Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Προμηθεὺς πλάσας ποτὲ ἀνθρώπους δύο πήρας ἐξ αὐτῶν ἀπεκρέμασε, τὴν μὲν ἀλλοτρίων κακῶν, τὴν δὲ ἰδίων, καὶ τὴν μὲν τῶν ὀθνείων ἔμπροσθεν ἔταξε, τὴν δὲ ἑτέραν ὄπισθεν ἀπήρτησεν. Ἐξ οὗ δὴ συνέβη τοὺς ἀνθρώπους τὰ μὲν ἀλλότρια κακὰ ἐξ ἀπόπτου κατοπτάζεσθαι, τὰ δὲ ἴδια μὴ προορᾶσθαι

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

Χειμωνιάτικη Πόλη


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ                                  
ΙΣΗΜΕΡΙΝΟΣ
ABDON UBIDIA
ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΠΟΛΗ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΒΙΡΓΙΝΙΑ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ
ΡΟΕΣ 2009
σελ. 130

Η ιστορία εκτυλίσσεται τη δεκαετία του εβδομήντα, όταν, σύμφωνα με τις  διεθνείς συγκυρίες, στον Ισημερινό και ειδικά στο Κίτο  χάρη στο πετρέλαιο , το χρήμα αρχίζει να ρέει άφθονο και η μεσαία τάξη της χώρας μεταμορφώνεται εγκαταλείποντας τις παραδοσιακές αξίες της και περνάει στην εποχή του άκρατου καταναλωτισμού.
Ο ήρωάς μας, που διανύει ήδη την ηλικία του Χριστού, ζει μια ευτυχισμένη ζωή σε κάποιο ευπρόσωπο προάστιο του Κίτο. Με τη νέα και αφοσιωμένη γυναίκα του, τα δυο παιδιά του, μια υπηρέτρια…Και με μια δουλειά –σε διαφημιστική εταιρία – που του προσφέρει κάτι παραπάνω από όσα χρειάζεται. Η ζωή του κυλάει σύμφωνα με τα πρότυπα. των απανταχού μεσοαστών: γραφείο, κάποιο μπαρ με παρέα φίλων, κάποιες ασήμαντες «απιστίες», σπίτι, δείπνο σε οικογενειακή ατμόσφαιρα, ύπνος και πάλι από την αρχή…
Ώσπου , κάποιο απόγευμα, την ώρα που απολάμβανε μια παγωμένη μπίρα με τους φίλους του στο συνηθισμένο τους μπαρ, πέφτει σαν κεραυνός το θέμα του Σαντιάγο. Ένας παλιός φίλος ήταν που κινδύνευε… Είχε πέσει έξω στις επιχειρήσεις του , είχε καταχρεωθεί και κινδύνευε από στιγμή σε στιγμή να μπει φυλακή… Κι ο ήρωάς μας, πιστός στις αρχές των νεανικών του χρόνων, της αλληλεγγύης και της συντροφικότητας, προσφέρεται να τον φιλοξενήσει μέχρι να τον φυγαδεύσουν στο εξωτερικό…Από τη στιγμή αυτή αρχίζει το εσωτερικό του δράμα. Ένα δράμα με τη μορφή ενός εσωτερικού μονόλογου, που το παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα, ως το πέσιμο της αυλαίας (με την ευκαιρία: η νουβέλα θα μπορούσε θαυμάσια να διασκευαστεί σε ένα συναρπαστικό θεατρικό μονόπρακτο).
Η Σουσάνα, η νεαρή και όμορφη σύζυγός του, την οποία θεωρούσε δεδομένη , μεταμορφώνεται. Ξύπνησε το πρωί, όπως συνήθως, για να ξεπροβοδίσει τα παιδιά στο σχολείο, και δεν ήταν αχτένιστη, είχε λυτά τα μαλλιά της , καλοχτενισμένα και δε φορούσε τη συνηθισμένη άχαρη ρόμπα της, άλλά μια καλόγουστη φούστα και μια ασορτί μπλούζα.. Και το βράδυ την ώρα που οι τρεις τους έπαιζαν ένα παιχνίδι με ζάρια
«ο Σαντιάγο γελώντας αυθόρμητα  άγγιξε τα μαλλιά της Σουσάνας, σαν να τα χάιδευε. Τώρα όμως η Σουσάνα έγειρε τα ο κεφάλι και πήρε εκείνη την έκφραση που είχε και το πρωί. Τα μαλλιά της έπεσαν στο πρόσωπό της κρύβοντάς το. Κι όταν τα μάζεψε, έδειχνε αλλαγμένη, ανέκφραστη, απόμακρη κι είχε τα μάτια στυλωμένα στα ζάρια…»
Αυτό ήταν. Το σαράκι της ζήλιας άρχισε για τα καλά να ροκανίζει τα σωθικά του ήρωά μας. Μεταμορφώθηκε. Άρχισε να βλέπει με τη φαντασία του σκηνές και καταστάσεις που κάθε άλλο παρά συνέβαιναν. Χάνει το ενδιαφέρον του για τη δουλειά του, επιχειρεί ξαφνικές εφόδους στο σπίτι, όπου φυσικά όλα τα βρίσκει όπως τα ήξερε.  Αποφασίζει να ζητήσει άδεια από τη δουλειά του και να φύγει με τη γυναίκα του διακοπές στη θάλασσα, όπου είχε να πάει μαζί της από τα χρόνια της μνηστείας τους. Μια άλλη φωνή όμως μέσα του τον προσγειώνει: πρέπει να φανεί αξιοπρεπής και ευγενής όπως ήταν ο χαρακτήρας του. Να δαμάσει τη φαντασία του που του έπαιζε αυτό το άσχημο παιχνίδι και να σταθεί δίπλα στον παλιό φίλο που κινδύνευε. Ποια από τις δυο «φωνές» θα επικρατήσει;
Ο Ουμπίδια καταγράφει τα αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα του ήρωά του με σαφήνεια και λεπτομέρεια ψυχολογικού δοκιμίου.  Ο αναγνώστης έχει την εντύπωση ότι παρακολουθεί μια «συνεδρία» κλινικού ψυχολόγου. Και δυσκολεύεται να ταυτιστεί με κάποια από τις δυο παρορμητικές τάσεις του ήρωα: να σώσει ένα γάμο που υπήρξε χωρίς να το συνειδητοποιήσει πηγή γαλήνης και σταθερότητας επί δέκα χρόνια ή να θυσιαστεί προστατεύοντας ένα καλό φίλο από τα νύχια της εξουσίας; Το μόνο που δεν περνάει από το νου είναι ότι με μια ψύχραιμη αντιμετώπιση θα μπορούσε ίσως να τα πετύχει και τα δύο. Ο άνθρωπος όμως σε παρόμοιες στιγμές αφήνεται έρμαιο των παρορμήσεών του…Η ισπανόφωνη λογοτεχνία της Νότιας Αμερικής δεν μας έχει συνηθίσει σε παρόμοια θέματα

Ο Αμπδόν Ουμπίδια , γεννημένος το 1944 στο Κίτο του Ισημερινού, θεωρείται μια από τις πιο χαρακτηριστικές φωνές της ισπανόφωνης λογοτεχνίας. Διηγηματογράφος και μυθιστοριογράφος  από το 1979 («Κάτω από τον ίδιο παράξενο ουρανό», εθνικό βραβείο λογοτεχνίας), έχει ασχοληθεί και με την καταγραφή της λαϊκής προφορικής λογοτεχνίας. Η «Χειμωνιάτικη Νύχτα» θεωρείται από τις πιο γνωστές νουβέλες του και έχει γνωρίσει στα ισπανικά είκοσι εκδόσεις.

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

Η Βρόμικη Ιστορία της Αβάνας


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ                              
ΚΟΥΒΑ
PEDRO JUAN GUTIERREZ
Η ΒΡΟΜΙΚΗ ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΒΑΝΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΕΛΑΙΟΤΡΙΒΑΚΗ
ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2005
Σελ. 464

Ο Pedro Juan Gutierrez έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ως ο Μπουκόφσκι της Καραϊβικής. Γεννημένος  στην Κούβα το 1950, ασχολήθηκε στα νιάτα μου με πολλά επαγγέλματα: αυτά του εφημεριδοπώλη, του παγωτατζή, του καθηγητή κολύμβησης, ώσπου να καταλήξει στο επάγγελμα του συγγραφέα. Εργάστηκε ακόμη για χρόνια ως δημοσιογράφος και εκφωνητής στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Στα βιβλία του, τα οποία γνώρισαν αμέσως μεγάλη εκδοτική επιτυχία στο εξωτερικό, αναδύεται συνήθως ένα θλιβερό και ζοφερό πορτρέτο της σύγχρονης Κούβας.  Όλα πρωτοκυκλοφόρησαν στο Μεξικό και από τα ισπανικά μεταφράστηκαν σε πολλές άλλες γλώσσες. Στην πατρίδα του το πρώτο μυθιστόρημά του που κυκλοφόρησε είναι το «Ο Έρωτας νοστάλγησε την Κούβα»
Στη χώρα μας κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μεταίχμιο τα βιβλία του:
Ο Έρωτας νοστάλγησε την Κούβα (2004)
Ο δικός μας Γκράχαμ Γκρην στην Αβάνα (2006)
Η βρόμικη ιστορία της Αβάνας (2005)
Στην καρδιά της Κούβας (2008)
Ο βασιλιάς της Αβάνας (2009)
Η μελαγχολία των λιονταριών (2011)

Η Βρόμικη Τριλογία της Αβάνας πρωτοκυκλοφόρησε στο Μεξικό από τον εκδοτικό οργανισμό Editorial Anagrama to 2005, αν και η συγγραφή της είχε ολοκληρωθεί το 1998.
Πρόκειται μια σειρά από εξήντα αφηγήματα (τα περισσότερα με αυτοβιογραφικό χαρακτήρα) ,
φαινομενικά αυτόνομα, ουσιαστικά όμως άρρηκτα δεμένα μεταξύ τους, τα οποία ο συγγραφέας παραθέτει σε τρεις ενότητες (σε σχέση μόνο με το χρόνο συγγραφής τους): Αγκυροβολημένος σε Ουδέτερη Ζώνη-Τίποτα να κάνω-Η γεύση η δική μου.
Ο Γκουτιέρες με μια γραφή σε καταιγιστικούς ρυθμούς ανατέμνει την κουβανική κοινωνία της δεκαετίας του ’90, όχι απλά χωρίς φόβο και χωρίς πάθος , αλλά με μια πρωτοφανή νατουραλιστική διάθεση που σοκάρει. Οι χαρακτήρες ζουν και κινούνται κυρίως στην Αβάνα, εγκλωβισμένοι σαν τα ποντίκια στη φάκα ή σαν τις κατσαρίδες που ψάχνουν απεγνωσμένα την τροφή τους τις νύχτες, καθώς δεν έχει απομείνει τίποτε από την ημερήσια κατανάλωση των απεγνωσμένων ανθρώπων… Η παλιά Αβάνα με τις υπερπολυτελείς επαύλεις  και τα άνετα οικιστικά συγκροτήματα των πλούσιων αστών  της μοιάζει βομβαρδισμένη ή χτυπημένη από καταστροφικό λοιμό: τα κτίρια καταρρέουν κάτω από το ανελέητο μαστίγωμα των συνεχών βροχών και των κυκλώνων, οι ανελκυστήρες από χρόνια ακινητοποιημένοι, οι όροφοί τους πρόχειρα διαιρεμένοι σε αυτόνομα δωμάτια (σολάρ τα λένε) και στις ταράτσες τους να χτίζονται καθημερινά με παντοειδή φτηνά υλικά δωμάτια 4Χ4 στεγασμένα με τσίγκους και πισσόχαρτα που στεγάζουν ως και δεκαπέντε άτομα το καθένα (καθώς η εσωτερική μετανάστευση είναι αδύνατο να ελεγχθεί), με κοινά αποχωρητήρια που πλημμυρίζουν από σκατά, όταν το νερό δε φτάνει τόσο ψηλά τις περισσότερες ώρες…
Τα καταναλωτικά αγαθά, όλα κατώτερης ποιότητας και με το δελτίο. Ώρες ολόκληρες πρέπει να στηθείς στην ουρά για να προμηθευθείς μισό λίτρο ρύζι, φασόλια ή ρούμι που μυρίζει πετρέλαιο…Και φυσικά η μαύρη αγορά να που οργιάζει. Ο ήρωάς μας ταξιδεύει τις νύχτες με το τρένο, με τους επιβάτες όρθιους, κρεμασμένους από τις χειρολαβές,  για τρεις και τέσσερις ώρες, με σκοπό  να προμηθευτεί από τα χωριά λίγο βοδινό κρέας ή αστακούς –που φαίνεται ότι αφθονούν στην Κούβα-προϊόντα  που θα τα πουλήσει στην Αβάνα χέρι με χέρι με κίνδυνο πάντα να συλληφθεί και να τιμωρηθεί με χρόνια φυλάκισης…  Γιατί, καθώς φαίνεται, οι περισσότεροι κάτοικοι της πόλης έχουν γεμάτες τις τσέπες τους με κουβανικά  πέσος , με τα οποία όμως δεν βρίσκουν να αγοράσουν τίποτε! Το μόνο που τους μένει είναι να κυνηγήσουν τα δολάρια, στέλνοντας τις γυναίκες τους να πορνεύονται τις νύχτες με αμερικανούς τουρίστες, ή σε έσχατη απελπισία να κατασκευάζουν πρόχειρες σχεδίες που επιπλέουν πάνω σε φουσκωμένες σαμπρέλες  και να δοκιμάζουν να διασχίσουν τον ωκεανό ως το Μαϊάμι.
Κοινωνίες όμως που φτάνουν σε παρόμοιο σημείο εξαθλίωσης από κάπου οφείλουν να πιαστούν, για να επιβιώσουν. Και τη λύση την προσφέρει το πανάρχαιο γενετήσιο ένστικτο, δυναμωμένο από τη στέρηση και τη απελπισία…Ο συγγραφέας εδώ αποδεικνύεται δεξιοτέχνης. Περιγράφει  σκηνές ενός άγριου και αχαλίνωτου ερωτισμού με τα πιο μελανά χρώματα. Νέγροι, μιγάδες (μουλάτες εκπληκτικής ομορφιάς αλλά και άφατης χυδαιότητας), αλλά και λευκοί επιδίδονται σε ανείπωτα σεξουαλικά όργια, για να αποσυρθούν στη συνέχεια στις τρύπες τους εξουθενωμένοι, και να ξεχάσουν…Η κοκαΐνη και το χασίς στην ημερήσια διάταξη, προσφέρουν ένα άλλο, πρώτης γραμμής αδιέξοδο. Και να βλέπεις και τις γριές αμερικάνες τουρίστριες, που καταφτάνουν στην Αβάνα σωρηδόν να θαυμάζουν τα πανέμορφα αρχιτεκτονήματα παλαιών ημερών και να φωτογραφίζουν για ένα δολάριο νέγρους με ορθωμένα πέη!

Και όσο σκέφτομαι τον ενθουσιασμό μας στα τέλη της δεκαετίας του ’50, όταν επικράτησε στην Κούβα η επανάσταση του Κάστρο και του Γκουεβάρα , και την αναπτέρωση των ελπίδων μας, καθώς πιστεύαμε ότι γεννιέται κάτι νέο και ελπιδοφόρο… Απελπισία! 



Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2012

Η Θέληση και η Τύχη


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ                        
ΜΕΞΙΚΟ
CARLOS FUENTES
Η ΘΕΛΗΣΗ ΚΑΙ Η ΤΥΧΗ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΜΠΟΝΑΤΣΟΥ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2010
σελ. 496

Ο μεγάλος μεξικανός λογοτέχνης (μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος, θεατρικός συγγραφέας, δοκιμιογράφος), γεννημένος το 1928, έγραψε το 23ο μυθιστόρημά  « Η Θέληση και η τύχη»  το 2008, δηλαδή σε ηλικία ογδόντα χρονών!  Και βέβαια, μπορεί αυτός να μην έχει χτυπηθεί από τη νόσο του Αλτσχάιμερ, όπως ο συνομήλικός του  κολομβιανός Garcia Marquez, είναι φυσικό όμως να έχει εξαντληθεί, να έχει «αδειάσει» και από την τελευταία ικμάδα φαντασίας και δημιουργικότητας που χαρακτήριζαν τα προηγούμενα έργα του, όπως λ χ «Ο θάνατος του Αρτέμιο Κρους» (1962) και «Η Πορτοκαλιά» (1994) (δες προηγούμενες αναρτήσεις μας) αλλά και πολλά άλλα.
Αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι το έργο που κρατάμε στα χέρια μας είναι, αμελητέο ή ασήμαντο. Κάθε άλλο. Το δυσάρεστο όμως είναι ότι ο προσεχτικός αναγνώστης δεν μπορεί να μην προχωρήσει σε συγκρίσεις με προηγούμενα έργα του, πράγμα που δεν ευνοεί ούτε στο ελάχιστο αυτό το τελευταίο (για την ώρα;) μυθιστόρημά  του.
Η πένα βέβαια αυτού του δεξιοτέχνη της μεξικάνικης πεζογραφίας σε πολλά σημεία του έργου εκπλήσσει με την αμεσότητα και  την «αιρετική» της γοητεία. Έτσι, όταν γράφει για τους φτωχούς του Μεξικού, αποφαίνεται:

«Η συντριπτική πλειοψηφία της masa paupertatis, της μάζας των φτωχών της πόλης του Μεξικού δεν είχε άλλη επιλογή από τη φτώχεια ή την εγκληματικότητα… Το χειρότερο κλισέ της συναισθηματικότητας  είναι το να πιστεύεις ότι οι φτωχοί είναι καλοί. Δεν είναι αλήθεια. Η φτώχεια είναι φρίκη, οι φτωχοί είναι καταραμένοι, καταραμένοι από την υποταγή τους στο μοιραίο και μπορούν να λυτρωθούν από την υποταγή τους μόνο αν εξεγερθούν ενάντια στη δυστυχία τους και γίνουν εγκληματίες. Το έγκλημα είναι η αρετή της φτώχειας!» (σελ. 99)

Για την επανάσταση και τους ήρωές της:

«Δεν υπάρχει επανάσταση χωρίς τη μεσαία τάξη και το Μεξικό δεν είναι η εξαίρεση. Η επανάσταση που αποκλείει τη μεσαία τάξη δεν είναι προλεταριακή επανάσταση, είναι δικτατορία του προλεταριάτου. Και στο Μεξικό, όλοι οι ήρωες της επανάστασης πέθαναν νέοι. Ενώ οι επιζήσαντες γέρασαν και πλούτισαν…» (σελ. 420)

Το σχέδιο του Φουέντες μεγαλεπήβολο. Να προχωρήσει σε μια ανατομία των σχέσεων της πολιτικής εξουσίας του Μεξικού –και όχι μόνο- με τους πανίσχυρους επιχειρηματικούς κύκλους που τη στηρίζουν. Και το κατορθώνει εύστοχα. Μόνο που ο μύθος τον οποίον επέλεξε για να φωτίσει αυτή τη σχέση αποδεικνύεται κάπως ανεπαρκής και ελάχιστα πειστικός.
‘Ένα ζευγάρι φερέλπιδων και φιλόδοξων νέων, ο Χοσουέ και ο Χερικό (εμφανής ο συμβολισμός από την Παλαιά Διαθήκη: Ιησούς του Ναυή-Ιεριχώ), ενώ δεν έχουν γονείς,  μεγαλώνουν και σπουδάζουν χάρη σε παράλληλες μυστικές χορηγίες από κάποιο άγνωστο άτομο, η ταυτότητα του οποίου θα αποκαλυφθεί προς το τέλος του έργου, αν και ο προσεχτικός αναγνώστης αρχίζει να την υποψιάζεται πολύ νωρίτερα. Η σχέση τους από στενή και αδελφική (Κάστωρ και Πολυδεύκης) μεταλλάσσεται σιγά σιγά σε σχέση αμοιβαίας εχθρότητας (Κάιν και Άβελ). Καθώς όμως θα εμπλακούν χωρίς τη θέλησή τους στα γρανάζια του αδυσώπητου αγώνα πολιτικής και επιχειρηματικής εξουσίας, από διαφορετικό μετερίζι ο καθένας, στο τέλος θα θυσιαστούν αμφότεροι, αλεσμένοι από τις μυλόπετρες αυτής της αέναης συμπόρευσης αλλά και εχθρότητας των δυο πόλων της εξουσίας. Σ’ αυτό το θλιβερό τέλος θα συμβάλει και η απαραίτητη femme fatale Ασούντα Χορντάν, η οποία, αφού τους εγκλωβίσει στη σαγήνη της. θα τους εξαντλήσει ως αναλώσιμα είδη.
Τους δυο πόλους της εξουσίας, της πολιτικής και της επιχειρηματικής,  που συνεργάζονται αλλά και αντιμάχονται η μια την άλλη, εκπροσωπούν ο εκλεγμένος πρόεδρος της Δημοκρατίας Βαλεντίν Πέδρο Καρέρα και ο μεγαλοβιομήχανος ειδών πληροφορικής Μαξ Μονρόι. Και ανάμεσά τους, χωρίς να παίρνει θέση ο δαιμόνιος δικηγόρος και πανεπιστημιακός καθηγητής Αντόνιο Σανχινές (η διανόηση), ο οποίος ουσιαστικά κατευθύνει χωρίς την παραμικρή ηθική αναστολή τους δυο αντιπάλους.
Ως εδώ ο μύθος λειτουργεί ως ένα κοινό ρομάντζο  ή θρίλερ. Ο συγγραφέας μας όμως, πιστός στη γνωστή συνταγή της ισπανόφωνης μυθοπλασίας, στον μαγικό ρεαλισμό, θα παρεμβάλει στοιχεία μεταφυσικά, στοιχεία «τρομακτικά», τα οποία ομολογώ δεν έχουν πάψει να γοητεύουν τον σύγχρονο αναγνώστη: τα γεγονότα τα αφηγείται … ένα κομμένο κεφάλι που επιπλέει στα κύματα του ειρηνικού. Είναι το κεφάλι του Χοσουέ, ο οποίος αποκεφαλίστηκε άγρια με ματσέτες από τους εγκάθετους της ερωμένης του. Ένα κεφάλι που θα  αναλάβει ο προφήτης Ιεζεκιήλ να το οδηγήσει στους ουρανούς, αλλά κατά τη διάρκεια της πτήσης του θα έχει την ευκαιρία να συνομιλήσει εκ βαθέων με την πριν από έναν αιώνα πεθαμένη μητέρα του Μαξ Μονρόι, η οποία είναι θαμμένη σε κάποιο μυστικό νεκροταφείο!
Μήπως η γοητεία του λατινοαμερικάνικου μαγικού ρεαλισμού έχει γίνει πια μανιέρα;

Νέα Καλλικράτεια 1 Σεπτεμβρίου 2012

Σάββατο 14 Ιουλίου 2012

Το Φεγγάρι των Τρελών


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΒΟΛΙΒΙΑ
MANFREDO KEMPFF
ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΤΩΝ ΤΡΕΛΩΝ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΟΝΙΑ ΚΟΡΟΒΕΣΗ
ΚΑΠΑΤΟΣ 2001
σελ. 296

Μια ιστορία για την τρέλα και τη λαγνεία σε ρυθμούς καταιγιστικούς, η οποία σίγουρα θα ικανοποιήσει όσους απεχθάνονται τους «αργούς ρυθμούς» είτε στην αφήγηση, είτε στον κινηματογράφο. Βέβαια οι συγκεκριμένοι αναγνώστες-θεατές δεν έχουν ακόμη ανακαλύψει τη μαγεία του «εσωτερικού ρυθμού»  που συχνά σηματοδοτεί ένα αφήγημα ή μια κινηματογραφική ταινία που φαινομενικά εξελίσσεται με χαρακτηριστική (εξωτερική) βραδύτητα. Όπως και να’ ναι , εδώ τα γεγονότα διαδέχονται το ένα το άλλο με μια τέτοια ταχύτητα που δεν προλαβαίνεις να τα αφομοιώσεις. Και επαναλαμβάνονται ασταμάτητα σε μια ακολουθία χωρίς λόγο θυμίζοντας τα λαϊκά αναγνώσματα στην Ελλάδα των μέσων του περασμένου αιώνα, που  κυκλοφορούσαν σε εβδομαδιαία φυλλάδια, γράφονταν στο πόδι την τελευταία στιγμή και τελείωναν μόνο όταν το ενδιαφέρον των αναγνωστών άρχιζε να εξαντλείται! Εν πάση περιπτώσει το συγκεκριμένο αφήγημα μπορεί να το αρχίσει  κανείς από οποιοδήποτε σημείο του χωρίς τον κίνδυνο στερηθεί κάτι το ουσιώδες!
Ο μύθος εξελίσσεται σε μια φάρμα, κάπου στη Λατινική Αμερική (δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια ούτε ο τόπος , ούτε ο χρόνος στον οποίο συμβαίνουν τα γεγονότα), σε μια Λατινική Αμερική όπου κυριαρχούν ακόμη οι φεουδαρχικές και πατριαρχικές δομές.
Ο δον Σεζάρ Αγκιλέρα είναι ο πατριάρχης της οικογένειας, το «μεγάλο αφεντικό». Η δόνα Λάουρα, η γυναίκα του. Τον παντρεύτηκε από ψυχρό υπολογισμό, του γέννησε τρία παιδιά, δυο αγόρια κι ένα κορίτσι και τώρα τον μισεί θανάσιμα. Τριγύρω τους ένας επιστάτης, ένα πλήθος από υπηρετικό προσωπικό, εργάτες, βοσκοί των αναρίθμητων κοπαδιών του, μιγάδες, δούλοι. Και γυναίκες, πολλές γυναίκες. Κάθε ηλικίας και κοινωνικής τάξης, όλες προορισμένες να διακορεύονται βίαια, να βιάζονται επανειλημμένα, να γεννοβολούν και να τρέμουν μπροστά στη θεόσταλτη δύναμη των αντρών…Η επίσημη εκκλησία αρωγός και σύμμαχος της άγριας αυτής κοινωνίας και ο νόμος ανύπαρκτος.
Ο μεγάλος γιος, ο Φελίπε, δεν εννοεί να συμβιβαστεί με τα καθήκοντα και τις απαιτήσεις της κοινωνικής του τάξης. Κλείνεται στο δωμάτιό του, διαβάζει βιογραφίες μεγάλων ανδρών, ονειροπολεί. Ο πατέρας έξαλλος με τη συμπεριφορά του («μόνο μια φούστα του λείπει») βάζει τα αγόρια των υποτακτικών του να τον δέρνουν, για ν’ αντιδράσει επιτέλους! Εκείνος όμως ερωτεύεται παράφορα, μόνο που του είναι αδύνατο να «διαχειριστεί» τον έρωτά του σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιόρρυθμης τοπικής κοινωνίας. Στο τέλος καταφεύγει στις «υπηρεσίες» της μικρότερης αδελφής του, της Καρλότας, η οποία αντιμετωπίζει κι αυτή παρόμοιο συναισθηματικό αδιέξοδο. Πώς να συμβιβάσει τις φυσιολογικές ορμές της ηλικίας της με τον ιησουϊτισμό της οικογένειας και της κοινωνικής της τάξης; Είναι η πρώτη που τρελαίνεται και αυτοπυρπολείται…
Κι ο Φελίπε που θεωρεί τον εαυτό του υπεύθυνο για το θάνατο της αδελφής του βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στα άδυτα των ψυχικών διαταραχών. Ώσπου κάποτε θα αναγκάσει τον πατέρα του να τον απομακρύνει από την οικογενειακή εστία και να τον στείλει σε μια μακρινή φάρμα, για να μην τον εκθέτει…
Ο Φαμπιάν, ο μικρότερος, επιλέγει μιαν άλλη πορεία. Αναλαμβάνει μια δύσκολη αποστολή στις βόρειες επαρχίες της χώρας, σ΄ εκείνες με τους «βάρβαρους ινδιάνους», που αποκεφαλίζουν όποιον πέφτει στα χέρια τους, εβδομάδες ολόκληρες ταξίδι με τα άλογα,  και την διεκπεραιώνει με επιτυχία. Ακολουθώντας πιστά τα πρότυπα της τοπικής κοινωνίας αποφασίζει να γίνει σκληρός, αποφασιστικός, απάνθρωπος. Διακορεύει («σε μια νύχτα δυο ανυπεράσπιστες κοπέλες»), βιάζει, τρομοκρατεί, δημιουργεί σκάνδαλα, προκαλεί τις οικογένειες-πρότυπα της τάξης του, ώσπου κάποτε εκείνες να τον απορρίψουν, να τον απομονώσουν, καθώς βλέπουν  στο πρόσωπό του τον καθρέφτη τους, μόνο που εκείνος δεν καλύπτεται, δεν κρύβεται…Και,  τρίτος τώρα αυτός από τα παιδιά του δον Σεζάρ Αγκιλέρα ,  καταλήγει κάποτε στη μακρινή φάρμα των τρελών, δεμένος πισθάγκωνα μέσα σε κάποιο άθλιο κατάλυμα…

«Το Φεγγάρι των Τρελών» (1998) είναι το πρώτο μυθιστόρημα του διπλωματικού ακόλουθου και δημοσιογράφου Manfredo Kampff, που γεννήθηκε στην Kruz della Sierra της Βολιβίας το 1945. Το έργο έγινε δεκτό στη χώρα του με μεγάλο ενθουσιασμό και κυκλοφόρησε ήδη σε πολλές ισπανόφωνες χώρες της Νότιας Αμερικής.
Το μυθιστόρημα δε θυμίζει σε τίποτε τη γραφή των μεγάλων δασκάλων της ισπανόφωνης λογοτεχνίας της Νότιας Αμερικής, τον πασίγνωστο «μαγικό ρεαλισμό»… Μας έφερε στο νου, κατά παράδοξο τρόπο,  τα σενάρια των ταινιών του ομόγλωσσού του Pedro Almodovar με τα λαϊκότροπα και προκλητικά κραυγαλέα θέματα, που γνωρίζουν επίσης μεγάλη επιτυχία στις μέρες μας.

Κυριακή 8 Ιουλίου 2012

Βαριέμαι


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΘΕΑΤΡΟ
ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ
RICARDO TALESNIK
ΒΑΡΙΕΜΑΙ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ  ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΎΛΟΥ
ΥΨΙΛΟΝ 2010
σελ. 80

Η ιστοσελίδα γνωρίζει τους κινδύνους που ενέχει η κριτική αναφορά σε κάποιο  θεατρικό  έργο έξω από τη φυσική του παρουσία, δηλαδή τη σκηνή, το σανίδι. Εγκαινιάζει εντούτοις με τη σημερινή ανάρτηση την παρουσίαση μιας σειράς θεατρικών κειμένων που εντάσσονται στους ίδιους γεωγραφο-πολιτιστικούς χώρους από τους από τους οποίους προέρχονται και οι συνήθεις λοιπές αναρτήσεις της, δηλαδή τη Λατινική Αμερική και τα Βαλκάνια, με την ελπίδα να καταστήσει ευρύτερα γνωστά κάποια θεατρικά έργα που δεν ευτύχησαν να σκηνοθετηθούν στην Ελλάδα ή και αν σκηνοθετήθηκαν δεν απασχόλησαν ιδιαίτερα το ελληνικό θεατρόφιλο κοινό.

Με το «Βαριέμαι» ο Αργεντινός Ρικάρντο Τελεσνίκ (Μπουένος Άιρες 1935) επιχειρεί να κατεδαφίσει τον πλατύτατα διαδεδομένο αστικό μύθο, με τον οποίο όλοι μας έχουμε γαλουχηθεί, το μύθο για την αναγκαιότητα της εξαρτημένης εργασίας. Είναι πασίγνωστο ότι οι αρχαίοι ευρωπαϊκοί πολιτισμοί, τόσο ο ελληνικός, όσο και ο ρωμαϊκός μεγαλούργησαν θεωρώντας ότι η εργασία είναι αποκλειστική ενασχόληση των δούλων (πρβ τη λέξη «δουλειά»), παρά την προτροπή του γέρο-Ησίοδου που τόλμησε να αποφανθεί ότι «΄Εργον ουδέν όνειδος, αεργίη δε τ’ όνειδος». Όμως μετά τη δύση των πολιτισμών αυτών, που σήμαινε και το τέλος της δουλοκτησίας, η εξαρτημένη εργασία άρχισε να αποτελεί το βάθρο των νέων παραγωγικών σχέσεων. (Παράβαλε το βιβλικό «Ο μη εργαζόμενος μηδέ εσθιέτω»). Μάλιστα ειδικά μετά τα  χρόνια της βιομηχανικής επανάστασης η ίδια εργασία έφτασε να έχει θεοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε σήμερα να μιλούμε για το «δικαίωμα στην εργασία». Ο Ταλεσνίκ λοιπόν ανατρέπει με μια εύστοχη και καταλυτική σάτιρα αυτόν το μύθο και στη θέση του προβάλλει το …«δικαίωμα στην τεμπελιά!».

Αλήθεια πώς θα αντιμετωπίζαμε σήμερα κάποιον επί χρόνια ευσυνείδητο εργαζόμενο, ο οποίος ένα πρωινό , χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο θα αποφάσιζε να μην πάει στη δουλειά του; Και όχι μόνο να μην πάει, αλλά ούτε καν να ειδοποιήσει ότι θα λείψει! Εκδοχές: ότι είναι άρρωστος, ότι προέκυψε κάποιο σοβαρό πρόβλημα στον εργασιακό του χώρο ή τέλος, ότι δεν στέκει καλά στα λογικά του.
Και όμως στον ΝΕΣΤΟΡΑ καμιά από τις τρεις αυτές εκδοχές δεν ισχύει. Απλώς βαριέται! Όχι μόνο εκείνη τη μέρα, αλλά και τις επόμενες…Αισθάνεται επιτέλους απελευθερωμένος. Βλέπει όποτε θέλει τους φίλους του, κάνει γυμναστική κάθε μέρα για να ξαναβρεί τη φόρμα του, παίζει μπιλιάρδο, κοιμάται όσο θέλει και, το σπουδαιότερο,  αισθάνεται για πρώτη φορά ερωτική έλξη γα τη γυναίκα του τις πιο «ακατάλληλες» , δηλαδή όλες, τις ώρες!
Η ΜΑΡΘΑ, η γυναίκα του, αποτελεί το πρότυπο της σύγχρονης μεσοαστής συζύγου: εργαζόμενη , πιστή, νοικοκυρά, προστατευτική απέναντι στις «παλαβομάρες» του συζύγου της. Στην αρχή τον συμβουλεύει, τον προτρέπει να επιστρέψει στη δουλειά του με τα πιο «ατράνταχτα» επιχειρήματα του τύπου «πώς θα ζήσουμε τώρα» ή  «ξέρεις πόσοι περιμένουν την σήμερον ημέραν στην ουρά για μια θέση σαν τη δική σου» και άλλα. Στο τέλος γίνεται έξω φρενών με την αμετάκλητη απόφασή του, γεμίζει τις βαλίτσες της και τον εγκαταλείπει…
Η ΜΗΤΕΡΑ του Νέστορα, που ειδοποιείται από τη Μάρθα,  καταφθάνει στο σπίτι, για να τη συνδράμει  και  εξαντλεί όλα τα συναισθηματικά επιχειρήματά της, για να αποτρέψει το γιο της από την ολέθρια απόφασή του: «Εγώ που σε κουβάλησα στην κοιλιά μου, που σε θήλασα, που σου άλλαζα πάνες,,,». Επί ματαίω!
Η ΠΕΡΑΛΤΑ, η νεαρή γραμματέας του, που τρέμει μήπως χάσει τη δουλειά της, τον επισκέπτεται να δει πώς είναι και παραλίγο να κολλήσει κι αυτή τον ιό της τεμπελιάς!. Ο Νέστορας της υπόσχεται, αν ακολουθήσει το παράδειγμά του να της μάθει ταγκό, να τη βοηθήσει να αναδείξει το ταλέντο της τραγουδίστριας, το οποίο η κοπέλα πίστευε ακράδαντα ότι διέθετε και να ζήσει μια ζωή διαφορετική από αυτήν που την καταδυνάστευε!
Ο ΧΟΥΑΡΕΓΚΙ, ο διευθυντής του τμήματος Ανθρώπινου Δυναμικού, που τον επισκέπτεται κι αυτός με τη σειρά του, με το ατσαλάκωτο κοστούμι, τη γραβάτα και το κατάλευκο πουκάμισό του, επικαλείται το ήθος του Νέστορα, και το καθήκον του απέναντι σε μια εταιρία με αναμφισβήτητο ανθρώπινο πρόσωπο, απέναντι στην οικογένεια του, στην πατρίδα, στο …σύμπαν! Τζίφος. Στο τέλος γίνεται έξω φρενών κι αποχωρεί…
Στο μεταξύ η κοινή γνώμη είναι συγκλονισμένη. Ο Νέστορας έχει γίνει θρύλος. Τα κανάλια ετοιμάζονται να του πάρουν συνέντευξη. Το κύρος της εταιρίας, και κάθε εταιρείας κινδυνεύει!
Οπότε καταφτάνει ο ΜΠΑΛΜΠΙΑΝΙ, ο Γενικός Διευθυντής της Εταιρείας, κρατώντας ένα καλά τυλιγμένο μικρό πακέτο στα χέρια του, και χρησιμοποιεί το έσχατο επιχείρημα κάθε εργοδοσίας! Μπροστά σ’ όλους εκεί (η Μάρθα έχει επιστρέψει να συνδράμει τον άντρα της που στην κυριολεξία λιμοκτονεί), ανοίγει με τελετουργικήν επισημότητα το πακέτο και του προσφέρει… ένα σάντουιτς! Κι ο δυστυχής Νέστορας το αρπάζει και αρχίζει να το καταβροχθίζει με βουλιμία!

Μια ιδέα ανεξάντλητη, ρηξικέλευθη,  επαναστατική, επίκαιρη, η πεμπτουσία της φιλοσοφίας των εργασιακών σχέσεων κάθε εποχής! Μια αποκάλυψη…

Το έργο έχει σκηνοθετηθεί από το ΔΗΠΕΘΕ Κέρκυρας το 2010 και έχει παρουσιαστεί στο Θέατρο Τέχνης στην Αθήνα τον Οκτώβριο του 2010 σε μετάφραση Κατερίνας Χριστοδούλου και σκηνοθεσία Κατερίνας Πολυχρονοπούλου



Παρασκευή 6 Ιουλίου 2012

Πλιάτσικο


ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ
ΓΚΕΟΡΓΚΙ  ΓΚΡΟΣΝΤΕΒ
ΠΛΙΑΤΣΙΚΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΑΡΤΟΜΑΤΣΙΔΗΣ
ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ 2008
σελ. 112

Το έργο κάλλιστα θα μπορούσε να έχει τον τίτλο «Λεηλασία» ή «Ο νόμος της Ζούγκλας». Καθώς ο αναγνώστης σε μια πρώτη ανάγνωση μένει με την εντύπωση ότι κεντρικός πυρήνας του είναι ένας μέχρι εσχάτων αγώνας ανθρώπων και ζώων μέσα στην άγρια φύση, μια φύση που μας φέρνει στο νου θέματα αγαπημένα από το παρελθόν, όπως ο Μόγλης του Κίπλινγκ.
Μια κουστωδία ετερόκλητων ανθρώπων συν-υπάρχουν αλλά και αλληλο-συγκρούονται σε κάποιο ορεινό καταφύγιο θηραμάτων, μακριά από τον πολιτισμό, έξω από τα καθημερινά αλλά και τα ιστορικά τεκταινόμενα της χώρας και της εποχής. Ο Χάντερ, ο πατέρας που αναζητά απεγνωσμένα τη χαμένη του κόρη, που εγκατέλειψε χωρίς λόγο την οικογενειακή της εστία. Η αμερικανίδα δημοσιογράφος Μαίρη και ο Χανς,  ένας τραπεζίτης από το Μόναχο, που επιζητούν την αποτοξίνωση από τις παθογένειες του σύγχρονου πολιτισμού. Δυο μοναχικοί γέροι, ο Ένιο και ο Μιχαήλ, που επιμένουν να κατοικούν σε ένα εγκαταλειμμένο χωριό, αλλά και η ψυχίατρος Λίνα, που έχει βάλει στόχο  να αποασυλοποιήσει τέσσερις ασθενείς της , τον Μωμόγερο, τον στρατηγό, την Αναστενάρισσα και τη Σιωπηλή. Και κοντά σ’ αυτούς ο Κέμπο, ο λαθροκυνηγός και ο Δράκος, ο διακινητής και έμπορος νεαρών κοριτσιών, που δεν ορρωδούν μπροστά σε τίποτε… Και τριγύρω τους τα προαιώνια θηράματα: οι αρκούδες, οι αγριόχοιροι, τα ελάφια, τα ζαρκάδια, οι λύκοι, οι αγριόχηνες που δίνουν ένα απελπισμένο αγώνα ζωής και θανάτου γύρω από τις πηγές και τις λίμνες. Μια χωρίς όρια λεηλασία της φύσης, ένα πλιάτσικο της άγριας πανίδας που σε μακρινούς καιρούς υπήρξε το τρυφερό λίκνο του ανθρώπου…
Πολύ σύντομα όμως, ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι ο συγγραφέας προχωρεί παράλληλα και σε μια διακριτική μεν (με αλλεπάλληλες όμως νύξεις), αλλά καίρια  ανατομία της μετασοσιαλιστικής Βουλγαρίας, σε μια εποχή που οι αναμνήσεις του παλιού που έφυγε ανεπιστρεπτί και η αγριότητα του καινούργιου που επελαύνει ακάθεκτο αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλο-λεηλατούνται.

 «Πριν βρεθεί στο ψυχιατρείο ο Μωμόγερος ήταν διευθυντής. Στο εργοστάσιό του οι περισσότεροι εργάτες ήταν φυλακισμένοι. Όλα αυτά ανεπίσημα. Ξεχωριστά δούλευαν οι ποινικοί, ξεχωριστά οι πολιτικοί. Διοικούσε απλά: «Όποιος δεν πειθαρχεί δεν θα τρώει!»

«Πιστεύω στο αμερικανικό όνειρο! δηλώνει ο Δράκος σε μια τηλεοπτική του συνέντευξη. Αν επιθυμείς κάτι, άρπαξέ το! Κανείς δεν θα σου το προσφέρει…»

«Γιατί οι άνθρωποι είναι σημαδεμένοι από το πεπρωμένο τους; Θα γκρεμιστεί μήπως ο κόσμος, αν χαθεί η βία και ο εξαναγκασμός;  Θα σταματήσει να γυρνάει ο πλανήτης; Πού είναι το τρίτο μας μάτι; Γιατί το έχουμε χάσει; Για ποιες αμαρτίες μάς το έχουν στερήσει; Πώς ήμασταν όταν το είχαμε; Μπορούσε ο καθένας να κοιτάξει ολόισια στην ψυχή του άλλου; Και ήταν όμως αυτό για καλό;» Αναρωτιέται η Νία, η Αναστενάρισσα που κατέχει τη μυστική δύναμη προβλέπει τα μέλλοντα.

Ο Γκεόργκι Γκρόσντεβ, γεννημένος το 1957, έχει σπουδάσει δημοσιογραφία και διευθύνει τον εκδοτικό οίκο Balkani στη Σόφια. Διευθύνει επίσης ένα λογοτεχνικό περιοδικό και έχει γράψει ένα πλήθος από πεζά κείμενα που έχουν μεταφραστεί σε πολλές βαλκανικές γλώσσες. Το «Πλιάτσικο έχει ήδη μεταφραστεί στα αγγλικά, τα σλαβομακεδόνικα και τα σερβικά.
Ο Χρήστος Χαρτοματσίδης  γεννήθηκε το 1954 στη Σόφια, από γονείς πολιτικούς πρόσφυγες, σπούδασε ιατρική και σήμερα είναι διευθυντής του Μικροβιολογικού Τμήματος της Κομοτινής. Γράφει ποίηση και μεταφράζει συστηματικά Βουλγάρους συγγραφείς.

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

Ανατομία των Ψευδαισθήσεων


ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ
LUDMILA FILIPOVA
ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΩΝ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΩΝ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΠΑΝΟΣ ΣΠΑΘΟΓΙΑΝΝΗΣ
ΨΥΧΟΓΙΟΣ 2012
σελ. 480

Η συγγραφέας, εγγονή του τελευταίου πρωθυπουργού της Βουλγαρίας του «υπαρκτού σοσιαλισμού» Γκρίσα Φιλίποφ (1981-1986), γεννήθηκε το 1977. Η «Ανατομία των Ψευδαισθήσεων» υπήρξε το πρώτο της μυθιστόρημα (Σόφια 2011) και γνώρισε μεγάλη εκδοτική επιτυχία στη χώρα της. Μάλιστα μια τουρκική εταιρία έχει αγοράσει τα δικαιώματα, για να το μεταφέρει και στη μικρή οθόνη.
Στο έργο της η νεαρή και φέρελπις συγγραφέας καταπιάνεται με ένα μεγαλεπήβολο στόχο: να παρουσιάσει την εικόνα της χώρας της αμέσως μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος, όταν το παλιό ακόμη αντιστεκόταν και το καινούργιο πάλευε να εδραιωθεί. Η ίδια, καθώς διευκρινίζει στην αρχή του βιβλίου της,  χρησιμοποίησε απόρρητα έγγραφα από τα αρχεία του παππού της, από τον οποίο, όπως είναι φυσικό, είναι συναισθηματικά εξαρτημένη.
Γίνεται αμέσως φανερό ότι το θέμα της έχει αυτοβιογραφικό χαρακτήρα: η κύρια ηρωίδα της,  η Άννα, είναι η πριγκίπισσα με τις κόκκινες μπούκλες που μεγαλώνει μέσα στη χλιδή της βουλγαρικής νομενκλατούρας, καθώς είναι η εγγονή του πρωθυπουργού. Με νταντάδες, δασκάλες και υπηρέτες, κλεισμένη στις πολυτελείς επαύλεις του Εφξίνογκραντ, ούτε που υποψιάζεται τα τεκταινόμενα στον έξω κόσμο,
Ενώ ο Μπόρις, γόνος ενός κατώτερου στελέχους της κρατικής ασφάλειας και μάλιστα τουρκικής καταγωγής , ούτε να ονειρευτεί μπορεί την Άννα, που την πρωτοαντικρίζει μια μέρα πίσω απόν ψηλό φράχτη που τη χώριζε από τους κοινούς θνητούς και μένει έκθαμβος.
Έχει όμως ο καιρός γυρίσματα… Κάποια υψηλά ιστάμενα στελέχη του καθεστώτος απεργάζονται αργά και συστηματικά την πτώση του. Φυγαδεύουν στο εξωτερικό χρήματα του κράτους, ιδρύουν εταιρίες, συνιστούν ομίλους  και καταφέρνουν να προσεταιριστούν και τον νεαρό Μπόρις, ο οποίος γρήγορα γίνεται το δεξί τους χέρι… Και η αλλαγή επέρχεται σαν κεραυνός και φέρνει τα πάνω κάτω. Η Άννα με τους δικούς της βρίσκονται από τη μια στιγμή στην άλλη κυριολεκτικά στο δρόμο. Και η ηρωίδα μας με προσωπικό μόχθο τώρα και αγώνα καταφέρνει να σπουδάσει δημοσιογραφία και να γίνει στέλεχος ενός σπουδαίου βουλγαρικού περιοδικού
Ενώ ο Μπορίς, που δεν ορρωδεί μπροστά σε τίποτα, που καταπνίγει μέσα του κάθε αίσθημα, βρίσκεται σύντομα στην κορυφή μιας οικονομικής πυραμίδας που ελέγχει κυβέρνηση και πολιτικά στελέχη.
 Ώσπου η μοίρα φέρνει τους δυο ήρωες μετά από χρόνια τον ένα δίπλα στον άλλο. Την ανερχόμενη δημοσιογράφο που διψάει για αναγνώριση και ονειρεύεται να γράψει το άρθρο της ζωής της ξεσκεπάζοντας τις εγκληματικές δραστηριότητες του Μπορίς, κι εκείνον, μοναχικό και απρόσιτο, να επιχειρεί μάταια να πνίξει εκείνο το εξαίσιο όραμα της Άννας των παιδικών του χρόνων. Τι θα συμβεί άραγε;
«Η Ανατομία των Ψευδαισθήσεων» εντυπωσιάζει ως πρωτόγονο χρονικό μιας κοινωνίας που μεταλλάσσεται, που δεν έχει ακόμη βρει το δρόμο της. Η συγγραφέας, πιστή στο δόγμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, με το οποίο εξάλλου γαλουχήθηκε, αγνοεί κάθε στοιχείο νεωτερικής γραφής. Ξετυλίγει το μύθο της ευθύγραμμα, καθόλου ελλειπτικά, μονοεπίπεδα, λες και η τέχνη του μυθιστορήματος σταμάτησε στη γέννησή της. Οι «Ψευδαισθήσεις»  έτσι καταλήγουν να είναι ένα κοινό ρομάντζο, ένα θρίλερ,  ή και τα δυο καλύτερα, κατάλληλο για αναγνώστες κάθε επιπέδου. Και οι ανατροπές, όπου υπάρχουν, καθώς και τα «μότα» στην αρχή κάθε κεφαλαίου,  εξυπηρετούν περισσότερο έναν αμφιλεγόμενο διδακτισμό, παρά την τελείωση της φόρμας. Ή ίδια εξάλλου δεν κρύβει της προθέσεις σχετικά με την προτίμηση της πεπατημένης γραφής. Η ηρωίδα μας που επισκέπτεται μια έκθεση εικαστικού υλικού στη Σόφια διαπιστώνει:
«Εντυπωσιάστηκε πολύ από τους πίνακες και τα γλυπτά. Περίμενε να δει μυστικιστικούς και παθολογικά παράλογους λεκέδες, γραμμούλες, κυκλάκια και ορθογώνια σε αόριστο φόντο. Το τελευταίο διάστημα η επονομαζόμενη μοντέρνα τέχνη, όλο και περισσότερο κατευθύνεται προς μια τέτοια έκφραση, τόσο στα εικαστικά, όσο και στη γραφή.. Πιθανότατα εκφράζει την παράλογη θύελλα που μαίνεται στην ψυχή της βουλγαρικής κοινωνίας με την έλευση της δημοκρατίας. Όμως οι πίνακες που είδε αποτελούσαν αντικαθρέφτισμα της πραγματικής ζωής» (σελ. 357).
Προφανώς η βουλγαρική τέχνη, το βουλγαρικό μυθιστόρημα, έχουν πολύ δρόμο να διανύσουν ακόμη…