Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Προμηθεὺς πλάσας ποτὲ ἀνθρώπους δύο πήρας ἐξ αὐτῶν ἀπεκρέμασε, τὴν μὲν ἀλλοτρίων κακῶν, τὴν δὲ ἰδίων, καὶ τὴν μὲν τῶν ὀθνείων ἔμπροσθεν ἔταξε, τὴν δὲ ἑτέραν ὄπισθεν ἀπήρτησεν. Ἐξ οὗ δὴ συνέβη τοὺς ἀνθρώπους τὰ μὲν ἀλλότρια κακὰ ἐξ ἀπόπτου κατοπτάζεσθαι, τὰ δὲ ἴδια μὴ προορᾶσθαι

Τρίτη 7 Ιουνίου 2011

Το Πέταγμα της Βασίλισσας



ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ

TOMAS ELOY MARTINEZ

ΤΟ ΠΕΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΔΑΝΑΗ-ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΦΕΡΡΗ

ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2008

σελ. 296


Ο δρ Γ.Μ. Καμάργκο διευθύνει την εφημερίδα «Ελ Ντιάριο» του Μπουένος Άιρες. Σε μια εποχή –κάπου στο τέλος του περασμένου αιώνα-που η Αργεντινή βυθίζεται προοδευτικά στο χάος και τη διαφθορά. Τα οικονομικά σκάνδαλα των κυβερνώντων διαδέχονται το ένα το άλλο. Και ο ίδιος, ενώ αποτελεί επίλεκτο μέλος του συστήματος που καταρρέει, επιμένει ότι αγωνίζεται για την πάταξη της διαφοράς. Υπερόπτης και αλαζόνας, διοικεί το συντακτικό προσωπικό της εφημερίδας του με σιδερένια πυγμή, στηριγμένος σε κόλακες και μεσίτες της διαφθοράς. Η γυναίκα του, με την οποία βρίσκεται σε διάσταση, ζει με τις δυο δίδυμες δεκαπεντάχρονες κόρες του στις ΗΠΑ. Η μια μάλιστα βρίσκεται στα πρόθυρα του θανάτου, καθώς πάσχει από ανίατη ασθένεια. Διαθέτει για τη νοσηλεία της «μια περιουσία» , όπως συχνά ισχυρίζεται ο ίδιος, αλλά προφασίζεται συνεχώς υποχρεώσεις για να μην της συμπαρασταθεί… Και πέρα απ’ όλα να τον βασανίζει η ξεχασμένη μορφή μιας μάνας που εξαφανίστηκε ξαφνικά από τη ζωή του, μιας μάνας που όταν τον άγγιζε φορούσε πάντα τα επαγγελματικά της γάντια, παρά την επιμονή του υπέργηρου πατέρα του που ισχυρίζεται ότι «χάνουμε τη ζωή μας αναζητώντας αυτό που ήδη έχουμε βρει».
Η Ρέινα , μια ασήμαντη συντάκτρια της εφημερίδας, «εργαζόταν όρθια μπροστά σε μια οθόνη δίπλα στις τουαλέτες, ενώ έτρωγε τα νύχια της. Ο Καμάργο πρόσεξε από μακριά τον αέρα της, το στρογγυλό και μικροσκοπικό πισινό της. Τα στήθη της που διαγράφονταν κάτω από το κολλητό της πουλόβερ.». Ήταν η πρώτη φορά που την είδε. Και αυτό ήταν όλο. Ξεκινάει ανάμεσά τους μια ετεροβαρής σχέση (η κοπέλα θα μπορούσε να είναι κόρη του) που θα τους οδηγήσει στην καταστροφή. Εκείνη στο θάνατο και τον ίδιο στην αναπηρία και την οριστική παραίτησή από κάθε δραστηριότητα, που είναι γι αυτόν βαρύτερες κι από το θάνατο.
Ο Τόμας Ελόις Μαρτίνες σχεδιάζει ένα εντυπωσιακό μυθιστόρημα για το ασίγαστο ερωτικό πάθος, την αρρωστημένη ζήλια αλλά και για την παράνοια της εξουσίας, η οποία όμως αποδεικνύεται εντελώς ατελέσφορη όταν ασκείται στο αντικείμενο του πόθου του. Βέβαια η Ρέινα αποδεικνύεται γρήγορα ότι δεν είναι τυχαία γυναίκα. Πρόκειται για μια πραγματική βασίλισσα, καθώς και το όνομά της σημαίνει: με αυτοπεποίθηση, με ικανότητες και φαντασία, με φιλοδοξία και όνειρα. Αλλά πάνω απ΄ όλα και με ηθικές αρχές. Αυτό το τελευταίο είναι που δεν εννοεί να κατανοήσει ο ήρωάς μας, ο οποίος θεωρεί ότι με το κύρος και τη δύναμη της εξουσίας του θα μπορούσε να πετύχει τα πάντα, καθώς πιστεύει ότι ο ίδιος αποτελεί το κέντρο του κόσμου και ότι κανείς δεν μπορεί να του εναντιωθεί. Αυτό που επίσης δεν μπορεί να κατανοήσει είναι ότι το συναίσθημα δεν εκβιάζεται, δεν παραχωρείται, δεν εκμαιεύεται… Σύντομα λοιπόν θα πέσει ο ίδιος στην παγίδα που επιχείρησε να στήσει στην κοπέλα. Και θα παρακολουθήσουμε έκπληκτοι, μέχρι πού μπορεί να φτάσει το ερωτικό πάθος που εγγίζει πια τα όρια της διαστροφής.
Και όλα αυτά μέσα σ’ ένα πλαίσιο προϊούσης διαφθοράς και αναλγησίας του κράτους. Όταν η Ρέινα διανυκτέρευε σε μια ταπεινή πανσιόν της πάμπας του νότου «μέσα από τα παράθυρα αντίκρισε μια μακρινή κίνηση από λάμπες που πηγαινοέρχονταν. Οι εργάτες , σκέφτηκε η Ρέινα.
«Είναι οι Ινδιάνοι, είπε η επιστάτρια. Γυρεύουν αποφάγια. Καλύτερα να μην τους δει ο άντρας μου, γιατί τους ρίχνει με το τουφέκι όπως στις αλεπούδες και σ’ ένα βράδυ ρίχνει κάτω δυο-τρεις»
Ο Μαρτίνες σκιαγραφεί με περισσή μαεστρία τα πορτρέτα των δυο ηρώων του, περιγράφει με πειστικότητα το χάσμα που χωρίζει τους επιτυχημένους αστούς από τους λούμπεν προλετάριους, όπως είναι οι πάσης φύσεως μετανάστες που κατέφυγαν στην Αργεντινή με την προσδοκία μιας καλύτερης ζωής και μας διδάσκει ότι ο σύγχρονος άνθρωπος κατά βάση παραμένει ο ίδιος μ’ εκείνον της εποχής των σπηλαίων…
Ο Τόμας Ελόι Μαρτίνες (1934-2010), υπήρξε τα τελευταία χρόνια διακεκριμένος καθηγητής του Πανεπιστημίου του Νιου Τζέρσι στις ΗΠΑ. Έχει γράψει τρία πασίγνωστα και πολυμεταφρασμένα μυθιστορήματα, μια συλλογή δοκιμίων (Το Αργεντινό Όνειρο, 1999) και διατέλεσε επίσης μόνιμος αρθρογράφος μεγάλων εφημερίδων του Μπουένος Άιρες.




Νέα Καλλικράτεια, Ιούνιος 2011

Παρασκευή 20 Μαΐου 2011

Κόκκινος Απρίλης

ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΠΕΡΟΥ

SANTIAGO RONCAGLIOLO

ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΑΠΡΙΛΗΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ :ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΜΠΟΝΑΤΣΟΥ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2006
σελ. 320

Η επιθυμία του καταξιωμένου στη Λατινική Αμερική περουβιανού πεζογράφου Santiago Roncagliolo (Λίμα 1975) ήταν να γράψει «ένα θρίλερ με κατά συρροήν δολοφόνους», όπως μας εξομολογείται. Και το επιχείρησε με τέτοια επιτυχία (Abril Rojo 2006), ώστε απέσπασε το μεγάλο για τους ισπανόφωνους λογοτέχνες βραβείο Alfaguara για το 2006. Η επιτυχία του βέβαια, δεν οφείλεται τόσο στην ευρηματική πλοκή του μυθιστορήματος, η οποία με τις απρόβλεπτες ανατροπές της κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, όσο στο φυσικό και ιστορικό περιβάλλον του έργου, το οποίο ο Roncagliolo δανείστηκε από την πρόσφατη ιστορία της χώρας του, και ειδικότερα από τη δράση της εξτρεμιστικής οργάνωσης «Φωτεινό Μονοπάτι». Mια δράση όμως που έχει τερματιστεί τo διάστημα που ο συγγραφέας τοποθετεί την υπόθεση του έργου του, δηλαδή στο χρονικό διάστημα από τις 9 Μαρτίου ως τις 3 Μαΐου του 2000.
Και όπως μας πληροφορεί ο ίδιος , παρόλο που τα πρόσωπα του μυθιστορήματος είναι φανταστικά, οι ανατριχιαστικές μέθοδοι του πολέμου που εφαρμόζει σ' αυτό το Φωτεινό Μονοπάτι, καθώς και εκείνες της αντιτρομοκρατικής ανάκρισης, είναι πέρα για πέρα αληθινές.
Η πλοκή του έργου τοποθετείται στο Αγιακούτσο (Ayacucho) , μια μεσόγεια πόλη του Περού με μεγάλη τουριστική κίνηση, καθώς αποτελεί τον αναγκαίο σταθμό των τουριστών που προορίζονται για το θρυλικό Machu Pichu των Ινκας. Η εικόνα όμως της πόλης, όπως τη μεταμορφώνει ο συγγραφέας κάθε άλλο παρά συμβαδίζει με την εικόνα μιας τουριστικής πόλης. Είναι μια πόλη-φάντασμα που κατοικείται από φαντάσματα! Το μοτίβο της πόλης-φάντασμα το γνωρίζουμε πολύ καλά, καθώς ο πρώτος που το εμπνεύστηκε είναι ο μεξικανός Juan Ramon Rulfo στο έργο του Pedro Peramo (δες σχετική αναφορά στο παρόν ιστολόγιο)… Οι τουρίστες εδώ έχουν κατακλύσει την πόλη, όχι για τη φημισμένη ακρόπολη των Ίνκας, αλλά για να συμμετάσχουν στις μυστικιστικές τελετές του Πάσχα, που δεν θυμίζουν όμως σε τίποτε την ομώνυμη γιορτή της χριστιανοσύνης. Η πόλη συγκλονίζεται από αλλεπάλληλα φρικιαστικά εγκλήματα, παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες των αρχών να τα συγκαλύψουν για τουριστικούς λόγους . Τα θύματα βρίσκονται καμένα ή χωρίς κάποιο μέλος του σώματός τους που έχει αποσπαστεί βίαια από τους δολοφόνους. Και βέβαια η σκέψη όλων στρέφεται στο «Φωτεινό Μονοπάτι» η δράση του οποίου όμως, όπως υποστηρίζουν οι στρατιωτικές αρχές της χώρας, έχει οριστικά τερματιστεί.
Τα εγκλήματα αυτά καλείται να εξιχνιάσει ο έντιμος και αφελής εισαγγελέας Φέλιξ Τσακαλτάνα Σαλντίβαρ, ο οποίος ζει μόνος του αλλά με τη μόνιμη συντροφιά… της πεθαμένης μητέρας του. Στην υπόθεση εμπλέκονται ο στρατιωτικός διοικητής της πόλης, ένας ιερέας, ένας αστυνομικός, ο διοικητής των φυλακών υψίστης ασφαλείας της περιοχής και μια νεαρή σερβιτόρα. Και οι εκπλήξεις και οι ανατροπές ακολουθούν η μία την άλλη.
Εκείνο όμως που εντυπωσιάζει τον αναγνώστη είναι η σύνδεση του θέματος με τον αρχαίο θρύλο των Ίνκας, που αναφέρεται στην αποτυχημένη εξέγερση του βασιλιά των Ίνκας Τούπακ Αμάρου, και στον άγριο διαμελισμό του από τους ισπανούς κατακτητές μετά την ατυχή έκβαση της επανάστασής του, καθώς και στη διασπορά των μελών του στα τέσσερα σημεία της αυτοκρατορίας από το φόβο της ανάστασής του!
Ο συγγραφέας κατορθώνει να πείσει τον αναγνώστη ότι οι μέθοδοι των μελών του Φωτεινού Μονοπατιού έχουν αυτή την καταγωγή. Κι ο αναγνώστης ζει όλη τη φρίκη αυτής της άγριας πρακτικής, η οποία βέβαια προκαλεί και τα αντίποινα των παραστρατιωτικών οργανώσεων της χώρας που συναγωνίζονται κι αυτές σε αγριότητα τη διαβόητη τρομοκρατική οργάνωση. Κι όλα αυτά με φόντο το άγριο τοπίο των Άνδεων και τα αφιονισμένα πλήθη των πιστών που συμμετέχουν στις τελετές του θανάτου, της ταφής και της ανάστασης του Χριστού.
Ο συγγραφέας μέσα από τις σελίδες του βρίσκει την ευκαιρία να καυτηριάσει τη διοίκηση του προέδρου Αλβέρτο Φουτζιμόρι, του εξολεθρευτή των τρομοκρατών, στηλιτεύοντας τις υπερεξουσίες του στρατού στη διοίκηση της χώρας, την προϊούσα διαφθορά της δημόσιας διοίκησης και την απελπιστική κατάσταση των Ινδιάνων αγροτών στις Άνδεις που ονειρεύονται πότε θα ξαναενωθούν τα μέλη του Τούπακ Αμάρου, "τα οποία όλον αυτόν τον καιρό μεγαλώνουν κάτω από τη γη και εκτείνονται ώσπου να συναντηθούν, οπότε θα κλείσει ο κύκλος των Ίνκας"

Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

Η Πορτοκαλιά

ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

ΜΕΞΙΚΟ

CARLOS FUENTES

Η ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΕΦΗ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ

ΑΓΡΑ 1994 (σελ. 274)


Την «Πορτοκαλιά» του διάσημου μεξικανού πεζογράφου Carlos Fuentes, την αποτελούν πέντε νουβέλες, γραμμένες σε διαφορετικό χρόνο και τόπο, που δύσκολα θα μπορούσε να τις εντάξει κανείς σε μια θεματική ενότητα. Η δημοσίευσή τους σε κοινό σώμα με κοινό τίτλο μάλλον τους στερεί το στοιχείο της αυτονομίας με το οποίο είναι ολοφάνερο ότι θα κέρδιζαν. Ο συγγραφέας βέβαια –ίσως για καθαρά εκδοτικούς λόγους-φρόντισε να τις ενοποιήσει με την προσθήκη σ’ όλες του θεματικού στοιχείου του ομώνυμου δέντρου, αλλά αυτό φαίνεται ελάχιστα αποδοτικό. Εν πάση περιπτώσει. Ο λόγος του πασίγνωστου δημιουργού παραμένει το ίδιο άρτιος και διεισδυτικός, όπως τον ξέρουμε από τον «Αρτέμιο Κρους», η διαπραγμάτευση των επιμέρους θεμάτων του δεν παύει να υπακούει στο μαγικό ρεαλισμό, χαρακτηριστικό ολόκληρης της λατινόφωνης αμερικανικής πεζογραφίας, και η αναφορά του σε θέματα χρονογραφικού χαρακτήρα, μάλλον χρησιμοποιείται ως αφορμή, όχι βέβαια να μας «διηγηθεί», αλλά να κεντρίσει τη φαντασία μας.

Στις «Δυο Όχθες» (η νουβέλα έχει γραφεί μεταξύ Λονδίνου και Μεξικού το χειμώνα του 1992-93) ξαναζούμε την κατάκτηση του Μεξικού από τον κονκισταδόρο Ερνάν Κορτές. Την άφιξή του στη νέα γη, τη σύγκρουσή του με την αυτοκρατορία των Αζτέκων, την ισοπέδωση της πρωτεύουσάς τους Τενοτστιτλάν, στα ερείπια της οποίας χτίστηκε η νέα πόλη του Μεξικού, και την αιχμαλωσία του τελευταίου βασιλιά τους, τους Μοντεσούμα. Ιχνηλατούμε το ρόλο που έπαιξε σ’ αυτήν την κατάκτηση μια όμορφη ινδιάνα σκλάβα, η Μαλίντσε, με την οποία ο Κορτές θα αποχτήσει τον πρώτο του γιο, παρακολουθούμε το θαυμασμό των ιθαγενών για τα άλογα των κατακτητών, που τα αντίκριζαν για πρώτη φορά, διαπιστώνουμε τον καταστροφικό ρόλο για τον πολιτισμό των Αζτέκων που έπαιξαν οι Ιησουίτες ιεραπόστολοι, που ακολουθούσαν τον κατακτητή σαν τα κοράκια, καθώς αυτοί ήταν που επέβαλαν στον Κορτές την ολοσχερή καταστροφή κάθε χώρου λατρείας των κατακτημένων… Και το παράδοξο-και γοητευτικό συγχρόνως –είναι ότι όλα αυτά μας τα εξιστορεί με ακρίβεια μεσαιωνικού χρονογράφου από τον τάφο του στη Σαντακρους ο διερμηνέας του Κορτές, Χερόνυμο δε Αγιλάρ, πεθαμένος από σύφιλη…

Η δεύτερη νουβέλα του έργου με τον τίτλο «Οι γιοι του κατακτητή», γραμμένη στο Εσκοριάλ τον Ιούλιο του 1992, αποτελεί κατά κάποιο τρόπο τη θεματική συνέχεια της πρώτης. Τα γεγονότα τα εξιστορούν εδώ οι δυο –από τους … δώδεκα- γιοι του κατακτητή: ο Μαρτίν ο ΙΙ, γιος του από την ινδιάνα Μαλίντσε, και ο Μαρτίν ο Ι, από μια ισπανίδα «νόμιμη» σύζυγο. Εδώ ζούμε τη δόξα , αλλά και την κατάπτωση του Κορτές, που αναλώθηκε σε μια σειρά από γραφειοκρατικές δίκες με τους αντιπάλους του στην Ισπανία , αλλά και την ιστορία του Μεξικού μετά το θάνατο του Κορτές, όπως την έζησαν –από διαφορετικό πρίσμα βέβαια-οι δυο διάδοχοι γιοι του, οι οποίοι δεν απέφυγαν τη μοίρα του πατέρα τους: φυλακίστηκαν και εξευτελίστηκαν από το συμβούλιο της Αντιβασιλείας της χώρας με την κατηγορία της συνομωσία κατά του ισπανικού στέμματος. Και οι δυο εξορίστηκαν και πέθαναν στην Ισπανία.
Η νουβέλα «Οι δυο Νουμαντίες» μας μεταφέρει στα χρόνια της ρωμαϊκής εξάπλωσης προς τη δύση (Β’ αιώνας π. Χ.). Εδώ το σκηνικό «στήνεται» από τον Έλληνα ιστορικό Πολύβιο τον Μεγαλοπολίτη, που βρέθηκε αιχμάλωτος στην αυλή του Σκιπίωνα του Αιμιλιανού, του πορθητή της ισπανικής Νουμαντίας (133 π.Χ.). Μιας πόλης για την κατάκτηση της οποίας οι Ρωμαίοι θυσίασαν εκατοντάδες χιλιάδες στρατού και πάνω κάτω εκατό χρόνια αγώνων… Μια πόλη την οποία ο Σκιπίων, εγγονός του ομώνυμου Σκιπίωνα του Αφρικανού, του πορθητή της Καρχηδόνας, την πολιόρκησε και την κατέλαβε χωρίς μάχη, καθώς οι υπερασπιστές της εξαντλήθηκαν από την πείνα και τις κακουχίες. Και αυτό λίγο πριν δώσει τους πρώτους της καρπούς μια πορτοκαλιά, την οποία είχε φυτέψει πριν έξι χρόνια στο κέντρο της πλατείας της πόλης κάποιος γενοβέζος ταξιδιώτης… Η νουβέλα είναι γραμμένη στο Βαλντεμορίγιο-Φορμεντόρ το καλοκαίρι του 1992
Η νουβέλα «Ο Απόλλων και οι πουτάνες», γραμμένη μεταξύ Ακαπούλκου και Λονδίνου από τον Μάιο του 1991 ως τον Σεπτέμβριο του 1992, έχει ως πρωταγωνιστή και αφηγητή (με ημερολογιακή ακρίβεια) έναν ηθοποιό b-moovies του Χόλιγουντ. Ο οποίος νοικιάζει ένα γιοτ στο Ακαπούλκο, όπου περνούσε τις διακοπές του, και απομακρύνεται στον ωκεανό με …εφτά νεαρές πόρνες. Η περιγραφή της θάλασσας, του ήλιου και των νεαρών γυναικών, οι οποίες αποχαλινώνονται στη διάρκεια του ταξιδιού, συνιστούν μια σειρά από άκρως αισθησιακές σκηνές. Μόνο που ο ατυχής ηθοποιός πεθαίνει –βέβαια—από συγκοπή πάνω στο κατάστρωμα, εξακολουθεί όμως να βλέπει και να περιγράφει τα τεκταινόμενα και μετά το θάνατό του… Το κείμενο αποτελεί μάλλον προϊόν χαλάρωσης και διαφυγής του συγγραφέα από την καθημερινή ρουτίνα, στο εντυπωσιακό αυτό μεξικανικό θέρετρο του Ειρηνικού.
Στην Πέμπτη τέλος νουβέλα με τίτλο «Οι δυο Αμερικές» επιχειρείται να δοθεί η αντίστιξη ανάμεσα στον παράδεισο της προκολομβιανής Αμερικής και μιας άλλης Αμερικής, αυτής του εικοστού πρώτου αιώνα, η οποία μαστίζεται από την οικολογική καταστροφή και την τουριστική «αξιοποίηση». (Λονδίνο, 11 Νοεμβρίου 1991).


Σε γενικές γραμμές το έργο το διακρίνει μια εντυπωσιακή αφηγηματική αμεσότητα (κυριαρχεί η πρωτοπρόσωπη αφήγηση), ένας σεβασμός στην ιστορική ακρίβεια των γεγονότων, αλλά και μια σαφής τάση για υπέρβαση, για ενορατική ενατένιση των γεγονότων, που χαρακτηρίζει κάθε ήρωα-αφηγητή. Και αυτό είναι ίσως που δίνει στο έργο μιαν άλλη διάσταση, διαφορετική από αυτήν ενός κοινού ιστορικού αφηγήματος.

Τρίτη 19 Απριλίου 2011

Τα Σακιά


ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΝΗ
ΤΑ ΣΑΚΙΑ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2010
σελ. 336


Ο διαχειριστής αυτού του ιστότοπου σπάνια συναρτά την ποιότητα ενός λογοτεχνικού έργου από το πλήθος των εκδόσεών του. Συχνά, ευπώλητα έργα, έργα που έγιναν πασίγνωστα γνωρίζοντας δεκάδες εκδόσεων, διαπιστώθηκε, μόλις κατακάθισε ο κουρνιαχτός που άφησαν πίσω τους, ότι ελάχιστα συνεισέφεραν στη λογοτεχνική προκοπή μιας χώρας. Κάποτε όμως, για λόγους συχνά ανερμήνευτους, ο κανόνας αυτός αναιρείται. Όπως ακριβώς συμβαίνει με τα «Σακιά» της Ιωάννας Καρυστιάνη, έργο που μετράει μέχρι στιγμής έντεκα εκδόσεις μέσα σ’ ένα χρόνο (2010-2011). Και αναμφισβήτητα διαθέτει εκείνες τις αρετές που το καθιστούν άκρως ανθεκτικό στο χρόνο. Ποια να είναι τάχα εκείνη η μαγική συνταγή που οδηγεί κάποια αξιόλογα λογοτεχνικά έργα στην εκδοτική επιτυχία, τη στιγμή που άλλα, της ίδιας ενδεχομένως ποιότητας, μετά βίας επιβιώνουν; Η απάντηση δεν είναι εύκολη.
Αυτά τα σακιά στα οποία αναφέρεται η συγγραφέας καμιά σχέση δεν έχουν βέβαια με τα δισάκια που κουβαλάει ο καθένας μας, σύμφωνα με το αισώπειο μότο του παρόντος ιστότοπου. Κι αυτό γιατί το βάρος εκείνων ούτε καν το υποψιαζόμαστε, ενώ αυτών-εδώ γίνεται συχνά τόσο δυσβάσταχτο, που μας γονατίζει … Ένα ακόμη ερώτημα, το ίδιο δυσεξήγητο, είναι το κατά πόσο συμβάλλουμε οι ίδιοι με τις πράξεις ή τις παραλείψεις μας στην αύξηση του βάρους αυτών των σακιών. Αυτό είναι και το κύριο ερώτημα που διερευνά η συγγραφέας μέσα από τις σελίδες του έργου της.
Η Βιβή Σωτηροπούλου, Χολέβα μετά το γάμο της με το Φώτη, γεννημένη το 1955 -η συγγραφέας παραθέτει με ημερολογιακή ακρίβεια τη δράση της μέσα στο σύγχρονο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι- τίποτε σημαδιακό δεν είχε που να προοιωνίζεται τον μετέπειτα Γολγοθά της. Το «σακί» της, όταν ξεκίνησε από το Αλωνάκι της Αχαΐας για να σπουδάσει στην Αθήνα, ήταν ελαφρύ σαν πούπουλο. Το μόνο που την απασχολούσε ήταν να μην αρχίσει τη φοιτητική της ζωή … παρθένα. Το έλυσε κι αυτό, πάει και τέλειωσε. Η Ιατρική Σχολή δεν φάνηκε να την τρομάζει. Το πρώτο έτος το πέρασε χωρίς δυσκολία. Ήταν όμως η χρονιά που γνώρισε το Φώτη, Επτανήσιο ξυλουργό και κομμουνιστή. Τότε που ανακάλυψε την απασχόληση …των κάτω άκρων, η οποία φαίνεται τόσο την συνεπήρε , ώστε μέσα στην ίδια χρονιά, έγκυος στο γιο της, ντύθηκε νύφη. Και αντίο μαθήματα, αντίο σπουδές…. Τον Αύγουστο του ’77 γεννιέται ο Λίνος.
Γρήγορα έγινε αντιληπτό ότι για να ξεκινήσει τη ζωή της η μικρή οικογένεια, χωρίς σπίτι , χωρίς ένα σταθερό εισόδημα, χρειάζονταν αποφάσεις που θα ανέτρεπαν τα ως τότε σχέδια του ζευγαριού. Αποφάσεις που ο Φώτης άφησε να πάρει η γυναίκα του. Βρέθηκαν λοιπόν ένα πρωί με ένα ημιυπόγειο κατάστημα πώλησης δώρων, μικρές πορσελάνινες χορεύτριες κυρίως και άλλα συναφή. Ο Φώτης συγκατατέθηκε ν’ αφήσει την πλάνη και το σκαρπέλο και ν’ ασχοληθεί με τα οικονομικά της νέας επιχείρησης, η οποία γρήγορα πήρε τα πάνω της, ρίχνοντας όμως οριστικά κάτω το νεαρό οικοδόμο, που το ‘ριξε στο ποτό. Και το παιδί άρχισε τη ζωή του αποκλειστικά μέσα σ’ ένα κόσμο γυναικείο, κυρίαρχο ρόλο στον οποίο έπαιξε και η κουμπάρα του ζευγαριού, μια συμφοιτήτρια της μάνας, που κατάφερε και έγινε γιατρός και φρόντισε αργότερα και για τη σεξουαλική διαπαιδαγώγησή του βαφτισιμιού της, από τη στιγμή που ο πατέρας ήταν ουσιαστικά απών και σε λίγο πεθαμένος…
Οι λεγόμενοι «γαμπροί της ευτυχίας» που συνδέθηκαν στη συνέχεια με τη ζωή τής μάνας, δε φτούρησαν. Έπαιξαν όμως , καθώς φάνηκε, καθοριστικό ρόλο στη ζωή του πανέξυπνου παιδιού, που μεγάλωνε μέσα σε μια χαρακτηριστική οικονομική άνεση, καθώς η μάνα του πίστευε ότι αυτό θα μπορούσε να αντικαταστήσει μια φυσιολογική οικογενειακή ζωή. Κι ο υπερευαίσθητος Λίνος κλεινόταν όλο και περισσότερο στον εαυτό του και στις ανεξήγητες σιωπές του. Δεν θα χρειαζόταν παρά μια, όχι ασυνήθιστη, ατυχία στην πρώτη του ερωτική επαφή με το άλλο φύλο, για να τον βουλιάξει οριστικά. Εγκατέλειψε τις σπουδές του – στο πρότυπο της μάνας-και τα βράδια, εξαφανισμένος συχνά, έφτασε εκεί που η μάνα του δεν μπορούσε ούτε να το πιστέψει: στον κατά συρροή βιασμό κοριτσιών και, σε μια περίπτωση, και στο φόνο!. Κι όταν εκείνη βεβαιώθηκε ότι ο γιος της έφτασε ως εκεί, δε διστάζει να τον καταδώσει η ίδια στην αστυνομία. Κι ο Λίνος μετά τη δίκη του βρέθηκε έγκλειστος στον Κορυδαλλό με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, καθώς δεν του καταλογίστηκε κανένα ελαφρυντικό. Η μάνα κατέρρευσε.
Η συγγραφέας επιλέγει τον κυκλικό αφηγηματικό χρόνο. Η εκκίνηση από μια πενθήμερη εκδρομή που οργανώνει η μάνα για τον ισοβίτη –τριαντάχρονο πια-γιο κατά την πρώτη του άδεια από τον Κορυδαλλό. Μια μάνα όμως ριζικά διαφορετική απ’ αυτήν που ξέραμε. Σκοπός της ζωής της είναι πια να αυτοτιμωρηθεί για την άγνοιά της, την τυφλότητά της, όπως πιστεύει, μπροστά στην προϊούσα αποκοινωνικοποίηση του γιου της. Και συγχρόνως, αργά ίσως, να κατασκευάσει ένα περιβάλλον ελκυστικό γι αυτόν, που θα τον οδηγήσει στην ανακάλυψη κάποιου σκοπού, ενός κινήτρου για τη ζωή του. Έτσι το ότι για την επιβίωσή της επέλεξε να περιποιείται γέροντες σε κατάρρευση και συχνά στα πρόθυρα του θανάτου, δεν είναι διόλου τυχαίο. Και το ότι καθόλου δε δυσανασχετεί με τη δουλειά της, αντίθετα τη συνδέει μια απίστευτη τρυφερότητα με τους πελάτες της, κι αυτή δική της επιλογή υπήρξε. Όσο για το ελκυστικό κίνητρο που θα μπορούσε να προσδώσει νόημα στη χαμένη ζωή του Λίνου, η Βιβή διάλεξε τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό.
Οργάνωσε λοιπόν αυτή τη σημαδιακή εκδρομή με κάθε λεπτομέρεια. Προετοιμάστηκε μήνες. Υπολόγισε τα πάντα. Μέχρι και την πιθανότητα να κινδυνέψει από το ίδιο της το παιδί! Και γι αυτό έκρυψε στο βάθος του ταξιδιωτικού της σάκου ένα γουδοχέρι κι ένα κουζινομάχερο…Έβαλε λοιπόν τα δυνατά της και ξεκίνησε τη θεάρεστη αποστολή της. Μόνο που υπολόγισε χωρίς το Λίνο. Ο οποίος σ’ όλη τη διάρκεια της εκδρομής βυθίστηκε στη γνωστή του σιωπή. Ούτε λέξη δεν άκουσε από το αδιάκοπο ενθουσιαστικό παραλήρημα της μάνας του. Ούτε το στάδιο, ούτε ο Ηνίοχος, ούτε τα ανάγλυφα των δελφικών θησαυρών κατάφεραν να τον συγκινήσουν. Ούτε , παραδόξως, οι αδέσποτες δεκατετράχρονες συλφίδες που πλημμύριζαν ημίγυμνες το χώρο.
Η επιστροφή στην Αθήνα ήταν μια κηδεία. Το θαύμα που πρόσμενε η μάνα ανύπαρκτο. «Ο ήλιος, η θάλασσα η γαλάζια, το βάθος του άσωστου ουρανού» άφησαν ασυγκίνητο το παλικάρι. Και η μάνα καθώς το αποχαιρετούσε καταρρακωμένη στην πύλη της φυλακής, θα επαναλάμβανε ασφαλώς μέσα της τούς καταληκτικούς στίχους των «Μοιραίων» του Βάρναλη:
Ποιος φταίει, ποιος φταίει; Κανένα στόμα
δεν το ΄βρε και δεν τό ‘πε ακόμα…
Η Καρυστιάνη αποφεύγει τους μελοδραματισμούς, τις εύκολες απαντήσεις, την κουραστική και κοινοτοπική «χρηστομάθεια». Αφήνει τον αναγνώστη να βυθιστεί στο βούρκο της μαύρης αφήγησής της χωρίς έλεος. Με την προσδοκία ότι ίσως κι ο ίδιος κάποια στιγμή αισθανθεί εκείνη τη λύτρωση που χαρίζει κάθε γνήσιο πνευματικό δημιούργημα…

Παρασκευή 8 Απριλίου 2011

Η Νήσος των Βαλκανίων

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΣΕΡΒΙΑ
ΒΙΝΤΟΣΑΒ ΣΤΕΒΑΝΟΒΙΤΣ
Η ΝΗΣΟΣ ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΩΝ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΚΑΓΚΑ ΡΟΣΙΤΣ
"ΕΣΤΙΑ" 1993
(σελ. 178)



Ιδιότυπο αφήγημα ενορατικού χαρακτήρα (ας θυμηθούμε την Αποκάλυψη του Ιωάννη), που συνέθεσε το 1993 ο αυτοεξόριστος στην Αθήνα σέρβος συγγραφέας και διανοούμενος Βιντοσάβ Στεβάνοβιτς, ένα αφήγημα που αναφέρεται στη συλλογική παράνοια που μάστιζε τη χώρα του τα χρόνια εκείνα. Για να δώσουμε το στίγμα του φιλόδοξου αυτού εγχειρήματος, αρκεί να περιοριστούμε στις εξής αναφορές:


«Τον τρελό αρχηγό τον σκοτώνουν αμέσως οι συμπολεμιστές του. Ο τρελός οδηγός σκοτώνεται στο δρόμο. Τον τρελό γιατρό θα τον κλείσουν αργά ή γρήγορα στο ψυχιατρείο. Μονάχα τον τρελό Πρόεδρο (της κυβέρνησης) τον ακολουθούν όλοι ως το θάνατό του, ακόμη και μετά απ’ αυτόν».
"Εκεί στο υπόγειο είχε δει μια γυναίκα που δεν ανήκε σε κανέναν, έγκλημα μεγαλύτερο από το να ανήκεις σε λάθος πλευρά…» "Εάν το δίκαιο είναι με το μέρος μας, πράγμα που δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία, τότε με το μέρος μας είναι και η αλήθεια, ακόμη και τη στιγμή που δεν είναι…»
Πρόδηλος ο σκοπός του συγγραφέα: να καταγγείλει τον εθνικοθρησκευτικό φανατισμό που μάστιζε τη χώρα του στα χρόνια του Μιλόσεβιτς. Γι αυτό το λόγο ακριβώς έγραψε το πόνημά του στην Αθήνα, μακριά από τη χώρα του. Ας θυμηθούμε εκείνο το αλήστου μνήμης «Ελλάς, Ελλήνων , Χριστιανών» και –γιατί όχι- κι εκείνο το άλλο «Η Ελλάς ανήκει στους Έλληνες»…


Τα πρόσωπα του δράματος, που συνδέονται μεταξύ τους με ακατάλυτους δεσμούς λατρείας και μίσους, είναι τα παρακάτω: Η μάνα και η κόρη «που δεν ανήκουν πουθενά» και μοιράζονται τις μέρες τους ανάμεσα στο διαμέρισμά τους και στα υπόγεια της πολυκατοικίας που βομβαρδίζεται ανηλεώς μέρα και νύχτα από τους «άλλους». Ο πατέρας, συνταξιούχος πολεμιστής , και εκκολαπτόμενος Αρχηγός, που καταφεύγει στην πόλη για ν’ αγωνιστεί μέχρις εσχάτων για το δίκιο της χώρας του, καθώς το χωριό του το κατέχουν τώρα «οι άλλοι»…O "ανιψιός» που θα κάνει το λάθος να ξεκινήσει τη συγγραφή κάποιου βιβλίου, την ώρα που η πατρίδα απαιτεί άλλου είδους θυσίες…Ο «δάσκαλος», ένας ιδιότυπος γκουρού της ορθοδοξίας και του έθνους που μεταλαμπαδεύει τις αιώνιες αυτές αξίες στους μαθητές του.(«Ένας είναι ο θεός. Και μια είναι η θρησκεία που δημιουργείται από την πίστη σ’ αυτόν το θεό. Όλοι οι άλλοι θεοί και όλες οι άλλες θρησκείες είναι ψέμα, πλάνη και σπορά του διαβόλου…») Ο πλανόδιος ρεπόρτερ από το Σικάγο, που κυνηγάει στην ξένη γη την επικαιρότητα και τη φρίκη –αυτά που τρέφουν τους απανταχού της γης αναγνώστες- και τέλος ο σκύλος με τις μαύρες βούλες που συνεχώς μεταμορφώνεται «Πέτρος, Αποστόλης, Γκάρυ, Τέντυ…»).. Και γύρω τους ένας αρμαγεδδώνας φρίκης και καταστροφής: άνθρωποι να ακρωτηριάζονται και να πεθαίνουν αβοήθητοι, σπίτια να λαμπαδιάζουν, χωριά ολόκληρα να σβήνουν από το χάρτη… Οι «υπερασπιστές» να μπερδεύονται τόσο με τους «απελευθερωτές» , ώστε είναι αδύνατο να τους ξεχωρίσεις. Εκτός αν τους υποχρεώσεις να σου δείξουν το πέος τους ή να γράψουν μια δυο λέξεις. Η περιτομή η το λατινικό αλφάβητο αποτελούν αδιάψευστο σημάδι που οδηγεί στο θάνατο… Και η κατάληξη: μετά το τέλος του πολέμου, οι νικητές θα στείλουν στον Πρόεδρο ένα μνημόνιο στο οποίο θα προτείνουν να περιχαρακώσουν την ευτυχισμένη χώρα τους με ένα φαρδύ και βαθύ κανάλι, στο οποίο θα διοχετεύσουν νερό από τη θάλασσα και τα ποτάμια, έτσι που η χώρα τους θα αποτελέσει ένα μεγάλο νησί, αποκομμένο από τον υπόλοιπο κόσμο, «μια καινούρια ήπειρος που θα φοβούνται οι πάντες, γεμάτη όπλα και περηφάνια». Μήπως εκεί δεν οδηγούνταν η Γιουγκοσλαβία του Μιλόσεβιτς, πριν επέμβουν «οι δυνάμεις του κακού» και τη διαμελίσουν;


Η αφήγηση πάντα σε πρώτο ενικό, σε μορφή ημερολογίου, χωρίζεται σε «τετράδια», ενώ τα επιμέρους πλάνα της αριθμούνται με τη σειρά και με ακρίβεια.. Το μυθιστόρημα αποτελεί το δεύτερο μέρος μιας τριλογίας . Τα άλλα μέρη είναι «Το Χιόνι» και «Η άλλη Ιερουσαλήμ». Μεταφρασμένα από την «Εστία». Ο συγγραφέας γεννήθηκε το 1942 σε μια κωμόπολη της Σερβίας, σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου και το 1986 κυκλοφoρεί το μυθιστόρημά του «Διαθήκη» που πραγματοποιεί μέσα σε οχτώ μήνες έντεκα εκδόσεις. Αυτό όμως ενόχλησε τη λογοκρισία της χώρας του που απαγόρεψε την παραπέρα κυκλοφορία του με το σκεπτικό ότι διασύρει την πατρίδα του… Έτσι αυτοεξορίζεται στην Αθήνα και στη συνέχεια στο Παρίσι. Από το 1995 ζει και εργάζεται στη Σερβία .

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2011

Κυριακάτικο Ψάρεμα




ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

ΡΟΥΜΑΝΙΑ

ADRIAN SITARU

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΨΑΡΕΜΑ (2007)

86 λεπτα

Ο Mihai και η Lubi ξεκινούν ένα κυριακάτικο πρωινό για πικνίκ έξω από μια μεγάλη άχαρη πόλη. Γρήγορα αντιλαμβανόμαστε ότι κάτι σημαντικό δεν λειτουργεί σωστά ανάμεσά τους. Παρά την προσποιητή τρυφερότητα που δείχνουν συνεχώς ο ένας για τον άλλο…Εκείνος, καθηγητής μαθηματικών , είναι αποφασισμένος να παραιτηθεί από τη θέση του, καθώς η διευθύντρια του σχολείου όπου εργάζεται τον πιέζει να μην απορρίψει μαθητές. Δεν είναι διατεθειμένος να απεμπολήσει τις αρχές του. Εκείνη τον ακούει αφηρημένα και μάλλον δεν συμφωνεί με την απόφασή του. Παίζει αδιάκοπα με το κινητό της, καθώς αμφιταλαντεύεται για το αν θα ανακοινώσει στον άντρα της ότι έχει εραστή. Οπότε, κάποια στιγμή, μια νεαρή πόρνη πέφτει κυριολεκτικά πάνω στους τροχούς του αμαξιού τους. Πανικός. Τη σκότωσαν ή όχι; Γρήγορα όμως η προκλητική μικρή πόρνη συνέρχεται και αποδεικνύεται αποφασιστικός καταλύτης για την πορεία της σχέσης του ζευγαριού: με την αφέλειά της και την ανθρωπιά της αποκαλύπτει το μέγεθος της υποκρισίας του ζευγαριού και τους υποχρεώνει να αποδυθούν τις καταλυτικές μικροαστικές αντιλήψεις τους που τους ταλάνιζαν και να πάρουν εκείνες τις αποφάσεις που θα οδηγούσαν τη σχέση τους σε μια νέα τροχιά. Ο Mihai θα αποφασίσει να παρουσιαστεί τη Δευτέρα στη δουλειά του («Μα και φυσικά θα πρέπει να κάνεις αυτό που σου ζητάνε οι εργοδότες σου» θα αποφανθεί η μικρή πόρνη «Κι εγώ το ίδιο κάνω. Και είμαι ευτυχισμένη…») Η Lubi θα ανακοινώσει επιτέλους τηλεφωνικά στον άντρα της ότι έχει σχέση και το ζευγάρι θα κάνει για πρώτη φορά έρωτα στο αυτοκίνητο , λιγο πριν ξεκινήσουν για την πόλη.

Ο σκηνοθέτης δεν προσπαθεί να εξωραΐσει ούτε το αστικό τοπίο που μας συνθλίβει με την ασχήμια και τη μονοτονία του, ούτε το προ- αστικό, με το αραιό δάσος και το ακίνητο και μολυσμένο ποτάμι, όπου το ζευγάρι θα ψαρέψει, θα κρυώσει τις μπίρες του και θα βρέξει τα πόδια του. Σε αντίθεση μ’ κείνο το σημαδιακό για την εποχή του «Γεύμα στη χλόη» του Μανέ. Εδώ τη θέση της γυμνής γυναικείας φιγούρας του πίνακα την καταλαμβάνει επάξια η μισόγυμνη πόρνη που ξέρει τι θέλει και γιατί το θέλει. Η κάμερα ασταθής και αεικίνητη, θαρρείς και αποτυπώνει το τοπίο και τις ανθρώπινες μορφές από μόνη της, χωρίς χειριστή. Πότε στρέφεται στον ουρανό, πότε στο θλιβερό δάσος και κάποτε στις καθιστές φιγούρες από τις πιο απίθανες γωνίες. Μια ακραία εκδοχή του δανέζικου «δόγματος» της κινηματογραφικής τέχνης. Αυτό ενόχλησε σφόδρα τους θεατές της Θεσσαλονίκης αλλά και τους σχολιαστές των κινηματογραφικών ιστοσελίδων…Οι διάλογοι πότε χειμαρρώδεις και εξεζητημένα κοινοτοπικοί, πότε απροσδόκητα αφαιρετικοί, σχεδόν σουρεαλιστικοί, προσθέτουν στην ταινία μια άλλη διάσταση. Εκείνη της αντίστιξης ανάμεσα στην τρέχουσα μικροαστική ηθική και τη ρωμαλέα και ανεπιτήδευτη ηθική των λαϊκών στρωμάτων. Ο σκηνοθέτης Adrian Sitaru κατάγεται από την Timisoara, γεννήθηκε το 1971 και έχει σκηνοθετήσει πολλές μικρού μήκους ταινίες , καθώς και ταινίες για την τηλεόραση. Το «Κυριακάτικο Ψάρεμα» (και όχι… Κάλεσμα , όπως εκ παραδρομής μάλλον αποδόθηκε στα ελληνικά) τιμήθηκε με το ειδικό βραβείο της κριτικής επιτροπής , καθώς και με τον«Αργυρό Αλέξανδρο» στο 49ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (2008)

Τρίτη 29 Μαρτίου 2011

Τρία Τραγούδια για το Κοσσυφοπέδιο



ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΑΛΒΑΝΙΑ
ISMAIL KADARE
ΤΡΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΠΕΝΘΙΜΑ
ΓΙΑ ΤΟ ΚΟΣΣΥΦΟΠΕΔΙΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ /2000
(σελ. 96)

Το σύντομο αυτό ιστορικό αφήγημα γράφτηκε από το Μάρτη του 1997 ως το Μάρτη του 1998, όταν δηλαδή η διαμάχη ανάμεσα στην Αλβανία και στη Σερβία του Μιλόσεβιτς γι αυτή τη μικρή λωρίδα γης βρισκόταν στο αποκορύφωμά της. Ο σκοπός του συγγραφέα είναι προφανής από τις πρώτες κι όλας γραμμές: να καταδείξει την παράνοια αυτής της σύγκρουσης ανάμεσα στις δυο εθνότητες της Βαλκανικής, που βαστάει αιώνες τώρα, και να υπαινιχθεί ότι ίσως μια νέα εθνότητα, αυτή των Κοσοβάρων, αναδύεται στη Χερσόννησο.
Ως κεντρική αφετηρία της ιστορικής του αφήγησης ο συγγραφέας επέλεξε τη μεγάλη μάχη του Κοσσυφοπεδίου (28 Ιουνίου 1389) ανάμεσα στους συνασπισμένους Βαλκάνιους και τους Οθωμανούς. Μας διηγείται λοιπόν την προετοιμασία της εκστρατείας από το σουλτάνο Μουράτ, την άφιξή του στην Πεδιάδα των Κοτσυφιών προτού οι συνασπισμένοι αντίπαλοί του (Σέρβοι, Βόσνιοι, Καθολικοί Αλβανοί, Ορθόδοξοι Αλβανοί και Βλάχοι) προλάβουν να καταλάβουν κατάλληλες θέσεις για μάχη. Ζούμε την τελευταία νύχτα πριν από τη μεγάλη μάχη. Κεντρικό ρόλο στη διήγηση θα παίξουν οι «πολεμικοί ανταποκριτές» της εποχής: οι ιστορικοί και οι Βάρδοι που συνοδεύουν τα στρατεύματα για να υμνήσουν τα κατορθώματα των κυρίων τους την ώρα της μάχης. Μόνο που οι Σέρβοι βάρδοι το μόνο μοτίβο που γνώριζαν να πλέκουν ήταν «Ετοίμασαν τα όπλα οι Αλβανοί κι ερχόνται» και οι ομότεχνοί τους Αλβανοί με τις λιαχούτες τους επαναλάμβαναν κι αυτοί τη μόνη εισαγωγή που είχαν μάθει: "Άντρες σηκωθείτε, οι Σκια (Σέρβοι) μας πλακώσαν!" Και οι Τούρκοι απέναντί τους έτοιμοι να τους αφανίσουν!
Η μέρα της μάχης περιγράφεται με σύντομο και γλαφυρό τρόπο: τη στιγμή που οι συνασπισμένοι Χριστιανοί ζητωκραύγαζαν, η κάθε εθνότητα ξεχωριστά, για « την Αγία Σερβία, την Αετογέννητη Αλβανία, την ένδοξη Βλαχία ή την Αθάνατη Βοσνία» οι αντίπαλοί τους μια ιαχή μόνο γνώριζαν : το όνομα του Αλλάχ…Και το αποτέλεσμα της μάχης ήταν η συντριβή των συμμάχων και η πλήρης επικράτηση των Τούρκων. Αναφέρεται η αιχμαλωσία του αρχιστράτηγου των Χριστιανών Σέρβου πρίγκιπα Λάζαρου, ενώ οι συνθήκες του θανάτου του Μουράτ μας περιγράφονται όπως πραγματικά υπήρξαν: κάτι ανάμεσα σε ηρωικό θάνατο στο πεδίο της μάχης και σε δολοφονία από τους βεζίρηδές του.
Στο δεύτερο «τραγούδι» διεκτραγωδείται η περιπετειώδης φυγή προς βορρά των Χριστιανών βάρδων που γλίτωσαν και η άφιξή τους στα κάστρα της κεντρικής Ευρώπης, όπου μεταφέρουν την είδηση της καταστροφής της χριστιανοσύνης…Σ’ ένα χριστιανικό βορρά όπου κυριαρχεί η παράνοια της Ιερής Εξέτασης…
Στο τρίτο , τέλος, «τραγούδι» που τιτλοφορείται «βασιλική προσευχή», μιλάει ο ίδιος ο νεκρός σουλτάνος, ή καλύτερα το προσεχτικά μαζεμένο και θαμμένο αίμα του (γιατί το σώμα του μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη) και μας αφηγείται τα όσα είδε και άκουσε ως την εποχή του ΝΑΤΟ, της Μαντλέν Ολμπράιτ, του Μιλόσεβιτς και των σφαγών της Ντρένιτσα… Ο Ισμαήλ Κανταρέ (γεννημένος στο Αργυρόκαστρο το 1936), θεωρείται ο πιο φημισμένος Αλβανός συγγραφέας. Παρ’ όλο που διετέλεσε στέλεχος του Κ.Κ. Αλβανίας και διπλωματικός εκπρόσωπος της Αλβανίας στο Παρίσι, λίγα χρόνια πριν από την πτώση του Εμβέρ Χότζα διαφοροποιήθηκε από τη γραμμή του καθεστώτος και άρχισε να φυγαδεύει τα χειρόγραφά του στο Παρίσι. Είναι ένας από τους πιο παραγωγικούς συγγραφείς της Ευρώπης, τιμήθηκε με πολλά βραβεία και υπήρξε υποψήφιος για το βραβείο Νόμπελ. Στη χώρα μας έχουν μεταφραστεί γύρω στα είκοσι μυθιστορήματά του, τα σημαντικότερα από τα οποία θεωρούνται Η Κόχη της Ντροπής (Εκδόσεις Ροές) και Ο Στρατηγός της Στρατιάς των Νεκρών (Εκδόσεις Πορεία).