Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Προμηθεὺς πλάσας ποτὲ ἀνθρώπους δύο πήρας ἐξ αὐτῶν ἀπεκρέμασε, τὴν μὲν ἀλλοτρίων κακῶν, τὴν δὲ ἰδίων, καὶ τὴν μὲν τῶν ὀθνείων ἔμπροσθεν ἔταξε, τὴν δὲ ἑτέραν ὄπισθεν ἀπήρτησεν. Ἐξ οὗ δὴ συνέβη τοὺς ἀνθρώπους τὰ μὲν ἀλλότρια κακὰ ἐξ ἀπόπτου κατοπτάζεσθαι, τὰ δὲ ἴδια μὴ προορᾶσθαι

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βαλκανικο Μυθιστόρημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βαλκανικο Μυθιστόρημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 6 Ιουλίου 2012

Πλιάτσικο


ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ
ΓΚΕΟΡΓΚΙ  ΓΚΡΟΣΝΤΕΒ
ΠΛΙΑΤΣΙΚΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΑΡΤΟΜΑΤΣΙΔΗΣ
ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ 2008
σελ. 112

Το έργο κάλλιστα θα μπορούσε να έχει τον τίτλο «Λεηλασία» ή «Ο νόμος της Ζούγκλας». Καθώς ο αναγνώστης σε μια πρώτη ανάγνωση μένει με την εντύπωση ότι κεντρικός πυρήνας του είναι ένας μέχρι εσχάτων αγώνας ανθρώπων και ζώων μέσα στην άγρια φύση, μια φύση που μας φέρνει στο νου θέματα αγαπημένα από το παρελθόν, όπως ο Μόγλης του Κίπλινγκ.
Μια κουστωδία ετερόκλητων ανθρώπων συν-υπάρχουν αλλά και αλληλο-συγκρούονται σε κάποιο ορεινό καταφύγιο θηραμάτων, μακριά από τον πολιτισμό, έξω από τα καθημερινά αλλά και τα ιστορικά τεκταινόμενα της χώρας και της εποχής. Ο Χάντερ, ο πατέρας που αναζητά απεγνωσμένα τη χαμένη του κόρη, που εγκατέλειψε χωρίς λόγο την οικογενειακή της εστία. Η αμερικανίδα δημοσιογράφος Μαίρη και ο Χανς,  ένας τραπεζίτης από το Μόναχο, που επιζητούν την αποτοξίνωση από τις παθογένειες του σύγχρονου πολιτισμού. Δυο μοναχικοί γέροι, ο Ένιο και ο Μιχαήλ, που επιμένουν να κατοικούν σε ένα εγκαταλειμμένο χωριό, αλλά και η ψυχίατρος Λίνα, που έχει βάλει στόχο  να αποασυλοποιήσει τέσσερις ασθενείς της , τον Μωμόγερο, τον στρατηγό, την Αναστενάρισσα και τη Σιωπηλή. Και κοντά σ’ αυτούς ο Κέμπο, ο λαθροκυνηγός και ο Δράκος, ο διακινητής και έμπορος νεαρών κοριτσιών, που δεν ορρωδούν μπροστά σε τίποτε… Και τριγύρω τους τα προαιώνια θηράματα: οι αρκούδες, οι αγριόχοιροι, τα ελάφια, τα ζαρκάδια, οι λύκοι, οι αγριόχηνες που δίνουν ένα απελπισμένο αγώνα ζωής και θανάτου γύρω από τις πηγές και τις λίμνες. Μια χωρίς όρια λεηλασία της φύσης, ένα πλιάτσικο της άγριας πανίδας που σε μακρινούς καιρούς υπήρξε το τρυφερό λίκνο του ανθρώπου…
Πολύ σύντομα όμως, ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι ο συγγραφέας προχωρεί παράλληλα και σε μια διακριτική μεν (με αλλεπάλληλες όμως νύξεις), αλλά καίρια  ανατομία της μετασοσιαλιστικής Βουλγαρίας, σε μια εποχή που οι αναμνήσεις του παλιού που έφυγε ανεπιστρεπτί και η αγριότητα του καινούργιου που επελαύνει ακάθεκτο αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλο-λεηλατούνται.

 «Πριν βρεθεί στο ψυχιατρείο ο Μωμόγερος ήταν διευθυντής. Στο εργοστάσιό του οι περισσότεροι εργάτες ήταν φυλακισμένοι. Όλα αυτά ανεπίσημα. Ξεχωριστά δούλευαν οι ποινικοί, ξεχωριστά οι πολιτικοί. Διοικούσε απλά: «Όποιος δεν πειθαρχεί δεν θα τρώει!»

«Πιστεύω στο αμερικανικό όνειρο! δηλώνει ο Δράκος σε μια τηλεοπτική του συνέντευξη. Αν επιθυμείς κάτι, άρπαξέ το! Κανείς δεν θα σου το προσφέρει…»

«Γιατί οι άνθρωποι είναι σημαδεμένοι από το πεπρωμένο τους; Θα γκρεμιστεί μήπως ο κόσμος, αν χαθεί η βία και ο εξαναγκασμός;  Θα σταματήσει να γυρνάει ο πλανήτης; Πού είναι το τρίτο μας μάτι; Γιατί το έχουμε χάσει; Για ποιες αμαρτίες μάς το έχουν στερήσει; Πώς ήμασταν όταν το είχαμε; Μπορούσε ο καθένας να κοιτάξει ολόισια στην ψυχή του άλλου; Και ήταν όμως αυτό για καλό;» Αναρωτιέται η Νία, η Αναστενάρισσα που κατέχει τη μυστική δύναμη προβλέπει τα μέλλοντα.

Ο Γκεόργκι Γκρόσντεβ, γεννημένος το 1957, έχει σπουδάσει δημοσιογραφία και διευθύνει τον εκδοτικό οίκο Balkani στη Σόφια. Διευθύνει επίσης ένα λογοτεχνικό περιοδικό και έχει γράψει ένα πλήθος από πεζά κείμενα που έχουν μεταφραστεί σε πολλές βαλκανικές γλώσσες. Το «Πλιάτσικο έχει ήδη μεταφραστεί στα αγγλικά, τα σλαβομακεδόνικα και τα σερβικά.
Ο Χρήστος Χαρτοματσίδης  γεννήθηκε το 1954 στη Σόφια, από γονείς πολιτικούς πρόσφυγες, σπούδασε ιατρική και σήμερα είναι διευθυντής του Μικροβιολογικού Τμήματος της Κομοτινής. Γράφει ποίηση και μεταφράζει συστηματικά Βουλγάρους συγγραφείς.

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

Ανατομία των Ψευδαισθήσεων


ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ
LUDMILA FILIPOVA
ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΩΝ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΩΝ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΠΑΝΟΣ ΣΠΑΘΟΓΙΑΝΝΗΣ
ΨΥΧΟΓΙΟΣ 2012
σελ. 480

Η συγγραφέας, εγγονή του τελευταίου πρωθυπουργού της Βουλγαρίας του «υπαρκτού σοσιαλισμού» Γκρίσα Φιλίποφ (1981-1986), γεννήθηκε το 1977. Η «Ανατομία των Ψευδαισθήσεων» υπήρξε το πρώτο της μυθιστόρημα (Σόφια 2011) και γνώρισε μεγάλη εκδοτική επιτυχία στη χώρα της. Μάλιστα μια τουρκική εταιρία έχει αγοράσει τα δικαιώματα, για να το μεταφέρει και στη μικρή οθόνη.
Στο έργο της η νεαρή και φέρελπις συγγραφέας καταπιάνεται με ένα μεγαλεπήβολο στόχο: να παρουσιάσει την εικόνα της χώρας της αμέσως μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος, όταν το παλιό ακόμη αντιστεκόταν και το καινούργιο πάλευε να εδραιωθεί. Η ίδια, καθώς διευκρινίζει στην αρχή του βιβλίου της,  χρησιμοποίησε απόρρητα έγγραφα από τα αρχεία του παππού της, από τον οποίο, όπως είναι φυσικό, είναι συναισθηματικά εξαρτημένη.
Γίνεται αμέσως φανερό ότι το θέμα της έχει αυτοβιογραφικό χαρακτήρα: η κύρια ηρωίδα της,  η Άννα, είναι η πριγκίπισσα με τις κόκκινες μπούκλες που μεγαλώνει μέσα στη χλιδή της βουλγαρικής νομενκλατούρας, καθώς είναι η εγγονή του πρωθυπουργού. Με νταντάδες, δασκάλες και υπηρέτες, κλεισμένη στις πολυτελείς επαύλεις του Εφξίνογκραντ, ούτε που υποψιάζεται τα τεκταινόμενα στον έξω κόσμο,
Ενώ ο Μπόρις, γόνος ενός κατώτερου στελέχους της κρατικής ασφάλειας και μάλιστα τουρκικής καταγωγής , ούτε να ονειρευτεί μπορεί την Άννα, που την πρωτοαντικρίζει μια μέρα πίσω απόν ψηλό φράχτη που τη χώριζε από τους κοινούς θνητούς και μένει έκθαμβος.
Έχει όμως ο καιρός γυρίσματα… Κάποια υψηλά ιστάμενα στελέχη του καθεστώτος απεργάζονται αργά και συστηματικά την πτώση του. Φυγαδεύουν στο εξωτερικό χρήματα του κράτους, ιδρύουν εταιρίες, συνιστούν ομίλους  και καταφέρνουν να προσεταιριστούν και τον νεαρό Μπόρις, ο οποίος γρήγορα γίνεται το δεξί τους χέρι… Και η αλλαγή επέρχεται σαν κεραυνός και φέρνει τα πάνω κάτω. Η Άννα με τους δικούς της βρίσκονται από τη μια στιγμή στην άλλη κυριολεκτικά στο δρόμο. Και η ηρωίδα μας με προσωπικό μόχθο τώρα και αγώνα καταφέρνει να σπουδάσει δημοσιογραφία και να γίνει στέλεχος ενός σπουδαίου βουλγαρικού περιοδικού
Ενώ ο Μπορίς, που δεν ορρωδεί μπροστά σε τίποτα, που καταπνίγει μέσα του κάθε αίσθημα, βρίσκεται σύντομα στην κορυφή μιας οικονομικής πυραμίδας που ελέγχει κυβέρνηση και πολιτικά στελέχη.
 Ώσπου η μοίρα φέρνει τους δυο ήρωες μετά από χρόνια τον ένα δίπλα στον άλλο. Την ανερχόμενη δημοσιογράφο που διψάει για αναγνώριση και ονειρεύεται να γράψει το άρθρο της ζωής της ξεσκεπάζοντας τις εγκληματικές δραστηριότητες του Μπορίς, κι εκείνον, μοναχικό και απρόσιτο, να επιχειρεί μάταια να πνίξει εκείνο το εξαίσιο όραμα της Άννας των παιδικών του χρόνων. Τι θα συμβεί άραγε;
«Η Ανατομία των Ψευδαισθήσεων» εντυπωσιάζει ως πρωτόγονο χρονικό μιας κοινωνίας που μεταλλάσσεται, που δεν έχει ακόμη βρει το δρόμο της. Η συγγραφέας, πιστή στο δόγμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, με το οποίο εξάλλου γαλουχήθηκε, αγνοεί κάθε στοιχείο νεωτερικής γραφής. Ξετυλίγει το μύθο της ευθύγραμμα, καθόλου ελλειπτικά, μονοεπίπεδα, λες και η τέχνη του μυθιστορήματος σταμάτησε στη γέννησή της. Οι «Ψευδαισθήσεις»  έτσι καταλήγουν να είναι ένα κοινό ρομάντζο, ένα θρίλερ,  ή και τα δυο καλύτερα, κατάλληλο για αναγνώστες κάθε επιπέδου. Και οι ανατροπές, όπου υπάρχουν, καθώς και τα «μότα» στην αρχή κάθε κεφαλαίου,  εξυπηρετούν περισσότερο έναν αμφιλεγόμενο διδακτισμό, παρά την τελείωση της φόρμας. Ή ίδια εξάλλου δεν κρύβει της προθέσεις σχετικά με την προτίμηση της πεπατημένης γραφής. Η ηρωίδα μας που επισκέπτεται μια έκθεση εικαστικού υλικού στη Σόφια διαπιστώνει:
«Εντυπωσιάστηκε πολύ από τους πίνακες και τα γλυπτά. Περίμενε να δει μυστικιστικούς και παθολογικά παράλογους λεκέδες, γραμμούλες, κυκλάκια και ορθογώνια σε αόριστο φόντο. Το τελευταίο διάστημα η επονομαζόμενη μοντέρνα τέχνη, όλο και περισσότερο κατευθύνεται προς μια τέτοια έκφραση, τόσο στα εικαστικά, όσο και στη γραφή.. Πιθανότατα εκφράζει την παράλογη θύελλα που μαίνεται στην ψυχή της βουλγαρικής κοινωνίας με την έλευση της δημοκρατίας. Όμως οι πίνακες που είδε αποτελούσαν αντικαθρέφτισμα της πραγματικής ζωής» (σελ. 357).
Προφανώς η βουλγαρική τέχνη, το βουλγαρικό μυθιστόρημα, έχουν πολύ δρόμο να διανύσουν ακόμη…

Σάββατο 28 Απριλίου 2012

Κρεμάστε τους σαν τα τσαμπιά

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΤΟΥΡΚΙΑ
AZIZ NESIN
ΚΡΕΜΑΣΤΕ ΤΟΥΣ ΣΑΝ ΤΑ ΤΣΑΜΠΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΑΡΗΣ ΑΜΠΑΤΖΗΣ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 1999
Σελ. 160

Ο Αζίζ Νεσίν αναμφισβήτητα συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πιο προικισμένους Τούρκους συγγραφείς του περασμένου αιώνα. Γεννήθηκε στην Πόλη το 1915 και πέθανε το 1995. Υπήρξε ένας ακούραστος εργάτης της γραφίδας, (άφησε πίσω του πάνω από εκατό τόμους έργων, πολλά από τα οποία έχουν μεταφραστεί τουλάχιστον σε τριάντα γλώσσες), ένας συνεπής προλετάριος του λόγου που διώχτηκε, φυλακίστηκε και κυνηγήθηκε όσο κανείς στην Τουρκία. Τα πιο πολλά του έργα πρωτοδημοσιεύτηκαν στη χώρα του με διάφορα ψευδώνυμα, καθώς το όνομα Αζίζ Νεσίν ήταν για χρόνια αυστηρά απαγορευμένο στους δημοσιογραφικούς και τους εκδοτικούς κύκλους.
Στην Ελλάδα έργα του μεταφράστηκαν τις σημαδιακές δεκαετίες του ’60 και του ’70 και γαλούχησαν τις γενιές εκείνων των χρόνων με την καταλυτική τους σάτιρα της  τουρκικής –και όχι μόνο- κοινωνίας , αλλά και με τα κοινά πάθη και αδιέξοδά των ανθρώπων τους. Σημειώνω πρόχειρα τα έργα «Ο Καφές και η Δημοκρατία (Θεμέλιο 1965), «Ο Σίσυφος με τα οχτώ πόδια» (Διογένης 1972) και «Ευθυμογραφικά Διηγήματα» (Διογένης 1975), έργα που θα τα συνιστούσα ανεπιφύλακτα στους νέους της εποχής μας που μαστίζονται από τις ίδιες αγωνίες…
Το «Κρεμάστε τους σαν τα τσαμπιά» δεν είναι ακριβώς μυθιστόρημα, όπως επιγράφεται. Πρόκειται για μια προσωπική μαρτυρία του συγγραφέα, αλλά μετά από τριάντα χρόνια, για το  πογκρόμ που υπέστησαν οι Ρωμιοί της Πόλης (αλλά και της Σμύρνης και της Άγκυρας) από τα έξαλλα πλήθη του τουρκικού όχλου στις 6/7 Σεπτεμβρίου του 1955. Ο συγγραφέας είχε κάθε λόγο να καταθέσει προς το τέλος της ζωής του αυτή την προσωπική μαρτυρία, καθώς όχι μόνο είδε με τα μάτια του τα γεγονότα εκείνων των ημερών , αλλά βίωσε  στο πετσί του και τις συνέπειές τους. Είναι γνωστό ότι η τότε κυβέρνηση του Αντνάν Μεντερές, επειδή βρέθηκε εκτεθειμένη στην κοινή γνώμη της Ευρώπης εξαιτίας της πρωτοφανούς αγριότητας των γεγονότων, επέλεξε ως αποδιοπομπαίο τράγο τους κομμουνιστές της Πόλης, οι οποίοι δήθεν είχαν οργανώσει τα γεγονότα. Συνέλαβε λοιπόν  τους πιο σεσημασμένους –περίπου εξήντα- τους έκλεισε σε κάποιες στρατιωτικές φυλακές  και τους κράτησε για τέσσερις περίπου μήνες  χωρίς να τους απαγγείλει καμιά κατηγορία., ούτε να τους υποβάλει σε ανάκριση.  Η εντολή του στρατιωτικού διοικητή των φυλακών ήταν ρητή: «Κρεμάστε τους σαν τα τσαμπιά στην πλατεία Σουλτάν Αχμέτ!» Ανάμεσά τους ήταν κι ο Αζίζ Νεσίν.
Η αφήγηση ξεκινάει από τη βραδιά της 6ης Σεπτεμβρίου του ’55. Ο συγγραφέας με κάποιο συνάδελφο φίλο του διασκέδαζε σε μια ταβέρνα του Γαλατάσεραϊ. Οι διαδηλώσεις με το σύνθημα «Η Κύπρος είναι τουρκική και θα παραμείνει τουρκική» είχαν ξεκινήσει από το απόγευμα. Όταν σε μια στιγμή τα έξαλλα στίφη των διαδηλωτών εισβάλλουν στην ταβέρνα και αρχίζουν να τα κάνουν όλα γης-μαδιάμ! Ο ταβερνιάρης ανεβασμένος σε κάποιο τραπέζι προσπαθούσε να αμυνθεί έχοντας μπροστά του ένα πορτρέτο σε κορνίζα του Κεμάλ Ατατούρκ σαν ασπίδα! Οι θαμώνες του μαγαζιού –εννοείται- την κοπάνησαν από την πρώτη στιγμή… Ο συγγραφέας με το φίλο του, επειδή δεν είχαν τίποτε να φοβηθούν –έτσι νόμισαν –θα παραμείνουν μέχρι τέλους του επεισοδίου. Όταν επιτέλους αποχώρησαν και βγήκαν στο δρόμο, είδαν ότι το επίπεδο του δρόμου είχε ανυψωθεί τουλάχιστον κατά τριάντα εκατοστά από τα πεταμένα προϊόντα των γύρω διαγουμισμένων μαγαζιών. Παραξενεύτηκαν που ανάμεσά τους υπήρχαν μόνο άθλια και σχισμένα παλιοπάπουτσα κι όχι εκείνα τα πολυτελή που θα πρέπει να στόλιζαν τις βιτρίνες. Ώσπου κατάλαβαν: οι αυτόκλητοι Τούρκοι εθνικόφρονες που εξακολουθούσαν να κραυγάζουν "Η Κύπρος είναι τουρκική", δεν έχαναν την ευκαιρία: πετούσαν τα παλιοπάπουτσά τους και φορούσαν τα κλεμμένα!  Μια νέα γυναίκα κρατώντας στην αγκαλιά της μια πολυτελή γούνα προσποιούνταν ότι τη μαδάει κραυγάζοντας κι αυτή το σύνθημα της βραδιάς, αλλά μόλις απομακρύνθηκε από το δρόμο, το  ’βαλε στα πόδια με τη γούνα παραμάσχαλα! (Κάτι δεν πρέπει να μας θυμίζουν αυτές οι σκηνές;) Εδώ θα πρέπει να επισημανθεί και μια κρίσιμη αναφορά του συγγραφέα: Καθώς επέστρεφαν στα σπίτια τους συνάντησαν το μεγάλο Tούρκο μυθιστοριογράφο Γιασάρ Κεμάλ, ο οποίος «στεκόταν τσιτωμένος και σιωπηλός». Δεν τόλμησε να πάρει θέση!
Την άλλη μέρα ήρθαν στο σπίτι του Αζίζ Νεσίν και τον συνέλαβαν. Στο μεταξύ είχε κηρυχθεί στρατιωτικός νόμος. Οι δικοί του θα χάσουν τα ίχνη του για αρκετό καιρό. Ο συγγραφέας μας περιγράφει παραστατικά τις συνθήκες των φυλακών, τη συμβίωσή του με τα ποντίκια και τους αρουραίους, μια εικονική εκτέλεση που γνώρισε για μια ασήμαντη παράβαση του κανονισμού των φυλακών, και γενικότερα τη γνωστή παράνοια των υπεύθυνων στρατιωτικών…
Το 1960 ο Αντνάν Μεντερές  μετά από το γνωστό στρατιωτικό πραξικόπημα στην Τουρκία θα συλληφθεί, θα καταδικαστεί σε θάνατο για τα «Σεπτεμβριανά» και θα εκτελεστεί. Ο συγγραφέας ανατρέχοντας στα πρακτικά εκείνης της δίκης αποκαλύπτει πώς οργανώθηκε η προβοκάτσια της βόμβας που ρίχτηκε στο λεγόμενο σπίτι του Κεμάλ της πόλης μας (κατ’ εντολήν του τουρκικού προξενείου της «Γκιουμουλτζίνε» (Κομοτινής), από κάποιον Τούρκο, αλλά Έλληνα υπήκοο, φοιτητή της νομικής, ονόματι Οκτάι Ενγκίν , πώς στη συνέχεια ο δράστης φυγαδεύτηκε στην Τουρκία για να γίνει… Τμηματάρχης Προγραμματισμού και Συντονισμού της Γενικής Διευθύνσεως Ασφαλείας!.
Καταλήγοντας ο Αζίζ Νεσίν σημειώνει ότι δεν αισθάνεται περήφανος γι αυτά τα γεγονότα που προκάλεσε η χώρα του, αλλά
«κάθε έθνος έχει στην ιστορία του σελίδες υπερηφάνειας , αλλά και ντροπής. Στον κόσμο αυτόν δεν υπάρχει έθνος δίχως σελίδες ντροπής στην ιστορία του»

Τρίτη 24 Απριλίου 2012

Το Κόκκινο Άλογο

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΠΡΩΗΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ
ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
TASCO GEORGIEFSKI
ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΑΛΟΓΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΒΑΣΚΟΥ ΚΑΡΑΤΖΑ
ΦΙΛΙΣΤΩΡ 1998
σελ. 152

 Ο Μπόρις Τούσεφ, ένας απλός χωρικός από το Κροντσέλοβο (σημ. Κερασιά) του Καϊμακτσελάν , πενηντάρης περίπου, τον Αύγουστο του ’49 , μετά την υποχώρηση του Δημοκρατικού Στρατού, αφού πέρασε στην Αλβανία, μας αφηγείται με τον πιο απλό και ανεπιτήδευτο τρόπο το συναξάρι της μετέπειτα ζωής του. Την πίκρα και την απογοήτευση των πρώτων ημερών, όταν άοπλοι πια, ο ίδιος και οι σύντροφοί του,  («Η καρδιά μου σφίχτηκε, όταν οι Αλβανοί μας άρπαξαν τα κανόνια που μόλις τα είχαμε λαδώσει και γυαλίσει, θαρρείς και μού ‘κοψαν τότε ένα κομμάτι από την καρδιά μου…») τη διαδέχεται μια αόριστη ελπίδα,  όταν τους μπαρκάρουν σε ρωσικό καράβι με πορεία προς το άγνωστο. Το περιπετειώδες ταξίδι, που το πέρασαν στοιβαγμένοι στο βαθύ αμπάρι του πλοίου, όπου δεν τους επιτρεπόταν καλά καλά  ούτε αέρα να πάρουν, καθώς διέσχιζαν τα επικίνδυνα νερά του Αιγαίου,  της Προποντίδας και του Βοσπόρου, τη βαθιά ανάσα τους όταν έπιασαν κάποτε τα νερά της ευλογημένης πατρίδας του Στάλιν, την αποβίβασή τους τέλος στη ρωσική γη («Παναγιά μου, αυτή η χώρα μοιάζει σαν τη δικιά μας» είπε ένα ελληνόπουλο, καθώς περίμενε ν’ αντικρίσει κόκκινο χώμα, κόκκινες πέτρες , κόκκινα δέντρα…) κι από κει με τρένο στο Μπακού και πάλι καράβι για να διασχίσουν την Κασπία, και τη συνέχεια πάλι τρένο ως την ατέλειωτη έρημο της Τασκένδης , χιλιάδες μίλια, μακριά από τη γενέθλια γη τους… Τραγωδία…
Απ΄ αυτό, το πρώτο μέρος της αφήγησης, η εντύπωση  που αποκομίζει ο προσεκτικός αναγνώστης, είναι η κρυφή αντιπαλότητα ανάμεσα στους λίγους «Μακεδόνες» φυγάδες και στην πλειονότητα των «Ελλήνων» συντρόφων τους. Όταν σε μια στιγμή ξενοιασιάς ο νεαρός Βάνης, προστατευόμενος του Μπόρις, ξεκινάει, ένα παραδοσιακό μακεδονίτικο τραγούδι , «απ’ την άλλη άκρη του καραβιού ακούστηκε ένα ελληνικό τραγούδι, ένα σαχλό, λάγνο τραγούδι που το πήραν στο στόμα σχεδόν όλοι σηκώνοντας δυνατή φωνή και κάνοντας στράκες με τα δάχτυλα»  (σελ. 30).
Για τα γεγονότα της Τασκένδης το αφήγημα είναι δυσανάλογα με την έκτασή του φτωχό. Προφανώς ο συγγραφέας μην έχοντας προσωπικά βιώματα από τη γνωστή από αλλού πολιτική  ζωή των Ελλήνων προσφύγων εκεί, προτιμάει να αφηγηθεί μόνο όσα έχουν σχέση με την προσωπική ζωή του ήρωά του. Πώς έκανε μια νέα οικογένεια (η γυναίκα του στην Ελλάδα ήταν χρόνια πεθαμένη), πώς ταξίδεψε στη Μόσχα για να προσκυνήσει τον Λένιν και κάθισε στην ουρά δυο ολόκληρα μερόνυχτα για να το πετύχει και τέλος πώς μετά από χρόνια νοσταλγίας και πίκρας αποδέχτηκε να υπογράψει μια δήλωση ότι είναι Έλληνας, ότι δεν είναι κομμουνιστής και ότι οι συμμορίτες τον εξανάγκασαν να πολεμήσει εναντίον του βασιλιά της Ελλάδας… «Και κάθισα σε μια νύχτα και τά ‘γραψα όλα με τη σειρά συμπλήρωσα το χαρτί μουντζώνοντας στο τέλος τον Μπόρις , το γιο του Τούση Γκιόργκοφ…» Έτσι γύρισε στην Ελλάδα. Στα χρόνια της κυβέρνησης της Ένωσης Κέντρου… Λίγο πριν μπει στο χωριό του, αγοράζει από κάποιον πλανόδιο ανθρωπάκο ένα ατίθασο,  ολοπόρφυρο πουλάρι, ασέλωτο ακόμη,  και μπαίνει στο χωριό σέρνοντάς το από τα γκέμια… Από δω και μπρος η μοίρα του ήρωα με το κόκκινο πουλάρι θα είναι κοινή.
Το υπόλοιπο μέρος της αφήγησης, που είναι και το πιο καθοριστικό, εξαντλείται στη νέα ζωή του ήρωα στο χωριό του, ένα χωριό όμως σφόδρα εχθρικό και μεταλλαγμένο. Οι τρεις κόρες του, παντρεμένες πια, ούτε που γυρίζουν να τον δουν. Ο αδελφός του,  που υπήρξε πρόεδρος του χωριού και κομματάρχης του Καραμανλή , δεν θέλει να τον ξέρει, οι υπόλοιποι συχωριανοί του , τις νύχτες περιπολούν με τουφέκια στο χωριό, καθώς ανήκουν Τ,Ε.Α. , και τη μέρα. αλλάζουν δρόμο μόλις τον αντικρίζουν.  Ακόμη και ο ένας , ο μοναδικός κομμουνιστής του χωριού που γύρισε από την εξορία, τον περιφρονεί βαθιά για τη δήλωση μετανοίας του… Ο Μπόρις Τούσεφ έχει πια ξοφλήσει…
Ο συγγραφέας, Τάσκο Γκεοργκίεφσκι, γεννημένος στην Κερασιά της Έδεσσας το 1935, στα χρόνια του εμφύλιου, παιδί έντεκα χρονών, όταν ο πατέρας του βρισκόταν υπο διωγμό και η μητέρα του  εξορία, αναγκάζεται να καταφύγει στα Σκόπια, όπου ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές και τις πανεπιστημιακές σπουδές του στον κλάδο της γιουγκοσλαβικής λογοτεχνίας. Το συγγραφικό του έργο ξεκινάει από το 1957. Θεωρείται ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς συγγραφείς της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς στην πρώην Γιουγκοσλαβία, ανακηρύσσεται ακαδημαϊκός στο Βελιγράδι και έργα του μεταφράζονται σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες. Το «Κόκκινο Άλογο» πρωτοδημοσιεύεται το 1975.

Παρασκευή 20 Απριλίου 2012

Ο Αχαϊρευτος

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΌΡΗΜΑ
ΑΛΒΑΝΙΑ
FATOS KONGOLI
Ο ΑΧΑΪΡΕΥΤΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΚΩΣΤΑΣ ΝΑΤΣΙΟΣ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 1998
Σελ. 168


Η προκοπή της Αλβανίας στην πεζογραφία δεν έχει τέλος τα τελευταία χρόνια. Ο δρόμος που χάραξε ο Ismail Kadare από το Παρίσι στα χρόνια της δικτατορίας του προλεταριάτου,  καλά κρατεί. Ιδιαίτερα μετά την τελευταία δεκαετία του περασμένου αιώνα, όταν έπεσαν τα τείχη των φυλακών και της καταπίεσης, δεκάδες λογοτέχνες συνεχίζουν να ξαφνιάζουν το παγκόσμιο αναγνωστικό κοινό με την ευρηματικότητα και την εκφραστική τους δύναμη.
Ο Φατός Κονγκόλι , γεννημένος το 1944 στο Ελμπασάν, είναι ένας απ’ αυτούς. Μαθηματικός στο επάγγελμα (με πτυχίο του Πανεπιστημίου του …Πεκίνου παρακαλώ), από πολύ νωρίς ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία (συντάκτης λογοτεχνικής εφημερίδας, αλλά και αναγνωρισμένου εκδοτικού οίκου των Τιράνων).
Το μυθιστόρημα όμως που τον έκανε παγκόσμια γνωστόν είναι «Ο Αχαΐρευτος», αυτό που δημοσίευσε αμέσως μετά την αλβανική μεταπολίτευση (1992), ένα έργο με εμφανή αυτοβιογραφικά στοιχεία, ένα «λαϊκό μυθιστόρημα» θα λέγαμε, πιστό στα δόγματα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, δηλαδή  χωρίς εξεζητημένο τρόπο γραφής, που ξαφνιάζει όμως τον ανυποψίαστο αναγνώστη με την ειλικρίνεια , αλλά και τη σκληρότητά του.
Η μυθιστορηματική δράση για τον  Θεσάρ Λούμι, τον βασικό ήρωα του αφηγήματος, το οποίο άνετα θα μπορούσε να το κατατάξει κανείς λόγω της έκτασής του στην κατηγορία της νουβέλας, ξεκινάει το Μάρτιο του 1991, όταν τα χωριά της Αλβανίας άδειαζαν και τα πρώτα πλοία σάλπαραν ασφυκτικά γεμάτα με πρόσφυγες για τον ιταλικό παράδεισο. Εκεί λοιπόν σε κάποιο από τα αλβανικά λιμάνια της Αδριατικής ο ήρωάς μας επιβιβάζεται κι αυτός σε κάποιο πλοίο που θα σάλπαρε για την Ιταλία. Την τελευταία στιγμή όμως την ώρα που το πλοίο σήκωνε άγκυρα , μετανιώνει, πηδάει έξω και επιστρέφει στη γενέθλια πόλη του, όπου ζούσε με τους γονείς του σε ένα ταπεινό δυαράκι μιας πολυκατοικίας… Κι ο αναγνώστης μένει με την απορία για τους λόγους αυτής της μεταστροφής του.
Και αρχίζει σε αναδρομή –πάντα σε πρώτο πρόσωπο- η αφήγηση της ζωής του ήρωά μας σε μια κωμόπολη που βουλιάζει καθημερινά στη σκόνη από ένα εργοστάσιο τσιμέντου που λειτουργεί δίπλα της, αλλά με προδιαγραφές του περασμένου αιώνα…Με το φόβο να πλανάται σ’ όλους όσους δεν εξυμνούσαν το καθεστώς, και τους υπόλοιπους να τους κατασκοπεύουν. Με εμφανείς τις ανισότητες στη διαβίωση και τις ευκαιρίες για εξέλιξη ανάμεσα στις δυο μερίδες. Ο ίδιος ανήκε στην πρώτη κατηγορία: χρόνια πριν κάποιος θείος του που υπηρετούσε τη θητεία του στα σύνορα , είχε αποδράσει στο εξωτερικό. Κι από τότε η οικογένεια είχε αμετάκλητα συμπεριληφθεί στους «εχθρούς του λαού». Παρακολουθούμε λοιπόν βήμα βήμα  τη ζωή του Θεσάρ, στο σχολείο, στο καφενείο αργότερα και στο Πανεπιστήμιο των Τιράνων, όπου τόλμησε να εγγραφεί αποκρύπτοντας όμως από το βιογραφικό του τη λεπτομέρεια της αυτομόλησης του θείου του… Το καθεστώς όμως είναι πανταχού παρόν:
«Οι καιροί ήταν δύσκολοι και πονηροί. Αυτό το γνώριζαν οι συμπολίτες μου. Το αθέατο θεριό κατασκόπευε τους πάντες και τα πάντα. Κανείς δεν αισθανόταν ήσυχος. Όλοι έτρεμαν. Και οι ευτυχισμένοι στην ευτυχία τους και οι δύστυχοι στη δυστυχία τους και οι βασανιστές και βασανιζόμενοι, και οι  έξυπνοι και οι βλάκες, και οι δίκαιοι και οι πρόστυχοι. Όλοι φοβούνταν το αθέατο θεριό, όλοι φοβούνταν ο ένας τον άλλον…» (σελ.111)
Σε αγαστή συνεργασία με τις αρχές το παρακράτος της τοπικής μαφίας τρομοκρατεί τους πάντες. Και ο ανακριτής «με τα θολά μάτια» ασκεί ανεξέλεγκτη βία ως όργανο της δικτατορίας του προλεταριάτου, καθώς «η δικτατορία του προλεταριάτου δεν είναι τίποτε άλλο παρά η επιβολή της αλήθειας μέσω της βίας»…(σελ. 119)
Ποιος να είναι τάχα ο λόγος που οδήγησε τον Θεσάρ Λούμι να παραμείνει σ’ αυτήν κόλαση, αντί να ξεκινήσει μια καινούρια ζωή στο εξωτερικό , όπως εκατοντάδες χιλιάδες συμπατριώτες του; Η αποκάλυψη μας εκπλήττει…

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012

Η Κόχη της Ντροπής


ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ISMAIL KADARE
ΑΛΒΑΝΙΑ
Η ΚΟΧΗ ΤΗΣ ΝΤΡΟΠΗΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΠΟΛΛΑ ΖΑΧΟΠΟΥΛΟΥ - ΒΛΑΧΟΥ
ΡΟΕΣ 1985
σελ. 121

Στο ιστολόγιο που έχετε μπροστά σας  έχει εξαρχής δηλωθεί ότι δεν παρακολουθείται αναγκαστικά η επικαιρότητα της σύγχρονης λογοτεχνικής παραγωγής. Κι αυτό γιατί το πλήθος των λογοτεχνικών εκδόσεων που ξεφυτρώνουν καθημερινά σαν μανιτάρια δεν συμβαδίζει αναγκαστικά με την ποιότητά τους. Τα περισσότερα έργα , μόλις κατακαθίσει ο κουρνιαχτός των πρώτων εντυπώσεων και της συστηματικής συχνά προβολής τους, δεν κατορθώνουν να αντισταθούν στο χρόνο. Αφανίζονται κάτω από τις βαριές μυλόπετρες του χρόνου… Εξάλλου οι εκδόσεις τους σπάνια ξεπερνούν τα χίλια αντίτυπα. Κάποια εντούτοις – ελάχιστα- κατορθώνουν να επανεκδοθούν και να απασχολήσουν εκτενέστερα το βιβλιόφιλο κοινό. Κατά κανόνα –γιατί υπάρχουν και οι εξαιρέσεις- αξίζει να ασχοληθεί κανείς μ’ αυτά.
Αντίθετα κάποια άλλα, αφού «σιτέψουν» για τα καλά με τα χρόνια,  επιδεικνύουν μια αξιοπρόσεχτη αντοχή και φαντάζουν επίκαιρα κι ας τα χωρίζουν από την πρώτη τους έκδοση δεκαετίες ολόκληρες…  Και επειδή οι εκδότες τους διστάζουν να τα επανεκδόσουν, καθώς το σύγχρονο αναγνωστικό κοινό  τα υποδέχεται συνήθως με δυσπιστία, μένουν δυστυχώς στη σκιά και στην αφάνεια. Σ’ αυτή την κατηγορία μπορεί να κατατάξει κανείς την ολόκληρη σχεδόν την παραγωγή του αλβανού μυθιστοριογράφου Ismail Kadare.  Στο παρελθόν (29-3-2011) ασχοληθήκαμε με τα «Τρία τραγούδια για το Κοσσυφοπέδιο».
«Η Κόχη της Ντροπής» θα μπορούσε άνετα να χαρακτηριστεί ως το εμβληματικό έργο του μεγάλου αλβανού συγγραφέα (γεν. 1936), ο οποίος βέβαια έζησε και έδρασε στο Παρίσι όλα τα χρόνια του ολοκληρωτισμού που μάστιζε τη χώρα του. Δημοσιεύτηκε στο Παρίσι , μεταφρασμένο, το 1984 από  τις εκδόσεις Fayard και την επόμενη χρονιά (1985) μεταφράστηκε και στη χώρα μας (από τα γαλλικά) στις εκδόσεις Ροές. Σήμερα το μυθιστόρημα είναι εξαντλημένο.
Θα ήταν ασύγγνωστο σφάλμα να χαρακτηρίσει κανείς «ιστορικό μυθιστόρημα» την Κόχη της Ντροπής. Παρ’ όλο που το υπόβαθρό της στηρίζεται σε αδιάψευστα ιστορικά γεγονότα και συγκεκριμένα στην καταστολή της εξέγερσης του Αλή πασά των Ιωαννίνων το 1822 , στον αποκεφαλισμό του και στη μεταφορά του κεφαλιού του στην Κωνσταντινούπολη, για να εκτεθεί στη διαβόητη «Κόχη της Ντροπής»…
Η Κόχη της Ντροπής , σμιλευμένη πάνω από την πύλη των κανονιών , στην πλατεία των όπλων της οθωμανικής πρωτεύουσας δεν μένει ποτέ άδεια. Ο αυτοκρατορικός ταχυδρόμος Τουντζατά, επιφορτισμένος με το θλιβερό καθήκον της μεταφοράς τον κομμένων κεφαλιών από τα τέσσερα σημεία της αυτοκρατορίας, διασχίζει με ταχύτητα τεράστιες εκτάσεις για να μεταφέρει στην πρωτεύουσα όσο γίνεται λιγότερο αλλοιωμένα τα κεφάλια των ανυπάκουων και ο επιτηρητής της κόγχης Αμπντουλάχ ξημεροβραδιάζεται κάτω απ’ αυτήν, ενώ το αχόρταγο πλήθος πλημμυρίζει την πλατεία για να απολαύσει το φριχτό θέαμα. Και όλα αυτά μέσα σε μια ατμόσφαιρα, καθαρά σουρεαλιστική, καφκική θα λέγαμε…

Ο συγγραφέας όμως με αφορμή το αιματηρό αυτό γεγονός, βρίσκει την ευκαιρία να καταγγείλει τους όπου γης μηχανισμούς εξουθενωτικής καταπίεσης των απλών ανθρώπων  από το  κράτος και την κάθε λογής  εξουσία. Τι πιο λαμπρό παράδειγμα λοιπόν από εκείνο της Μεγάλης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η οποία περιέκλειε στους κόλπους της δεκάδες έθνη και λαούς, ανάμεσα στους οποίους και το λαό της πατρίδας του συγγραφέα, την Αλβανία;
Παρακολουθούμε λοιπόν με κομμένη την ανάσα τις μεθοδεύσεις της Υψηλής Πύλης , προκειμένου να εξουδετερώσει όλους εκείνους τους αξιωματούχους και τους υπαλλήλους της που αποχτούσαν δυσανάλογη με το αξίωμά τους δύναμη και σήκωναν κεφάλι. Και όταν το κεφάλι τους έπεφτε από κάποιον ειδικά απεσταλμένο αξιωματούχο, ερχόταν η σειρά του τελευταίου βρεθεί αντιμέτωπος με την ίδια μοίρα, γιατι θεωρούνταν επικίνδυνος. Όπως συνέβη με τον Χουρσίντ πασά, τον νικητή του Αλή...
Πολυδαίδαλοι μηχανισμοί και πολυάνθρωπες υπηρεσίες εργάζονταν συστηματικά, παρακολουθούσαν και κατέγραφαν όχι μόνο εκείνες τις ενέργειες των υπηκόων του πατισάχ, οι οποίες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν επαναστατικές, αλλά και τις απόψεις τους, τις σκέψεις τους , ακόμη και τα όνειρά τους! Απώτερος σκοπός όλης αυτής της συστηματικής παρακολούθησης ήταν η απεθνικοποίηση των διαφόρων εθνοτήτων της αυτοκρατορίας, η εκρίζωση της γλώσσας τους, του πολιτισμού τους γενικότερα  και η εξάλειψη της εθνικής τους μνήμης! Η διεργασία αυτή ακολουθήθηκε και στην Αλβανία μετά την καταστολή της εξέγερσης του Αλή

«Οι άνθρωποι αυτοί είχαν πάψει να έχουν δική τους γλώσσα, δεν είχαν πια ούτε έθιμα, ούτε ενδυμασίες , ούτε γάμους, ούτε χορούς, ούτε αλφάβητο, ούτε ιστορία, ούτε χρονικά, ούτε θρύλους. Τους είχαν απογυμνώσει εντελώς. Η μνήμη τους είχε συρρικνωθεί λίγο-λίγο, Όλα είχαν σβήσει απ’ αυτήν, όπως μια πεδιάδα ανεμοδαρμένη για χιλιάδες αιώνες που μεταβάλλεται τελικά σε έρημο, όπου δεν υπάρχουν παρά αμμόλοφοι που απλώνονται μονότονα μακριά , όλο και πιο μακριά, σε κυματισμούς που θυμίζουν γεωμετρία εφιαλτική». (σελ. 191)

Και αφού η καθημαγμένη,  η χωρίς γλώσσα και χωρίς εθνική μνήμη χώρα γονάτισε , φτάνει κάποιος ειδικός απεσταλμένος από τις ανατολικές εσχατιές της αυτοκρατορίας με κάποιο όνειρο υπηκόου της και το καταθέτει στο "Παλάτι των Ονείρων". Από την ερμηνεία του θα κριθεί η κατοπινή μοίρα του  λαού της...
Μήπως αυτή η χώρα θύμισε στον συγγραφέα την  Αλβανία του Εμβέρ Χότζα;

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

Οκτώβρης, οχτώ το πρωί

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΑΦΗΓΗΜΑ
ΡΟΥΜΑΝΙΑ
NORMAN MANEA
ΟΚΤΩΒΡΗΣ, ΟΧΤΩ ΤΟ ΠΡΩΙ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΙΣΜΗΝΗ ΚΑΠΑΝΤΑΗ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2011
σελ. 232

Ο Νόρμαν Μάνεα,  τετράχρονος ακόμη, γνώρισε  τη φρίκη των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, καθώς  ολόκληρη η οικογένειά του –οικογένεια Εβραίων- είχε εκτοπιστεί σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας στην Υπερδνειστερία (Transnistria), με το όνομα της οποίας ο συγγραφέας παίζει ένα πετυχημένο λογοπαίγνιο: Trans-tristia!  .  Κατάφερε να επιβιώσει όμως και με την απελευθέρωση επέστρεψε στην πατρώα γη, τη Μπουκοβίνα, όπου είχε γεννηθεί. Γρήγορα όμως η Ρουμανία περνάει στα χέρια των κομουνιστών και μάλιστα του Τσαουσέσκου. Ο έφηβος Μάνεα γοητεύεται στην αρχή από τις επαγγελίες του νέου καθεστώτος και θυσιάζει τα πάντα στην υπηρέτησή του. Γρήγορα όμως διαφοροποιείται., καθώς γνωρίζει νέα στρατόπεδα –στην Τρανσυλβανία αυτή τη φορά- όπου ο πατέρας του είχε καταδικαστεί σε πολυετή ειρκτή, για παράβαση κάποιου κανόνα του καθεστώτος.   Κλείνεται στον εαυτό του και οδηγείται προοδευτικά σε μέγα αρνητή και αμφισβητία κάθε κοινωνικής και θρησκευτικής αξίας. Οι γονείς του μάταια επιχειρούν να του μεταλαμπαδεύσουν τις πατρογονικές αρχές του ιουδαϊσμού. Και όταν η οικογένειά του θα διαλυθεί (ο πατέρας του θα μεταναστεύσει στο Ισραήλ και η μητέρα του θα πεθάνει), ο ίδιος θα επιλέξει έναν άλλο «παράδεισο»: τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, όπου διακρίνεται γρήγορα και αναλαμβάνει τη διδασκαλία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας στο Κολέγιο Μπαρτ της Νέας Υόρκης. Παράλληλα, καταπιάνεται και με τη συγγραφή αφηγημάτων αυτοβιογραφικού χαρακτήρα, όπου στηλιτεύει κάθε παράλογη πίστη και αντίληψη που ισοπεδώνει τον άνθρωπο μετατρέποντάς τον σε ενεργούμενο.  
Η συλλογή αφηγημάτων του με τον τίτλο «Οκτώβρης, οχτώ το πρωί» δημοσιεύεται το 1992, τρία χρόνια μετά την εκτέλεση του ζεύγους Τσαουσέσκου, και περιλαμβάνει δεκαπέντε αφηγήματα με σαφή αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, παρόλο που στα περισσότερα ακολουθείται η τριτοπρόσωπη αφήγηση. Τα τρία πρώτα είναι εμπνευσμένα από την εποχή του εγκλεισμού της οικογένειάς του στο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Τρανσίστριας. Πώς μπορεί να φαντάζει στο μυαλό ενός μικρού παιδιού, που ζει μέσα στην παγωνιά και στην πείνα, ένα πλεχτό, πλεγμένο από ρετάλια παλιών ξηλωμένων ρούχων (Το Πλεχτό),  πώς εξαφανίζονται τα ίχνη από ένα κλεμμένο κοτόπουλο που καταβροχθίστηκε ωμό (Μπορεί να ήμασταν τέσσερις) και τέλος πώς το τσίμπημα μιας σφήκας στο στήθος του παιδιού θα το φέρει αντιμέτωπο για πρώτη φορά με το φόβο του θανάτου (Θάνατος).
«Ο Παιδαγωγός» αναφέρεται στην απελπισμένη προσπάθεια των γονιών του δεκατριάχρονου πλέον παιδιού, μετά την επιστροφή τους  στην πόλη τους, να το μυήσουν στη κουλτούρα της εβραϊκής πίστης… Ένας συντηρητικός εβραίος γερο-δάσκαλος αγωνίζεται να του μεταδώσει τα μυστικά της πανάρχαιας γλώσσας τους (ουσιαστικά, αντωνυμίες και άλλα παρόμοια), τη στιγμή που εκείνος μόλις μείνει μόνος του διαβάζει γοητευμένος για «Το φάντασμα που στοιχειώνει την  Ευρώπη» και για «Τις ταξικές συγκρούσεις της γηραιάς ηπείρου…» Στο «Σημείο Καμπής», ο ήρωάς μας γίνεται δεκτός στο Πανεπιστήμιο, αντικρίζει για πρώτη φορά τη θάλασσα και γνωρίζει την πρώτη του ερωτική σύντροφο, η μητέρα της οποίας, υψηλόβαθμο κομματικό στέλεχος, επειδή κάποτε είχε αργήσει να πάει στην κομματική συνεδρία, γιατί είχε γεννήσει νεκρό το πρώτο της  παιδί, το τοποθέτησε βιαστικά στο ψυγείο, για να μη χάσει την πρώτη εισήγηση…Εδώ αναφέρεται και η σχέση του συγγραφέα με τη Νάνα Μούσχουρη, μια σχέση που δεν κατορθώσαμε να διαπιστώσουμε αν υπήρξε πραγματικά. Στον «Μεσότοιχο» ο ήρωάς μας εργάζεται πια  αντιμετωπίζοντας στο γραφείο την ελαφρότητα των καθημερινών συζητήσεων και την καχυποψία των συναδέλφων του, τις ατέλειωτες ουρές μπροστά στα καταστήματα που πουλάνε αυγά ή πατάτες, τη συστηματική  καθημερινή ανάκριση του επόπτη του συγκροτήματος όπου διαμένει και το φόβο του διπλανού ενοίκου που αφουγκράζεται τα πάντα πίσω από τον ξύλινο μεσότοιχο των δυο δωματίων.
Ο Μάνεα ζωγραφίζει με μαεστρία τα ψυχολογικά πορτρέτα των ηρώων του,  που στηρίζουν θέλουν δεν θέλουν ένα αδίσταχτο και απάνθρωπο ολοκληρωτικό καθεστώς. Έχει γραφεί ότι τα κείμενά του συνεχίζουν την καφκική αντίληψη γραφής και τη θεματολογία των μεγάλων προφητών της καταστροφής Μπλεσέ και Μπρούνο Σουλτς.
Η μετάφραση του έργου, αν και από την αγγλική έκδοση, γλαφυρή και ρωμαλέα.

Δευτέρα 15 Αυγούστου 2011

Χαμάμ Βαλκάνια



ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΣΕΡΒΙΑ
VLADISLAV BAJAC
ΧΑΜΑΜ ΒΑΛΚΑΝΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΑΡΙΑ ΚΕΣΙΝΗ
ΚΕΔΡΟΣ 2011
σελ. 400

Ο Σέρβος συγγραφέας και εκδότης Βλαντισλάβ Μπάγιατς (Βελιγράδι, 1954) διάλεξε να ασχοληθεί στο τελευταίο του μυθιστόρημα με τον ομοεθνή του Μπάγιτσα Σοκόλοβιτς, τον οποίο απήγαγαν βίαια το 1523 και σε ηλικία δέκα οχτώ χρονών οι απεσταλμένοι του σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή από το ορθόδοξο μοναστήρι του Μιλέσεβο, όπου φοιτούσε ως δόκιμος μοναχός, και τον οδήγησαν μαζί με άλλους νέους στην Κωνσταντινούπολη, για να τον εκπαιδεύσουν ως στέλεχος της κρατικής μηχανής της Υψηλής Πύλης. Εδώ επομένως δεν έχουμε κάποια κλασική περίπτωση παιδομαζώματος, όπου κατά διαστήματα νέα αγόρια μέχρι οχτώ χρονών συγκεντρώνονταν από συγκεκριμένες περιοχές της Αυτοκρατορίας για να υπηρετήσουν ως γενίτσαροι τον τουρκικό στρατό.
Παράλληλα όμως με τη ζωή του Σοκόλοβιτς, ο συγγραφέας επέλεξε να παρακολουθήσει και την πορεία του μεγάλου αρχιτέκτονα Μιμάρ Σινάν. Κι αυτό γιατί οι δυο άντρες υπήρξαν σύγχρονοι και δεμένοι μεταξύ του με μια συγκινητική φιλία. Εξάλλου κι εκείνος υπήρξε «εξωμότης» από κάποιο ελληνικό χωριό της ορθόδοξης Καππαδοκίας. Επιπλέον «και οι δύο ήταν πεπεισμένοι ότι διαφορετικοί λαοί μπορούν να ζουν σε έναν άνθρωπο. όπως ακριβώς ο ίδιος λαός μπορεί να ζει σε διαφορετικούς ανθρώπους.» (σελ. 328)
Ως εδώ θα συμπέραινε κανείς ότι έχουμε να κάνουμε με ένα τυπικό ιστορικό μυθιστόρημα. Αυτό όμως δε συμβαίνει, γιατί τον συγγραφέα δεν τον απασχολεί αποκλειστικά αυτή η ιστορική πορεία του ήρωά του, αλλά η διερεύνηση του διχασμού της προσωπικότητάς του (ο μεταφραστής χρησιμοποιεί τον όρο δυισμός ), καθώς ο Μπάγιστα μπορεί να αλλαξοπίστησε και να άλλαξε το όνομά του σε Μεχμέτ, δεν απέβαλε όμω τις μνήμες και τα βιώματά του από την προηγούμενη ζωή του. Έτσι από τα υψηλά αξιώματα τα οποία κατά καιρούς κατέκτησε ενδιαφέρθηκε και βοήθησε την παλιά του πατρίδα με κάθε τρόπο, ιδρύοντας το ορθόδοξο πατριαρχείο του «Ιπεκίου» (Πετς) και χρηματοδοτώντας μια πληθώρα από έργα και ιδρύματα κοινής ωφελείας. σε συνεργασία με τον Μιμάρ Σινάν, τόσο στο Βελιγράδι, όσο και στην πατρίδα του τη Βοσνία. Ένα μάλιστα από τα κτίσματά του είναι και το πασίγνωστο-από τον συμπατριώτη του Ίβο Άντριτς-γεφύρι του Δρίνου. Αυτός ακριβώς ο λόγος όπλισε το χέρι ενός φανατικού κάποιας εξτρεμιστικής μουσουλμανικής σέχτας που τον δολοφόνησε εν ψυχρώ.
Παρακολουθούμε λοιπόν την πορεία του Χατζή Μεχμέτ Πασά Σοκολού και την ανάδειξή του ως το πιο ψηλό αξίωμα της οθωμανικής αυτοκρατορίας, εκείνο του πρώτου βεζίρη της Πύλης, για πενήντα τρία συναπτά χρόνια, ως τη δολοφονία του το 1579. Αλλά παράλληλα- και κυρίως - ιχνηλατούμε τις πράξεις και τις ενέργειές του από μιαν άλλη, πρωτοφανέρωτη σκοπιά: ο ήρωάς μου δεν αισθάνεται ούτε χριστιανός , ούτε μουσουλμάνος, ούτε Σέρβος ούτε Τούρκος. Ή αισθάνεται και τα δύο μαζί,,,
Δύσκολο, ομολογουμένως, εγχείρημα, καθώς ο συγγραφέας, για να μας αναγκάσει να παρακολουθήσουμε την πορεία των σκέψεών του καταφεύγει σε ένα αμφίβολης αποτελεσματικότητας λογοτεχνικό τέχνασμα: χρησιμοποιεί τη μέθοδο των παρένθετων κεφαλαίων (τα οποία αριθμούνται μάλιστα με τη λατινική αρίθμηση) στα οποία ο ίδιος προσωπικά, ως παρένθετος ήρωας του έργου, σχολιάζει και επεκτείνει στην εποχή μας κατά το δοκούν τα γεγονότα της κύριας αφήγησης, κάποια από τα οποία όντως αποδεικνύονται πειστικά και εύστοχα. Άλλα όμως είναι ολοφάνερα «τραβηγμένα από τα μαλλιά». Αυτά θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν, στην καλύτερη περίπτωση, ως επιστημονικές ανακοινώσεις σε περιοδικά γλωσσικού ή ιστορικού ενδιαφέροντος. Ο προσεχτικός αναγνώστης εύκολα μπορεί να τα εντοπίσει. Αυτά τα σχόλια ώθησαν τον συγγραφέα να προσθέσει στον υπότιτλο του έργου: "Μυθιστόρημα και άλλα διηγήματα". Μια ακόμη «καινοτομία» του συγγραφέα είναι ο σχολιασμός των γεγονότων του έργου σε συνεργασία με τον Τούρκο νομπελίστα συγγραφέα Ορχάν Παμούκ. Με την έννοια ότι το θέμα αγγίζει κι εκείνον, από άλλη οπτική γωνία. Ο σχολιασμός μάλιστα αυτός πραγματοποιείται στο Χαμάμ που ίδρυσε ο Σοκόλοβιτς κοντά στο γεφύρι του Δρίνου! Όλες αυτές οι καινοτομίες οδήγησαν κάποιους να χαρακτηρίσουν το μυθιστόρημα «μεταμοντέρνο»! Τι να πει κανείς…
Την πιστότητα βέβαια του ιστορικού υλικού που έχει συγκεντρώσει ο συγγραφέας είναι δύσκολο να την κρίνει ο μη ειδικός αναγνώστης. Μια παρατήρηση μόνο που αφορά τη Βυζαντινή τέχνη. Στη σελ. 300 αναφέρεται ότι «στην Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης προσεύχονταν στο Χριστό πεντακόσια ολόκληρα χρόνια, ενώ τα εκατό τελευταία υποκλίνονται στον Αλλάχ» Και είναι γνωστό ότι ο ναός μετατράπηκε σε τζαμί 916 χρόνια μετά από τα εγκαίνιά του…
Αλλά και μετάφραση του έργου φαίνεται ότι υστερεί. Σολοικισμοί, ασάφειες, ορθογραφικά λάθη… Ενδεικτικά αναφέρουμε:
Ο Μπάγιστα και ο Σινάν επηρέασαν τη μέρα τους αποφασίζοντας να κάνουν έναν περίπατο (σελ.122)
Η ένωση των δύο όχθεων του ποταμού (σελ. 346)
Μια όσμωση ευχέρειας και δυσχέρειας (σελ. 127)
Το μυθιστόρημα έχει μεταφραστεί σε αρκετές βαλκανικές χώρες και έχει τιμηθεί με το βραβείο BALKANIKA 2008


Καλλικράτεια, Αύγουστος 2011