Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Προμηθεὺς πλάσας ποτὲ ἀνθρώπους δύο πήρας ἐξ αὐτῶν ἀπεκρέμασε, τὴν μὲν ἀλλοτρίων κακῶν, τὴν δὲ ἰδίων, καὶ τὴν μὲν τῶν ὀθνείων ἔμπροσθεν ἔταξε, τὴν δὲ ἑτέραν ὄπισθεν ἀπήρτησεν. Ἐξ οὗ δὴ συνέβη τοὺς ἀνθρώπους τὰ μὲν ἀλλότρια κακὰ ἐξ ἀπόπτου κατοπτάζεσθαι, τὰ δὲ ἴδια μὴ προορᾶσθαι

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ισπανόφωνο μυθιστόρημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ισπανόφωνο μυθιστόρημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

Το κόκκινο στο φτερό του παπαγάλου


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ
DANIEL CHAVARRIA
ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΣΤΟ ΦΤΕΡΟ ΤΟΥ ΠΑΠΑΓΑΛΟΥ
Μετάφραση: Κρίτων Ηλιόπουλος
ΕΚΔΟΣΕΙΣ opera
ΑΘΗΝΑ 2002
Σελ. 412


Ο Ντανιέλ Τσαβαρία (Daniel Chavaria), γεννημένος στην Ουρουγουάη το 1933, έζησε μια απίστευτα περιπετειώδη ζωή σε διάφορες χώρες της Λατινικής Αμερικής οι οποίες χειμάζονταν από στρατιωτικές δικτατορίες ως το 1969, οπότε διέφυγε με …αεροπειρατεία στην Αβάνα, όπου ζει και διδάσκει μέχρι σήμερα αρχαία ελληνικά, λατινικά και κλασσική φιλολογία. Το «Κόκκινο στο Φτερό του Παπαγάλου» γραμμένο το 2002, είναι το έκτο βιβλίο του μου έχει μεταφραστεί στα ελληνικά.
Το «Κόκκινο στο Φτερό του Παπαγάλου» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «πολιτικό θρίλερ». Ο συγγραφέας του αποδεικνύεται άριστος χειριστής αυτού του λογοτεχνικού  είδους. Ρεαλιστικοί χαρακτήρες, τεκμηριωμένες ιστορικές αναφορές και  αφήγηση που σου κόβει την ανάσα…
Τρεις είναι οι βασικοί χαρακτήρες γύρω από τους οποίους ξετυλίγεται η όλη πλοκή του έργου:
Ο Ορλάντο Ορτίς Ορτέγα  (συνοπτικά Τρεσό, από τα αρχικά του ονόματός του): αδίστακτος και στυγνός βασανιστής με …ανώτερες σπουδές σε αντίστοιχα εκπαιδευτικά κέντρα των Η.Π.Α. που έδρασε στη διάρκεια των δικτατορικών καθεστώτων της δεκαετίας του 70, τόσο της Ουρουγουάης, όσο και της Αργεντινής. Μετά την πτώση των δικτατορικών αυτών καθεστώτων , κατέφυγε στην Αβάνα  ψεύτικο όνομα (Ορλάντο Ρίος) και συνέχισε να ζει πριγκιπικά με τους ποταμούς των δολαρίων που λάβαινε τακτικά από τους διαχειριστές της αμύθητης περιουσίας του…
Ο Άλντο Μπιάνκι, αργεντινός υπήκοος, που είχε την ατυχία,  ένα βράδυ του 1976,  καθώς περπατούσε σε δρόμο του Μπουένος Άιρες  με το κορίτσι του να συναντήσει τον Τρεσό τυχαία, τη στιγμή που έβγαινε από το σινεμά . Η σκηνή που ακολουθεί είναι κάτι παραπάνω από σκληρή: είναι απάνθρωπη, είναι σοκαριστική (Ζητώ συγνώμη από τους φίλους και τις φίλες που την παραθέτω αυτολεξεί. Παρόλο που απέχει πολύ από αντίστοιχες σκηνές που της τρέχουσας επικαιρότητας που διαβάσαμε στον τύπο… Και τις παρακάμψαμε ως αναξιόπιστες, καθώς προέρχονταν από αναρχικούς.) :

«Τα πισινά της κοπέλας τον ερέθισαν και δεν τον ένοιαξε που η κοπέλα συνοδευόταν. Και τότε του ήρθε το ευφυέστατο κομπλιμέντο:
-Με τέτοιο κωλαράκι θα πέρναγα τη μέρα χέζοντας!». Ακούγοντας εκείνη την πρόστυχη βλακεία ο συνοδός της αντέδρασε με λυσσασμένη ταχύτητα και του σβούριξε μια κλοτσιά στα αχαμνά. Ο Ορλάντο δεν το περίμενε και ο πόνος τον ανάγκασε να διπλωθεί στα δυο. Μα συνήλθε γρήγορα. Έβαλε μπρος τα καρατίστικα κόλπα του και τσάκισε το παιδί. Με τη βοήθεια ενός περαστικού αστυνομικού τους συνέλαβε και τους οδήγησε στη Σχολή Μηχανικού, με την πρόφαση ότι ήταν καταζητούμενοι «Μοντονέρος» («Τρομοκράτες» , αντάρτες της δεκαετίας του ‘70 στην Αργεντινή). Την κοπέλα τη βίασαν ομαδικά. Λιπόθυμη σχεδόν την υπέβαλαν σ’ ένα βασανιστήριο σχεδιασμένο στις ΗΠΑ, που ήταν ακόμη σε πειραματικό στάδιο. Ήταν μια συσκευή που αναρροφούσε το παχύ έντερο από τον πρωκτό και το έβγαζε έξω, μια πιθαμή περίπου. Μετά έβαλαν ποντίκια στο έντερο και στον κόλπο της κοπέλας με τη βοήθεια ενός σωλήνα. Εκείνον τον ανάγκασαν να κοιτάζει. Για να τους σταματήσει ο νεαρός τους πρόσφερε χρήματα, ικέτεψε, έκλαψε, ξέρασε, ούρλιαξε. Έχασε τις αισθήσεις του και λιποθύμησε πολλές φορές.»
Η κοπέλα φυσικά ξεψύχησε και ο Άλντο , αφού πλήρωσε μια ολόκληρη περιουσία, αφέθηκε ελεύθερος και κατέφυγε στην Ιταλία , όπου ζούσε ασκώντας το επάγγελμα του αρχιτέκτονα μηχανικού.
Η Μπίνι , αποτελεί τον τρίτο χαρακτήρα. Μια νεαρή αφελής πόρνη πολυτελείας από την Αβάνα είναι, μια «χινετέρα», που παίζει το  ρόλο του συνδετικού κρίκου ανάμεσα στους δυο άντρες , που συναντιούνται τυχαία μετά από εικοσιπέντε χρόνια στην πρωτεύουσα της Κούβας. Ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να πλέξει το εγκώμιο αυτής της βαθιά ανθρώπινης ύπαρξης, να την περιβάλει με το λαμπρό φωτοστέφανο του μάρτυρα
Και το μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος αναλώνεται στο ανελέητο κυνήγι ενός εγκληματία, που ξέρει να καμουφλάρεται και να γίνεται αρεστός, μέχρι και αντικείμενο θαυμασμού από τους γύρω του. Και στην αποφασιστικότητα του θύματος να αποδώσει επιτέλους δικαιοσύνη.
Ο συγγραφέας, ακολουθώντας τη μέθοδο της παράλληλης αφήγησης, όταν η αγωνία βρίσκεται στο κατακόρυφό της, αλλά και του ετεροχρονισμού της αφήγησης, με αποτέλεσμα κάποια κρίσιμα γεγονότα να φωτίζονται αφού έχουν συμβεί, δημιουργεί το κατάλληλο κλίμα για τη διατήρηση αδιάπτωτου του ενδιαφέροντος του αναγνώστη. Παρόλο που από την αρχή είναι βέβαιος ότι η ύβρις θα προκαλέσει αργά ή γρήγορα την «τίσιν»,.και ότι τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας μπορεί να μακροημερεύουν καμιά φορά, αλλά πάντα τιμωρούνται…


Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2012

Η Θέληση και η Τύχη


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ                        
ΜΕΞΙΚΟ
CARLOS FUENTES
Η ΘΕΛΗΣΗ ΚΑΙ Η ΤΥΧΗ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΜΠΟΝΑΤΣΟΥ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2010
σελ. 496

Ο μεγάλος μεξικανός λογοτέχνης (μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος, θεατρικός συγγραφέας, δοκιμιογράφος), γεννημένος το 1928, έγραψε το 23ο μυθιστόρημά  « Η Θέληση και η τύχη»  το 2008, δηλαδή σε ηλικία ογδόντα χρονών!  Και βέβαια, μπορεί αυτός να μην έχει χτυπηθεί από τη νόσο του Αλτσχάιμερ, όπως ο συνομήλικός του  κολομβιανός Garcia Marquez, είναι φυσικό όμως να έχει εξαντληθεί, να έχει «αδειάσει» και από την τελευταία ικμάδα φαντασίας και δημιουργικότητας που χαρακτήριζαν τα προηγούμενα έργα του, όπως λ χ «Ο θάνατος του Αρτέμιο Κρους» (1962) και «Η Πορτοκαλιά» (1994) (δες προηγούμενες αναρτήσεις μας) αλλά και πολλά άλλα.
Αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι το έργο που κρατάμε στα χέρια μας είναι, αμελητέο ή ασήμαντο. Κάθε άλλο. Το δυσάρεστο όμως είναι ότι ο προσεχτικός αναγνώστης δεν μπορεί να μην προχωρήσει σε συγκρίσεις με προηγούμενα έργα του, πράγμα που δεν ευνοεί ούτε στο ελάχιστο αυτό το τελευταίο (για την ώρα;) μυθιστόρημά  του.
Η πένα βέβαια αυτού του δεξιοτέχνη της μεξικάνικης πεζογραφίας σε πολλά σημεία του έργου εκπλήσσει με την αμεσότητα και  την «αιρετική» της γοητεία. Έτσι, όταν γράφει για τους φτωχούς του Μεξικού, αποφαίνεται:

«Η συντριπτική πλειοψηφία της masa paupertatis, της μάζας των φτωχών της πόλης του Μεξικού δεν είχε άλλη επιλογή από τη φτώχεια ή την εγκληματικότητα… Το χειρότερο κλισέ της συναισθηματικότητας  είναι το να πιστεύεις ότι οι φτωχοί είναι καλοί. Δεν είναι αλήθεια. Η φτώχεια είναι φρίκη, οι φτωχοί είναι καταραμένοι, καταραμένοι από την υποταγή τους στο μοιραίο και μπορούν να λυτρωθούν από την υποταγή τους μόνο αν εξεγερθούν ενάντια στη δυστυχία τους και γίνουν εγκληματίες. Το έγκλημα είναι η αρετή της φτώχειας!» (σελ. 99)

Για την επανάσταση και τους ήρωές της:

«Δεν υπάρχει επανάσταση χωρίς τη μεσαία τάξη και το Μεξικό δεν είναι η εξαίρεση. Η επανάσταση που αποκλείει τη μεσαία τάξη δεν είναι προλεταριακή επανάσταση, είναι δικτατορία του προλεταριάτου. Και στο Μεξικό, όλοι οι ήρωες της επανάστασης πέθαναν νέοι. Ενώ οι επιζήσαντες γέρασαν και πλούτισαν…» (σελ. 420)

Το σχέδιο του Φουέντες μεγαλεπήβολο. Να προχωρήσει σε μια ανατομία των σχέσεων της πολιτικής εξουσίας του Μεξικού –και όχι μόνο- με τους πανίσχυρους επιχειρηματικούς κύκλους που τη στηρίζουν. Και το κατορθώνει εύστοχα. Μόνο που ο μύθος τον οποίον επέλεξε για να φωτίσει αυτή τη σχέση αποδεικνύεται κάπως ανεπαρκής και ελάχιστα πειστικός.
‘Ένα ζευγάρι φερέλπιδων και φιλόδοξων νέων, ο Χοσουέ και ο Χερικό (εμφανής ο συμβολισμός από την Παλαιά Διαθήκη: Ιησούς του Ναυή-Ιεριχώ), ενώ δεν έχουν γονείς,  μεγαλώνουν και σπουδάζουν χάρη σε παράλληλες μυστικές χορηγίες από κάποιο άγνωστο άτομο, η ταυτότητα του οποίου θα αποκαλυφθεί προς το τέλος του έργου, αν και ο προσεχτικός αναγνώστης αρχίζει να την υποψιάζεται πολύ νωρίτερα. Η σχέση τους από στενή και αδελφική (Κάστωρ και Πολυδεύκης) μεταλλάσσεται σιγά σιγά σε σχέση αμοιβαίας εχθρότητας (Κάιν και Άβελ). Καθώς όμως θα εμπλακούν χωρίς τη θέλησή τους στα γρανάζια του αδυσώπητου αγώνα πολιτικής και επιχειρηματικής εξουσίας, από διαφορετικό μετερίζι ο καθένας, στο τέλος θα θυσιαστούν αμφότεροι, αλεσμένοι από τις μυλόπετρες αυτής της αέναης συμπόρευσης αλλά και εχθρότητας των δυο πόλων της εξουσίας. Σ’ αυτό το θλιβερό τέλος θα συμβάλει και η απαραίτητη femme fatale Ασούντα Χορντάν, η οποία, αφού τους εγκλωβίσει στη σαγήνη της. θα τους εξαντλήσει ως αναλώσιμα είδη.
Τους δυο πόλους της εξουσίας, της πολιτικής και της επιχειρηματικής,  που συνεργάζονται αλλά και αντιμάχονται η μια την άλλη, εκπροσωπούν ο εκλεγμένος πρόεδρος της Δημοκρατίας Βαλεντίν Πέδρο Καρέρα και ο μεγαλοβιομήχανος ειδών πληροφορικής Μαξ Μονρόι. Και ανάμεσά τους, χωρίς να παίρνει θέση ο δαιμόνιος δικηγόρος και πανεπιστημιακός καθηγητής Αντόνιο Σανχινές (η διανόηση), ο οποίος ουσιαστικά κατευθύνει χωρίς την παραμικρή ηθική αναστολή τους δυο αντιπάλους.
Ως εδώ ο μύθος λειτουργεί ως ένα κοινό ρομάντζο  ή θρίλερ. Ο συγγραφέας μας όμως, πιστός στη γνωστή συνταγή της ισπανόφωνης μυθοπλασίας, στον μαγικό ρεαλισμό, θα παρεμβάλει στοιχεία μεταφυσικά, στοιχεία «τρομακτικά», τα οποία ομολογώ δεν έχουν πάψει να γοητεύουν τον σύγχρονο αναγνώστη: τα γεγονότα τα αφηγείται … ένα κομμένο κεφάλι που επιπλέει στα κύματα του ειρηνικού. Είναι το κεφάλι του Χοσουέ, ο οποίος αποκεφαλίστηκε άγρια με ματσέτες από τους εγκάθετους της ερωμένης του. Ένα κεφάλι που θα  αναλάβει ο προφήτης Ιεζεκιήλ να το οδηγήσει στους ουρανούς, αλλά κατά τη διάρκεια της πτήσης του θα έχει την ευκαιρία να συνομιλήσει εκ βαθέων με την πριν από έναν αιώνα πεθαμένη μητέρα του Μαξ Μονρόι, η οποία είναι θαμμένη σε κάποιο μυστικό νεκροταφείο!
Μήπως η γοητεία του λατινοαμερικάνικου μαγικού ρεαλισμού έχει γίνει πια μανιέρα;

Νέα Καλλικράτεια 1 Σεπτεμβρίου 2012

Σάββατο 14 Ιουλίου 2012

Το Φεγγάρι των Τρελών


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΒΟΛΙΒΙΑ
MANFREDO KEMPFF
ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΤΩΝ ΤΡΕΛΩΝ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΟΝΙΑ ΚΟΡΟΒΕΣΗ
ΚΑΠΑΤΟΣ 2001
σελ. 296

Μια ιστορία για την τρέλα και τη λαγνεία σε ρυθμούς καταιγιστικούς, η οποία σίγουρα θα ικανοποιήσει όσους απεχθάνονται τους «αργούς ρυθμούς» είτε στην αφήγηση, είτε στον κινηματογράφο. Βέβαια οι συγκεκριμένοι αναγνώστες-θεατές δεν έχουν ακόμη ανακαλύψει τη μαγεία του «εσωτερικού ρυθμού»  που συχνά σηματοδοτεί ένα αφήγημα ή μια κινηματογραφική ταινία που φαινομενικά εξελίσσεται με χαρακτηριστική (εξωτερική) βραδύτητα. Όπως και να’ ναι , εδώ τα γεγονότα διαδέχονται το ένα το άλλο με μια τέτοια ταχύτητα που δεν προλαβαίνεις να τα αφομοιώσεις. Και επαναλαμβάνονται ασταμάτητα σε μια ακολουθία χωρίς λόγο θυμίζοντας τα λαϊκά αναγνώσματα στην Ελλάδα των μέσων του περασμένου αιώνα, που  κυκλοφορούσαν σε εβδομαδιαία φυλλάδια, γράφονταν στο πόδι την τελευταία στιγμή και τελείωναν μόνο όταν το ενδιαφέρον των αναγνωστών άρχιζε να εξαντλείται! Εν πάση περιπτώσει το συγκεκριμένο αφήγημα μπορεί να το αρχίσει  κανείς από οποιοδήποτε σημείο του χωρίς τον κίνδυνο στερηθεί κάτι το ουσιώδες!
Ο μύθος εξελίσσεται σε μια φάρμα, κάπου στη Λατινική Αμερική (δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια ούτε ο τόπος , ούτε ο χρόνος στον οποίο συμβαίνουν τα γεγονότα), σε μια Λατινική Αμερική όπου κυριαρχούν ακόμη οι φεουδαρχικές και πατριαρχικές δομές.
Ο δον Σεζάρ Αγκιλέρα είναι ο πατριάρχης της οικογένειας, το «μεγάλο αφεντικό». Η δόνα Λάουρα, η γυναίκα του. Τον παντρεύτηκε από ψυχρό υπολογισμό, του γέννησε τρία παιδιά, δυο αγόρια κι ένα κορίτσι και τώρα τον μισεί θανάσιμα. Τριγύρω τους ένας επιστάτης, ένα πλήθος από υπηρετικό προσωπικό, εργάτες, βοσκοί των αναρίθμητων κοπαδιών του, μιγάδες, δούλοι. Και γυναίκες, πολλές γυναίκες. Κάθε ηλικίας και κοινωνικής τάξης, όλες προορισμένες να διακορεύονται βίαια, να βιάζονται επανειλημμένα, να γεννοβολούν και να τρέμουν μπροστά στη θεόσταλτη δύναμη των αντρών…Η επίσημη εκκλησία αρωγός και σύμμαχος της άγριας αυτής κοινωνίας και ο νόμος ανύπαρκτος.
Ο μεγάλος γιος, ο Φελίπε, δεν εννοεί να συμβιβαστεί με τα καθήκοντα και τις απαιτήσεις της κοινωνικής του τάξης. Κλείνεται στο δωμάτιό του, διαβάζει βιογραφίες μεγάλων ανδρών, ονειροπολεί. Ο πατέρας έξαλλος με τη συμπεριφορά του («μόνο μια φούστα του λείπει») βάζει τα αγόρια των υποτακτικών του να τον δέρνουν, για ν’ αντιδράσει επιτέλους! Εκείνος όμως ερωτεύεται παράφορα, μόνο που του είναι αδύνατο να «διαχειριστεί» τον έρωτά του σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιόρρυθμης τοπικής κοινωνίας. Στο τέλος καταφεύγει στις «υπηρεσίες» της μικρότερης αδελφής του, της Καρλότας, η οποία αντιμετωπίζει κι αυτή παρόμοιο συναισθηματικό αδιέξοδο. Πώς να συμβιβάσει τις φυσιολογικές ορμές της ηλικίας της με τον ιησουϊτισμό της οικογένειας και της κοινωνικής της τάξης; Είναι η πρώτη που τρελαίνεται και αυτοπυρπολείται…
Κι ο Φελίπε που θεωρεί τον εαυτό του υπεύθυνο για το θάνατο της αδελφής του βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στα άδυτα των ψυχικών διαταραχών. Ώσπου κάποτε θα αναγκάσει τον πατέρα του να τον απομακρύνει από την οικογενειακή εστία και να τον στείλει σε μια μακρινή φάρμα, για να μην τον εκθέτει…
Ο Φαμπιάν, ο μικρότερος, επιλέγει μιαν άλλη πορεία. Αναλαμβάνει μια δύσκολη αποστολή στις βόρειες επαρχίες της χώρας, σ΄ εκείνες με τους «βάρβαρους ινδιάνους», που αποκεφαλίζουν όποιον πέφτει στα χέρια τους, εβδομάδες ολόκληρες ταξίδι με τα άλογα,  και την διεκπεραιώνει με επιτυχία. Ακολουθώντας πιστά τα πρότυπα της τοπικής κοινωνίας αποφασίζει να γίνει σκληρός, αποφασιστικός, απάνθρωπος. Διακορεύει («σε μια νύχτα δυο ανυπεράσπιστες κοπέλες»), βιάζει, τρομοκρατεί, δημιουργεί σκάνδαλα, προκαλεί τις οικογένειες-πρότυπα της τάξης του, ώσπου κάποτε εκείνες να τον απορρίψουν, να τον απομονώσουν, καθώς βλέπουν  στο πρόσωπό του τον καθρέφτη τους, μόνο που εκείνος δεν καλύπτεται, δεν κρύβεται…Και,  τρίτος τώρα αυτός από τα παιδιά του δον Σεζάρ Αγκιλέρα ,  καταλήγει κάποτε στη μακρινή φάρμα των τρελών, δεμένος πισθάγκωνα μέσα σε κάποιο άθλιο κατάλυμα…

«Το Φεγγάρι των Τρελών» (1998) είναι το πρώτο μυθιστόρημα του διπλωματικού ακόλουθου και δημοσιογράφου Manfredo Kampff, που γεννήθηκε στην Kruz della Sierra της Βολιβίας το 1945. Το έργο έγινε δεκτό στη χώρα του με μεγάλο ενθουσιασμό και κυκλοφόρησε ήδη σε πολλές ισπανόφωνες χώρες της Νότιας Αμερικής.
Το μυθιστόρημα δε θυμίζει σε τίποτε τη γραφή των μεγάλων δασκάλων της ισπανόφωνης λογοτεχνίας της Νότιας Αμερικής, τον πασίγνωστο «μαγικό ρεαλισμό»… Μας έφερε στο νου, κατά παράδοξο τρόπο,  τα σενάρια των ταινιών του ομόγλωσσού του Pedro Almodovar με τα λαϊκότροπα και προκλητικά κραυγαλέα θέματα, που γνωρίζουν επίσης μεγάλη επιτυχία στις μέρες μας.

Τρίτη 5 Ιουνίου 2012

Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες

ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΜΕΞΙΚΟ
CARLOS FUENTES
ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΕΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ  ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΜΠΟΝΑΤΣΟΥ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2007
σελ. 416

Ένα «σπονδυλωτό μυθιστόρημα» του μεγάλου μεξικανού πεζογράφου που μας άφησε πρόσφατα (1928-2012). Γραμμένο μάλιστα την πρώτη δεκαετία του αιώνα μας (2006). Πρόκειται για μια σύλληψη μνημειώδη, την οποία μόνο ένας δοκιμασμένος χρόνια τώρα συγγραφέας θα μπορούσε να πραγματώσει: να παραθέσει ένα ομαδικό πορτρέτο της σύγχρονης μεξικάνικης κοινωνίας, και συνεκδοχικά της δυτικής κοινωνίας των αρχών του 21ου αιώνα.
Το έργο, δομημένο σε δεκαέξι υποσύνολα-κεφάλαια, τα οποία, αν και δεν συνδέονται εξωτερικά μεταξύ τους, αποτελούν εντούτοις ένα αδιάσπαστο σύνολο, μια ενιαία διεισδυτική ματιά στο σύγχρονο μεξικάνικο –και όχι μόνο-κοινωνικό γίγνεσθαι. Αδρές πινελιές που διατρέχουν κάθε κοινωνική τάξη της χώρας του, που αναδεικνύουν κάθε πρόβλημα, που ανασύρουν κάθε παθογένεια της σύγχρονης οικογένειας μας.

 Ένας πατέρας (ο Παστόρ Παγιάν), πρώην υψηλό στέλεχος επιτυχημένης επιχείρησης, εξαναγκάζεται να παραιτηθεί στα πενήντα δύο του «επειδή δεν ήταν τόσο ανέντιμος» όσο το αφεντικό και οι συνάδελφοί του. Εξαγοράζει όμως ακριβά τη θητεία του στην εξελισσόμενη επιχείρηση: με μια παχυλή επιταγή και μια πανάκριβη κατοικία, ένα παλάτσο, όπου και εγκαθίσταται. Η μητέρα (η Ελβίρα Μοράλες) πρώην αοιδός μπολέρο στη «Σπηλιά του Αλαντίν», από τη στιγμή που γνώρισε τον άντρα της, πριν από τριάντα δύο χρόνια. έπαψε να υπάρχει. Νοσταλγεί τα νεανικά της χρόνια τα οποία όμως έχουν ανεπιστρεπτί χαθεί. Ο γιος (ο Αμπέλ Παγιάν), γράφεται στο Οικονομικό τμήμα του Πανεπιστημίου του Μεξικού, αλλά εγκαταλείπει τις σπουδές του γιατί διαπιστώνει ότι «είχε μάθει ένα πλήθος από περιττά εις βάρος των απαραίτητων». Και ως νέος άσωτος υιός επιστρέφει στην οικογένεια και εγκαθίσταται στο ισόγειο του παλάτσου. Η κόρη (Ελβίρα Παγιάν) που είχε την «ατυχία» να έχει ένα επιθυμητό και προκλητικό σώμα, δοκιμάζει την καριέρα της αεροσυνοδού, αλλά διαπιστώνει ότι οι πελάτες που ασελγούσαν επάνω της  "είχαν πάντα δίκιο». Αποσύρεται λοιπόν κι αυτή στη σοφίτα του παλάτσου και αφήνεται στον εικονικό χώρο των ριάλιτι σόου της τηλεόρασης… Μια τυπική σύγχρονη οικογένεια που δεν έχει το παραμικρό να μοιραστεί μεταξύ της εκτός από τον τόπο κατοικίας της…(ΜΙΑ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ)
Ο στρατηγός Μαρσελίνο Μίλες έχει εντολή να συλλάβει μια ομάδα επαναστατών του λαϊκού στρατού «Βισέντε Γκερέρο» στις πλαγιές της Σιέρα Μάδρε. Ξέρει ότι επικεφαλής της ομάδας βρίσκεται ο γιος του Αντρές Μίλες («Μια χώρα εκατό εκατομμυρίων, πατέρα, κι οι μισοί ζουν μέσα στη φτώχια»). Οι αντάρτες όμως , ευέλικτοι και γνώστες των μονοπατιών μέσα στη ζούγκλα, συνεχώς διαφεύγουν. Κι ο στρατηγός αναγκάζεται να επιστρέψει στη βάση του. Την άλλη μέρα όμως μαθαίνει ότι συνέλαβαν τον επαναστάτη γιο του στο σπίτι της φίλης του. Κι ο προδότης που τον κατέδωσε είναι ο μικρότερος γιος του, ο Ρομπέρτο Μίλες, επίδοξος επιχειρηματίας, που διαβλέπει ότι η δράση του αδελφού του θα του προξενούσε μεγάλη βλάβη στα επιχειρηματικά του σχέδια. Κι ο πατέρας σε δίλημμα  («Και τι σας φαίνεται χειρότερο λοχαγέ, η επανάσταση ή η προδοσία;» θα ρωτήσει τον επικεφαλής των φυλακών. Για να πάρει την απάντηση «Η προδοσία!».) Την άλλη μέρα ο επαναστάτης γιος έχει δραπετεύσει κι ο προδότης βρίσκεται εκτελεσμένος με μια σφαίρα στον τράχηλο. Η τιμή του στρατού αποκαθίσταται… (Η ΕΝΟΠΛΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ)
Ο δον Λουίς Αλμπαράν πετυχημένος επιχειρηματίας κατασκευαστικής εταιρίας ζει μόνος του στο αρχοντικό του , μετά τον πρόσφατο θάνατο της γυναίκας του, και τα θέλει όλα σε τάξη. Με τη μαγείρισσα, την καμαριέρα, τον οδηγό του, τον μπάτλερ να τον υπηρετούν πιστά και σύμφωνα με τους κανόνες της ακμάζουσας νεοαστικής τάξης. Ώσπου κάποιο  βράδυ της 24ης Δεκεμβρίου, δέχεται την απρόσμενη επίσκεψη του χαμένου για χρόνια αδελφού του, του Ρέγιες Αλμπαράν, ο οποίος , σύμφωνα με το τοπικό έθιμο του ζητάει κατάλυμα μέχρι τις 6 Ιανουαρίου. Με βρόμικα και σχισμένα ρούχα, άπλυτος, βρομάει ολόκληρος. Κι ο πετυχημένος αδελφός γεμάτος τύψεις του το προσφέρει. Ο ίδιος από μικρός ήταν προορισμένος να προκόψει: καπάτσος, καταφερτζής λίγο απατεώνας… Ενώ εκείνος πιστός πάντα στις αρχές της εκκλησίας και τηρητής των οικογενειακών παραδόσεων, γρήγορα κατάντησε περιπλανώμενος επαίτης. Τώρα όμως με μια άνεση κι ένα ξεχωριστό θράσος καταλαμβάνει την πιο μεγάλη κρεβατοκάμαρα του αρχοντικού κι αποφασίζει να ζήσει τις μέρες της φιλοξενίας του σαν πραγματικός άρχοντας. Με το πρωινό του στο κρεβάτι, με ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα κάθε πρωί, με την καμαριέρα στην αποκλειστική του διάθεση και με βουνά από ψώνια που κουβαλάει κάθε μέρα με την πιστωτική κάρτα του αδελφού του.  Και το υπηρετικό προσωπικό του σπιτιού , μετά την πρώτη , δικαιολογημένη αγανάκτηση, γρήγορα αρχίζει να συμπαθεί, σχεδόν να λατρεύει τον παρείσακτο, όταν διαπιστώνει ότι εκείνος εκπληρώνει όλες τις επιθυμίες τους που για χρόνια έμειναν ανεκπλήρωτες: χαρίζει τα άπαντα του Βάγκνερ, στον ένα, Δίνει διαταγή να τοποθετηθεί πλάκα στον τάφο της μάνας της άλλης, χαρίζει μια Ρενώ στον άλλο… Και στο τέλος, ξαναντύνεται τα κουρέλια του και αποχωρεί την συγκεκριμένη μέρα, σύμφωνα με το έθιμο, γεμάτος αξιοπρέπεια, χωρίς να πάρει μαζί του το παραμικρό από το σπίτι του αδελφού του. Έτσι, ο δον Λουίς Αλμπαράν παίρνει το μάθημα της ζωής του! (Ο ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ)

Δεκαπέντε ακόμη παρόμοια θέματα ξετυλίγονται μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας μέσα από τις σελίδες του μυθιστορήματος. Που συνθέτουν μια διεισδυτική ανατομία της κοινωνίας του σύγχρονου Μεξικού, του σύγχρονου κόσμου μας… Η καινοτομία όμως του έργου βρίσκεται αλλού: μετά από κάθε αφήγημα ακολουθεί μια δυνατή ποιητική σύνθεση, που συμπληρώνει και αναδεικνύει το θέμα του με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο. Και καθώς η ποίηση δύσκολα μεταφράζεται, εδώ η φιλότιμη μεταφράστρια του έργου αποδεικνύει όλη τη μαεστρία της.

Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2011

Πότε πήραμε την Κάτω Βόλτα;


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΠΕΡΟΥ
MARIO VARGAS LLOSA
ΠΟΤΕ ΠΗΡΑΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΩ ΒΟΛΤΑ;
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΤΑΣΙΑ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΞΑΝΤΑΣ
ΑΘΗΝΑ 2002
σελ. 464

Το εμβληματικό αυτό μυθιστόρημα της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας με τον τίτλο Conversacion a la Catedral (Κουβέντα στο καπηλειό Κατεντράλ) εκδόθηκε το 1962. Ο Vargas Lliosa βρίσκει την ευκαιρία, σ’ αυτή την τετράωρη συνομιλία, ανάμεσα στο δημοσιογράφο Σαντιάγο Σαβάλα και στο νέγρο Αμβρόσιο, που κάποτε υπήρξε σοφέρ του αριστοκράτη πατέρα του, να σκιαγραφήσει με αριστοτεχνικό τρόπο την ιστορία του Περού στα χρόνια της δικτατορίας του Οδρία (1948-1956). Η ευρηματική απόδοση του τίτλου «Πότε πήραμε την κάτω βόλτα» από τη μεταφράστρια του έργου, έρχεται να προστεθεί στις γενικότερες αρετές της μετάφρασης: τη σαφήνεια, τη δυναμική και τον πλούτο του λεξιλογίου. Η μεταφράστρια αποδίδει στα ελληνικά, για δικούς της λόγους, το όνομα του συγγραφέα σε "Γιόσα".

Ο Περουβιανός νομπελίστας αποδεικνύεται για μια ακόμη φορά, μετρ στη χρήση του διαλόγου, ενός διαλόγου βέβαια που δεν έχουμε συνηθίσει να απολαμβάνουμε στη μυθιστορία, καθώς ο σκόπιμος συμφυρμός παράλληλων επιπέδων στην παράθεσή του στην αρχή μας ξαφνιάζει και στη συνέχεια απαιτεί την αδιάσπαστη εγρήγορσή μας. Μάλιστα σε κάποια σημεία του έργου, αυτός ο συμφυρμός επεκτείνεται και στην περιγραφή. Αυτή η υφολογική αντίληψη βέβαια, σύντομα καταντά μανιέρα και παύει να συναρπάζει…
Μέσα από αυτόν το διάλογο αναδύεται τουλάχιστον μια εκατοντάδα «λιμένιων» (κατοίκων της Λίμας) χαρακτήρων: φιλόδοξοι και διεφθαρμένοι στρατιωτικοί, αδίσταχτοι γαιοκτήμονες και αστοί αριστοκράτες, εργάτες οργανωμένοι σε ημιπαράνομα σωματεία, αγωνιστές φοιτητές, υπηρέτες, χαφιέδες, πόρνες , αλλά και φιλόδοξες καλλονές που εκδίδονται προς το ζην. Όλοι αυτοί διαπλέκονται μέσα στο χώρο και στο χρόνο σ’ ένα ατέλειωτο γαϊτανάκι και φωτίζουν με τον πιο αριστοτεχνικό τρόπο, καθώς πολύχρωμες ψηφίδες, μια κρίσιμη για την ιστορία του Περού εποχή ιχνηλατώντας προφανώς και τα προσωπικά βιώματα του έφηβου τότε συγγραφέα.
Μέσα από τη δράση αυτών των χαρακτήρων, πληροφορούμαστε για το χαρακτήρα και τις διασυνδέσεις των πολιτικών σχηματισμών του Περού εκείνης της εποχής: του παράνομου κομουνιστικού κόμματος της χώρας, της προοδευτικής APRA (αντίστοιχης με την ΕΔΑ της χώρας μας την ίδια εποχή), το ρόλο βορειαμερικανικών εταιρειών που θησαυρίζουν από τις αναθέσεις έργων, τη διαφθορά των υπουργών του καθεστώτος, οι οποίοι τη μέρα εργάζονται για τα «εθνικά ιδανικά της χώρας» και τη νύχτα με τη συνοδεία τραμπούκων αλωνίζουν τα πολυάριθμα μπουρδέλα της πρωτεύουσας για να εισπράττουν τη μίζα τους…
Και την ίδια στιγμή, άτομα όπως ο Σαντιάγο Σαβάλα, που πρωταγωνιστεί στο μυθιστόρημα, αηδιασμένα από τα όσα συμβαίνουν γύρω τους, εγκαταλείπουν την ασφάλεια και τη χλιδή της πατρικής εστίας και, αδιαφορώντας για την κοινωνική τους ανέλιξη και το χρήμα, αναλώνονται με τον τρόπο τους στην υπηρεσία των ιδανικών τους. Παντού και πάντοτε τα ίδια…

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2011

Η Αφήγηση ενός Ναυαγού


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΚΟΛΟΜΒΙΑ
GABFRIEL GARCIA MARQUEZ
Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΑΥΑΓΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΑΜΑΛΙΑ ΤΣΑΚΝΙΑ
ΝΕΦΕΛΗ 1983
σελ. 176




Το αφήγημα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά σε δεκατέσσερις συνέχειες στην εφημερίδα της Μπογκοτά Ελ Εσπεκταδόρ το Μάρτιο του 1955 και είναι προϊόν δημοσιογραφικής έρευνας του συγγραφέα (δημοσιογράφου τότε). Ο Μάρκες λοιπόν είχε αναλάβει να ανασυνθέσει την ιστορία του Λουίς Αλεχάνδρο Βαλάσκο, ναύτη ναυαγού ενός πολεμικού πλοίου της Κολομβίας.
Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, το 1970, η αφήγηση αυτή κυκλοφόρησε σε βιβλίο από τον εκδοτικό οίκο της Βαρκελόνης Grasset με τον πρωτότυπο τίτλο Relato de un naufrago. Ο Μάρκες είχε βέβαια τις αντιρρήσεις του. Με τη χαρακτηριστική εντιμότητα που τον διακρίνει σημειώνει στον πρόλογο ότι συγγραφέας του βιβλίου πρέπει να θεωρηθεί ο αφηγητής και όχι ο ίδιος. Είχε όμως γίνει εκείνη την εποχή τόσο γνωστός παγκοσμίως, που δεν κατάφερε να αντισταθεί στις πιέσεις των εκδοτών του… Η μεταφράστρια του έργου Αμαλία Τσακνιά σημειώνει στον πρόλογο της μετάφρασης ότι αυτή βασίστηκε στη γαλλική έκδοση του 1979 (σε μετάφραση του Claude Goufon).
Και η ιστορία με δυο λόγια: οχτώ ναύτες του αντιτορπιλικού της Κολομβίας Κάλδας , μια φουρτουνιασμένη νύχτα στις 29 Φεβρουαρίου του 1955 (sic), πέφτουν στη θάλασσα. Ανάμεσά τους κιι ο Λουίς Αλεχάνδρο Βελάσκο, ο οποίος περιπλανιέται στη Θάλασσα των Αντιλλών πάνω σε μια σχεδία επί δέκα μέρες χωρίς τροφή και νερό, ώσπου ξεβράστηκε μισοπεθαμένος σε μια ακτή της βόρειας Κολομβίας. Και η βασική «λεπτομέρεια» του ατυχήματος: το αντιτορπιλικό δεν κατάφερε να κάνει τις απαραίτητες μανούβρες για την περισυλλογή των ναυαγών, γιατί ήταν κατάφορτο από λαθραία εμπορεύματα (ψυγεία, ραδιόφωνα και άλλες ηλεκτρικές συσκευές) τα οποία είχαν προμηθευτεί οι ναύτες του από το αμερικανικό λιμάνι Mobil όπου το πλοίο βρέθηκε στα ναυπηγεία της πόλης για επισκευές! Και οι δικτάτορες της Κολομβίας εκείνων των χρόνων, ενώ στην αρχή πανηγύρισαν για τον «ήρωα» της χώρας, δεν χώνεψαν με κανένα τρόπο τη λεπτομέρεια των λαθραίων. Και έκλεισαν την εφημερίδα που δημοσίευσε το ρεπορτάζ. Στον συγγραφέα η ιστορία στοίχισε μια σειρά από διώξεις. Κι όταν έπεσε η δικτατορία κι ο ήρωας ναυαγός, αφού έκανε μια σεβαστή περιουσία από τη διαφήμιση (της μάρκας του ρολογιού του που δεν έχασε λεπτό εκείνες τις δέκα μέρες ή του εργοστασίου των παπουτσιών του που ήταν τόσο γερά, ώστε δεν κατάφερε να τα σκίσει και να τα φάει…), ξεχάστηκε στο τέλος μαζί με την ιστορία του.
Και το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι πού τελειώνει η πραγματική αφήγηση του ναυαγού και πού αρχίζει η μυθιστορηματική αφήγηση του συγγραφέα. Δύσκολο να απαντηθεί. Για όλους αυτούς τους λόγους το έργο σε τίποτε δε θυμίζει τη γραφή του Κολομβιανού συγγραφέα. Πρόκειται για μια συναρπαστική βέβαια αφήγηση που διαβάζεται απνευστί από το μέσο αναγνώστη, χωρίς όμως να αφήσει πίσω της και το παραμικρό ίχνος από τη γνωστή μαγεία της αφήγησης του Μάρκες.


Άγιος Λαυρέντιος, Νοέμβριος 2011

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2011

Η Κηδεία της Μεγάλης Μάμας




ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
ΚΟΛΟΜΒΙΑ
GABRIEL GARCIA MARQUEZ
Η ΚΗΔΕΙΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΜΑΜΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΚΑΙΤΗ ΣΩΤΗΡΙΟΥ
ΝΕΦΕΛΗ 1982
Σελ. 84

Η συλλογή αυτή διηγημάτων του γνωστού κολομβιανού συγγραφέα αποτελεί κατά κάποιον τρόπο το προανάκρουσμα των μεγάλων έργων του που θα ακολουθήσουν. Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1962 και γνώρισε μεγάλη επιτυχία τόσο στο ισπανόφωνο κοινό της Νότιας Αμερικής, όσο και στην Ευρώπη. Στο ο έργο αυτό ο Μάρκες ακολουθεί πιστά το λεγόμενο μαγικό ρεαλισμό, μια συγγραφική τεχνοτροπική αντίληψη που εστιάζει στο υπερφυσικό, στο ονειρικό και το τερατώδες. Βέβαια στα κλασικά πια έργα του που θα τον αναδείξουν λίγο αργότερα (Εκατό Χρόνια Μοναξιά, Ο Έρωτας στα Χρόνια της Χολέρας) ο συγγραφέας περιορίζει το στοιχείο αυτό σημαντικά – χωρίς όμως και να το αποχωρίζεται.
Η συλλογή απαρτίζεται από πέντε διηγήματα: Η Κηδεία της Μεγάλης Μάμας, Ο πιο όμορφος πνιγμένος του Κόσμου, Το Τελευταίο Ταξίδι του Πλοίου Φάντασμα, Ένας πολύ γέρος Κύριος με Τεράστια Φτερά και Μπλάκαμαν, ο Καλός Πωλητής Θαυμάτων. Τα γεγονότα διαδραματίζονται σ’ ένα φανταστικό λιμάνι των ανατολικών ακτών της Κολομβίας, το Μακόντο, αλλά και σε χρόνο απροσδιόριστο.
Στο πρώτο μας αφηγείται την κηδεία της Μεγάλης Μάμας, «της ηγεμονίδος του Μακόντο», που αποχτά μυθικές διαστάσεις, στο δεύτερο αναφέρεται σε κάποιον πνιγμένο με υπερφυσικές διαστάσεις που ξέβρασε η θάλασσα στις ακτές του λιμανιού, στο τρίτο μας περιγράφει το όραμα ενός αγοριού που κάθε χρόνο την ίδια μέρα βλέπει ένα τεράστιο υπερωκεάνιο να τσακίζεται στα βράχια της ακτής, στο τέταρτο την εμφάνιση στο χωριό από τον ουρανό ενός μυστηριώδους γέρου με φτερά πουλιού , και στο τελευταίο τη ζωή και το θάνατο ενός κομπογιανίτη μάγου. Κοινό στοιχείο της αφήγησης όλων των ιστοριών είναι οι υπερφυσικές τους διαστάσεις και η ποιητική τους αντίληψη. Οι ιστορίες θαρρείς και έχουν γραφεί σαν παραμύθια για μεγάλα παιδιά. Γι αυτό και γοητεύουν αναμφισβήτητα.
Στις μεταγενέστερες εκδόσεις του ίδιου εκδοτικού οίκου το έργο δίνεται σε άλλη μετάφραση (του Σπύρου Τσακνιά) και με τον άκομψο γλωσσικά τίτλο Η Κηδεία της Μεγάλης Μάμα (sic)

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011

Ουαζιπούνγκο


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΙΣΗΜΕΡΙΝΟΣ
JORGE ICASA
ΟΥΑΖΙΠΟΥΝΓΚΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ:
ΠΟΛΛΑ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ-ΒΛΑΧΟΥ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 1982
σελ. 152


Ο Jorge Icasa (1906—1978), γεννημένος στο Κίτο του Ισημερινού, ξεκίνησε τη συγγραφική του καριέρα ως θεατρικός συγγραφέας. Το 1934 όμως επιχείρησε να ασχοληθεί και με την πεζογραφία δημοσιεύοντας το Huasipungo, το οποίο γνώρισε μια απροσδόκητη εκδοτική επιτυχία στον λατινοαμερικανικό κόσμο. Το ότι το έργο έγινε γνωστό έξω από τη Λατινική Αμερική και εκτιμήθηκε ιδιαίτερα για πρώτη φορά στη Σοβιετική Ρωσία των δεκαετιών του ’30 και του ’40, δεν είναι τυχαίο. Γιατί δεν είναι μόνο ο ωμός ρεαλισμός που το διακρίνει, αλλά και ένα έντονο καταγγελτικό ύφος, πολύ κοντά στον ακμάζοντα τότε σοσιαλιστικό ρεαλισμό του Γκόρκι και του Οστρόφσκι. (Λίγα χρόνια αργότερα ο συγγραφέας θα χρηματίσει πρεσβευτής της χώρας του στη Μόσχα.) Βέβαια σήμερα, ογδόντα σχεδόν χρόνια μετά τη δημοσίευσή του, το έργο νομίζουμε ότι ενοχλεί ακόμη και όσους γαλουχήθηκαν στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια με τα έργα των μεγάλων αυτών σοβιετικών συγγραφέων…
Ο τίτλος του έργου στα κέτσουα παραπέμπει στα πρόχειρα αχυρένια καταλύματα των ινδιάνων της ανατολικής πλευράς των Άνδεων, όπου οι λευκοί κατακτητές της χώρας είχαν απωθήσει το γηγενή πληθυσμό της . Και το θέμα του είναι φυσικά η άγρια εκμετάλλευση του πληθυσμού αυτού από τους λευκούς κατοίκους του Ισημερινού και τους «γκρίνγκο», μια απελπισμένη εξέγερσή του και η τελική εξολόθρευσή του… Ο συγγραφέας, προφανώς βαθύς γνώστης της ζωής των ινδιάνων της χώρας του, περιγράφει με ωμό ρεαλισμό τη ζωή και τις σχέσεις τους με τους λευκούς κατοίκους της , το ρόλο της χριστιανικής θρησκείας, που υπήρξε το πιο αποτελεσματικό όπλο στα χέρια των δυναστών τους, καθώς και τα ειδεχθή εγκλήματα εις βάρος τους των αμερικανικών εταιριών εκμετάλλευσης του φυσικού πλούτου της χώρας. Οι αναφορές του όμως δεν περιορίζονται στο φολκλορικό στοιχείο του θέματος, ούτε στον εσωτερικό κόσμο των ηρώων του, αλλά αποβλέπουν στο να προκαλέσουν τον οίκτο του αναγνώστη για τους «καλούς» Ινδιάνους καθώς και την οργή και την αγανάκτησή του εναντίον των «κακών» -συλλήβδην- λευκών. Ένας ινδιάνος που ξεθάβει μια βαθιά στη γη θαμμένη ψόφια αγελάδα για να κορέσει την άγρια πείνα της οικογένειάς του με ένα κομμάτι σαπισμένο και σκουληκιασμένο κρέας και ένα «ουάουα» (νήπιο) που γλείφει τα ίδια τα περιττώματά του για να χορτάσει, ή ακόμη ένας ιερέας που εμπορεύεται ασύστολα μια καλή θέση στον παράδεισο για ένα νεκρό, τέτοιου είδους συναισθήματα μπορούν να προκαλέσουν.
Το έργο μεταφράστηκε για πρώτη φορά στα αγγλικά το 1962 και οι κριτικοί της εποχής το συνέκριναν με τα «Σταφύλια της Οργής» του Τζον Στάιμπεκ (1939), ατυχώς νομίζουμε, καθώς το μόνο κοινό στοιχείο που συνδέει τα δυο μυθιστορήματα είναι ο ωμός ρεαλισμός τους…

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

Περί Έρωτος και άλλων δαιμονίων





ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΚΟΛΟΜΒΙΑ
GABRIEL GARCIA MARQUEZ
ΠΕΡΙ ΕΡΩΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ
ΔΑΙΜΟΝΙΩΝ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ:
ΚΛΑΙΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑΔΟΥ
ΛΙΒΑΝΗΣ 1994
σελ.240

Το μυθιστόρημα ανήκει στην τελευταία συγκομιδή του κολομβιανού συγγραφέα (παρουσιάστηκε στη χώρα του το Μάιο του 1993). Την αφορμή για τη σύλληψή του ο συγγραφέας τη σχετίζει με το δημοσιογραφικό παρελθόν του, όταν ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας στην οποία δούλευε, του ανέθεσε να συντάξει κάποιο ρεπορτάζ για το παλιό μοναστήρι της Αγίας Κλάρας στην Καρταχένα των Δυτικών Ινδιών που γκρεμιζόταν για να χτιστεί ένα πολυτελές ξενοδοχείο. Κατέφθασε λοιπόν επιτόπου και παραβρέθηκε σε μια μακάβρια σκηνή: οι εργάτες καθώς άδειαζαν από το περιεχόμενό τους τούς παλιούς τάφους της κρύπτης του μοναστηριού, έπεσαν στη σαρκοφάγο ενός ανήλικου κοριτσιού, η χαλκόχρωμη κόμη του οποίου έφτανε τα είκοσι δύο μέτρα και έντεκα εκατοστά! Του ήρθε τότε στο νου ένας θρύλος που του διηγιόταν η γιαγιά του για μια μικρή μαρκησία δώδεκα χρονών της οποίας τα μαλλιά έφταναν ως το έδαφος και η οποία πέθανε από δάγκωμα λυσσασμένου σκυλιού. Το μυθιστόρημα εκείνη τη στιγμή είχε γεννηθεί.
Η υπόθεση, όπως και τα πιο γνωστά έργα του Μάρκες, εκτυλίσσεται στην Καρθαγένη των Δυτικών Ινδιών στα μέσα του 17ου αιώνα: ένα αδέσποτο λυσσασμένο σκυλί δαγκώνει τη δωδεκάχρονη μαρκησία Σιέρβα Μαρία. Ο συγγραφέας με αφορμή αυτό το περιστατικό χτίζει ένα γοητευτικό παραμύθι έρωτος και πάθους, αλλά συγχρόνως μας ξεναγεί με μια θαυμαστή ενάργεια και πειστικότητα στη γεωγραφία και την ιστορία του τόπου εκείνης της εποχής. Ξανοίγεται μπροστά μας μια κοινωνία με τις απόλυτα διακριτές κοινωνικές τάξεις της ( τους ευγενείς, τους κρεολούς και τους δούλους), με τις δεισιδαιμονίες της , τον καθοριστικό ρόλο της εκκλησίας στα κοινωνικά δρώμενα με την Ιερή Εξέταση, τους αρχιεπισκόπους , τους εξορκιστές και τους ιερείς της. Σε μια εποχή που η Ευρώπη δεχόταν τα πρώτα μηνύματα του γαλλικού διαφωτισμού, αλλά το στέμμα της συντηρητικής Ισπανίας με τους αντιβασιλείς του στην Αμερική αγνοούσε επιδεικτικά.
Η μετάφραση από την πάντα χαρισματική Κλαίτη Σωτηριάδου, η οποία προφανώς θα έχει ξεχάσει τα λατινικά της, αφού μεταφράζει τη γνωστή ευαγγελική φράση «Benedictus qui venit in nominee veritatis” «Ο Βενέδικτος, ο οποίος ήρθε στο όνομα της αλήθειας» αντί του ορθού «Ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα της αλήθειας» (σελ.36)

Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2011

Οι Θλιμμένες Πουτάνες της ζωής μου



ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΚΟΛΟΜΒΙΑ
GABRIEL GARCIA MARQUEZ
ΟΙ ΘΛΙΜΜΕΝΕΣ ΠΟΥΤΑΝΕΣ
ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΚΛΑΙΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑΔΟΥ
ΛΙΒΑΝΗΣ 2004
σελ. 200

Ένας ηλικιωμένος δημοσιογράφος, κάθε άλλο παρά απόμαχος, αποφασίζει να γιορτάσει τα ενενηκοστά γενέθλιά του κάνοντας δώρο στον εαυτό του «μια βραδιά τρελού έρωτα με μια έφηβη παρθένα». Το νέο μυθιστόρημα του μεγάλου κολομβιανού μυθιστοριογράφου (με έκταση νουβέλας), επιβεβαιώνει τη φήμη του ως μάγου της αφήγησης. Με εμφανή αυτοβιογραφικά στοιχεία και με έναν χαρακτηριστικό εξομολογητικό τόνο, αναπτύσσει τη δημιουργική φαντασία του στα χρόνια της νεότητάς του και στο οικείο περιβάλλον που γνωρίζουμε από τα μεγάλα έργα του: σε μια πόλη των εκβολών του ποταμού Μαγκνταλένα. Η ιδέα για τη σύλληψη του θέματος προφανώς έχει την αφετηρία της στο αφήγημα του Kawabata Yasunari «Το σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών», που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Κάτι που ο συγγραφέας το επιβεβαιώνει με το μότο που δημοσιεύει στην αρχή του έργου του.

Ο ήρωάς μας λοιπόν που δεν είχε ποτέ του ερωτευτεί, ούτε είχε κάνει απλήρωτο σεξ, παγιδεύεται μ’ αυτή του την απόφαση σε μια πρωτόγνωρη συναισθηματική εμπειρία, από την οποία του είναι αδύνατο να απεμπλακεί χωρίς συνέπειες. Παρ’ όλο που από τα νεανικά του χρόνια πίστευε ότι «το σεξ είναι η παρηγοριά που έχει κανείς όταν δεν υπάρχει έρωτας», ανακαλύπτει στα γεράματά του, για πρώτη φορά το αντίστροφο. Αυτός που με τα κείμενά του τα γεμάτα ερωτισμό και ευαισθησία είχε γαλουχήσει γενιές νέων ανθρώπων, για κάποιους ανεξήγητους λόγους ήταν όλη του τη ζωή συναισθηματικά ανάπηρος, παρά την αντίθετη γνώμη που είχαν γι' αυτόν όλοι οι αναγνώστες του.

Έρχεται όμως η στιγμή να ταυτιστεί με την εικόνα που οι άλλοι είχαν γι αυτόν, καθώς «είναι αδύνατο να μην καταλήξει κανείς να γίνει όπως οι άλλοι πιστεύουν ότι είναι» (σελ.153). Τον βλέπουμε λοιπόν να δένεται συναισθηματικά με ένα δεκατετράχρονο κοριτσάκι και να αρκείται στη θέα του γυμνού του σώματος που τον συναρπάζει τόσο που να θέλει να πεθάνει γι αυτό…Καθώς, «δεν υπάρχει μεγαλύτερη δυστυχία από το να πεθάνει κανείς μόνος» (σελ. 157). Και μια απόμαχη από τις «θλιμμένες πουτάνες της ζωής του» τον βεβαιώνει ότι θα έδινε ακόμη και την ψυχή της για να μείνει κοντά, ακόμη και στον χειρότερο από τις χιλιάδες άντρες που πέρασαν από το κρεβάτι της.

Ο Garcia Marquez μας συναρπάζει πάλι με μια ακόμη συγκινητική ερωτική ιστορία, όπως εκείνη της «Χολέρας». Με τη διαφορά ότι ο σχεδόν επικός και συγχρόνως λυρικός χαρακτήρας εκείνης γίνεται εδώ τραγικό στοιχείο αποχτώντας ελεγειακές διαστάσεις.
Το έργο κυκλοφορεί σε μια άψογη μετάφραση από την Κλαίτη Σωτηριάδου και σε μια άκρως φροντισμένη έκδοση (ακόμη και με τα γνωστά από παλιότερες εκδόσεις διακοσμητικά αρχιγράμματα)
Άγιος Λαυρέντιος, Σεπτέμβριος 2011

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011

Ο Έρωτας στα χρόνια της χολέρας


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΚΟΛΟΜΒΙΑ
GABRIEL GARCIA MARQUEZ
Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΧΟΛΕΡΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΚΛΑΙΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑΔΟΥ-ΜΠΑΡΑΧΑΣ
ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ 1986
σελ. 480

Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, εμβληματική φυσιογνωμία της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας, γεννήθηκε το 1928 στην Αρακατάκα, ένα παραλιακό χωριό της Κολομβίας, και σήμερα δίνει την υπέρτατη μάχη για τη ζωή του, καθώς έχει χτυπηθεί από καρκίνο των λεμφαδένων. Το μυθιστόρημα που τον καθιέρωσε στο παγκόσμιο αναγνωστικό κοινό είναι αναμφίβολα το «Εκατό Χρόνια Μοναξιά» (1967), το έργο που τον οδήγησε στο βραβείο Νόμπελ (1982).
«Ο Έρωτας στα χρόνια της χολέρας» (1985) είναι ίσως το πιο πολυδιαβασμένο από τα μυθιστορήματά του, ένα έργο που γοητεύει μέχρι σήμερα τη νεολαία , κυρίως για το θέμα του: το μυθικό έρωτα του Φλορεντίνο Αρίσα για τη Φερμίνα Δάσα που διήρκεσε 51 χρόνια , εννιά μήνες και τέσσερις μέρες!, έναν έρωτα που είναι εμπνευσμένος , καθώς μας εξομολογείται ο συγγραφέας από την ιστορία των γονιών του.

Ένας ασήμαντος νεαρός, νόθος γιος της Τράνσιτο Αρίσα, η οποία ζούσε από τα ενέχυρα των μεγαλοαστών που πτώχευαν, ερωτεύεται μια πανέμορφη και πολλά υποσχόμενη μαθήτρια, κόρη του Λορέντζο Δάσα, ο οποίος ασκούσε ένα πλήθος από ύποπτα επαγγέλματα στο λιμάνι της πόλης. Το ειδύλλιο δεν ευδοκίμησε , καθώς ο πατέρας της Φερμίνας έχοντας άλλα όνειρα για την κόρη του κατορθώνει να την παντρέψει με το διαπρεπή γιατρό Χουβενάλ Ουρμπίνο, γόνο γνωστής οικογένειας μεγαλοαστών της πόλης. Το ζευγάρι δημιουργεί μια ευτυχισμένη οικογένεια, γεννάει δυο παιδιά, αλλά μετά από μισόν αιώνα ο γιατρός σκοτώνεται πέφτοντας από ένα δέντρο, καθώς πάσχιζε να πιάσει …ένα δραπέτη παπαγάλο! Και τότε-την άλλη μέρα, με νωπό ακόμη το πένθος -παρουσιάζεται μπροστά στην έκπληκτη χήρα, ο Φλορεντίνο Αρίσα (ο οποίος στα χρόνια αυτά είχε κατορθώσει να διακριθεί κοινωνικά) και της δηλώνει:
«Φερμίνα, περίμενα αυτή την ευκαιρία περισσότερο από μισόν αιώνα, για να σας επαναλάβω άλλη μια φορά τον όρκο της αιώνιας πίστης μου και τον παντοτινό μου έρωτα!»

Ο συγγραφέας χειρίζεται το θέμα του με πειστικότητα αλλά και με περίσσια δόση ευρηματικότητας. Φωτογραφίζοντας τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες της Κολομβίας από τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα, ως την δεύτερη δεκαετία του εικοστού, συχνά βέβαια με τον παραμορφωτικό φακό της φαντασίας του, γοητεύει τον ανυποψίαστο αναγνώστη, ο οποίος, αδυνατώντας να ξεχωρίσει το ιστορικό από το φανταστικό, αφήνεται στην αναμφισβήτητη μαγεία της γραφίδας του συγγραφέα και συμμετέχει ενεργά στα μυθιστορηματικά δρώμενα.

Το έργο, μεταφρασμένο από τη γνωστή μεταφράστρια του Μάρκες Κλαίτη Σωτηριάδου Μπαράχας, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Νέα Σύνορα (Α. Α. Λιβάνη), με μια όχι ιδιαίτερα φροντισμένη επιμέλεια (μιλούμε για την έκδοση του 1986) και είναι αφιερωμένο από το συγγραφέα «στη Μερσέντες βέβαια» (τη σύζυγό του).

Εδώ κρίνουμε σκόπιμο να αναφερθούμε σε ένα ιδιαίτερα δημοφιλές ηλεκτρονικό μήνυμα που κυκλοφορεί στα ελληνικά από το 2000, έχει επικίνδυνα πολλαπλασιαστεί από τα διάφορα Bloggs και αναφέρεται σε μια γλυκανάλατη «αποχαιρετιστήρια επιστολή» που απευθύνει τάχα στους αναγνώστες του ο παραιτημένος από το βάρος της ασθένειάς του συγγραφέας. Η "επιστολή" έχει μεταφραστεί από τα αγγλικά. Κι ο συγγραφέας , μόλις το πληροφορήθηκε δήλωσε: «αν είχα γράψει εγώ αυτή την επιστολή θα πέθαινα πράγματι, αλλά από την ντροπή μου…». Παραθέτουμε τη σχετική ...επιστολή:

Αν ο Θεός ξεχνούσε για μία στιγμή ότι είμαι μία μαριονέτα φτιαγμένη από κουρέλια και μου χάριζε ένα κομμάτι ζωή, ίσως δεν θα έλεγα όλα αυτά που σκέφτομαι, αλλά ασφαλώς θα σκεφτόμουν όλα αυτά πού λέω εδώ.Θα έδινα αξία στα πράγματα, όχι γι' αυτό που αξίζουν, αλλά γι' αυτό που σημαίνουν.Θα κοιμόμουν λίγο, θα ονειρευόμουν πιο πολύ, διότι για κάθε λεπτό που κλείνουμε τα μάτια, χάνουμε εξήντα δευτερόλεπτα φως. Θα συνέχιζα όταν οι άλλοι σταματούσαν, θα ξυπνούσα όταν οι άλλοι κοιμόταν. Θα άκουγα όταν οι άλλοι μιλούσαν και πόσο θα απολάμβανα ένα ωραίο παγωτό σοκολάτα!Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή, θα ντυνόμουν λιτά, θα ξάπλωνα μπρούμυτα στον ήλιο, αφήνοντας ακάλυπτο όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή μου.Θεέ μου, αν μπορούσα, θα έγραφα το μίσος μου πάνω στον πάγο και θα περίμενα να βγει ο ήλιος. Θα ζωγράφιζα μ' ένα όνειρο του Βαν Γκογκ πάνω στ' άστρα ένα ποίημα του Μπενεντέτι κι ένα τραγούδι του Σερράτ θα ήταν η σερενάτα που θα χάριζα στη σελήνη. Θα πότιζα με τα δάκρυά μου τα τριαντάφυλλα, για να νοιώσω τον πόνο από τ' αγκάθια τους και το κοκκινωπό φιλί των πετάλων τους...Θεέ μου, αν είχα ένα κομμάτι ζωή... Δεν θα άφηνα να περάσει ούτε μία μέρα χωρίς να πω στους ανθρώπους ότι αγαπώ, ότι τους αγαπώ. Θα έκανα κάθε άνδρα και γυναίκα να πιστέψουν ότι είναι οι αγαπητοί μου και θα ζούσα ερωτευμένος με τον έρωτα.Στους ανθρώπους θα έδειχνα πόσο λάθος κάνουν να νομίζουν ότι παύουν να ερωτεύονται όταν γερνούν, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι γερνούν όταν παύουν να ερωτεύονται! Στο μικρό παιδί θα έδινα φτερά, αλλά θα το άφηνα να μάθει μόνο του να πετάει. Στους γέρους θα έδειχνα ότι το θάνατο δεν τον φέρνουν τα γηρατειά αλλά η λήθη. Έμαθα τόσα πράγματα από σας, τους ανθρώπους... έμαθα πως όλοι θέλουν να ζήσουν στην κορυφή του βουνού, χωρίς να γνωρίζουν ότι η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στον τρόπο πουκατεβαίνεις την απόκρημνη πλαγιά.Έμαθα πως όταν το νεογέννητο σφίγγει στη μικρή παλάμη του, για πρώτη φορά, το δάχτυλο του πατέρα του, το αἰχμαλωτίζει για πάντα. Έμαθα πως ο άνθρωπος δικαιούται να κοιτά τον άλλον από ψηλά μόνο όταν πρέπει να τον βοηθήσει να σηκωθεί.Είναι τόσα πολλά τα πράγματα που μπόρεσα να μάθω από σας, αλλά δεν θα χρησιμεύσουν αλήθεια πολύ, γιατί όταν θα με κρατούν κλεισμένο μέσα σε αυτή τη βαλίτσα, δυστυχώς θα πεθαίνω.Να λες πάντα αυτό που νιώθεις και να κάνεις πάντα αυτό που σκέφτεσαι.Αν ήξερα ότι σήμερα θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ' έβλεπα να κοιμάσαι, θα σ' αγκάλιαζα σφιχτά και θα προσευχόμουν στον Κύριο για να μπορέσω να γίνω ο φύλακας της ψυχής σου.Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν ἡ τελευταία φορά που θα σ’ έβλεπα να βγαίνεις απ’ την πόρτα, θα σ’ αγκάλιαζα και θα σου ’δινα ένα φιλί και θα σε φώναζα ξανά, για να σου δώσω κι άλλα.Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν ἡ τελευταία φορά που θα άκουγα τη φωνή σου, θα ηχογραφούσα κάθε σου λέξη για να μπορώ να τις ακούω ξανά και ξανά.Αν ήξερα ότι αυτές θα ήταν οι τελευταίες στιγμές που σ’ έβλεπα, θα έλεγα «σ’ αγαπώ» και δεν θα υπέθετα, ανόητα, ότι το ξέρεις ήδη.
Υπάρχει πάντα ένα αύριο και η ζωή μας δίνει κι άλλες ευκαιρίες για να κάνουμε τα πράγματα όπως πρέπει, αλλά σε περίπτωση που κάνω λάθος και μας μένει μόνο το σήμερα, θα ’θελα να σου πω πόσο σ’ αγαπώ κι ότι ποτέ δεν θα σε ξεχάσω.Το αύριο δεν το έχει εξασφαλίσει κανείς, είτε νέος είτε γέρος.Σήμερα μπορεί να είναι η τελευταία φορά που βλέπεις τους ανθρώπους που αγαπάς.Γι’ αυτό μην περιμένεις άλλο, καν’ το σήμερα, γιατί αν το αύριο δεν έρθει ποτέ, θα μετανιώσεις σίγουρα για τη μέρα που δεν βρήκες χρόνο για ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, ένα φιλί και ήσουν πολύ απασχολημένος για να κάνεις πράξη μία τελευταία τους επιθυμία.Κράτα αυτούς που αγαπάς κοντά σου, πες τους ψιθυριστά πόσο πολύ τους χρειάζεσαι, αγάπα τους και φέρσου τους καλά, βρες χρόνο για να τους πεις «συγνώμη», «συγχώρεσέ με», «σε παρακαλώ», «ευχαριστώ», κι όλα τα λόγια αγάπης που ξέρεις.Κανείς δεν θα σε θυμάται για τις κρυφές σου σκέψεις. Ζήτα απ’ τον Κύριο τη δύναμη και τη σοφία για να τις εκφράσεις. Δείξε στους φίλους σου τι σημαίνουν για σένα.
Gabriel Garcia Marquez απόδοση στα ελληνικά: Βασίλης Τερζής

Κάτι ήξερε ο μεγάλος Κολομβιανός όταν έγραφε στη «Χολέρα» (σελ. 345): «Οι άνθρωποι της εκκλησίας στερούνται κάθε εμπνευσμένης από το θεό αρετής»
Άγιος Λαυρέντιος, Σεπτέμβριος 2011

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011

Νερό Καμένο


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΜΕΞΙΚΟ
CARLOS FUENTES
ΝΕΡΟ ΚΑΜΕΝΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ
ΑΓΡΑ 1995
σελ. 298


Το έργο το συνθέτουν τέσσερις αυτόνομες νουβέλες, που συνδέονται όμως μεταξύ τους με αδιόρατα νήματα (Αφηγηματικό Κουαρτέτο, όπως αναφέρεται στον υπότιτλο) με κοινό σημείο την Πόλη του Μεξικού, η οποία είναι χτισμένη πάνω στην πρωτεύουσα των Αζτέκων και στη λίμνη που την περιέβαλλε, μια λίμνη που πήρε φωτιά, σύμφωνα με την παράδοση, κατά την πολιορκία της από τους ισπανούς κατακτητές. Από εδώ και ο τίτλος του έργου Νερό Καμένο.
Στο πρώτο αφήγημα (Η Γιορτή της Μητέρας) κυρίαρχη μορφή αποτελεί ο παλαίμαχος στρατηγός Βισέντε Βεργάρα. Ο στρατηγός που πολέμησε στα νιάτα του στο πλευρό όλων των μεγάλων επαναστατών του Μεξικού, όπως ο Εμιλιάνο Ζαπάτα και ο Πάντσο Βίλα και μετά από κάποια μάχη με τους Ομοσπονδιακούς διέταξε να ευνουχίσουν έναν αντίπαλο αιχμάλωτο, αναπολεί τις μέρες της δόξας του περιτριγυρισμένος από το γιο του, δικηγόρο και μεγαλοκαλλιεργητή… μαριχουάνας και τον εικοσάχρονο εγγονό του που θαυμάζει απεριόριστα τον παππού του και περιφρονεί τον πατέρα του. Χαρακτηριστικό στοιχείο του αφηγήματος είναι η απουσία γυναικείων χαρακτήρων, καθώς τόσο η γιαγιά όσο και η μητέρα του αφηγητή είναι από χρόνια θαμμένες, αλλά οιονεί παρούσες, στον πολυτελή τάφο της οικογένειας του σπιτιού. Έτσι ο Fuentes υφαίνει σ' έναν αριστοτεχνικό καμβά, τα ψυχολογικά πορτρέτα των τριών ανδρών με διαύγεια και πληρότητα αξιοσημείωτη.
Το δεύτερο σκηνικό (Αυτά ήταν κάποτε Παλάτια) στήνεται στο υποβαθμισμένο πια κέντρο της Πόλης του Μεξικού, κοντά στη Μητρόπολη. Εκεί, και σε επαναδιαρρυθμισμένο πρώην πολυτελές μέγαρο, ζουν οικογένειες που είχαν πλουτίσει στα χρόνια του αποικισμού, αλλά τώρα τα φέρνουν δύσκολα πέρα, αλλά και πρώην υπηρέτριες που έχουν απολυθεί, καθότι μετά την επανάσταση ο θεσμός των υπηρετών έχει πια παρακμάσει. Εδώ ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να μας αναπτύξει μια ιδιότυπη, αλλά δυνατή σχέση ανάμεσα στον ανάπηρο έφηβο Λουισίτο, και στη δόνια Μανουελίτα, πρώην υπηρέτρια του στρατηγού Βεργάρα. Ο Λουισίτο με μια καλπάζουσα φαντασία αλλά και αξιοπρέπεια, αισθάνεται ότι αποτελεί βάρος στην οικογένειά του και αυτό δεν μπορεί να το ανεχθεί, τη στιγμή που η δόνια Μανουελίτα τον έχει ανάγκη για να μοιράζεται μ’ αυτόν τη μοναξιά της. Παρακολουθούμε λοιπόν την εξέλιξη αυτής της σχέσης ανάμεσα στη δόνια Μανουελίτα, που εξαντλεί όλη την ευαισθησία της στο να φροντίζει τα γεράνια και τα καναρίνια της αυλής του σπιτιού, αλλά και να επικοινωνεί με ένα ολόκληρο κοπάδι αδέσποτων σκύλων, και στον έφηβο Λουισίτο που κοινωνικοποείται επιτέλους αυτονομούμενος με τη βοήθειά της.
«Παλιά οι νύχτες στην πόλη του Μεξικού ήταν γεμάτες ξημερώματα» (Γλυκοχαράματα) Κι ο Φεδερίκο Σίλβα, έβγαινε στις δύο το πρωί στο μπαλκόνι του αρχοντικού του και απολάμβανε το πρωινό που ερχόταν, με τις μυρωδιές των τροπικών δέντρων και της αποξηραμένης λίμνης. Τώρα δυο πανύψηλα κτίρια του έχουν στερήσει τον ορίζοντα, το ταλαιπωρημένο σπογγώδες υπέδαφος της περιοχής μην αντέχοντας τόσο βάρος κατολισθαίνει και το σπίτι του μέρα με την ημέρα γέρνει σαν τον πύργο της Πίζας. Η αυταρχική μητέρα του κάτω από τη σκιά της οποίας ζούσε χρόνια έχει πεθάνει κι ο ίδιος διάγοντας μέσα στη χλιδή του πάμπλουτου εισοδηματία προσπαθεί να φανταστεί το είδος του θανάτου του. Η μοναδική γυναίκα που αγάπησε στα δεκαπέντε της η Μαρία δε λος Άνχελες, «που κάποτε ήταν γοητευτική , αλλά τώρα έμοιαζε με τη βασίλισσα Μαρία-Λουίζα στον πίνακα του Γκόγια», είναι πια μια απλή φίλη του και αυτή που θα διαβάσει την από καιρό προσχεδιασμένη επιστολή που ετοίμασε πριν πεθάνει. Μόνο που η ζωή εδώ ξεπερνάει κάθε φαντασία.
Ο Carlos Fuentes σκιαγραφεί εδώ με περισσή μαεστρία το πορτρέτο ενός μεσοαστού εισοδηματία της πόλης του Μεξικού που αρνείται πεισματικά να παρακολουθήσει τις σύγχρονες εξελίξεις και να συμφιλιωθεί με το καινούργιο που έρχεται. Ενός μεσοαστού που παραδίνεται αμαχητί στο μοιραίο…
«Ο Γιος του Αντρές Απαρίσιο», ο λούμπεν προλετάριος Μπερναμπέ, και η νομοτελειακή πορεία του μέχρι τις τάξεις του παρακρατικού εθνικισμού είναι το τελευταίο θέμα του έργου. Σφόδρα υποβαθμισμένο προάστιο χωρίς όνομα, παράγκα με λαμαρίνες και χαρτόνια, ηλεκτρικό ρεύμα κλεμμένο από τα δημόσια δίκτυα, ένας πατέρας χαμένος χρόνια τώρα , μια μητέρα τρυφερή αλλά αδύναμη και δυο θείοι. Και ακόμη: ένα σχολείο με τάξεις εκατό μαθητών, που μπορείς να το εγκαταλείψεις χωρίς να σε πάρει κανείς είδηση (ευτυχώς που υπάρχουν και τα βενζινάδικα ιδιοκτησίας του λισεντσιάδο Τιν Βεργάρα, όπου μπορείς να κερδίσεις μερικά πέσος καθαρίζοντας παρμπρίζ ). Και παραπέρα ένα εργοστάσιο, όπου οι νεαρές εργάτριες κλείνονται μέσα στα σκοτεινά τις Κυριακές και κάνουν έρωτα στα τυφλά με όποιον τύχει. Ποια άλλη διέξοδος μένει για το νεαρό παλικάρι που δυσκολεύεται μάλιστα να εκφραστεί, που φοβάται τις λέξεις, εκτός από την τυφλή βία του δεξιού παρακράτους της χώρας που σε συνεργασία με την αστυνομία αγωνίζεται να εκπαραθυρώσει τους αριστερούς υπουργούς της κυβέρνησης;
Και πάλι ο Carlos Fuentes με μια θαυμαστή κοινωνική ανάλυση φωτίζει τις αδήριτες βιοτικές ανάγκες , τα πολλαπλά κοινωνικά αδιέξοδα αλλά και τις λαχτάρες εκείνων που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Χωρίς πάθος, αλλά με αμέριστη συμπάθεια για κάθε «παραστρατημένο» που δεν επιλέγει τα μονοπάτια αυτά μόνο και μόνο για να σωθεί από τη μιζέρια και την αφάνεια, αλλά και επιλέγεται για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των δυνατών και των λίγων.

Καλλικράτεια, Αύγουστος 2011

Κυριακή 28 Αυγούστου 2011

Ο Κύριος Πρόεδρος


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΘΣΤΟΡΗΜΑ
ΓΟΥΑΤΕΜΑΛΑ
MIGUEL-ANGEL ASTURIAS
Ο ΚΥΡΙΟΣ ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΑΝΝΑ ΞΕΝΟΥ
ΙΩ. ΚΑΜΠΑΝΑΣ 1971
σελ. 312


Ο Manuel Estrada Cabrera υπήρξε διαβόητος και αιμοσταγής δικτάτορας της Γουατεμάλας από το 1898 ως το 1924. Μεθυσμένος από την εξουσία του αλλά και έντρομος για το επερχόμενο τέλος του, κυβερνούσε έγκλειστος στο πολυτελές παλάτι του με την εύνοια των ΗΠΑ και των διεθνών μεγάλων εταιριών εξαγωγής μπανάνας και καφέ που θησαύριζαν- όπως η United Fruit Company. Η ευνοιοκρατία και η πολιτική διαφθορά, η συνεχής αστυνόμευση και ο τρόμος βασίλευαν στο καθεστώς του, σε συνδυασμό βέβαια με τη φτώχια και την εξαθλίωση των υπηκόων του. Άφησε πίσω του ένα ανεπτυγμένο οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο που ένωνε την πόλη της Γουατεμάλας με τους δυο Ωκεανούς, απαραίτητο βέβαια για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των μεγάλων εταιριών, αλλά και ένα πλήθος από αρχαιοπρεπείς ναούς της Μινέρβας, καθότι θαυμαστής του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού…


Ο Miguel-Angel Asturias γεννημένος στην πόλη της Γουατεμάλας το 1899 βίωσε από «πρώτο χέρι» και στα πιο κρίσιμα χρόνια της νεότητάς του φρίκη του καθεστώτος του Cabrera. Άρχισε λοιπόν τη σύνθεση του εμβληματικού μυθιστορήματός του «Ο κύριος Πρόεδρος» από το 1922 και τη συνέχισε τα επόμενα χρόνια στο Παρίσι (1925-1932). Το έργο βέβαια, για ευνόητους λόγους, ήταν αδύνατο να εκδοθεί στη Γουατεμάλα και δημοσιεύτηκε μετά από εικοσιτέσσερα χρόνια στο Μεξικό (1946), στην Αργεντινή (1948) και στο Παρίσι (1952), όπου μάλιστα κατέκτησε και το βραβείο του «Καλύτερου Ξενόγλωσσου Μυθιστορήματος της Χρονιάς». Το 1967 ο Asturias τιμήθηκε με το βραβείο Nobel, αλλά "για το ζωντανό λογοτεχνικό επίτευγμά του, βαθιά ριζωμένο στα εθνικά γνωρίσματα και παραδόσεις των Ινδιάνων της Λατινικής Αμερικής."

«Ο κύριος πρόεδρος» μεταφράζεται στην Ελλάδα από την Άννα Ξένου και πρωτοκυκλοφορεί το 1971 από τις εκδόσεις «Ιω. Καμπανάς» στη σειρά «Διεθνή Βιβλία». Οι αντιστοιχίες της εποχής με τα έργα και τις ημέρες του δικτάτορα της Γουατεμάλας, μας ενθουσίασαν τότε, όταν το πρωτοδιαβάσαμε. Και αναρωτηθήκαμε πώς ξέφυγε από τις αρπάγες της παντοδύναμης λογοκρισίας που καταδυνάστευε τη χώρα μας. Κάποιες αναφορές μάλιστα που εντοπίσαμε στη μετάφραση για το δυσοίωνο πουλί, το φοίνικα, που ξαναγεννιέται από τη στάχτη και τη μισητή ημερομηνία της «21 Απριλίου» μας είχαν οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι αποτελούσαν επινοήσεις της μεταφράστριας, για να καταστήσει εμφανέστερη την αναλογία των εποχών… Η απορία παραμένει μέχρι σήμερα…

Το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε στη συνέχεια, με την ίδια μετάφραση, από τις εκδόσεις «Πλέθρον». Ελπίζουμε επιμελημένο, γιατί η πρώτη του έκδοση, την οποία είχαμε υπόψη μας, όταν συντάσσαμε την παρούσα ανάρτηση, ήταν αρκετά πρόχειρη, καθώς έβριθε από τυπογραφικές αβλεψίες, ακολουθούσε μια παρωχημένη ορθογραφία και ήταν τυπωμένη βέβαια στο πολυτονικό σύστημα…
Το έργο, παρά το ότι συμπλήρωσε εξήντα πέντε χρόνια από την πρώτη του έκδοση, παραμένει και σήμερα αειθαλές και πάντα επίκαιρο, καθώς το κλίμα και οι συνθήκες στις οποίες αναφέρεται δεν λείπουν από τις μέρες μας. Η παντοδυναμία του στρατού και της αστυνομίας, οι στημένες δίκες στα στρατοδικεία, οι προκατασκευασμένες κατηγορίες κατά των διαφωνούντων, ο αθέμιτος πλουτισμός των δικαστικών και των στρατιωτικών, η πανταχού παρούσα ευνοιοκρατία (ποτέ δεν λείπουν οι κόλακες της εξουσίας), οι εξαφανίσεις των «εχθρών του κυρίου Προέδρου», οι εκτελέσεις των αντιπάλων του μετά από στημένες δίκες, όλα περιγράφονται με τον πιο γλαφυρό και διεξοδικό τρόπο. Και καθώς το έργο διαπνέεται και από μια αναμφισβήτητη ποιητική πνοή υψηλής αξίας , οι περιγραφές αυτές γοητεύουν και συγκινούν και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη.
Ο συγγραφέας αποφεύγει να αναφερθεί βέβαια σε στοιχεία που να καθορίζουν επακριβώς τον τόπο και το χρόνο κατά τον οποίο συμβαίνουν τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται, προσδίδοντας σ’ αυτά μια αξιοπρόσεκτη διαχρονικότητα και καθολικότητα (με εξαίρεση μια αναφορά... στη μάχη του Βερντέν). Και απουσιάζει φυσικά και το όνομα του κυρίου προέδρου, το οποίο κάλλιστα θα μπορούσε να είναι σήμερα Ιωάννης Μεταξάς, Γεώργιος Παπαδόπουλος, Αγκούστο Πινοσέτ, ή Νικολάι Τσαουσέσκου…

Ο Αστούριας πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στη Μαδρίτη, και πέθανε το 1974. Είναι θαμμένος στο Cimetière du Père Lachaise στο Παρίσι.



Καλλικράτεια, Αύγουστος 2011

Παρασκευή 19 Αυγούστου 2011

Μια Κάποια Μιγάδα

ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΓΟΥΑΤΕΜΑΛΑ
MIGUEL ANGEL ASTURIAS
ΜΙΑ ΚΑΠΟΙΑ ΜΙΓΑΔΑ
BELL 1998
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΠΑΜΠΗΣ ΛΥΚΟΥΔΗΣ
σελ. 480


Ο ξυλοκόπος Γιουμί , που ζει με τη γλυκιά και υποταχτική γυναίκα του τη Νινιλόχ στο χωριό Κιαβικούς, έχει απαυδήσει πια από τα βάσανα της φτώχειας. Αποφασίζει λοιπόν να κλείσει μια μυστική συμφωνία με τον Ταζόλ, το δαίμονα του καλαμποκιού: αυτός να του πουλήσει τη γυναίκα του κι ο δαίμονας να του χαρίσει τα αμέτρητα πλούτη που ονειρεύεται. Έτσι και γίνεται. Από τη μια στιγμή στην άλλη αποχτά απέραντες φυτείες, άλογα, υποστατικά, υπηρέτες και-το σημαντικότερο-τη μαγική ικανότητα να μετατρέπει τα καλαμποκόφυλλα σε πέσος! Συναντά μάλιστα και μια σαγηνευτική μιγάδα, ενσάρκωση της Σελήνης, που τον τρελαίνει με τον άγριο ερωτισμό της…Την οποία και παντρεύεται! Γρήγορα όμως νοσταλγεί τη Νινιλόχ και παρακαλεί τον Ταζόλ να του τη φέρει πίσω. Κι εκείνος του κάνει τη χάρη, αλλά με δυο όρους: Η Νινιλόχ θα είναι στο εξής…νάνα και-αφού η συμφωνία έχει παραβιαστεί- τα πλούτη του Γιουμί θα εξαφανιστούν, όπως και η ικανότητά του να μετατρέπει τα φύλλα του καλαμποκιού σε χαρτονομίσματα… Και το ζευγάρι , ευτυχισμένο που ξανάσμιξε, αλλά πάμφτωχο, παίρνει τους δρόμους για να φτάσει στην Τιεραπαουλίτα, την πόλη που ορίζει ο ιθαγενής δαίμονας Καστόκ, με σκοπό να γίνουν μάγοι… Η συνέχεια μετά τη σελίδα 154

Ο μάγος της ισπανόφωνης λογοτεχνίας από τη Γουατεμάλα Μιγκέλ Άνχελ Αστούριας, δημοσιεύει αυτό το παράδοξο μυθιστόρημα το 1963, ένα έργο που διχάζει τους κριτικούς, οι οποίοι και αναρωτιούνται: ποιος είναι ο στόχος του μεγάλου δημιουργού; Να μεταφέρει κάποιο έντεχνα μεταμφιεσμένο μήνυμα κοινωνικής κριτικής, μιας κριτικής που χαρακτήριζε όλα τα προηγούμενα έργα του και ιδίως το αριστούργημά του «Ο κύριος Πρόεδρος» (1946), για το οποίο κυρίως και τιμήθηκε το 1967 με το βραβείο Νόμπελ; Αυτό μπορεί να το δει κανείς στο διάλογο που διαμείβεται ανάμεσα σ' έναν φουκαρά Ινδιάνο και το νεωκόρο του ναού της Τιεραπαουλίτα, καθώς η πόλη έχει καταληφθεί πια από τον χριστιανό δαίμονα Καντάνγκα:


Ο νεωκόρος: "Από δω και μπρος , όταν θα κατεβαίνεις από τα βουνά σου, να έρχεσαι κατευθείαν στο πρεσβυτέριο, όπου θα σου δίνουμε πάντοτε άσυλο, γιατί είναι έργο φιλαλληλίας να γδύνουμε όσους είναι γυμνοί! (Γέλασε με το λαθος του, που λάθος δεν ήταν, γιατί ο Ινδιάνος ήταν στην ουσία γυμνός, μόλις τον σκέπαζε ένα σώβρακο και μια πουκαμίσα, που ήταν κουρέλια). Κι αν πεινάς θα τρως μαζί μου. Τι έργο φιλευσπλαχνίας να αφαιρείς την τροφή απ΄αυτούς που πεινούν! Ε, ναι, γιατί αλλιώς αποχτούν τη συνήθεια να τρώνε! (Και έβαλε ξανά τα γέλια)

Μήπως πάλι επιχειρεί να μας δώσει μια ερμηνεία του συγκρητισμού της θρησκείας των αυτοχθόνων ινδιάνων της χώρας του με το χριστιανισμό; Εδώ αξίζει να σημειώσουμε τον –επινοημένο βέβαια- μύθο της καταγωγής και της διάδοσης του καπνόφυτου: Όταν ο Καντάνγκα ήταν ακόμη αρχάγγελος, πληροφόρησε το θεό ότι ανακάλυψε «το μοναδικό φυτό που σκέφτεται». Έντρομος ο Θεός τον διέταξε να το κάψει. Εκείνος όμως το πέταξε από τους αιθέρες στη γη. Και τότε ο θεός για να τον τιμωρήσει τον μετέτρεψε από αρχάγγελο σε αρχηγό των επαναστατημένων αγγέλων που γκρεμίστηκαν στα Τάρταρα. Το φυτό, που στο μεταξύ είχε φυτρώσει και εξαπλωθεί στην Τιεραπαουλίτα το απολάμβαναν-καλά κρυμμένο από τον Καντάγκα- αποκλειστικά οι ιθαγενείς δαίμονες-υποτελείς του Καστόκ. Όταν όμως ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και κατέπλευσαν στο Νέο Κόσμο οι κονκισταδόροι με το χριστιανό δαίμονα επικεφαλής, οι ιθαγενείς δαίμονες του επέστρεψαν το σκεπτόμενο φυτό «γνωρίζοντας πολύ καλά ότι αυτή θα η ήταν η εκδίκησή τους εναντίον του λευκού ανθρώπου!»

Ή μήπως ο μεγάλος συγγραφέας έχει κατά νου να δημιουργήσει ένα έπος της σεξουαλικής απελευθέρωσης ή να στήσει μια μεγαλειώδη φάρσα στους κριτικούς της λογοτεχνίας και στους «κουλτουριάρηδες» αναγνώστες; Ας αποφασίσει ο κάθε αναγνώστης για όλα αυτά.
Με την προϋπόθεση βέβαια ότι θα διαβάσει το έργο όχι-μόνο- ως παιδικό παραμύθι, αλλά κυρίως ως ποιητικό δημιούργημα, στο οποίο η λέξη, η φράση, η εικόνα παραπέμπει αυτή καθεαυτή σε ένα καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Και -προς θεού-χωρίς να ψάχνει για κρυφά νοήματα όπως τον δίδαξαν στο σχολείο. Σ’ αυτό βοηθάει βέβαια κατεξοχήν και η αριστοτεχνική μετάφραση του αλησμόνητου (+1910) Μπάμπη Λυκούδη. Χωρίς αυτή είναι βέβαιο ότι το έργο έχανε το μεγαλύτερο μέρος της αξίας του. Ένα δείγμα του ύφους του έργου αλλά και της μεταφραστικής δεινότητας του Μπάμπη Λυκούδη:

Ο χορός των Γιγαντόπουλων άρχισε μέσα σε ομοβροντία ανεμοθύελλας: τα σύννεφα συγκρούονταν με τα κέρατα των ταύρων, οι βροντές σφυροκοπούσαν, η βροχή χαστούκιζε, το χαλάζι έγδερνε, τα βράχια έδιναν γονατιές, οι κληματσίδες μαστίγωναν και τα δέντρα έδιναν αγκωνιές που έσβηναν σ’ έναν ωκεανό περιτριμμάτων από καλάμια και ξερόφυλλα. Το ίδιο γινόταν και στην πόλη: οι χριστοί συγκρούονταν μεταξύ τους και οι άγιοι το ίδιο μέσα στο μισόφωτο της εκκλησίας, όπου έβρεχε ξύλινα σκουλήκια. Χερούλια χτυπούσαν, πόρτες βροντούσαν, στα χάνια και στα μαγέρικα, όπου αόρατα ποδοκροτούσαν ανάμεσα στο θόρυβο των κατσαρολιών, των σκουτελιών και των σκουπόξυλων, τακούνια, βήματα αυτών που έφευγαν ή κυλούσαν χωρίς πόδια, χωρίς χέρια, μέσα στις αυλές, ανάμεσα στα ρούχα που είχαν πέσει από τα σκοινιά, και τις κομματιασμένες γλάστρες…


Ο Αστούριας έχει χαρακτηριστεί γι αυτό το έργο του ως ο Bosh της λογοτεχνίας. Και πράγματι θα παρελάσουν μπροστά στα μάτια του αναγνώστη μια σειρά από ιστορίες και σκηνές χωρίς αρχή και τέλος και, το σπουδαιότερο, χωρίς λογική συνοχή. Ένας απέραντος «Κήπος των Ηδονών». Όπου η αχαλίνωτη φαντασία, οι κοινωνικές νύξεις για τους ιθαγενείς που δεν είχαν ποτέ στον ήλιο μοίρα, το ερωτικό παραλήρημα, η γοητεία του τροπικού τοπίου και συχνά ένας υφέρπων σαρκασμός συνθέτουν έναν πρωτόγνωρο πίνακα που μαγεύει τον αναγνώστη.
Το βιβλίο είναι από καιρό εξαντλημένο. Μπορεί να το εντοπίσει κανείς ξεχασμένο στα ράφια κάποιων μεγάλων βιβλιοπωλείων Διαφημίζεται ακόμη και στο διαδίκτυο από τις σελίδες παλαιοβιβλιοπωλείων.
Καλλικράτεια, Αύγουστος 2011

Δευτέρα 8 Αυγούστου 2011

Η Σκιά του Εαυτού μας

ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΧΙΛΗ
LUIS SEPULVEDA
Η ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΜΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ
OPERA 2009
σελ. 148

Το μυθιστόρημα του χιλιανού μυθιστοριογράφου Luis Sepulveda (γεν. 1949) «Η Σκιά του Εαυτού μας» υπήρξε για μας μια αποκάλυψη. Κι αυτό γιατί ο σύγχρονός μας αυτός συγγραφέας κατορθώνει να συνδυάσει μια άκρως ενδιαφέρουσα αστυνομική πλοκή, μια κριτική της δικτατορίας του Πινοσέτ –και όχι μόνο-που σπάει κόκαλα , μια πηγαία ανθρωπιά και ευαισθησία που δεν αφήνει κανέναν ασυγκίνητο, αλλά και μια αίσθηση του χιούμορ που δίνει άλλη διάσταση στις στιγμές της δραματικής κορύφωσης του έργου.
Πρόκειται για ένα «λαϊκό» μυθιστόρημα, χωρίς περίπλοκες προσπάθειες επίδειξης ύφους ή γλωσσικών ακροβασιών, που διαβάζεται απνευστί (το μέγεθός του εξάλλου δεν είναι απαγορευτικό) και, παρόλο που το υπόβαθρό του σχετίζεται με τη σύγχρονη ιστορία της Χιλής, ο Έλληνας αναγνώστης ελάχιστα δυσκολεύεται να το παρακολουθήσει, ίσως εξαιτίας των αυτονόητων αντιστοιχιών του με την ελληνική περιπέτεια της ίδιας εποχής. Η επίσημη θέση λχ του ΚΚ της Χιλής ότι ο Τσε ήταν προβοκάτορας και όργανο της CIA, ακόμη και μετά την εκτέλεσή του, κάτι πρέπει να μας θυμίζει, τους παλιότερους...

Tο βασικό θέμα του μυθιστορήματος είναι ένα επεισόδιο αστυνομικής υφής των πρώτων χρόνων της χιλιανής μεταπολίτευσης, στο οποίο πρωταγωνιστούν τέσσερις παλαίμαχοι του αντιδικτατορικού αγώνα της Χιλής, που μετά από τριάντα χρόνια αυτοεξορίας στην Ευρώπη , έχουν επιστρέψει στο Σαντιάγο και δεν εννοούν να εγκαταλείψουν τις παλιές συνωμοτικές τους συνήθειες. Ανεπάγγελτοι, άστεγοι και ανέστιοι θα εμπλακούν σε μια επιχείρηση κοινού ποινικού ενδιαφέροντος με την πεποίθηση ότι η κοινωνία της χώρας τους τούς οφείλει πολλά για τα χρόνια που σπατάλησαν στον αγώνα τους για τη δημοκρατία.
Τους διαφεύγει όμως μια ευρηματική ρήση από το «Γατόπαρδο» του Giovanni Lampedusa, το ότι δηλαδή «πρέπει να τ’ αλλάξουμε όλα, αν θέλουμε να παραμείνουν τα ίδια!» Και δυστυχώς γι αυτούς κατά τα χρόνια της απουσίας τους από τη χώρα έχουν αλλάξει όλα, με αποτέλεσμα να μην έχει αλλάξει στην ουσία τίποτε…
Στα χρόνια της δικτατορίας του Πινοσέτ, καθώς θυμούνται οι πρώην ένθερμοι οπαδοί διαφόρων αριστερών κομμάτων και γκρουπούσκουλων «η ζωή είχε γεμίσει μαύρες τρύπες που βρίσκονταν παντού: κάποιος κατέβαινε στο σταθμό του μετρό και δεν ξανάβγαινε ποτέ, κάποιος έμπαινε σ’ ένα ταξί και δεν έφτανε ποτέ στο σπίτι του, κάποιος έλεγε πως λαχταρούσε μια άσπρη μέρα και τον έτρωγε το μαύρο σκοτάδι»

Και τώρα; «Όσοι επέστρεφαν από την εξορία έχαναν τον προσανατολισμό τους. Η πόλη τους δεν ήταν πια η ίδια, έψαχναν τα μπαρ τους και εύρισκαν κινέζικα μαγαζιά, στη θέση του φαρμακείου της παιδικής τους ηλικίας, τώρα έστεκε ένα στριπτιζάδικο, το παλιό σχολείο ήταν τώρα μάντρα αυτοκινήτων και το σινεμά της γειτονιάς είχε μετατραπεί σε ναό των πεντηκοστιανών. Έτσι, απροειδοποίητα τους είχαν αλλάξει τη χώρα!»
Είχε προηγηθεί βέβαια η ψυχρολουσία που δοκίμασαν ζώντας σε χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» στις οποίες είχαν καταφύγει με τη θέλησή τους: στη Ρουμανία, «τη χώρα των Καρπαθίων που τη διοικούσε ο σύντροφος Νικολάε Τσαουσέσκου, ο τιτάνας των τιτάνων, και η σύντροφός του Έλενα, η νεράιδα των νεράιδων» και στη Γιουγκοσλαβία «την πατρίδα του στρατάρχη Τίτο, του μοναδικού αντιφασίστα παρτιζάνου που έφτασε να γίνει αρχηγός κράτους».

Στην υπόθεση εμπλέκεται και ο απαραίτητος αστυνομικός επιθεωρητής, μόνο που ο συγγραφέας φιλοτεχνεί το πορτρέτο του με μια σειρά από τόσο αντισυμβατικά χαρακτηριστικά που αποδεικνύουν σε τελευταία ανάλυση ότι τα πράγματα «δεν έχουν παραμείνει τα ίδια..."
Βέβαια οι νεκροί τους, των χρόνων του αντιδικτατορικού αγώνα, έχουν στοιχειώσει τη τη ζωή τους. Και δεν είναι λίγοι. Αλλά «ο Κάτσο Σαλίνας, όποτε θυμόταν τους νεκρούς του, τους θυμόταν πάντα χαμογελαστούς και κατάλαβε πως δεν υπάρχει καταστροφή που να μην την ξεπερνάει κανείς μ’ ένα καλό ξέσπασμα γέλιου"


Καλλικράτεια, Αύγουστος 2011
(Στην Ολυμπία που ανακάλυψε και μου χάρισε το βιβλίο, αποδεικνύοντας έτσι ότι τα ενδιαφέροντά της δεν εξαντλούνται στα φυτά και στα λουλούδια.)

Κυριακή 7 Αυγούστου 2011

Ο Βάαλ της Βαβυλώνας

ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
IΣΠΑΝΙΑ
FERNANDO ARRABAL
Ο ΒΑΑΛ ΤΗΣ ΒΑΒΥΛΩΝΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΙΓΚΟΣ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 1998
σελ. 140


Το μόνο που θυμάται το παιδί από τον πατέρα του είναι ότι κάποτε στην παραλία της Μελίγια εκείνος του έθαβε τα πόδια στην άμμο. Άλλο τίποτε. Σκοτάδι. Σκαλίζει απεγνωσμένα τα μπαούλα με τις παλιές φωτογραφίες. Σ΄ όλες το παιδί με τη μητέρα του αγκαλιά. Σε κάποιες και μια ανδρική μορφή με το κεφάλι κομμένο προσεχτικά με ξυράφι. Α, ναι, και η πίπα που κάπνιζε κάποτε ο πατέρας του. Αργότερα, στο Βίγια Ραμίρο (το παιδί ήταν απόν), άκουγε συχνά τους δικούς του να του διηγούνται για τη σύλληψη του φωτισμένου δάσκαλου του χωριού:
Η γιαγιά: «αυτό συνέβη πριν το χάραμα…Καλά να πάθει αυτός ο αναρχικός!»
Η θεία Κλάρα: «Πρέπει να ήταν τέσσερις το πρωί…Καλά να πάθει, αυτός , ο άθεος!»
Ο παππούς κάπνιζε ένα τσιγάρο.
Από εκεί ξεκινάει η ισπανο-χριστιανική εκπαίδευσή του:
Το «βρυσάκι», κάτω από το παντελόνι του, έπρεπε απαραίτητα να βρίσκεται αριστερά. Αλλιώς θα γινόταν κορίτσι.
Αν δεν διέσχιζε το μακρύ κατασκότεινο διάδρομο του σπιτιού του χωρίς να φοβάται, θα ήταν κότα.
Για να φιλήσει το χέρι της μητέρας του έπρεπε να ακολουθήσει μια ολόκληρη και λεπτομερή τελετουργία.
Κάθε βράδυ έπρεπε να μαστιγώνει γυμνή στο δωμάτιό της τη θεία Κλάρα, για να μην ξεχνάει τη μαστίγωση του Χριστού…
Στο νεκροταφείο του χωριού, έπρεπε να φτύνει και να πετάει χούφτες χώματα στα πτώματα των αναρχικών που συσσώρευαν καθημερινά οι πολιτοφύλακες.
Και κοντά σ’ αυτά έπρεπε να περιμένει τον παππού να πεθάνει «σκεπασμένος με τον ιερό μανδύα της Παναγίας της Πιλάρ». Κι εκείνος να μην πεθαίνει και να κλάνει συνέχεια κάτω από τον μανδύα..
Και αργότερα, στη Μαδρίτη, έφηβος πια, να είναι ανεπίδεκτος μαθήσεως , όταν στη σχολή όφειλε να επιδεικνύει πνεύμα στρατιωτικής πειθαρχίας, για να γίνει αεροπόρος, όπως ονειρευόταν η μητέρα του…
Και από δίπλα του συνεχώς η μητέρα-δυνάστης και ευνούχος, αλλά και σαγηνευτική συνάμα με τα λευκά της γόνατα και την υγρή της γλώσσα, να του τονίζει με κάθε ευκαιρία ότι αυτή θυσιάστηκε για τα παιδιά της , ενώ «εκείνος , ο αχαΐρευτος, σας εγκατέλειψε για μια ιδεολογία» Και ο πατέρας να σαπίζει στη φυλακή…
Ο Φερνάντο Αραμπάλ (γεννημένος το 1932 στη Μελίγια) συνέθεσε αυτό το χρονικό βαρβαρότητας της εποχής της εθνικιστικής Ισπανίας το 1957 , σε ηλικία είκοσι πέντε χρονών. Όσο χρειάζεται νωρίς για να κρατάει ζωντανές τις μνήμες εκείνης της εποχής, αλλά και όσο αργά χρειάζεται αργά για να μετουσιώνει τις μνήμες αυτές σε τέχνη. Ο ίδιος υπήρξε στον αιώνα του ένας χαρακτηριστικός τύπος «homo universalis»: δραματικός συγγραφέας κατεξοχήν (Νεκροταφείο Αυτοκινήτων), μυθιστοριογράφος (Η Κόρη του Κινγκ Κονγκ), σκηνοθέτης κινηματογραφικών ταινιών (Θα καλπάσω σαν άλογο τρελό), δοκιμιογράφος (Αποτυχία και Μύθος), ποιητής και ζωγράφος.
Ο τίτλος του έργου παρμένος από τη Βίβλο, αναφέρεται σε μια ρήση του θεού «Θα τιμωρήσω τον Βάαλ της Βαβυλώνας!» και το ίδιο το έργο πρέπει να περιέχει ένα πλήθος από αυτοβιογραφικά στοιχεία. Η κατάταξή του στο είδος του μυθιστορήματος είναι συζητήσιμη. Ο λιτός και πυκνός λόγος του -σχεδόν επιγραμματικός-, καθώς και μια σαφής σκηνική αντίληψη που το χαρακτηρίζει θα μπορούσε άνετα να το εντάξει στο θεατρικό είδος. Κάποιος ρηξικέλευθος σκηνοθέτης θα μπορούσε, πιστεύουμε, να το ανεβάσει στη σκηνή με μεγάλη επιτυχία (αν δεν έχει ήδη συμβεί). Ο Βάαλ της Βαβυλώνας «μας διηγείται τη βάρβαρη, όσο και σαγηνευτική ιστορία μιας παιδικής ιστορίας τσακισμένης πρόωρα, καθώς η χώρα που τη νανούρισε»


Η μετάφραση του έργου δυστυχώς από τα γαλλικά. Αν δώσουμε βάση στο ιταλικό "tradutore e produtore' (ο μεταφραστής είναι προδότης), τότε στην περίπτωσή μας ο μεταφραστής θα είναι διπλά προδότης...


Καλλικράτεια Αύγουστος 2011







Παρασκευή 5 Αυγούστου 2011

Ερωτικό Γαϊτανάκι

ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΜΕΞΙΚΟ
SREGIO PITOL
ΕΡΩΤΙΚΟ ΓΑЇΤΑΝΑΚΙ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΚΩΣΤΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2004
σελ. 320

Ο νεαρός ιστοριοδίφης Μιγκέλ ντε Σολάρ σχεδιάζει να ασχοληθεί με ένα θέμα μικροϊστορίας που σχετίζεται με τη χώρα του, το Μεξικό, και συγκεκριμένα με μια σειρά από ανεξήγητα γεγονότα που κατέληξαν σε δολοφονίες, τον Νοέμβριο του 1942. Τα γεγονότα αυτά τα θυμάται ο ερευνητής , καθώς τα έζησε δεκάχρονο παιδί, όταν κατοικούσε στο κτίριο Μινέρβα, ένα μεγαλόπρεπο κτίριο-κιβωτό, όπου διέμεναν εκείνη τη χρονιά ένα πλήθος από μετανάστες, πολιτικούς πρόσφυγες, γόνους παλιών οικογενειών και επιτηδευματίες ανομολόγητων επιτηδευμάτων. Είναι η χρονιά που το Μεξικό κηρύσσει τον πόλεμο κατά του άξονα και η χώρα μετατρέπεται σε άντρο παντοειδών φυγάδων και κατασκόπων. Αυτά τα συμβάντα η κοινή γνώμη τα απέδιδε σε ξεκαθάρισμα λογαριασμών ανάμεσα στις φασιστικές φατρίες που είχαν συρρεύσει τότε στο Μεξικό. Ο ιστορικός όμως ονειρεύεται να φωτίσει μ’ αυτή του την έρευνα τα παρασκήνια της πολιτικής διαμάχης των υπερδυνάμεων της εποχής.
Ξεκινάει λοιπόν μια σειρά από διερευνητικές επαφές με όλα τα πρόσωπα που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα μ’ εκείνα τα γεγονότα. Τριάντα χρόνια μετά. Γρήγορα όμως αντιλαμβάνεται ότι το φιλόδοξο εγχείρημά του δεν πρόκειται να τον οδηγήσει πουθενά. Ο χρόνος που έχει μεσολαβήσει, αλλά κυρίως η προσωπική αντίληψη του κάθε μάρτυρα για την «αλήθεια», τον οδηγούν σε αδιέξοδο. Ο νεαρός ερευνητής είναι υποχρεωμένος να απογυμνώνει τα γεγονότα που του αφηγούνται κάθε φορά οι μάρτυρες από τα προσωπικά τους συμφέροντα, από μίση, πάθη, καθώς και από παντός είδους εμμονές και ιδεοληψίες, που τους διακατέχουν. Οι μαρτυρίες για ένα συγκεκριμένο γεγονός συγκρούονται η μια με την άλλη σε τέτοιο σημείο που ο αναγνώστης συχνά σχηματίζει την εντύπωση ότι πρόκειται για ολωσδιόλου άσχετα μεταξύ τους γεγονότα. Η «αλήθεια» θαρρείς και είναι ένα σκοτεινό απρόσιτο σημείο στο κέντρο σπειροειδών κύκλων των αφηγήσεων, οι οποίες τη στιγμή που νομίζεις ότι την προσέγγισαν, εκείνοι ανοίγονται και απομακρύνονται απ΄ αυτήν, τόσο που τη χάνουν. Για μια ακόμη φορά ο προσφιλής στους αδαείς μύθος της «αντικειμενικής ιστορίας» κονιορτοποιείται. Κι αυτό από την περιγραφή των γεγονότων, πριν ακόμη οδηγηθούμε στη σύνθεση και την εκτίμησή τους.
Ο συγγραφέας αποδεικνύεται δεξιοτέχνης στην αφήγηση. Ζωντανεύει το λόγο, φωτίζει τα γεγονότα, αλλά και τις προθέσεις των αφηγητών, ερμηνεύει ολόκληρη την ενδιαφέρουσα ιστορία του Μεξικού κατά το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα, με τις δικτατορίες, το συντηρητικό κίνημα των «Κριστέρος», τις επαναστάσεις του Βίγια και του Ζαπάτα, το εικαστικό κίνημα των «muralistas» και τη συνθετική αντίληψη των νεοτερικών ζωγράφων του Μεξικού, όπως είναι η Frida Kahlo και ο Rufino Tamayo. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι για την πασίγνωστη πολιτική διαμάχη της εποχής μεταξύ των σταλινικών και των τροτσκιστών της χώρας που οδήγησε στη δολοφονία του Τρότσκι, μόνο κάποια νύξη γίνεται.
Ο παραπλανητικός τίτλος του έργου (Το Γαϊτανάκι του Έρωτα) που θα μπορούσε να γίνει αιτία παρεξήγησης από τον υποψήφιο αναγνώστη, είναι «κλεμμένος» από μια ταινία της εποχής του Ernst Lubits (1929) και δικαιολογείται από μια συνταρακτική αφήγηση ενός από τους μάρτυρες των «γεγονότων» του έργου. Ο συγγραφέας στο ημερολόγιό του μας εξομολογείται ότι επηρεασμένος από0 τον Σέξπιρ και τον Τίρσο ντε Μολίνα, σκόπευε να συνθέσει μια κωμωδία παρεξηγήσεων με αστυνομική πλοκή και δομή δανεισμένη από τις «Νεκρές Ψυχές» του Γκόγκολ, αλλά και την Αγκάθα Κρίστι. Δηλώνει ακόμη εντυπωσιασμένος ειδικά από το έργο του Τίρσο ντε Μολίνα «Ο Κήπος του Χουάν Φερνάντες», όπου «κανείς δεν ήταν εκείνος που έλεγε ότι είναι, και τα πρόσωπα διχάζονταν χωρίς σταματημό και υιοθετούσαν τις πιο παράλογες μάσκες λες και αυτός ήταν ο μοναδικός τρόπος να συνυπάρξουν με τους υπόλοιπους» (σελ. 182)
Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα, για λόγους ανεξήγητους κατά τη γνώμη μας, αποτελεί μέρος μιας τριλογίας του Σέρχιο Πιτόλ με τίτλο «Το Καρναβάλι» (Τα άλλα δυο είναι η «Συζυγική Ζωή» και η «Εξημέρωση του θεϊκού ερωδιού»).
Ο επιμελητής-μεταφραστής του έργου που επιτελεί ένα μεταφραστικό άθλο, φωτίζοντας αποτελεσματικά τις αμφισημίες του έργου, παραθέτει στην αρχή της έκδοσης έναν «Οδικό χάρτη για κείνον που θα ταξιδέψει στον κόσμο του Πιτόλ» του Αντόνιο Ταμπούκι και στο τέλος ένα άκρως κατατοπιστικό corpus σημειώσεων, καθώς και αποσπάσματα από το προσωπικό ημερολόγιο του συγγραφέα που αναφέρονται στη σύλληψη και συγγραφή του έργου.




Καλλικράτεια, Αύγουστος 2011

Παρασκευή 15 Ιουλίου 2011

Ο Χορός της Νίκης

ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

ΧΙΛΗ
ANTONIO SCARMETA
Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΕΛΕΑΝΑ ΤΣΟΚΑ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2008
σελ. 368

Δυο ποινικοί κρατούμενοι σε δυο διαφορετικές φυλακές της Χιλής αποφυλακίζονται την ίδια μέρα στα πλαίσια κάποιας γενικής αμνηστίας που έδωσε ο πρόεδρος της χώρας για την αποσυμφόρηση των φυλακών. Ο νεαρός και «όμορφος σαν αρχάγγελος» Άνχελ Σαντιάγο και ο, απόμαχος πια , μετρ στις διαρρήξεις Βεργάρα Γκρέι. Ο πρώτος, ένας κοινός αλογοκλέφτης, ονειρεύεται το «μεγάλο κόλπο» που θα τον οδηγήσει πέρα από τη μιζέρια και την ανέχεια. Το κόλπο που θα του επιτρέψει να γυρίσει επιτέλους στην ιδιαίτερη πατρίδα του ιππεύοντας ένα δικό του άλογο! Κι ο δεύτερος είναι αποφασισμένος να ζήσει πια στα πλαίσια του νόμου. Η μοναδική επιδίωξή του είναι να γυρίσει στη γυναίκα του και στο γιο του, τους οποίους λατρεύει, αλλά η γυναίκα του το μόνο που ζητάει απ’ αυτόν είναι η οικονομική του αφαίμαξη. Όμως μια σειρά από συγκυρίες συνδέει τις ζωές των δυο πρώην κατάδικων και την κοινή τους μοίρα σ’ ένα ατέρμονο γαϊτανάκι. Ανέστιοι και πένητες και οι δυο αγωνίζονται να επιβιώσουν μέσα από τις πιο αντίξοες συνθήκες που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Όταν μάλιστα η συγκυρία προσθέτει στη συντροφιά τους και τη δεκαεφτάχρονη Βικτόρια Πόντσε, τελειόφοιτη λυκείου και πολλά υποσχόμενη μαθήτρια σε σχολή χορού, η κατάσταση περιπλέκεται. Οι δυο απόφοιτοι των φυλακών παραμερίζοντας τα προσωπικά τους σχέδια αποφασίζουν να βοηθήσουν τη νεαρή χορεύτρια, η οποία δεν έχει στον ήλιο μοίρα, να πραγματοποιήσει το όνειρό της: να χορέψει στο δημοτικό θέατρο του Σαντιάγο! (Ο Χορός της Βικτόριας -Νίκης). Και αφού το κατορθώνουν (με τον πιο ανορθόδοξο τρόπο είναι αλήθεια), αποφασίζουν να εκτελέσουν «το μεγάλο κόλπο», καθώς η ζωή τους δεν τους επιφυλάσσει παρά συνεχή αδιέξοδα και απογοητεύσεις. Θα το κατορθώσουν άραγε; Ο υποψιασμένος αναγνώστης ψυχανεμίζεται μέσα από τους αποκαλυπτικούς διαλόγους του έργου, ότι η συναρπαστική πλοκή του κάθε άλλο παρά “Happy End” προοιωνίζεται…
Ο Antonio Scarmeta συνδυάζοντας τις τεχνικές του αισθηματικού και του αστυνομικού μυθιστορήματος παρασέρνει τον αναγνώστη σε ένα μονοπάτι γεμάτο τρυφερότητα και μεταπτώσεις –συχνά όμως προβλέψιμες- μέσα από μια άκρως οικεία για το ελληνικό κοινό ανατομία των κοινωνικών συνθηκών μιας χώρας, που ξέφυγε από τη σκιά μιας οδυνηρής δικτατορίας, χωρίς όμως να απαλλαγεί και από τις συνέπειές της…Συγκλονιστική η σκηνή-ανάμνηση με τους περαστικούς στον ποταμό Μαπότσο, οι οποίοι πριν από κάποια χρόνια «έσκυβαν πάνω από τις γέφυρες κι έδειχναν με το δάχτυλο τους πεθαμένους που επέπλεαν με το κρανίο και το στήθος διαλυμένα από τις σφαίρες των στρατιωτικών». Και αποκαλυπτική η διαπίστωση ότι οι πρωτεργάτες της χούντας του Πινοσέτ και οι αρχιβασανιστές εξακολουθούσαν να ζουν και να βασιλεύουν στα χρόνια της δημοκρατίας με το άλλοθι της «εθνικής συμφιλίωσης»! Ο αναγνώστης εντούτοις μέσα από τις σελίδες του έργου, απολαμβάνει γραφικές σκηνές και εικόνες της σύγχρονης πόλης του Σαντιάγο και παίρνει μέρος σε ένα γοητευτικό πέρασμα της θρυλικής οροσειράς των Άνδεων με τους κόνδορες και τα απόκρημνα μονοπάτια τους.
Ο Antonio Scarmeta (γεννημένος το 1940), είναι ο συγγραφέας του κλασικού μυθιστορήματος (που γυρίστηκε και κινηματογραφική ταινία) «Ο Ταχυδρόμος του Νερούδα» (Il Postino), αλλά και μιας σειράς μυθιστορημάτων και διηγημάτων που γνωρίζουν σήμερα παγκόσμια επιτυχία, μεταφρασμένα σε εικοσιπέντε γλώσσες. Αυτοεξόριστος στις ΗΠΑ και την Ευρώπη στα χρόνια της δικτατορίας του Πινοσέτ, γυρίζει στη Χιλή μετά το τέλος της (1987) και παίρνει ενεργό μέρος στα πολιτικά και πολιτιστικά δρώμενα της χώρας του. Στα χρόνια 2000-2003 χρημάτισε πρέσβης της Χιλής στη Γερμανία.






Καλλικράτεια , Ιούλιος 20011

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011

Το Άσεμνο Πουλί της Νύχτας


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

ΧΙΛΗ

JOSE DONOSO

ΤΟ ΑΣΕΜΝΟ ΠΟΥΛΙ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ

ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 1998

(σελ. 580)


Το «Άσεμνο πουλί της νύχτας» του χιλιανού μυθιστοριογράφου Χοσέ Δονόσο (1924-1996), είναι κατά γενική ομολογία ένα εμβληματικό έργο, ίσως το πιο σημαντικό της λατινοαμερικανικής πεζογραφίας. Μάλιστα ο μεγάλος ισπανός σκηνοθέτης Λουί Μπουνουέλ έχει αποφανθεί ότι πρόκειται για το σπουδαιότερο μυθιστόρημα του εικοστού αιώνα. Η γραφή του απασχόλησε τον συγγραφέα πάνω από οχτώ χρόνια και για να του δώσει την οριστική του μορφή, επεξεργάστηκε εξήντα διαφορετικές εκδοχές. Μάλιστα, μέσα απο τον τεράστιο όγκο αυτών των επεξεργασμένων σελίδων προέκυψε ένα δεύτερο μυθιστόρημα "Ο Τόπος δίχως σύνορα" (1965), τα δικαιώματα του οποίου διεκδίκησε ανεπιτυχώς ο Λουί Μπουνουέλ για το γυρίσει κινηματογραφική ταινία. Για την οριστική μορφή του έργου (1970), καθοριστικό ρόλο έπαιξε , καθώς φαίνεται, μια κρίση παράνοιας που πέρασε ο συγγραφέας σε νοσοκομείο των Η.Π.Α. όπου νοσηλεύτηκε μετά από εγχείριση έλκους στομάχου...
Είναι εξαιρετικά δύσκολο να μιλήσει κανείς για κάποιο συγκεκριμένο θέμα, για μια «υπόθεση», την οποία έχει στο νου του ο συγγραφέας στο συγκεκριμένο έργο. Κι αυτό γιατί η γραφή του δεν είναι τίποτε άλλο από ένα συνεχές παραλήρημα, μια αλληλοδιαδοχή εικόνων που αποκλειστικά μόνο το υποσυνείδητο παράγει, εικόνων που μόνο με τα όνειρα ή τα οράματα έχουν σχέση. Παρ΄ όλα αυτά η ανάγνωσή του γίνεται ελκυστική και άκρως γοητευτική χωρίς να συνειδητοποιεί κανείς το λόγο. Ίσως γιατί ο μυθιστορηματικός λόγος έχει κι αυτός τη δική του αισθητική σημαντική χωρίς να χρειάζεται κάποια πλοκή και σταθερούς ανθρώπινους χαρακτήρες, όπως έχουμε συνηθίσει…
Θα μπορούσαμε όμως να μιλήσουμε για κάποιους συγκεκριμένους θεματικούς πυρήνες, με βάση τους οποίους εξελίσσονται τα μυθιστορηματικά δρώμενα: καταρχήν για κάποιον, επινοημένο εν μέρει από τον Δανόσο, λαϊκό μύθο με ινδιάνικες ρίζες, ένα μύθο που μιλάει για κάποια τερατόμορφα κακά πνεύματα, τα "ιμπούντσε", που κατοικούν σε απρόσιτες σπηλιές και μεταμορφώνουν τους ανθρώπους σε τέρατα φράσσοντας επιμελώς όλα τα ανοίγματα του σώματός τους. Γύρω απ΄αυτόν τον πυρήνα χτίζεται το θέμα της Ινές, μοναχοκόρης ενός θρυλικού άρχοντα του δέκατου όγδου αιώνα, που βρέθηκε στην εξουσία αυτών των πνευμάτων κι ο πατέρας της την έκλεισε μοναστήρι, το οποίο έχτισε επιτούτου.



Αυτή η Μονή, που καθιερώθηκε στην Ενσάρκωση του Κυρίου και βρισκόταν στη φανταστική πόλη Τσίμπα, ουσιαστικά περιγράφεται σαν ένας χώρος χωρίς διαστάσεις, χωρίς συγκεκριμένη ταυτότητα, με λεπτομέρειες εξωπραγματικές που αυτοαναιρούνται κι αυτές αδιάκοπα. Την εποχή που εξελίσσονται τα γεγονότα, έχει εγκαταλειφθεί από τις μοναχές της, καθώς έχει κριθεί κατεδαφιστέα από την αρχιεπισκοπή και δεν αποτελείται παρά από ένα σωρό ερειπίων. Και η οσία Ινές, δεν αναγνωρίζεται από την παπική εκκλησία ως οσία, το λείψανό της άφαντο, η ζωή της ένας αξεδιάλυτος θρύλος. Στο χώρο εντούτοις επιμένουν να ζουν κάποιες εγκαταλειμμένες και άθλιες γριές, που συγκεντρώνουν σε πακέτα άχρηστα και ετερόκλητα αντικείμενα, τα οποία φυλάγουν ως κόρην οφθαλμού κάτω από τα κρεβάτια τους, και λίγα μικρά ορφανά και καθυστερημένα κορίτσια που περιφέρονται άσκοπα όλη μέρα στις έρημες γαλαρίες του μοναστηριού.
Το ίδιο εξωπραγματικό αποδεικνύεται και το θέμα της Ινκονάδα, μιας φανταστικής πολιτείας που θα ιδρύσει ο ευγενής δον Χερόνυμο δε Ασκοϊτία, τελευταίος απόγονος εκείνου του θρυλικού άρχοντα, με αποκλειστικό σκοπό να στεγάσει τον τερατογεννημένο γιο του, ένα γιο που δεν πρέπει με τίποτε να πληροφορηθεί ότι δεν είναι φυσιολογικός και γι αυτό το λόγο περιστοιχίζεται αποκλειστικά από υπηρέτες-τέρατα. Για τους κατοίκους της Ινκονάδα αποκρουστικός είναι μόνο κάθε αρτιμελής και φυσιολογικός επισκέπτης…Οι σκηνές αυτής της σουρεαλιστικής πόλης μας φέρνουν στο νου τον αποκρουστικό συρφετό των ζητιάνων της «Βιριδιάνας» του Μπουνουέλ, με τον οποίο φαίνεται ότι ο συγγραφέας είχε αναπτύξει μια εκλεκτική σχέση, όπως ήδη σημειώσαμε.
Αλλά και ο ακριβής χρόνος στον οποίο «διαδραματίζονται» τα γεγονότα παραμένει αόριστος, και αινιγματικός, καθώς ο συγγραφέας αποφεύγει επιμελώς να τα συνδέσει σταθερά με ιστορικές αναφορές -post quem (όπως συμβαίνει λχ με τη μάχη του Βερντέν ή τα μπλουζάκια με τη στάμπα του Τσε, που περιπλέκουν μάλλον , παρά διαφωτίζουν τα χρονικά όρια των γεγονότων.) Παρ’ όλα αυτά δεκάδες χαρακτήρες ζουν και κινούνται στους δυο παραπάνω χώρους. Οι περισσότεροι όμως παραμένουν χωρίς σταθερά περιγράμματα και οι πράξεις τους κινούνται στα όρια του παράλογου, όπως:
Η Ινές , η πανέμορφη γυναίκα του δον Χερόνυμο , που γρήγορα εγκαταλείπει τη συζυγική κλίνη μετά τη γέννηση του τερατόμορφου Μπόι. Βάζει σκοπό της ζωής της να αναγνωρίσει την οσιότητα της μακρινής συνώνυμης προγόνου της, κι όταν αποτυγχάνει κλείνεται στο μοναστήρι της Τσίμπα. Ο Ουμπέρτο Πενιαλόσα, γιος φτωχού επαρχιώτη δασκάλου που έχει ένα όνειρο: να γίνει επιτέλους «κάποιος». Αποτυχημένος συγγραφέας στην αρχή, γραμματέας του δον Χερόνυμο στη συνέχεια και ερωτευμένος πάντα με την Ινές, γρήγορα θα μεταλλαχθεί στον Μουδίτο, τον κωφάλαλο υπηρέτη της μονής ο οποίος συρρικνώνεται ασταμάτητα, έναν υπηρέτη παντεπόπτη, που σκοπό έχει να σφραγίζει ερμητικά όλα τα ανοίγματα του μοναστηριού προς τον έξω κόσμο και ο οποίος Μουδίτο στο τέλος θα καταλήξει στο Ιερό Παιδί που κάποτε θα οδηγήσει εν δόξη στους ουρανούς τις γριές του μοναστηριού, αλλά στο τέλος μετατρέπεται σε "ιμπούντσε" και γίνεται παρανάλωμα της φωτιάς που θ΄ ανάψει μια γρια για να ζεσταθεί. Αυτός είναι και ο αφηγητής των πιο σημαντικών σημείων του έργου. Και τέλος, η μικρή ορφανή Ίρις Ματελούντα, καλοσχηματισμένη και αφελής, που γρήγορα αξιοποιεί τα προσόντα με τα οποία την προίκισε η φύση και πέφτει στην «αγκαλίτσα» του γίγαντα με το κεφάλι από πεπιεσμένο χαρτί, στην πραγματικότητα όμως όλων των χαμινιών της γειτονιάς, που νοικιάζουν το κεφάλι του γίγαντα ο ένας από τον άλλο γι αυτόν ακριβώς το σκοπό… Γύρω απ’ αυτούς τους χαρακτήρες κινούνται δεκάδες άλλοι, δευτερεύοντες, που συμβάλλουν με τη δυναμική τους στη διαμόρφωση αυτής της εφιαλτικής εικόνας του έργου…
Η φαντασία του Χοσέ Δονόσο ξεπερνάει κάθε όριο και εκρήγνυται θεαματικά, όταν περιγράφει με γλαφυρότητα κάποιες σκηνές απείρου κάλλους, όπως εκείνη με τις γριές να λατρεύουν στο ρημαγμένο παρεκκλήσι της Μονής την ένθρονη Ματελούντα με τον Μουδίτο στην αγκαλιά της, ή εκείνη με τις ίδιες γριές να περισυλλέγουν μετά μανίας τα θραύσματα από τους θρυμματισμένους γύψινους αγίους του παρεκκλησιού προσπαθώντας μάταια να τα συγκολλήσουν. Ή τέλος τη σκηνή με το χορό των …μεταμφιεσμένων της τερατούπολης, των μεταμφιεσμένων βέβαια σε φυσιολογικούς ανθρώπους. Τι είναι τάχα το «φυσιολογικό» και τι το «αφύσικο», τι είναι το πραγματικό και τι το φανταστικό, ποιο το ωραίο και ποιο το άσχημο; Ποιος τα ορίζει και για ποιο σκοπό; Ο αναγνώστης στο τέλος αναγκάζεται να βαδίσει τις πιο επικίνδυνες ατραπούς της σκέψης και να προβληματιστεί σε θέματα που μόνο η φιλοσοφία (ή η μεταφυσική) απαντάει. Αν απαντάει κι αυτή…
Η μετάφραση του έργου από τα ισπανικά που φιλοτέχνησε με μεράκι η Αγγελική Αλεξοπούλου είναι ένας πραγματικός άθλος. Ο συντάκτης της παρούσας ανάρτησης συστήνει ανεπιφύλακτα το έργο σε κάθε απαιτητικό αναγνώστη.

Καλλικράτεια , Ιούλιος 2011