σπίτι , χωρίς ένα σταθερό εισόδημα, χρειάζονταν αποφάσεις που θα ανέτρεπαν τα ως τότε σχέδια του ζευγαριού. Αποφάσεις που ο Φώτης άφησε να πάρει η γυναίκα του. Βρέθηκαν λοιπόν ένα πρωί με ένα ημιυπόγειο κατάστημα πώλησης δώρων, μικρές πορσελάνινες χορεύτριες κυρίως και άλλα συναφή. Ο Φώτης συγκατατέθηκε ν’ αφήσει την πλάνη και το σκαρπέλο και ν’ ασχοληθεί με τα οικονομικά της νέας επιχείρησης, η οποία γρήγορα πήρε τα πάνω της, ρίχνοντας όμως οριστικά κάτω το νεαρό οικοδόμο, που το ‘ριξε στο ποτό. Και το παιδί άρχισε τη ζωή του αποκλειστικά μέσα σ’ ένα κόσμο γυναικείο, κυρίαρχο ρόλο στον οποίο έπαιξε και η κουμπάρα του ζευγαριού, μια συμφοιτήτρια της μάνας, που κατάφερε και έγινε γιατρός και φρόντισε αργότερα και για τη σεξουαλική διαπαιδαγώγησή του βαφτισιμιού της, από τη στιγμή που ο πατέρας ήταν ουσιαστικά απών και σε λίγο πεθαμένος…
Οι λεγόμενοι «γαμπροί της ευτυχίας» που συνδέθηκαν στη συνέχεια με τη ζωή τής μάνας, δε φτούρησαν. Έπαιξαν όμως , καθώς φάνηκε, καθοριστικό ρόλο στη ζωή του πανέξυπνου παιδιού, που μεγάλωνε μέσα σε μια χαρακτηριστική οικονομική άνεση, καθώς η μάνα του πίστευε ότι αυτό θα μπορούσε να αντικαταστήσει μια φυσιολογική οικογενειακή ζωή. Κι ο υπερευαίσθητος Λίνος κλεινόταν όλο και περισσότερο στον εαυτό του και στις ανεξήγητες σιωπές του. Δεν θα χρειαζόταν παρά μια, όχι ασυνήθιστη, ατυχία στην πρώτη του ερωτική επαφή με το άλλο φύλο, για να τον βουλιάξει οριστικά. Εγκατέλειψε τις σπουδές του – στο πρότυπο της μάνας-και τα βράδια, εξαφανισμένος συχνά, έφτασε εκεί που η μάνα του δεν μπορούσε ούτε να το πιστέψει: στον κατά συρροή βιασμό κοριτσιών και, σε μια περίπτωση, και στο φόνο!. Κι όταν εκείνη βεβαιώθηκε ότι ο γιος της έφτασε ως εκεί, δε διστάζει να τον καταδώσει η ίδια στην αστυνομία. Κι ο Λίνος μετά τη δίκη του βρέθηκε έγκλειστος στον Κορυδαλλό με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, καθώς δεν του καταλογίστηκε κανένα ελαφρυντικό. Η μάνα κατέρρευσε.
Η συγγραφέας επιλέγει τον κυκλικό αφηγηματικό χρόνο. Η εκκίνηση από μια πενθήμερη εκδρομή που οργανώνει η μάνα για τον ισοβίτη –τριαντάχρονο πια-γιο κατά την πρώτη του άδεια από τον Κορυδαλλό. Μια μάνα όμως ριζικά διαφορετική απ’ αυτήν που ξέραμε. Σκοπός της ζωής της είναι πια να αυτοτιμωρηθεί για την άγνοιά της, την τυφλότητά της, όπως πιστεύει, μπροστά στην προϊούσα αποκοινωνικοποίηση του γιου της. Και συγχρόνως, αργά ίσως, να κατασκευάσει ένα περιβάλλον ελκυστικό γι αυτόν, που θα τον οδηγήσει στην ανακάλυψη κάποιου σκοπού, ενός κινήτρου για τη ζωή του. Έτσι το ότι για την επιβίωσή της επέλεξε να περιποιείται γέροντες σε κατάρρευση και συχνά στα πρόθυρα του θανάτου, δεν είναι διόλου τυχαίο. Και το ότι καθόλου δε δυσανασχετεί με τη δουλειά της, αντίθετα τη συνδέει μια απίστευτη τρυφερότητα με τους πελάτες της, κι αυτή δική της επιλογή υπήρξε. Όσο για το ελκυστικό κίνητρο που θα μπορούσε να προσδώσει νόημα στη χαμένη ζωή του Λίνου, η Βιβή διάλεξε τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό.
Οργάνωσε λοιπόν αυτή τη σημαδιακή εκδρομή με κάθε λεπτομέρεια. Προετοιμάστηκε μήνες. Υπολόγισε τα πάντα. Μέχρι και την πιθανότητα να κινδυνέψει από το ίδιο της το παιδί! Και γι αυτό έκρυψε στο βάθος του ταξιδιωτικού της σάκου ένα γουδοχέρι κι ένα κουζινομάχερο…Έβαλε λοιπόν τα δυνατά της και ξεκίνησε τη θεάρεστη αποστολή της. Μόνο που υπολόγισε χωρίς το Λίνο. Ο οποίος σ’ όλη τη διάρκεια της εκδρομής βυθίστηκε στη γνωστή του σιωπή. Ούτε λέξη δεν άκουσε από το αδιάκοπο ενθουσιαστικό παραλήρημα της μάνας του. Ούτε το στάδιο, ούτε ο Ηνίοχος, ούτε τα ανάγλυφα των δελφικών θησαυρών κατάφεραν να τον συγκινήσουν. Ούτε , παραδόξως, οι αδέσποτες δεκατετράχρονες συλφίδες που πλημμύριζαν ημίγυμνες το χώρο.
Η επιστροφή στην Αθήνα ήταν μια κηδεία. Το θαύμα που πρόσμενε η μάνα ανύπαρκτο. «Ο ήλιος, η θάλασσα η γαλάζια, το βάθος του άσωστου ουρανού» άφησαν ασυγκίνητο το παλικάρι. Και η μάνα καθώς το αποχαιρετούσε καταρρακωμένη στην πύλη της φυλακής, θα επαναλάμβανε ασφαλώς μέσα της τούς καταληκτικούς στίχους των «Μοιραίων» του Βάρναλη:
Ποιος φταίει, ποιος φταίει; Κανένα στόμα
δεν το ΄βρε και δεν τό ‘πε ακόμα…
Η Καρυστιάνη αποφεύγει τους μελοδραματισμούς, τις εύκολες απαντήσεις, την κουραστική και κοινοτοπική «χρηστομάθεια». Αφήνει τον αναγνώστη να βυθιστεί στο βούρκο της μαύρης αφήγησής της χωρίς έλεος. Με την προσδοκία ότι ίσως κι ο ίδιος κάποια στιγμή αισθανθεί εκείνη τη λύτρωση που χαρίζει κάθε γνήσιο πνευματικό δημιούργημα…

Δεν υπάρχουν σχόλια: