Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Προμηθεὺς πλάσας ποτὲ ἀνθρώπους δύο πήρας ἐξ αὐτῶν ἀπεκρέμασε, τὴν μὲν ἀλλοτρίων κακῶν, τὴν δὲ ἰδίων, καὶ τὴν μὲν τῶν ὀθνείων ἔμπροσθεν ἔταξε, τὴν δὲ ἑτέραν ὄπισθεν ἀπήρτησεν. Ἐξ οὗ δὴ συνέβη τοὺς ἀνθρώπους τὰ μὲν ἀλλότρια κακὰ ἐξ ἀπόπτου κατοπτάζεσθαι, τὰ δὲ ἴδια μὴ προορᾶσθαι

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Carlos Fuentes. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Carlos Fuentes. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2012

Η Θέληση και η Τύχη


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ                        
ΜΕΞΙΚΟ
CARLOS FUENTES
Η ΘΕΛΗΣΗ ΚΑΙ Η ΤΥΧΗ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΜΠΟΝΑΤΣΟΥ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2010
σελ. 496

Ο μεγάλος μεξικανός λογοτέχνης (μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος, θεατρικός συγγραφέας, δοκιμιογράφος), γεννημένος το 1928, έγραψε το 23ο μυθιστόρημά  « Η Θέληση και η τύχη»  το 2008, δηλαδή σε ηλικία ογδόντα χρονών!  Και βέβαια, μπορεί αυτός να μην έχει χτυπηθεί από τη νόσο του Αλτσχάιμερ, όπως ο συνομήλικός του  κολομβιανός Garcia Marquez, είναι φυσικό όμως να έχει εξαντληθεί, να έχει «αδειάσει» και από την τελευταία ικμάδα φαντασίας και δημιουργικότητας που χαρακτήριζαν τα προηγούμενα έργα του, όπως λ χ «Ο θάνατος του Αρτέμιο Κρους» (1962) και «Η Πορτοκαλιά» (1994) (δες προηγούμενες αναρτήσεις μας) αλλά και πολλά άλλα.
Αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι το έργο που κρατάμε στα χέρια μας είναι, αμελητέο ή ασήμαντο. Κάθε άλλο. Το δυσάρεστο όμως είναι ότι ο προσεχτικός αναγνώστης δεν μπορεί να μην προχωρήσει σε συγκρίσεις με προηγούμενα έργα του, πράγμα που δεν ευνοεί ούτε στο ελάχιστο αυτό το τελευταίο (για την ώρα;) μυθιστόρημά  του.
Η πένα βέβαια αυτού του δεξιοτέχνη της μεξικάνικης πεζογραφίας σε πολλά σημεία του έργου εκπλήσσει με την αμεσότητα και  την «αιρετική» της γοητεία. Έτσι, όταν γράφει για τους φτωχούς του Μεξικού, αποφαίνεται:

«Η συντριπτική πλειοψηφία της masa paupertatis, της μάζας των φτωχών της πόλης του Μεξικού δεν είχε άλλη επιλογή από τη φτώχεια ή την εγκληματικότητα… Το χειρότερο κλισέ της συναισθηματικότητας  είναι το να πιστεύεις ότι οι φτωχοί είναι καλοί. Δεν είναι αλήθεια. Η φτώχεια είναι φρίκη, οι φτωχοί είναι καταραμένοι, καταραμένοι από την υποταγή τους στο μοιραίο και μπορούν να λυτρωθούν από την υποταγή τους μόνο αν εξεγερθούν ενάντια στη δυστυχία τους και γίνουν εγκληματίες. Το έγκλημα είναι η αρετή της φτώχειας!» (σελ. 99)

Για την επανάσταση και τους ήρωές της:

«Δεν υπάρχει επανάσταση χωρίς τη μεσαία τάξη και το Μεξικό δεν είναι η εξαίρεση. Η επανάσταση που αποκλείει τη μεσαία τάξη δεν είναι προλεταριακή επανάσταση, είναι δικτατορία του προλεταριάτου. Και στο Μεξικό, όλοι οι ήρωες της επανάστασης πέθαναν νέοι. Ενώ οι επιζήσαντες γέρασαν και πλούτισαν…» (σελ. 420)

Το σχέδιο του Φουέντες μεγαλεπήβολο. Να προχωρήσει σε μια ανατομία των σχέσεων της πολιτικής εξουσίας του Μεξικού –και όχι μόνο- με τους πανίσχυρους επιχειρηματικούς κύκλους που τη στηρίζουν. Και το κατορθώνει εύστοχα. Μόνο που ο μύθος τον οποίον επέλεξε για να φωτίσει αυτή τη σχέση αποδεικνύεται κάπως ανεπαρκής και ελάχιστα πειστικός.
‘Ένα ζευγάρι φερέλπιδων και φιλόδοξων νέων, ο Χοσουέ και ο Χερικό (εμφανής ο συμβολισμός από την Παλαιά Διαθήκη: Ιησούς του Ναυή-Ιεριχώ), ενώ δεν έχουν γονείς,  μεγαλώνουν και σπουδάζουν χάρη σε παράλληλες μυστικές χορηγίες από κάποιο άγνωστο άτομο, η ταυτότητα του οποίου θα αποκαλυφθεί προς το τέλος του έργου, αν και ο προσεχτικός αναγνώστης αρχίζει να την υποψιάζεται πολύ νωρίτερα. Η σχέση τους από στενή και αδελφική (Κάστωρ και Πολυδεύκης) μεταλλάσσεται σιγά σιγά σε σχέση αμοιβαίας εχθρότητας (Κάιν και Άβελ). Καθώς όμως θα εμπλακούν χωρίς τη θέλησή τους στα γρανάζια του αδυσώπητου αγώνα πολιτικής και επιχειρηματικής εξουσίας, από διαφορετικό μετερίζι ο καθένας, στο τέλος θα θυσιαστούν αμφότεροι, αλεσμένοι από τις μυλόπετρες αυτής της αέναης συμπόρευσης αλλά και εχθρότητας των δυο πόλων της εξουσίας. Σ’ αυτό το θλιβερό τέλος θα συμβάλει και η απαραίτητη femme fatale Ασούντα Χορντάν, η οποία, αφού τους εγκλωβίσει στη σαγήνη της. θα τους εξαντλήσει ως αναλώσιμα είδη.
Τους δυο πόλους της εξουσίας, της πολιτικής και της επιχειρηματικής,  που συνεργάζονται αλλά και αντιμάχονται η μια την άλλη, εκπροσωπούν ο εκλεγμένος πρόεδρος της Δημοκρατίας Βαλεντίν Πέδρο Καρέρα και ο μεγαλοβιομήχανος ειδών πληροφορικής Μαξ Μονρόι. Και ανάμεσά τους, χωρίς να παίρνει θέση ο δαιμόνιος δικηγόρος και πανεπιστημιακός καθηγητής Αντόνιο Σανχινές (η διανόηση), ο οποίος ουσιαστικά κατευθύνει χωρίς την παραμικρή ηθική αναστολή τους δυο αντιπάλους.
Ως εδώ ο μύθος λειτουργεί ως ένα κοινό ρομάντζο  ή θρίλερ. Ο συγγραφέας μας όμως, πιστός στη γνωστή συνταγή της ισπανόφωνης μυθοπλασίας, στον μαγικό ρεαλισμό, θα παρεμβάλει στοιχεία μεταφυσικά, στοιχεία «τρομακτικά», τα οποία ομολογώ δεν έχουν πάψει να γοητεύουν τον σύγχρονο αναγνώστη: τα γεγονότα τα αφηγείται … ένα κομμένο κεφάλι που επιπλέει στα κύματα του ειρηνικού. Είναι το κεφάλι του Χοσουέ, ο οποίος αποκεφαλίστηκε άγρια με ματσέτες από τους εγκάθετους της ερωμένης του. Ένα κεφάλι που θα  αναλάβει ο προφήτης Ιεζεκιήλ να το οδηγήσει στους ουρανούς, αλλά κατά τη διάρκεια της πτήσης του θα έχει την ευκαιρία να συνομιλήσει εκ βαθέων με την πριν από έναν αιώνα πεθαμένη μητέρα του Μαξ Μονρόι, η οποία είναι θαμμένη σε κάποιο μυστικό νεκροταφείο!
Μήπως η γοητεία του λατινοαμερικάνικου μαγικού ρεαλισμού έχει γίνει πια μανιέρα;

Νέα Καλλικράτεια 1 Σεπτεμβρίου 2012

Τρίτη 5 Ιουνίου 2012

Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες

ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΜΕΞΙΚΟ
CARLOS FUENTES
ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΕΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ  ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΜΠΟΝΑΤΣΟΥ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2007
σελ. 416

Ένα «σπονδυλωτό μυθιστόρημα» του μεγάλου μεξικανού πεζογράφου που μας άφησε πρόσφατα (1928-2012). Γραμμένο μάλιστα την πρώτη δεκαετία του αιώνα μας (2006). Πρόκειται για μια σύλληψη μνημειώδη, την οποία μόνο ένας δοκιμασμένος χρόνια τώρα συγγραφέας θα μπορούσε να πραγματώσει: να παραθέσει ένα ομαδικό πορτρέτο της σύγχρονης μεξικάνικης κοινωνίας, και συνεκδοχικά της δυτικής κοινωνίας των αρχών του 21ου αιώνα.
Το έργο, δομημένο σε δεκαέξι υποσύνολα-κεφάλαια, τα οποία, αν και δεν συνδέονται εξωτερικά μεταξύ τους, αποτελούν εντούτοις ένα αδιάσπαστο σύνολο, μια ενιαία διεισδυτική ματιά στο σύγχρονο μεξικάνικο –και όχι μόνο-κοινωνικό γίγνεσθαι. Αδρές πινελιές που διατρέχουν κάθε κοινωνική τάξη της χώρας του, που αναδεικνύουν κάθε πρόβλημα, που ανασύρουν κάθε παθογένεια της σύγχρονης οικογένειας μας.

 Ένας πατέρας (ο Παστόρ Παγιάν), πρώην υψηλό στέλεχος επιτυχημένης επιχείρησης, εξαναγκάζεται να παραιτηθεί στα πενήντα δύο του «επειδή δεν ήταν τόσο ανέντιμος» όσο το αφεντικό και οι συνάδελφοί του. Εξαγοράζει όμως ακριβά τη θητεία του στην εξελισσόμενη επιχείρηση: με μια παχυλή επιταγή και μια πανάκριβη κατοικία, ένα παλάτσο, όπου και εγκαθίσταται. Η μητέρα (η Ελβίρα Μοράλες) πρώην αοιδός μπολέρο στη «Σπηλιά του Αλαντίν», από τη στιγμή που γνώρισε τον άντρα της, πριν από τριάντα δύο χρόνια. έπαψε να υπάρχει. Νοσταλγεί τα νεανικά της χρόνια τα οποία όμως έχουν ανεπιστρεπτί χαθεί. Ο γιος (ο Αμπέλ Παγιάν), γράφεται στο Οικονομικό τμήμα του Πανεπιστημίου του Μεξικού, αλλά εγκαταλείπει τις σπουδές του γιατί διαπιστώνει ότι «είχε μάθει ένα πλήθος από περιττά εις βάρος των απαραίτητων». Και ως νέος άσωτος υιός επιστρέφει στην οικογένεια και εγκαθίσταται στο ισόγειο του παλάτσου. Η κόρη (Ελβίρα Παγιάν) που είχε την «ατυχία» να έχει ένα επιθυμητό και προκλητικό σώμα, δοκιμάζει την καριέρα της αεροσυνοδού, αλλά διαπιστώνει ότι οι πελάτες που ασελγούσαν επάνω της  "είχαν πάντα δίκιο». Αποσύρεται λοιπόν κι αυτή στη σοφίτα του παλάτσου και αφήνεται στον εικονικό χώρο των ριάλιτι σόου της τηλεόρασης… Μια τυπική σύγχρονη οικογένεια που δεν έχει το παραμικρό να μοιραστεί μεταξύ της εκτός από τον τόπο κατοικίας της…(ΜΙΑ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ)
Ο στρατηγός Μαρσελίνο Μίλες έχει εντολή να συλλάβει μια ομάδα επαναστατών του λαϊκού στρατού «Βισέντε Γκερέρο» στις πλαγιές της Σιέρα Μάδρε. Ξέρει ότι επικεφαλής της ομάδας βρίσκεται ο γιος του Αντρές Μίλες («Μια χώρα εκατό εκατομμυρίων, πατέρα, κι οι μισοί ζουν μέσα στη φτώχια»). Οι αντάρτες όμως , ευέλικτοι και γνώστες των μονοπατιών μέσα στη ζούγκλα, συνεχώς διαφεύγουν. Κι ο στρατηγός αναγκάζεται να επιστρέψει στη βάση του. Την άλλη μέρα όμως μαθαίνει ότι συνέλαβαν τον επαναστάτη γιο του στο σπίτι της φίλης του. Κι ο προδότης που τον κατέδωσε είναι ο μικρότερος γιος του, ο Ρομπέρτο Μίλες, επίδοξος επιχειρηματίας, που διαβλέπει ότι η δράση του αδελφού του θα του προξενούσε μεγάλη βλάβη στα επιχειρηματικά του σχέδια. Κι ο πατέρας σε δίλημμα  («Και τι σας φαίνεται χειρότερο λοχαγέ, η επανάσταση ή η προδοσία;» θα ρωτήσει τον επικεφαλής των φυλακών. Για να πάρει την απάντηση «Η προδοσία!».) Την άλλη μέρα ο επαναστάτης γιος έχει δραπετεύσει κι ο προδότης βρίσκεται εκτελεσμένος με μια σφαίρα στον τράχηλο. Η τιμή του στρατού αποκαθίσταται… (Η ΕΝΟΠΛΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ)
Ο δον Λουίς Αλμπαράν πετυχημένος επιχειρηματίας κατασκευαστικής εταιρίας ζει μόνος του στο αρχοντικό του , μετά τον πρόσφατο θάνατο της γυναίκας του, και τα θέλει όλα σε τάξη. Με τη μαγείρισσα, την καμαριέρα, τον οδηγό του, τον μπάτλερ να τον υπηρετούν πιστά και σύμφωνα με τους κανόνες της ακμάζουσας νεοαστικής τάξης. Ώσπου κάποιο  βράδυ της 24ης Δεκεμβρίου, δέχεται την απρόσμενη επίσκεψη του χαμένου για χρόνια αδελφού του, του Ρέγιες Αλμπαράν, ο οποίος , σύμφωνα με το τοπικό έθιμο του ζητάει κατάλυμα μέχρι τις 6 Ιανουαρίου. Με βρόμικα και σχισμένα ρούχα, άπλυτος, βρομάει ολόκληρος. Κι ο πετυχημένος αδελφός γεμάτος τύψεις του το προσφέρει. Ο ίδιος από μικρός ήταν προορισμένος να προκόψει: καπάτσος, καταφερτζής λίγο απατεώνας… Ενώ εκείνος πιστός πάντα στις αρχές της εκκλησίας και τηρητής των οικογενειακών παραδόσεων, γρήγορα κατάντησε περιπλανώμενος επαίτης. Τώρα όμως με μια άνεση κι ένα ξεχωριστό θράσος καταλαμβάνει την πιο μεγάλη κρεβατοκάμαρα του αρχοντικού κι αποφασίζει να ζήσει τις μέρες της φιλοξενίας του σαν πραγματικός άρχοντας. Με το πρωινό του στο κρεβάτι, με ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα κάθε πρωί, με την καμαριέρα στην αποκλειστική του διάθεση και με βουνά από ψώνια που κουβαλάει κάθε μέρα με την πιστωτική κάρτα του αδελφού του.  Και το υπηρετικό προσωπικό του σπιτιού , μετά την πρώτη , δικαιολογημένη αγανάκτηση, γρήγορα αρχίζει να συμπαθεί, σχεδόν να λατρεύει τον παρείσακτο, όταν διαπιστώνει ότι εκείνος εκπληρώνει όλες τις επιθυμίες τους που για χρόνια έμειναν ανεκπλήρωτες: χαρίζει τα άπαντα του Βάγκνερ, στον ένα, Δίνει διαταγή να τοποθετηθεί πλάκα στον τάφο της μάνας της άλλης, χαρίζει μια Ρενώ στον άλλο… Και στο τέλος, ξαναντύνεται τα κουρέλια του και αποχωρεί την συγκεκριμένη μέρα, σύμφωνα με το έθιμο, γεμάτος αξιοπρέπεια, χωρίς να πάρει μαζί του το παραμικρό από το σπίτι του αδελφού του. Έτσι, ο δον Λουίς Αλμπαράν παίρνει το μάθημα της ζωής του! (Ο ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ)

Δεκαπέντε ακόμη παρόμοια θέματα ξετυλίγονται μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας μέσα από τις σελίδες του μυθιστορήματος. Που συνθέτουν μια διεισδυτική ανατομία της κοινωνίας του σύγχρονου Μεξικού, του σύγχρονου κόσμου μας… Η καινοτομία όμως του έργου βρίσκεται αλλού: μετά από κάθε αφήγημα ακολουθεί μια δυνατή ποιητική σύνθεση, που συμπληρώνει και αναδεικνύει το θέμα του με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο. Και καθώς η ποίηση δύσκολα μεταφράζεται, εδώ η φιλότιμη μεταφράστρια του έργου αποδεικνύει όλη τη μαεστρία της.

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011

Νερό Καμένο


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΜΕΞΙΚΟ
CARLOS FUENTES
ΝΕΡΟ ΚΑΜΕΝΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ
ΑΓΡΑ 1995
σελ. 298


Το έργο το συνθέτουν τέσσερις αυτόνομες νουβέλες, που συνδέονται όμως μεταξύ τους με αδιόρατα νήματα (Αφηγηματικό Κουαρτέτο, όπως αναφέρεται στον υπότιτλο) με κοινό σημείο την Πόλη του Μεξικού, η οποία είναι χτισμένη πάνω στην πρωτεύουσα των Αζτέκων και στη λίμνη που την περιέβαλλε, μια λίμνη που πήρε φωτιά, σύμφωνα με την παράδοση, κατά την πολιορκία της από τους ισπανούς κατακτητές. Από εδώ και ο τίτλος του έργου Νερό Καμένο.
Στο πρώτο αφήγημα (Η Γιορτή της Μητέρας) κυρίαρχη μορφή αποτελεί ο παλαίμαχος στρατηγός Βισέντε Βεργάρα. Ο στρατηγός που πολέμησε στα νιάτα του στο πλευρό όλων των μεγάλων επαναστατών του Μεξικού, όπως ο Εμιλιάνο Ζαπάτα και ο Πάντσο Βίλα και μετά από κάποια μάχη με τους Ομοσπονδιακούς διέταξε να ευνουχίσουν έναν αντίπαλο αιχμάλωτο, αναπολεί τις μέρες της δόξας του περιτριγυρισμένος από το γιο του, δικηγόρο και μεγαλοκαλλιεργητή… μαριχουάνας και τον εικοσάχρονο εγγονό του που θαυμάζει απεριόριστα τον παππού του και περιφρονεί τον πατέρα του. Χαρακτηριστικό στοιχείο του αφηγήματος είναι η απουσία γυναικείων χαρακτήρων, καθώς τόσο η γιαγιά όσο και η μητέρα του αφηγητή είναι από χρόνια θαμμένες, αλλά οιονεί παρούσες, στον πολυτελή τάφο της οικογένειας του σπιτιού. Έτσι ο Fuentes υφαίνει σ' έναν αριστοτεχνικό καμβά, τα ψυχολογικά πορτρέτα των τριών ανδρών με διαύγεια και πληρότητα αξιοσημείωτη.
Το δεύτερο σκηνικό (Αυτά ήταν κάποτε Παλάτια) στήνεται στο υποβαθμισμένο πια κέντρο της Πόλης του Μεξικού, κοντά στη Μητρόπολη. Εκεί, και σε επαναδιαρρυθμισμένο πρώην πολυτελές μέγαρο, ζουν οικογένειες που είχαν πλουτίσει στα χρόνια του αποικισμού, αλλά τώρα τα φέρνουν δύσκολα πέρα, αλλά και πρώην υπηρέτριες που έχουν απολυθεί, καθότι μετά την επανάσταση ο θεσμός των υπηρετών έχει πια παρακμάσει. Εδώ ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να μας αναπτύξει μια ιδιότυπη, αλλά δυνατή σχέση ανάμεσα στον ανάπηρο έφηβο Λουισίτο, και στη δόνια Μανουελίτα, πρώην υπηρέτρια του στρατηγού Βεργάρα. Ο Λουισίτο με μια καλπάζουσα φαντασία αλλά και αξιοπρέπεια, αισθάνεται ότι αποτελεί βάρος στην οικογένειά του και αυτό δεν μπορεί να το ανεχθεί, τη στιγμή που η δόνια Μανουελίτα τον έχει ανάγκη για να μοιράζεται μ’ αυτόν τη μοναξιά της. Παρακολουθούμε λοιπόν την εξέλιξη αυτής της σχέσης ανάμεσα στη δόνια Μανουελίτα, που εξαντλεί όλη την ευαισθησία της στο να φροντίζει τα γεράνια και τα καναρίνια της αυλής του σπιτιού, αλλά και να επικοινωνεί με ένα ολόκληρο κοπάδι αδέσποτων σκύλων, και στον έφηβο Λουισίτο που κοινωνικοποείται επιτέλους αυτονομούμενος με τη βοήθειά της.
«Παλιά οι νύχτες στην πόλη του Μεξικού ήταν γεμάτες ξημερώματα» (Γλυκοχαράματα) Κι ο Φεδερίκο Σίλβα, έβγαινε στις δύο το πρωί στο μπαλκόνι του αρχοντικού του και απολάμβανε το πρωινό που ερχόταν, με τις μυρωδιές των τροπικών δέντρων και της αποξηραμένης λίμνης. Τώρα δυο πανύψηλα κτίρια του έχουν στερήσει τον ορίζοντα, το ταλαιπωρημένο σπογγώδες υπέδαφος της περιοχής μην αντέχοντας τόσο βάρος κατολισθαίνει και το σπίτι του μέρα με την ημέρα γέρνει σαν τον πύργο της Πίζας. Η αυταρχική μητέρα του κάτω από τη σκιά της οποίας ζούσε χρόνια έχει πεθάνει κι ο ίδιος διάγοντας μέσα στη χλιδή του πάμπλουτου εισοδηματία προσπαθεί να φανταστεί το είδος του θανάτου του. Η μοναδική γυναίκα που αγάπησε στα δεκαπέντε της η Μαρία δε λος Άνχελες, «που κάποτε ήταν γοητευτική , αλλά τώρα έμοιαζε με τη βασίλισσα Μαρία-Λουίζα στον πίνακα του Γκόγια», είναι πια μια απλή φίλη του και αυτή που θα διαβάσει την από καιρό προσχεδιασμένη επιστολή που ετοίμασε πριν πεθάνει. Μόνο που η ζωή εδώ ξεπερνάει κάθε φαντασία.
Ο Carlos Fuentes σκιαγραφεί εδώ με περισσή μαεστρία το πορτρέτο ενός μεσοαστού εισοδηματία της πόλης του Μεξικού που αρνείται πεισματικά να παρακολουθήσει τις σύγχρονες εξελίξεις και να συμφιλιωθεί με το καινούργιο που έρχεται. Ενός μεσοαστού που παραδίνεται αμαχητί στο μοιραίο…
«Ο Γιος του Αντρές Απαρίσιο», ο λούμπεν προλετάριος Μπερναμπέ, και η νομοτελειακή πορεία του μέχρι τις τάξεις του παρακρατικού εθνικισμού είναι το τελευταίο θέμα του έργου. Σφόδρα υποβαθμισμένο προάστιο χωρίς όνομα, παράγκα με λαμαρίνες και χαρτόνια, ηλεκτρικό ρεύμα κλεμμένο από τα δημόσια δίκτυα, ένας πατέρας χαμένος χρόνια τώρα , μια μητέρα τρυφερή αλλά αδύναμη και δυο θείοι. Και ακόμη: ένα σχολείο με τάξεις εκατό μαθητών, που μπορείς να το εγκαταλείψεις χωρίς να σε πάρει κανείς είδηση (ευτυχώς που υπάρχουν και τα βενζινάδικα ιδιοκτησίας του λισεντσιάδο Τιν Βεργάρα, όπου μπορείς να κερδίσεις μερικά πέσος καθαρίζοντας παρμπρίζ ). Και παραπέρα ένα εργοστάσιο, όπου οι νεαρές εργάτριες κλείνονται μέσα στα σκοτεινά τις Κυριακές και κάνουν έρωτα στα τυφλά με όποιον τύχει. Ποια άλλη διέξοδος μένει για το νεαρό παλικάρι που δυσκολεύεται μάλιστα να εκφραστεί, που φοβάται τις λέξεις, εκτός από την τυφλή βία του δεξιού παρακράτους της χώρας που σε συνεργασία με την αστυνομία αγωνίζεται να εκπαραθυρώσει τους αριστερούς υπουργούς της κυβέρνησης;
Και πάλι ο Carlos Fuentes με μια θαυμαστή κοινωνική ανάλυση φωτίζει τις αδήριτες βιοτικές ανάγκες , τα πολλαπλά κοινωνικά αδιέξοδα αλλά και τις λαχτάρες εκείνων που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Χωρίς πάθος, αλλά με αμέριστη συμπάθεια για κάθε «παραστρατημένο» που δεν επιλέγει τα μονοπάτια αυτά μόνο και μόνο για να σωθεί από τη μιζέρια και την αφάνεια, αλλά και επιλέγεται για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των δυνατών και των λίγων.

Καλλικράτεια, Αύγουστος 2011

Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

Η Πορτοκαλιά

ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

ΜΕΞΙΚΟ

CARLOS FUENTES

Η ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΕΦΗ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ

ΑΓΡΑ 1994 (σελ. 274)


Την «Πορτοκαλιά» του διάσημου μεξικανού πεζογράφου Carlos Fuentes, την αποτελούν πέντε νουβέλες, γραμμένες σε διαφορετικό χρόνο και τόπο, που δύσκολα θα μπορούσε να τις εντάξει κανείς σε μια θεματική ενότητα. Η δημοσίευσή τους σε κοινό σώμα με κοινό τίτλο μάλλον τους στερεί το στοιχείο της αυτονομίας με το οποίο είναι ολοφάνερο ότι θα κέρδιζαν. Ο συγγραφέας βέβαια –ίσως για καθαρά εκδοτικούς λόγους-φρόντισε να τις ενοποιήσει με την προσθήκη σ’ όλες του θεματικού στοιχείου του ομώνυμου δέντρου, αλλά αυτό φαίνεται ελάχιστα αποδοτικό. Εν πάση περιπτώσει. Ο λόγος του πασίγνωστου δημιουργού παραμένει το ίδιο άρτιος και διεισδυτικός, όπως τον ξέρουμε από τον «Αρτέμιο Κρους», η διαπραγμάτευση των επιμέρους θεμάτων του δεν παύει να υπακούει στο μαγικό ρεαλισμό, χαρακτηριστικό ολόκληρης της λατινόφωνης αμερικανικής πεζογραφίας, και η αναφορά του σε θέματα χρονογραφικού χαρακτήρα, μάλλον χρησιμοποιείται ως αφορμή, όχι βέβαια να μας «διηγηθεί», αλλά να κεντρίσει τη φαντασία μας.

Στις «Δυο Όχθες» (η νουβέλα έχει γραφεί μεταξύ Λονδίνου και Μεξικού το χειμώνα του 1992-93) ξαναζούμε την κατάκτηση του Μεξικού από τον κονκισταδόρο Ερνάν Κορτές. Την άφιξή του στη νέα γη, τη σύγκρουσή του με την αυτοκρατορία των Αζτέκων, την ισοπέδωση της πρωτεύουσάς τους Τενοτστιτλάν, στα ερείπια της οποίας χτίστηκε η νέα πόλη του Μεξικού, και την αιχμαλωσία του τελευταίου βασιλιά τους, τους Μοντεσούμα. Ιχνηλατούμε το ρόλο που έπαιξε σ’ αυτήν την κατάκτηση μια όμορφη ινδιάνα σκλάβα, η Μαλίντσε, με την οποία ο Κορτές θα αποχτήσει τον πρώτο του γιο, παρακολουθούμε το θαυμασμό των ιθαγενών για τα άλογα των κατακτητών, που τα αντίκριζαν για πρώτη φορά, διαπιστώνουμε τον καταστροφικό ρόλο για τον πολιτισμό των Αζτέκων που έπαιξαν οι Ιησουίτες ιεραπόστολοι, που ακολουθούσαν τον κατακτητή σαν τα κοράκια, καθώς αυτοί ήταν που επέβαλαν στον Κορτές την ολοσχερή καταστροφή κάθε χώρου λατρείας των κατακτημένων… Και το παράδοξο-και γοητευτικό συγχρόνως –είναι ότι όλα αυτά μας τα εξιστορεί με ακρίβεια μεσαιωνικού χρονογράφου από τον τάφο του στη Σαντακρους ο διερμηνέας του Κορτές, Χερόνυμο δε Αγιλάρ, πεθαμένος από σύφιλη…

Η δεύτερη νουβέλα του έργου με τον τίτλο «Οι γιοι του κατακτητή», γραμμένη στο Εσκοριάλ τον Ιούλιο του 1992, αποτελεί κατά κάποιο τρόπο τη θεματική συνέχεια της πρώτης. Τα γεγονότα τα εξιστορούν εδώ οι δυο –από τους … δώδεκα- γιοι του κατακτητή: ο Μαρτίν ο ΙΙ, γιος του από την ινδιάνα Μαλίντσε, και ο Μαρτίν ο Ι, από μια ισπανίδα «νόμιμη» σύζυγο. Εδώ ζούμε τη δόξα , αλλά και την κατάπτωση του Κορτές, που αναλώθηκε σε μια σειρά από γραφειοκρατικές δίκες με τους αντιπάλους του στην Ισπανία , αλλά και την ιστορία του Μεξικού μετά το θάνατο του Κορτές, όπως την έζησαν –από διαφορετικό πρίσμα βέβαια-οι δυο διάδοχοι γιοι του, οι οποίοι δεν απέφυγαν τη μοίρα του πατέρα τους: φυλακίστηκαν και εξευτελίστηκαν από το συμβούλιο της Αντιβασιλείας της χώρας με την κατηγορία της συνομωσία κατά του ισπανικού στέμματος. Και οι δυο εξορίστηκαν και πέθαναν στην Ισπανία.
Η νουβέλα «Οι δυο Νουμαντίες» μας μεταφέρει στα χρόνια της ρωμαϊκής εξάπλωσης προς τη δύση (Β’ αιώνας π. Χ.). Εδώ το σκηνικό «στήνεται» από τον Έλληνα ιστορικό Πολύβιο τον Μεγαλοπολίτη, που βρέθηκε αιχμάλωτος στην αυλή του Σκιπίωνα του Αιμιλιανού, του πορθητή της ισπανικής Νουμαντίας (133 π.Χ.). Μιας πόλης για την κατάκτηση της οποίας οι Ρωμαίοι θυσίασαν εκατοντάδες χιλιάδες στρατού και πάνω κάτω εκατό χρόνια αγώνων… Μια πόλη την οποία ο Σκιπίων, εγγονός του ομώνυμου Σκιπίωνα του Αφρικανού, του πορθητή της Καρχηδόνας, την πολιόρκησε και την κατέλαβε χωρίς μάχη, καθώς οι υπερασπιστές της εξαντλήθηκαν από την πείνα και τις κακουχίες. Και αυτό λίγο πριν δώσει τους πρώτους της καρπούς μια πορτοκαλιά, την οποία είχε φυτέψει πριν έξι χρόνια στο κέντρο της πλατείας της πόλης κάποιος γενοβέζος ταξιδιώτης… Η νουβέλα είναι γραμμένη στο Βαλντεμορίγιο-Φορμεντόρ το καλοκαίρι του 1992
Η νουβέλα «Ο Απόλλων και οι πουτάνες», γραμμένη μεταξύ Ακαπούλκου και Λονδίνου από τον Μάιο του 1991 ως τον Σεπτέμβριο του 1992, έχει ως πρωταγωνιστή και αφηγητή (με ημερολογιακή ακρίβεια) έναν ηθοποιό b-moovies του Χόλιγουντ. Ο οποίος νοικιάζει ένα γιοτ στο Ακαπούλκο, όπου περνούσε τις διακοπές του, και απομακρύνεται στον ωκεανό με …εφτά νεαρές πόρνες. Η περιγραφή της θάλασσας, του ήλιου και των νεαρών γυναικών, οι οποίες αποχαλινώνονται στη διάρκεια του ταξιδιού, συνιστούν μια σειρά από άκρως αισθησιακές σκηνές. Μόνο που ο ατυχής ηθοποιός πεθαίνει –βέβαια—από συγκοπή πάνω στο κατάστρωμα, εξακολουθεί όμως να βλέπει και να περιγράφει τα τεκταινόμενα και μετά το θάνατό του… Το κείμενο αποτελεί μάλλον προϊόν χαλάρωσης και διαφυγής του συγγραφέα από την καθημερινή ρουτίνα, στο εντυπωσιακό αυτό μεξικανικό θέρετρο του Ειρηνικού.
Στην Πέμπτη τέλος νουβέλα με τίτλο «Οι δυο Αμερικές» επιχειρείται να δοθεί η αντίστιξη ανάμεσα στον παράδεισο της προκολομβιανής Αμερικής και μιας άλλης Αμερικής, αυτής του εικοστού πρώτου αιώνα, η οποία μαστίζεται από την οικολογική καταστροφή και την τουριστική «αξιοποίηση». (Λονδίνο, 11 Νοεμβρίου 1991).


Σε γενικές γραμμές το έργο το διακρίνει μια εντυπωσιακή αφηγηματική αμεσότητα (κυριαρχεί η πρωτοπρόσωπη αφήγηση), ένας σεβασμός στην ιστορική ακρίβεια των γεγονότων, αλλά και μια σαφής τάση για υπέρβαση, για ενορατική ενατένιση των γεγονότων, που χαρακτηρίζει κάθε ήρωα-αφηγητή. Και αυτό είναι ίσως που δίνει στο έργο μιαν άλλη διάσταση, διαφορετική από αυτήν ενός κοινού ιστορικού αφηγήματος.