Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Προμηθεὺς πλάσας ποτὲ ἀνθρώπους δύο πήρας ἐξ αὐτῶν ἀπεκρέμασε, τὴν μὲν ἀλλοτρίων κακῶν, τὴν δὲ ἰδίων, καὶ τὴν μὲν τῶν ὀθνείων ἔμπροσθεν ἔταξε, τὴν δὲ ἑτέραν ὄπισθεν ἀπήρτησεν. Ἐξ οὗ δὴ συνέβη τοὺς ἀνθρώπους τὰ μὲν ἀλλότρια κακὰ ἐξ ἀπόπτου κατοπτάζεσθαι, τὰ δὲ ἴδια μὴ προορᾶσθαι

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2010

Το Μουσείο της Αθωότητας



ΤΟΥΡΚΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ORHAN PAMUK
ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΩΚΕΑΝΙΔΑ ,
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΣΤΕΛΛΑ ΒΡΕΤΟΥ
ΑΘΗΝΑ 2009 (σελ. 808)


Με πια φράση άραγε θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς επιγραμματικά το Μ .της Α. αμέσως μετά την ανάγνωσή του; Σίγουρα όχι ως το αριστούργημα των έργων του νομπελίστα συγγραφέα. Τα «Μουσείο», ένα έργο εύπεπτο, παρά τον όγκο των σελίδων του στα ελληνικά (πάνω από 800 σελίδες), που διαβάζεται απνευστί, που δεν απαιτεί από τον απαιτητικό αναγνώστη πισωγυρίσματα στο διάβασμα των σελίδων του, ούτε καν προσεχτικό «γύρισμα» των φύλλων του βιβλίου, καθώς γρήγορα συνειδητοποιεί ότι δεν χάνει και τίποτε, αν από απροσεξία προσπεράσει μια δυο σελίδες…. Και στο τέλος μένει με την απορία: γιατί αρκετοί πράγματι μεγάλοι συγγραφείς, που σημάδεψαν με κάποια έργα τους την εποχή τους, δεν κατανοούν ότι δεν έχουν να δώσουν τίποτε πια και δεν αποσύρονται με αξιοπρέπεια στη σιωπή; (Η σκέψη αυτή μας ήρθε για πρώτη φορά μετά την ανάγνωση του τελευταίου –αυτοβιογραφικού- έργου του Μάρκες «Ζω για να τη διηγούμαι»). Και ειδικότερα: τι καινούριο προσφέρει στον συστηματικό αναγνώστη των έργων του Παμούκ το «Μουσείο»; Όταν μάλιστα έχει απολαύσει τη γεμάτη νοσταλγία και ποίηση «Ισταμπούλ» ή το γεμάτο με τρυφερότητα για τη μοίρα των ανθρώπων και των λαών «Χιόνι»; (για ν’ αναφερθούμε σε δυο μόνο από αριστουργηματικά έργα του Παμούκ που άφησαν εποχή). Να υποθέσουμε ότι ο συγγραφέας στο τέλος της καριέρας του επιχειρεί να «δοκιμάσει» τον ενθουσιώδη μόνιμο αναγνώστη του ή μήπως αποφάσισε να απευθυνθεί και σ’ ένα άλλο κοινό, πλατύτερο, άρα πιο κατάλληλο να του προσφέρει ένα άλλο είδος κοινωνικής και –γιατί όχι -οικονομικής-αναγνώρισης;



Το «Μουσείο» μας εξιστορεί με σχολαστική επιμονή στη λεπτομέρεια τον παθιασμένο έρωτα του πλούσιου - και πολλά υποσχόμενου - Κεμάλ για τη φτωχή και πανέμορφη μακρινή ξαδέρφη του Φισούν. Μήπως αυτό σας θυμίζει μυθιστόρημα «Άρλεκιν» ή δακρύβρεχτη ελληνική ταινία της δεκαετίας του ’60; Δεν πέσατε έξω… Το πρωτότυπο στην όλη υπόθεση είναι ότι ο ήρωάς μας από μια αρρωστημένη αντίληψη φετιχισμού αποφασίζει να συγκεντρώνει οτιδήποτε έχει σχέση με το μεγάλο έρωτά του: μια κίτρινη γόβα που φορούσε η Φισούν την πρώτη φορά που τη γνώρισε, το κόκκινο φόρεμά της όταν «αυτοκτόνησε», όλες τις γόπες από τα τσιγάρα που κάπνιζε στο δωμάτιο που έκαναν έρωτα, ένα λευκό κιλοτάκι - δεν αναφέρει περιέργως λέξη για προφυλακτικά και σερβιέτες- με απώτερο σκοπό να τα εκθέσει όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου σε ένα ιδιότυπο «Μουσείο της Αθωότητας»!



Και το πιο εντυπωσιακό είναι ότι ο συγγραφέας όντως έχει καταπιαστεί τα τελευταία χρόνια με το στήσιμο ενός τέτοιου μουσείου στη φτωχογειτονιά Τσουκούρτζουμα της Ισταμπούλ. Ενός μουσείου που θα διηγείται όχι μόνο τη δακρύβρεχτη αυτή ιστορία του έρωτα, αλλά –κατά τον συγγραφέα- και την ιστορία της αστικής τάξης της Πόλης των τελευταίων δεκαετιών του εικοστού αιώνα… Σε κάποια σελίδα του βιβλίου του μάλιστα παραθέτει και μια μικρογραφία εισιτηρίου που θα δίνει στον μελλοντικό επισκέπτη του μουσείου το δικαίωμα για …δωρεάν είσοδο…Τι να πει κανείς…Διαβάζουμε μάλιστα ότι Ευρωπαίοι τουρίστες με το βιβλίο ανά χείρας- περιττό να σημειώσουμε ότι γνωρίζει ασύλληπτη εμπορική επιτυχία- αναζητούν το «Μουσείο», πριν καν ανοίξει τις πύλες του…Και οι τελευταίες πληροφορίες μάς λένε ότι θα είναι έτοιμο το καλοκαίρι, ως ένα αξιοθέατο της Κωνσταντινούπολης, Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης. Προφανώς ο Ορχάν Παμούκ θα ζήλεψε τη δόξα του Dan Brown, ο οποίος κατόρθωσε να αφιονίσει δεκάδες χιλιάδες τουρίστες ανά τον κόσμο, οι οποίοι με τον «Κώδικα Ντα Βίντσι» στα χέρια κάνουν ουρές στους χώρους στους οποίους αναφέρεται ο δαιμόνιος αμερικανός. Μήπως διανύουμε την εποχή του τέλους της λογοτεχνίας;



Να σημειώσουμε βέβαια ότι η μετάφραση από τα τουρκικά της Στέλλας Βρετού είναι υποδειγματική. Μας φέρνει στου νου κάποιους μεταφραστές άλλων καιρών , όπως λ.χ. τον Κοσμά Πολίτη ή τον Αλέξανδρο Κοτζιά, οι οποίοι είχαν αναγάγει τη λογοτεχνική μετάφραση σε αυτόνομη τέχνη.













Δεν υπάρχουν σχόλια: