Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Προμηθεὺς πλάσας ποτὲ ἀνθρώπους δύο πήρας ἐξ αὐτῶν ἀπεκρέμασε, τὴν μὲν ἀλλοτρίων κακῶν, τὴν δὲ ἰδίων, καὶ τὴν μὲν τῶν ὀθνείων ἔμπροσθεν ἔταξε, τὴν δὲ ἑτέραν ὄπισθεν ἀπήρτησεν. Ἐξ οὗ δὴ συνέβη τοὺς ἀνθρώπους τὰ μὲν ἀλλότρια κακὰ ἐξ ἀπόπτου κατοπτάζεσθαι, τὰ δὲ ἴδια μὴ προορᾶσθαι

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ουρουγουάη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ουρουγουάη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

Το κόκκινο στο φτερό του παπαγάλου


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ
DANIEL CHAVARRIA
ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΣΤΟ ΦΤΕΡΟ ΤΟΥ ΠΑΠΑΓΑΛΟΥ
Μετάφραση: Κρίτων Ηλιόπουλος
ΕΚΔΟΣΕΙΣ opera
ΑΘΗΝΑ 2002
Σελ. 412


Ο Ντανιέλ Τσαβαρία (Daniel Chavaria), γεννημένος στην Ουρουγουάη το 1933, έζησε μια απίστευτα περιπετειώδη ζωή σε διάφορες χώρες της Λατινικής Αμερικής οι οποίες χειμάζονταν από στρατιωτικές δικτατορίες ως το 1969, οπότε διέφυγε με …αεροπειρατεία στην Αβάνα, όπου ζει και διδάσκει μέχρι σήμερα αρχαία ελληνικά, λατινικά και κλασσική φιλολογία. Το «Κόκκινο στο Φτερό του Παπαγάλου» γραμμένο το 2002, είναι το έκτο βιβλίο του μου έχει μεταφραστεί στα ελληνικά.
Το «Κόκκινο στο Φτερό του Παπαγάλου» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «πολιτικό θρίλερ». Ο συγγραφέας του αποδεικνύεται άριστος χειριστής αυτού του λογοτεχνικού  είδους. Ρεαλιστικοί χαρακτήρες, τεκμηριωμένες ιστορικές αναφορές και  αφήγηση που σου κόβει την ανάσα…
Τρεις είναι οι βασικοί χαρακτήρες γύρω από τους οποίους ξετυλίγεται η όλη πλοκή του έργου:
Ο Ορλάντο Ορτίς Ορτέγα  (συνοπτικά Τρεσό, από τα αρχικά του ονόματός του): αδίστακτος και στυγνός βασανιστής με …ανώτερες σπουδές σε αντίστοιχα εκπαιδευτικά κέντρα των Η.Π.Α. που έδρασε στη διάρκεια των δικτατορικών καθεστώτων της δεκαετίας του 70, τόσο της Ουρουγουάης, όσο και της Αργεντινής. Μετά την πτώση των δικτατορικών αυτών καθεστώτων , κατέφυγε στην Αβάνα  ψεύτικο όνομα (Ορλάντο Ρίος) και συνέχισε να ζει πριγκιπικά με τους ποταμούς των δολαρίων που λάβαινε τακτικά από τους διαχειριστές της αμύθητης περιουσίας του…
Ο Άλντο Μπιάνκι, αργεντινός υπήκοος, που είχε την ατυχία,  ένα βράδυ του 1976,  καθώς περπατούσε σε δρόμο του Μπουένος Άιρες  με το κορίτσι του να συναντήσει τον Τρεσό τυχαία, τη στιγμή που έβγαινε από το σινεμά . Η σκηνή που ακολουθεί είναι κάτι παραπάνω από σκληρή: είναι απάνθρωπη, είναι σοκαριστική (Ζητώ συγνώμη από τους φίλους και τις φίλες που την παραθέτω αυτολεξεί. Παρόλο που απέχει πολύ από αντίστοιχες σκηνές που της τρέχουσας επικαιρότητας που διαβάσαμε στον τύπο… Και τις παρακάμψαμε ως αναξιόπιστες, καθώς προέρχονταν από αναρχικούς.) :

«Τα πισινά της κοπέλας τον ερέθισαν και δεν τον ένοιαξε που η κοπέλα συνοδευόταν. Και τότε του ήρθε το ευφυέστατο κομπλιμέντο:
-Με τέτοιο κωλαράκι θα πέρναγα τη μέρα χέζοντας!». Ακούγοντας εκείνη την πρόστυχη βλακεία ο συνοδός της αντέδρασε με λυσσασμένη ταχύτητα και του σβούριξε μια κλοτσιά στα αχαμνά. Ο Ορλάντο δεν το περίμενε και ο πόνος τον ανάγκασε να διπλωθεί στα δυο. Μα συνήλθε γρήγορα. Έβαλε μπρος τα καρατίστικα κόλπα του και τσάκισε το παιδί. Με τη βοήθεια ενός περαστικού αστυνομικού τους συνέλαβε και τους οδήγησε στη Σχολή Μηχανικού, με την πρόφαση ότι ήταν καταζητούμενοι «Μοντονέρος» («Τρομοκράτες» , αντάρτες της δεκαετίας του ‘70 στην Αργεντινή). Την κοπέλα τη βίασαν ομαδικά. Λιπόθυμη σχεδόν την υπέβαλαν σ’ ένα βασανιστήριο σχεδιασμένο στις ΗΠΑ, που ήταν ακόμη σε πειραματικό στάδιο. Ήταν μια συσκευή που αναρροφούσε το παχύ έντερο από τον πρωκτό και το έβγαζε έξω, μια πιθαμή περίπου. Μετά έβαλαν ποντίκια στο έντερο και στον κόλπο της κοπέλας με τη βοήθεια ενός σωλήνα. Εκείνον τον ανάγκασαν να κοιτάζει. Για να τους σταματήσει ο νεαρός τους πρόσφερε χρήματα, ικέτεψε, έκλαψε, ξέρασε, ούρλιαξε. Έχασε τις αισθήσεις του και λιποθύμησε πολλές φορές.»
Η κοπέλα φυσικά ξεψύχησε και ο Άλντο , αφού πλήρωσε μια ολόκληρη περιουσία, αφέθηκε ελεύθερος και κατέφυγε στην Ιταλία , όπου ζούσε ασκώντας το επάγγελμα του αρχιτέκτονα μηχανικού.
Η Μπίνι , αποτελεί τον τρίτο χαρακτήρα. Μια νεαρή αφελής πόρνη πολυτελείας από την Αβάνα είναι, μια «χινετέρα», που παίζει το  ρόλο του συνδετικού κρίκου ανάμεσα στους δυο άντρες , που συναντιούνται τυχαία μετά από εικοσιπέντε χρόνια στην πρωτεύουσα της Κούβας. Ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να πλέξει το εγκώμιο αυτής της βαθιά ανθρώπινης ύπαρξης, να την περιβάλει με το λαμπρό φωτοστέφανο του μάρτυρα
Και το μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος αναλώνεται στο ανελέητο κυνήγι ενός εγκληματία, που ξέρει να καμουφλάρεται και να γίνεται αρεστός, μέχρι και αντικείμενο θαυμασμού από τους γύρω του. Και στην αποφασιστικότητα του θύματος να αποδώσει επιτέλους δικαιοσύνη.
Ο συγγραφέας, ακολουθώντας τη μέθοδο της παράλληλης αφήγησης, όταν η αγωνία βρίσκεται στο κατακόρυφό της, αλλά και του ετεροχρονισμού της αφήγησης, με αποτέλεσμα κάποια κρίσιμα γεγονότα να φωτίζονται αφού έχουν συμβεί, δημιουργεί το κατάλληλο κλίμα για τη διατήρηση αδιάπτωτου του ενδιαφέροντος του αναγνώστη. Παρόλο που από την αρχή είναι βέβαιος ότι η ύβρις θα προκαλέσει αργά ή γρήγορα την «τίσιν»,.και ότι τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας μπορεί να μακροημερεύουν καμιά φορά, αλλά πάντα τιμωρούνται…


Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012

Τα χειρότερα Παραμύθια των Αδελφών Γκριμ




ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΧΙΛΗ / ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ
LUIS SEPULVEDA /
MARIO DELGADO /APARAIN
ΤΑ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ ΓΚΡΙΜ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ-ΤΖΙΝΑ ΣΕΡΕΤΗ
Opera 2006
σελ. 232

Οι δυο παγιαδόρ (πλανόδιοι τροβαδούροι) Κάιν και Άβελ Γκριμ περιπλανούνται χρόνια στη Νότια Αμερική, από τους πάγους της Παταγονίας ως τις άγονες στέπες της Ουρουγουάης συνθέτοντας και εκτελώντας με τα «τσαράνγκο» τους , τα ιδιότυπα λαϊκά τους όργανα, τις «παγιάδες» τους (λαϊκότροπα στιχουργήματα) μπροστά σους σκληρούς και βάρβαρους «γκάουτσο» που τους ανταμείβουν εκσφενδονίζοντας εναντίον τους ότι βρουν μπροστά τους.
Το κοπιώδες  και σκοτεινό αυτό οδοιπορικό βάλθηκαν να παρακολουθήσουν  δυο ιδιόρρυθμοι ερευνητές καθηγητές , ζηλωτές του Σέρλοκ Χολμ,  σε δεκαέξι επιστολές που ανταλλάσσουν μεταξύ τους με γαλατική αβρότητα : ο Χιλιανός Σεγισμούντο Ραμίρο φον Κλατς και ο Όρσον Κ. Καστελάνος από την Ουρουγουάη. Παρακολουθούμε την πορεία των επιστολών από το Μοσκίτος της Ουρουγουάης ως το Τορτίτας του Στενού του Μαγγελάνου και τ’ ανάπαλιν με όσα ευτράπελα τη συνοδεύουν: τον αφοσιωμένο μέχρι απελπισίας ταχυδρόμο των χιλιανών ταχυδρομείων Μιγκέλ Στρογκόφ που μεταφέρει την επιστολή του πρώτου κολυμπώντας στα παγωμένα νερά του κόλπου της Πένας με τον ταχυδρομικό σάκο στα δόντια του κα;ι με ένα ξύλινο πόδι  σε στυλ Λουδοβίκου ΙΣΤ’ και τη …νηκτική του απόληξη, ως το σκουπιδότοπο του Μοσκίτος της Ουρουγουάης , όπου ο συνεπής ρακοσυλλέκτης Ροσεβέλ Αλδάο την περιμαζεύει κάθε φορά, καθότι το φασιστόμουτρο  Συνεργατικός Χοντρός των  ταχυδρομείων της χώρας την πετάει στα σκουπίδια μόλις φτάνει, για να προστατέψει τη χώρα του από το μόλυσμα του μαρξισμού …
Οι δυο αριστοτέχνες του λόγου συγγραφείς συναγωνίζονται αλλήλους στα τερατολογήματα που ξεπερνούν τα όρια και της πιο αρρωστημένης φαντασίας. Και βέβαια δεν χάνουν την ευκαιρία να σατιρίσουν και να σαρκάσουν τα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα των χωρών τους, και της Αμερικής γενικότερα. Έτσι παρακολουθούμε έκπληκτοι το σκύλο του ρακοσυλλέκτη να δαγκάνει με μανία τον «Συνεργατικό χοντρό» και να … ψοφάει εν ακαρεί, καθότι
 «το άμοιρο ζώο αγνοούσε –και πώς να το γνωρίζει άλλωστε- ότι στην πραγματικότητα, αυτό το χιτλερικό γουρούνι δεν διαθέτει εγκεφαλική μάζα, αλλά μια περίεργη κυτταρική δομή θανάσιμη για τα οικόσιτα θηλαστικά».(σελ. 121)
 Μαθαίνουμε ακόμη προς το τέλος του αφηγήματος ότι οι δυο «ταχυδρόμοι», ο ανιδιοτελής Μιγκέλ Στρογκόφ και ο ρυπαρός Ροσεβέλ Αλδάο συνεταιρίζονται και δημιουργούν μια ιδιωτική ταχυδρομική εταιρεία «ελεγχόμενη κατά 90% από τον …Ντικ Τσένι με αντικείμενο τη διεκπεραίωση της αλληλογραφίας ανάμεσα στους φυλακισμένους του Γκουαντάναμο και του Αφγανούς οικείους τους. Και επειδή κανένα γράμμα δεν πάει εκεί και κανένα δε φεύγει από εκεί, μολαταύτα οι τολμηροί ερασιτέχνες συνέταιροι εισπράττουν πάντα το 10% που τους αναλογεί, εξασφαλίζοντας έτσι μια άνετη και ξέγνοιαστη ζωή»!(σελ. 190)

Το βιβλίο το συνοδεύει στο τέλος ένα ιδιότυπο «Γλωσσάριο», γραμμένο με το ίδιο κέφι, που βοηθάει αρκούντως τον αμύητο περί τα πολιτιστικά της Νότιας Αμερικής αναγνώστη να πλοηγηθεί στα τερατώδη δρώμενα του έργου , αλλά και από εκτενείς σημειώσεις των μεταφραστών, οι οποίοι ομολογουμένως  εκτελούν έναν πραγματικό  μεταφραστικό άθλο, άξιο για βραβείο μετάφρασης από τα ισπανικά…

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

Η Τυφλή Ακτή


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ
CARLOS MARIA DOMINGES
Η ΤΥΦΛΗ ΑΚΤΗ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΛΕΝΑ ΦΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΥ
ΠΑΤΑΚΗΣ 2009
σελ. 238

Ένας πολυεπίπεδος μύθος, επεξεργασμένος με περίσσια γλαφυρότητα και δεξιοτεχνία που διατηρεί αδιάπτωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη ως το τέλος. Φτάνει να μη χάνει το νήμα της διήγησης που καλύπτει σχεδόν ολόκληρο τον εικοστό αιώνα. Και προχωρεί με αλλεπάλληλες οπισθοδρομήσεις και παρένθετα επεισόδια.. Οι χαρακτήρες ζουν και κινούνται στις γειτονικές χώρες Ουρουγουάη και Αργεντινή και συμμετέχουν ενεργά στα πολιτικά δρώμενα των χωρών αυτών, τα οποία όμως αναδύονται διακριτικά μέσα απόν αφήγηση και δεν αποτελούν τον κεντρικό καμβά του έργου.
Ένα ζευγάρι άκληρων μεταναστών από την Αγγλία υιοθετεί δυο κοριτσάκια, το ένα από τα οποία διατηρεί ακόμη ζωντανές τις μνήμες των φυσικών γονιών του. Εγκαταλείπει όμως την Αργεντινή και κλείνεται σε ένα απομακρυσμένο σπίτι σε μια έρημη ακτή της Ουρουγουάης. Τι τάχα να κρύβεται πίσω απ’ αυτή του την απόφαση;
Ένας κηπουρός του οποίου σχεδόν μοναδική απασχόληση αποτελεί η φροντίδα του φράχτη από λιγούστρα που περικλείει το σπίτι. Και η περισυλλογή των σκοτωμένων πουλιών που βρίσκονται κάθε πρωί ανάμεσα στα πεσμένα φύλλα του κήπου.
Μια γυναίκα γεμάτη ελπίδες, ενέργεια και πάθος που ονειρεύεται να αλλάξει τον κόσμο κινούμενη ανάμεσα στις δυο γειτονικές χώρες και σε δυο δικτατορίες. Μια γυναίκα, η οποία στο τέλος  «αναλαμβάνεται» θαρρείς από την ιστορία . Χάνεται χωρίς κανείς να ξέρει πού και πώς…
Και η μικρή «Καμπότζη» με τη μίνι φούστα και το δερμάτινο μπουφάν, η οποία μην αντέχοντας το βάρος του ονόματός της , που είναι το ίδιο με το όνομα της ηρωίδας θείας της, αποφασίζει να το αλλάξει με τον πιο πρωτότυπο τρόπο…
Τα δυο τελευταία πρόσωπα θα συναντηθούν στην «τυφλή ακτή» της Ουρουγουάης κάτω από εξαιρετικά παράδοξες συνθήκες και θα εξομολογηθούν το ένα στο άλλο το παρελθόν τους που τους στιγμάτισε. Και ο αναγνώστης να διαισθάνεται περισσότερο, παρά να διαπιστώνει τα κοινά στοιχεία δυο τόσο διαφορετικών διηγήσεων, που θα έλεγες ότι οδηγούν σε ηθελημένες «αλλαγές ταυτοτήτων», καθώς, όπως είναι φυσικό, ο καθένας περιγράφει και αξιολογεί τα πρόσωπα και τις καταστάσεις μέσα από το δικό του πρίσμα. Και μέσα από αυτή τη διήγηση να αναδύονται  σκηνές φρίκης τις οποίες έζησαν οι κάτοικοι των δυο γειτονικών χωρών:
«Τότε εμφανίζονταν πτώματα στα νησιά, τυλιγμένα σε μαύρες κουβέρτες δεμένες με δυο γύρες σύρμα. Κάμποσοι είχαν ακούσει τα ελικόπτερα τη νύχτα., στο Ναράνχο ή στο Σάουσε, σαν τεράστια πουλιά που υπνοβατούσαν, κι άλλοι τα είχαν δει στο φως της μέρας. Έλεγαν πως ο τρελο-Αντρέου έψαχνε τους μπόγους για να βρει χρυσές θήκες δοντιών, πως οι περισσότερες οδοντοστοιχίες ανήκαν σε νέους, αλλά εκείνος είχε ένα πάνινο σακούλι , απ’ όπου έβγαζε τα χρυσά πετραδάκια του και τα έπαιζε στα δάχτυλα…» (σελ. 135)

Η «Τυφλή Ακτή» μας βεβαιώνει για μια ακόμη φορά ότι το ισπανόφωνο μυθιστόρημα της Νότιας Αμερικής όχι μόνο δεν έχει εξαντλήσει τα θέματα και τις φόρμες του, αλά ότι έχει πολλά ακόμη να μας δώσει…

Τρίτη 6 Απριλίου 2010

Ουίσκι


ΛΑΤΙΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ


ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ


WHISKY (2004)


95 λ.


Ένα ακόμη αριστούργημα της κινηματογραφικής τέχνης των τελευταίων χρόνων (2004), κατάφορτο από διεθνή βραβεία (πάνω από είκοσι!), μας έρχεται από τη Λατινική Αμερική (Ουρουγουάη) και επιβεβαιώνει με τον πιο πειστικό τρόπο ότι ο κινηματογράφος , εδώ και χρόνια «δεν μένει πια στο Χόλιγουντ», ούτε έχει σχέση με τα πολυδιαφημιζόμενα Όσκαρ. Πρόκειται για το «Ουίσκι» του σκηνοθετικού δίδυμου Juan Pablo Rebella και Pablo Stoll, οι οποίοι είχαν εντυπωσιάσει τη διεθνή κριτική με την προηγούμενη δουλειά τους (“25 Watts” 2001). Με την τελευταία αυτή ταινία οι δυο ταλαντούχοι σκηνοθέτες ακτινογραφούν με πιστότητα τη συρρίκνωση της μικρής βιοτεχνίας όχι βέβαια μόνο στη χώρα τους, και αναδεικνύουν τα προσωπικά δράματα που προκύπτουν εξαιτίας της.


O βιοτέχνης Χάκομπο διατηρεί ένα «εργοστάσιο» κατασκευής καλτσών σε κάποια επαρχιακή πόλη της χώρας. Απασχολεί τρεις όλες κι όλες εργάτριες σ’ ένα μίζερο εργοστασιακό χώρο, όπου καθημερινά επαναλαμβάνεται το ίδιο σκηνικό: φτάνει έξω από την πόρτα, βρίσκει πάντα εκεί να τον περιμένει η ευνοούμενή του εργάτρια Μάρθα, ανεβάζει τα βρόμικα ρολά, μπαίνει μέσα, ανάβει τα φώτα και ανεβάζει το διακόπτη των μηχανών. Σε λίγο καταφτάνουν και οι δυο άλλες νεαρές εργάτριες και πέφτουν με τα μούτρα στην παραγωγή. Η επανάληψη, η ρουτίνα, η μιζέρια κυριαρχούν ολόκληρη τη μέρα.. Πότε-πότε, αν δοθεί η άδεια, ένα ραδιόφωνο συνοδεύει με τη μουσική του το θόρυβο των μηχανών…


Κάποια στιγμή όμως επέρχεται η ανατροπή: ο Χάκομπο παίρνει ένα τηλεγράφημα από τον αδελφό του τον Χέρμαν που ζούσε χρόνια στη Βραζιλία, όπου ο «άσωτος αδελφός» τον πληροφορεί ότι σκοπεύει να έρθει για το μνημόσυνο της μάνας τους που έχει πεθάνει πρόσφατα. Κι ο φουκαράς βιοτέχνης πανικοβάλλεται. Ο αδελφός του είναι ένας πετυχημένος και ανέμελος τύπος. Συλλαμβάνει λοιπόν το μεγαλοφυές σχέδιο να παραστήσει κι αυτός τον ευτυχισμένο οικογενειάρχη και προτείνει στη Μάρθα να παίξει το ρόλο της συζύγου του για όσο διάστημα θα βρίσκεται μαζί του ο Χέρμαν…. Το άθλιο διαμέρισμα όπου μένει ανακαινίζεται εκ θεμελίων, αγοράζονται βέρες για το ζεύγος, βγαίνουν αναμνηστικές γαμήλιες φωτογραφίες («Χαμογελάστε, παρακαλώ, πείτε «Ουίσκι», θα πει ο φωτογράφος!). Και το ζευγάρι θα χαμογελάσει το πρώτο και ίσως το τελευταίο χαμόγελο της ζωής του…


Με τον ερχομό του αδελφού ακολουθούν σκηνές απείρου κάλλους. Τραγικές και κωμικές συνάμα. Πώς το «ζευγάρι» θα κοιμηθεί στο ίδιο κρεβάτι; Και το αδιέξοδο κορυφώνεται όταν θα υποχρεωθεί να ακολουθήσει τον Χέρμαν για κάποιες ολιγοήμερες διακοπές σ’ ένα παραθαλάσσιο θέρετρο της χώρας… Έτσι ο Χάκομπο και η Μάρθα εκόντες-άκοντες γνωρίζουν έναν άλλον κόσμο, ζουν μια άλλη ζωή που ούτε στα όνειρά τους θα μπορούσαν να τη ζήσουν…Και το ερώτημα: πώς θα ξαναγυρίσουν στην παλιά τους μιζέρια μετά από την αναχώρηση του αδελφού; Θα αλλάξει κάτι ή θα παραμείνουν όλα τα ίδια όπως πριν; Οι σκηνοθέτες αποδεικνύονται και εδώ ευρηματικότατοι ...


Η σκηνοθεσία είναι στο έπακρο μινιμαλιστική. Ο διάλογος χρησιμοποιείται με χαρακτηριστική φειδώ, οι μεγάλες σιωπές και τα κοντινά εύγλωττα πλάνα κυριαρχούν στο πρώτο μέρος της ταινίας (εργοστάσιο) σε αντίθεση με την πανδαισία των χρωμάτων και την κίνηση που διακρίνουν τη διαμονή των ηρώων στο πολυτελές ξενοδοχείο των διακοπών τους. Πίσω εντούτοις από την προσποιητή ανεμελιά τους ο προσεχτικός θεατής ξεχωρίζει ένα επιμελώς κρυμμένο προσωπείο θλίψης και βαθιάς εγκαρτέρησης.


Ο ένας από τους σκηνοθέτες (ο Juan Rebella) θα αυτοκτονήσει στο Μοντεβιδέο δυο χρόνια μετά το γύρισμα της ταινίας (2006) σε ηλικία 32 χρονών. Η ταινία θα τιμηθεί με το Βραβείο της Διεθνούς Κριτικής στις Κάνες το 2004, με το βραβείο για το καλύτερο σενάριο και τη Γυναικεία Ερμηνεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης καθώς και μ' εκείνο της Καλύτερης Ταινίας στο Φεστιβάλ του Τόκιο.