Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Προμηθεὺς πλάσας ποτὲ ἀνθρώπους δύο πήρας ἐξ αὐτῶν ἀπεκρέμασε, τὴν μὲν ἀλλοτρίων κακῶν, τὴν δὲ ἰδίων, καὶ τὴν μὲν τῶν ὀθνείων ἔμπροσθεν ἔταξε, τὴν δὲ ἑτέραν ὄπισθεν ἀπήρτησεν. Ἐξ οὗ δὴ συνέβη τοὺς ἀνθρώπους τὰ μὲν ἀλλότρια κακὰ ἐξ ἀπόπτου κατοπτάζεσθαι, τὰ δὲ ἴδια μὴ προορᾶσθαι

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αργεντινή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αργεντινή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

Οι νύχτες στο Φλόρες

ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ
CESAR AIRA
ΟΙ ΝΥΧΤΕΣ ΣΤΟ ΦΛΟΡΕΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΤΖΩΡΙΔΟΥ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2010
σελ. 134

Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων στη συνοικία Φλόρες του Μπουένος Άιρες, ο Άλντο και η Ροσίτα, για να συμπληρώσουν το πενιχρό εισόδημά τους την εποχή που η οικονομική κρίση μαίνεται στην Αργεντινή, αποφασίζουν να ασχοληθούν με τη νυχτερινή διανομή πίτσας με τα πόδια. Ένας πανάκριβος οίκος ευγηρίας , που διευθύνεται από νεαρές καλόγριες, αποτελεί τον ταχτικό πελάτη του ζευγαριού τις μεταμεσονύχτιες ώρες. Παράλληλα με το ζευγάρι δεκάδες νεαρά αγόρια με τα μηχανάκια τους εκτελούν το ίδιο επάγγελμα. Κάποια μέρα ένα από τα αγόρια αυτά, ο Τζόναθαν, πέφτει θύμα απαγωγής και οι απαγωγείς του ζητούν από τους φτωχούς γονείς του υπέρογκα λύτρα. Ένας ευσυνείδητος εισαγγελέας αναλαμβάνει την εξιχνίαση της υπόθεσης. Τρία παράλληλα αυτοκινητικά ατυχήματα συμβαίνουν την ίδια νύχτα στον περιφερειακό της πόλης. Ένας μυστηριώδης βολιβιανός συγγραφέας, φίλος και καλεσμένος του εισαγγελέα συμμετέχει στα δρώμενα. Και κάποιο βολιβιανό ίδρυμα για την ενίσχυση των νέων καλλιτεχνών συμπληρώνει κι αυτό με την παρουσία του το καλειδοσκόπιο της υπόθεσης. Αυτός είναι σε γενικές γραμμές ο κεντρικός θεματικός πυρήνας του έργου. Κι όλα αυτά, πρόσωπα και ιδρύματα, χωρίς εμφανή και πειστική σύνδεση μεταξύ τους, λες και αποτελούν αδέξια επινοήματα κάποιου πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα…Ως εδώ ο προσεχτικός αναγνώστης δεν διαπιστώνει τίποτε παράδοξο, τίποτε άξιο αναφοράς. Αν μάλιστα είναι και ανυπόμονος ενδέχεται να εγκαταλείψει την ανάγνωση του έργου στη μέση, ή να ανατρέξει στην τελευταία σελίδα για να μάθει το τέλος της πλοκής του.

Όμως από κάποιο σημείο και πέρα αρχίζει να υποψιάζεται ότι κανένα από τα πρόσωπα ή τα συμβαίνοντα στη νουβέλα - γιατί μάλλον για νουβέλα πρόκειται - δεν είναι αυτό που φαίνεται! Οι χαρακτήρες του έργου θαρρείς και κινούνται φορώντας μάσκες, τα γεγονότα δεν είναι αυτά που έδειχναν ότι είναι και μα αδιόρατη ανησυχητική ομίχλη αρχίζει να καλύπτει σιγά σιγά το χώρο και την ατμόσφαιρα στην οποία κινούνται. Και ο κάθε αναγνώστης ανάλογα με τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις που κουβαλάει αρχίζει να προσεγγίζει, ή να νομίζει ότι προσεγγίζει, τα γεγονότα. Τα γεγονότα που γλιστρούν μέσα από τις παλάμες του σαν νερό και μεταμορφώνονται χωρίς σταματημό και προφανή λόγο. Πρόκειται για μια γοητευτική άσκηση ύφους που οδηγεί στο αβίαστο συναίσθημα ότι το παράλογο και το ανεξήγητο κυβερνάει και δίνει νόημα στη ζωή μας.

Ο Σεσάρ Άιρα θεωρείται ένας από τους πολλά υποσχόμενους νέους λατινοαμερικανούς συγγραφείς. Πολυγραφότατος (κυκλοφορούν πάνω από εξήντα έργα του-διηγήματα, θεατρικά έργα και δοκίμια). Γεννήθηκε το 1949 στο Μπουένος Άιρες , συνεργάζεται με πολλά MME της χώρας του και διδάσκει και στο Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες. Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη ένα ακόμη έργο του, το "Βαράμο" (2007)

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2011

Το Βιβλίο της Άμμου



ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
JORGE LUIS BORGHES
ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΑΜΜΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΣΠΥΡΟΣ ΤΣΑΚΝΙΑΣ
ΝΕΦΕΛΗ 1982
σελ. 136

Υποχωρώντας προφανώς στην ασφυκτική πίεση που δέχεται κάθε φτασμένος συγγραφέας να δώσει κάτι καινούριο, ο Μπόρχες το 1975, σε ηλικία 76 χρονών, δημοσιεύει δεκατρία νέα αφηγήματα, με το χαρακτηριστικό του ύφος: συντομία, περιεκτικότητα, παράδοξη σύλληψη, αυτοσαρκασμός. Τα αφηγήματα τα συνοδεύει, όπως και παλιότερα, με σύντομα σχετικά αυτοσχόλια, τα οποία, αυτή τη φορά, θα μπορούσαν και να λείπουν. Θα περίμενε κανείς μετά από μια εικοσαετία-τριακονταετία ότι ο μεγάλος αργεντινός συγγραφέας δεν θα υπέκυπτε στον πειρασμό να …αντιγράψει τον εαυτό του. Βέβαια τα κείμενά του δεν υστερούν σε ποιότητα από εκείνα που τον ανέδειξαν παλιότερα. Δεν μαρτυρούν όμως κανενός είδος εξέλιξη ή διαφοροποίηση (αν εξαιρέσει κανείς ένα αφήγημα με το μοναδικό ερωτικό θέμα της συγγραφικής του καριέρας), όπως πρέπει να συμβαίνει με κάθε συγγραφέα που επιμένει να είναι ενεργός επί μισόν αιώνα τουλάχιστον. Παρ' όλο που, στην περίπτωσή μας, είναι φανερό ότι η δημιουργική φαντασία του αρχίζει να τον προδίδει.
Ο συγγραφέας στο προλογικό του σημείωμα επισημαίνει: «Δε γράφω για μια εκλεκτή μειοψηφία, που δε σημαίνει τίποτε για μένα, αλλά ούτε για εκείνη τη χιλιολιβανισμένη πλατωνική κατηγορία που είναι γνωστή ως «οι μάζες». Δυσπιστώ και στις δυο αυτές αφαιρέσεις τις τόσο προσφιλείς στους δημαγωγούς. Γράφω για τον εαυτό μου και για τους φίλους μου. Γράφω ακόμη για να κάνω ευκολότερο το πέρασμα του χρόνου»
Ο φιλότιμος μεταφραστής, αυτή τη φορά, σε αντίθεση με την παλιότερη μεταφράστρια των εκδόσεων «Ερμής» (δες ανάρτησή μας της 6ης Σεπτεμβρίου 2011), επισημαίνει ότι η μετάφρασή του έγινε... από την αγγλική μετάφραση του Νόρμαν Τόμας ντι Τζιοβάνι (The book of the Sand, Penguin, 1979), ο οποίος κατά το παρελθόν συνεργάστηκε με τον Μπόρχες για τη μετάφραση έργων του στην αγγλική γλώσσα. Και σημειώνει ο μετφραστής: «Όπως κι αν έχει το πράγμα, η πίστη ότι μετέφρασα ένα έγκυρο κείμενο, ανακουφίζει την ενοχή μου για την άγνοια του πρωτοτύπου». Και πρέπει να σημειώσουμε ότι το αποτέλεσμα είναι υποδειγματικό.

Καλλικράτεια, Σεπτέμβριος 2011




Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2011

Ιστορίες

ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ
JORGE LUIS BORGHES
ΙΣΤΟΡΙΕΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΚΑΤΙΑ ΓΟΥΊΛΣΟΝ
ΕΡΜΗΣ 1975 (1981)
σελ. 208



Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες, μια εμβληματική και ιδιότυπη φυσιογνωμία της λατινο- αμερικανικής λογοτεχνίας, γνωστός σήμερα για τα σύντομα και περιεκτικά αφηγήματά του, καθώς τόσο η ποιητική του παραγωγή όσο και δοκιμιακή του δραστηριότητα θα ενδιαφέρουν σήμερα, φανταζόμαστε, μόνο τους μελετητές της ισπανόφωνης λογοτεχνίας, γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες το 1899 και πέθανε το 1986 στη Γενεύη. Χαρακτηριστικά της ζωής του και της προσωπικότητάς του υπήρξαν η προοδευτική τύφλωσή του, η αντίθεσή του προς το καθεστώς των περονιστών, μια κοσμοπολίτικη αντίληψη που τον διέκρινε καθ΄ όλη τη διάρκεια της ζωής του, ένας αμέριστος θαυμασμός για την αγγλική γλώσσα και κουλτούρα αλλά και για το Ισραήλ , «το παλιότερο και συγχρόνως το νεότερο κράτος του κόσμου». Το 1961 μοιράστηκε, άγνωστος αυτός, με τον Σάμουελ Μπέκετ το βραβείο Φορμεντόρ, γεγονός που άρχισε να τον κάνει γνωστό και στην Ευρώπη. Στη χώρα μας έχουν μεταφραστεί κατά διαστήματα, σχεδόν όλα τα πεζά του με κορυφαία την έκδοση «Άπαντα τα Πεζά» σε μετάφραση από τα ισπανικά του Αχιλλέα Κυριακίδη (Ελληνικά Γράμματα, 2005).
Η έκδοση που θα μας απασχολήσει εδώ, περιέχει μια χαρακτηριστική συλλογή από τα αφηγήματά του και η μετάφρασή της έγινε από αντίστοιχη αγγλική έκδοση που δεν αναφέρεται. Ο συντάκτης αυτής της ανάρτησης αρχικά είχε πολλές επιφυλάξεις για την ποιότητα αυτής, της από δεύτερο χέρι, μετάφρασης. Μια σύγκρισή της όμως με την αντίστοιχη μετάφραση από το πρωτότυπο τον καθησύχασε: πρόκειται για μια άκρως επιμελημένη και δημιουργική μετάφραση, καθώς ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες, βαθύς γνώστης ο ίδιος της αγγλικής επιμελούνταν ο ίδιος τις μεταφράσεις των έργων του στα αγγλικά. Μας εξομολογείται μάλιστα κάπου ότι τον 'Δον Κιχώτη' τον διάβασε για πρώτη φορά από την αγγλική του μετάφραση. Κι όταν τον γνώρισε αργότερα από το πρωτότυπο, στη μητρική του γλώσσα, απογοητεύτηκε. Εξακολούθησε λοιπόν να θεωρεί αυθεντική την αγγλόφωνη έκδοσή του!
Οι «Ιστορίες» λοιπόν αποτελούν ένα απάνθισμα από 21 αφηγήματα του Μπόρχες, ένα αυτοβιογραφικό του σημείωμα, υπαγορευμένο βέβαια σε τρίτο άτομο λίγο μετά το 1970, καθώς ο ίδιος ήταν ήδη τυφλός, και μια σειρά από αντίστοιχα χρησιμότατα αυτοσχόλια για όλα τα κείμενα της έκδοσης.
Τα κείμενα καλύπτουν όλο το φάσμα της δημιουργικής δραστηριότητας του συγγραφέα στο είδος της μυθοπλασίας (Ficciones), από το 1933 ως το 1969. Χαρακτηριστικά αυτής της ιδιότυπης αφήγησης είναι ένα μίγμα ρεαλισμού, που παραπέμπει στο δοκιμιακό ύφος, και μεταφυσικής αντίληψης που έλκει την καταγωγή της στις λογοτεχνίες της Ανατολής, στις Χίλιες και μια Νύχτες ας πούμε. Τα θέματά της τοποθετημένα με σχολαστική ακρίβεια στο χώρο και στο χρόνο με όλους τους ήρωές τους ονοματισμένους και «υπαρκτούς», οδηγούν στην αρχή τον αναγνώστη στην αίσθηση ότι έχει να κάνει με πραγματικές αφηγήσεις μέσα σε ένα συγκεκριμένο χρόνο και χώρο. Σύντομα όμως αντιλαμβάνεται ότι έχει πέσει θύμα μιας καλπάζουσας φαντασίας του συγγραφέα, αλλά και πάλι του είναι εξαιρετικά δύσκολο να ξεχωρίσει το πραγματικό από το φανταστικό. Η διήγησή του ξεναγεί τον αναγνώστη σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη του υπαρκτού αλλά και του φανταστικού γεωγραφικού κόσμου, από τις μυστηριακές γειτονιές του Μπουένος Άιρες και την αργεντίνικη πάμπα, ως την ύπαιθρο της Κορνουάλης και την πολύβουη Βομβάη. Οι παραλλαγές των ιστοριών του φαντάζουν ατέλειωτες και δε λείπει συχνά και μια έντονη τάση αυτοσαρκασμού. Αυτά το χαρακτηριστικά ακριβώς αποτελούν και την πεμπτουσία του ύφους του Μπόρχες. Ο ίδιος εξάλλου ομολογεί στο αυτοβιογραφικό του σημείωμα ότι επηρεάστηκε τόσο από τα παραμύθια της Ανατολής, όσο κι από τη λογοτεχνική παράγωγή του Πόε και του Κίπλινγκ .

Ο συγγραφέας δεν έχει ασχοληθεί ποτέ του με το μυθιστόρημα.


Καλλικράτεια, Σεπτέμβριος 2011

Τρίτη 7 Ιουνίου 2011

Το Πέταγμα της Βασίλισσας



ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ

TOMAS ELOY MARTINEZ

ΤΟ ΠΕΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΔΑΝΑΗ-ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΦΕΡΡΗ

ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2008

σελ. 296


Ο δρ Γ.Μ. Καμάργκο διευθύνει την εφημερίδα «Ελ Ντιάριο» του Μπουένος Άιρες. Σε μια εποχή –κάπου στο τέλος του περασμένου αιώνα-που η Αργεντινή βυθίζεται προοδευτικά στο χάος και τη διαφθορά. Τα οικονομικά σκάνδαλα των κυβερνώντων διαδέχονται το ένα το άλλο. Και ο ίδιος, ενώ αποτελεί επίλεκτο μέλος του συστήματος που καταρρέει, επιμένει ότι αγωνίζεται για την πάταξη της διαφοράς. Υπερόπτης και αλαζόνας, διοικεί το συντακτικό προσωπικό της εφημερίδας του με σιδερένια πυγμή, στηριγμένος σε κόλακες και μεσίτες της διαφθοράς. Η γυναίκα του, με την οποία βρίσκεται σε διάσταση, ζει με τις δυο δίδυμες δεκαπεντάχρονες κόρες του στις ΗΠΑ. Η μια μάλιστα βρίσκεται στα πρόθυρα του θανάτου, καθώς πάσχει από ανίατη ασθένεια. Διαθέτει για τη νοσηλεία της «μια περιουσία» , όπως συχνά ισχυρίζεται ο ίδιος, αλλά προφασίζεται συνεχώς υποχρεώσεις για να μην της συμπαρασταθεί… Και πέρα απ’ όλα να τον βασανίζει η ξεχασμένη μορφή μιας μάνας που εξαφανίστηκε ξαφνικά από τη ζωή του, μιας μάνας που όταν τον άγγιζε φορούσε πάντα τα επαγγελματικά της γάντια, παρά την επιμονή του υπέργηρου πατέρα του που ισχυρίζεται ότι «χάνουμε τη ζωή μας αναζητώντας αυτό που ήδη έχουμε βρει».
Η Ρέινα , μια ασήμαντη συντάκτρια της εφημερίδας, «εργαζόταν όρθια μπροστά σε μια οθόνη δίπλα στις τουαλέτες, ενώ έτρωγε τα νύχια της. Ο Καμάργο πρόσεξε από μακριά τον αέρα της, το στρογγυλό και μικροσκοπικό πισινό της. Τα στήθη της που διαγράφονταν κάτω από το κολλητό της πουλόβερ.». Ήταν η πρώτη φορά που την είδε. Και αυτό ήταν όλο. Ξεκινάει ανάμεσά τους μια ετεροβαρής σχέση (η κοπέλα θα μπορούσε να είναι κόρη του) που θα τους οδηγήσει στην καταστροφή. Εκείνη στο θάνατο και τον ίδιο στην αναπηρία και την οριστική παραίτησή από κάθε δραστηριότητα, που είναι γι αυτόν βαρύτερες κι από το θάνατο.
Ο Τόμας Ελόις Μαρτίνες σχεδιάζει ένα εντυπωσιακό μυθιστόρημα για το ασίγαστο ερωτικό πάθος, την αρρωστημένη ζήλια αλλά και για την παράνοια της εξουσίας, η οποία όμως αποδεικνύεται εντελώς ατελέσφορη όταν ασκείται στο αντικείμενο του πόθου του. Βέβαια η Ρέινα αποδεικνύεται γρήγορα ότι δεν είναι τυχαία γυναίκα. Πρόκειται για μια πραγματική βασίλισσα, καθώς και το όνομά της σημαίνει: με αυτοπεποίθηση, με ικανότητες και φαντασία, με φιλοδοξία και όνειρα. Αλλά πάνω απ΄ όλα και με ηθικές αρχές. Αυτό το τελευταίο είναι που δεν εννοεί να κατανοήσει ο ήρωάς μας, ο οποίος θεωρεί ότι με το κύρος και τη δύναμη της εξουσίας του θα μπορούσε να πετύχει τα πάντα, καθώς πιστεύει ότι ο ίδιος αποτελεί το κέντρο του κόσμου και ότι κανείς δεν μπορεί να του εναντιωθεί. Αυτό που επίσης δεν μπορεί να κατανοήσει είναι ότι το συναίσθημα δεν εκβιάζεται, δεν παραχωρείται, δεν εκμαιεύεται… Σύντομα λοιπόν θα πέσει ο ίδιος στην παγίδα που επιχείρησε να στήσει στην κοπέλα. Και θα παρακολουθήσουμε έκπληκτοι, μέχρι πού μπορεί να φτάσει το ερωτικό πάθος που εγγίζει πια τα όρια της διαστροφής.
Και όλα αυτά μέσα σ’ ένα πλαίσιο προϊούσης διαφθοράς και αναλγησίας του κράτους. Όταν η Ρέινα διανυκτέρευε σε μια ταπεινή πανσιόν της πάμπας του νότου «μέσα από τα παράθυρα αντίκρισε μια μακρινή κίνηση από λάμπες που πηγαινοέρχονταν. Οι εργάτες , σκέφτηκε η Ρέινα.
«Είναι οι Ινδιάνοι, είπε η επιστάτρια. Γυρεύουν αποφάγια. Καλύτερα να μην τους δει ο άντρας μου, γιατί τους ρίχνει με το τουφέκι όπως στις αλεπούδες και σ’ ένα βράδυ ρίχνει κάτω δυο-τρεις»
Ο Μαρτίνες σκιαγραφεί με περισσή μαεστρία τα πορτρέτα των δυο ηρώων του, περιγράφει με πειστικότητα το χάσμα που χωρίζει τους επιτυχημένους αστούς από τους λούμπεν προλετάριους, όπως είναι οι πάσης φύσεως μετανάστες που κατέφυγαν στην Αργεντινή με την προσδοκία μιας καλύτερης ζωής και μας διδάσκει ότι ο σύγχρονος άνθρωπος κατά βάση παραμένει ο ίδιος μ’ εκείνον της εποχής των σπηλαίων…
Ο Τόμας Ελόι Μαρτίνες (1934-2010), υπήρξε τα τελευταία χρόνια διακεκριμένος καθηγητής του Πανεπιστημίου του Νιου Τζέρσι στις ΗΠΑ. Έχει γράψει τρία πασίγνωστα και πολυμεταφρασμένα μυθιστορήματα, μια συλλογή δοκιμίων (Το Αργεντινό Όνειρο, 1999) και διατέλεσε επίσης μόνιμος αρθρογράφος μεγάλων εφημερίδων του Μπουένος Άιρες.




Νέα Καλλικράτεια, Ιούνιος 2011

Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2011

Κουρνιαχτός και Τρόμος

ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ

ABELARDO ARIAS
ΚΟΥΡΝΙΑΧΤΟΣ ΚΑΙ ΤΡΟΜΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Γ. Δ. ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΑΔΗ
ΠΑΠΥΡΟΣ (ΒΙΠΕΡ) 1976
σελ.284


Ξαναδιαβάζοντας μετά από σαράντα χρόνια ένα ξεχασμένο σε μια γωνιά της βιβλιοθήκης μας «ΒΙΠΕΡ» συνειδητοποιήσαμε με έκπληξη ότι κάποια λογοτεχνικά έργα αντέχουν στο χρόνο πολύ περισσότερο από όσο θα περίμενε κανείς. Αυτό οφείλεται, στη συγκεκριμένη περίπτωση, και στην εμπνευσμένη –αν και ιδιότυπη- μετάφραση του έργου. Παρ’ όλο που ορισμένες σελίδες του βιβλίου ήταν τόσο κακοτυπωμένες που με δυσκολία διαβάζονταν. Πρόκειται για το μυθιστόρημα «Κουρνιαχτός και Τρόμος» του αργεντινού συγγραφέα Αμπελάρδο Αρίας. Το έργο, από όσο διαπιστώσαμε, πρωτοδημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ από τον Ιανουάριο του 1974.
Ο βραβευμένος αυτός νοτιοαμερικανός συγγραφέας αντλεί το θέμα του από τον αγώνα της Αργεντινής για ανεξαρτησία, και ειδικά από τον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ «ενωτικών» και «ομοσπονδιακών» που ακολούθησε την ανακήρυξη του νέου κράτους. Οι χαρακτήρες του μυθιστορήματος ζουν και κινούνται στα χρόνια 1840-43, όταν μαινόταν ο πόλεμος ανάμεσα στους επαναστάτες ενωτικούς, που είχαν προσωρινά κυριαρχήσει στη μακρινή επαρχία της χώρας Santiago del Estero, και στους ομοσπονδιακούς που υποστηρίζονταν από την κεντρική κυβέρνηση του Μανοέλ Ρόσας στο Μπουένος Άιρες. Το εγχείρημα του συγγραφέα να πλαισιώσει τους κεντρικούς χαρακτήρες του έργου του από μια πλειάδα πέρα για πέρα υπαρκτών ιστορικών προσώπων (στρατιωτικούς, πολιτικούς κ.α.) είναι αξιομνημόνευτο. Στο πρώτο μέρος του έργου (Τετράδιο Ενωτικό) τα γεγονότα δίνονται από την πλευρά των κατατρεγμένων ενωτικών. Ενώ στο δεύτερο (Τετράδιο Ομοσπονδιακό ) κυριαρχούν η κεντρική μορφή του κυβερνήτη «Φίλιππα Ιμπάρρα» και οι άνθρωποί του.
Στο Σαντιάγκο λοιπόν της Αργεντινής οι ενωτικοί, που είχαν ξεσηκωθεί ενάντια στην κεντρική κυβέρνηση των ομοσπονδιακών, έχουν ηττηθεί και δίνουν απεγνωσμένα μάχες οπισθοφυλακών. Ο στρατιωτικός διοικητής της επαρχίας Φίλιππος Ιμπάρρα έχει πια εγκατασταθεί στην ομώνυμη πρωτεύουσα της επαρχίας και περνάει δια πυρός και σιδήρου τους «προδότες» που έχει συλλάβει. (Άγρια και απάνθρωπα τα ήθη εκείνων των καιρών στη μακρινή αυτή χώρα. Αλλά μήπως και στην Ευρώπη την ίδια εποχή ήταν ήμερα;) Δυο σημαίνοντες εχθροί του καθεστώτος, ο πολιτικός δον Χοσέ ντε Λιμπαρόνα και ο δικαστής Πιέδρο Ούντσαγκα, αφού βασανίστηκαν απάνθρωπα, στέλνονται χωρίς εφόδια και τρόφιμα στις εσχατιές της επαρχίας, μέσα στη ζούγκλα, όπου οι ινδιάνοι, που δεν έχουν ακόμη «χριστιανέψει» κυριαρχούν και ρημάζουν τους οικισμούς με τα γιουρούσια τους.. Και οι άνθρωποι αυτοί δίνουν τον έσχατο αγώνα για την επιβίωσή τους, μια επιβίωση που εξαρτάται από την αυτοθυσία και τις υπεράνθρωπες προσπάθειες της εικοσάχρονης Αυγουστίνας Παλάσιο, της συζύγου του δον Χοσέ, που φροντίζει με στοργή τους δυο άντρες. Άδικος κόπος. Ο πρώτος τρελαίνεται και πεθαίνει στα χέρια της κι ο δεύτερος, μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια απόδρασης συλλαμβάνεται και εκτελείται παραδειγματικά στο Σαντιάγκο.
Στο «Ομοσπονδιακό Τετράδιο» παρακολουθούμε τα ίδια γεγονότα με τη ματιά του αδίστακτου Φίλιππα (sic) Ιμπάρρα. Που πιστεύει ακράδαντα ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Κουβαλάει μαζί του τον διορισμένο από τον ίδιο υπουργό δικαιοσύνης, που του υπαγορεύει τους νόμους και τα διατάγματα που ο ίδιος πρόκειται να υπογράψει , καθώς πιστεύει ότι «την εκτελεστική εξουσία και τη δικαιοσύνη την αποτελούν έτσι κι αλλιώς πάντα τα ίδια πρόσωπα!». Όσο για την ελευθερία είναι πεπεισμένος ότι «πρέπει να δίνεται στους ανθρώπους ανάλογα με το βαθμό του πολιτισμού τους». Βαθιά θεοσεβούμενος, συμβουλεύεται συχνά τον πιστό του ιερέα που τον ακολουθεί παντού, όταν είναι βέβαιος ότι θα επικροτήσει τις αποφάσεις του. Έδιωξε τη νόμιμη γυναίκα του την πρώτη βραδιά του γάμου του γιατί … δεν ήταν παρθένα και ζούσε με μια πανέμορφη πόρνη που την επέβαλε ακόμη και στις επίσημες δεξιώσεις. Αρνείται πεισματικά όμως να αναγνωρίσει το παιδί που απόχτησε μ’ αυτήν, γιατί …είναι νόθο.
Η κοινωνία της Αργεντινής παρουσιάζεται ανάγλυφη στο έργο. Με τους φανατισμούς της (οι γαλάζιοι αριστοκράτες ενωτικοί που μισούν μέχρι θανάτου τους κόκκινους λαϊκούς ομοσπονδιακούς και το αντίστροφο), αλλά και τις διαχρονικές αξίες της, τους ηρωισμούς της, όταν οι αντίπαλοι σφάζουν και σφάζονται ευχαρίστως για τις ιδέες τους, με τα πάθη της, ομολογημένα και ανομολόγητα. Παρ’ όλο που ο ίδιος ο κυβερνήτης είναι βαθιά ερωτευμένος με την Αυγουστίνα Λιμπαρόνα, δεν το ομολογεί από εγωισμό ούτε στον ίδιο τον εαυτό του, καθώς αυτή είναι πιστή σύζυγος του ορκισμένου εχθρού του. Και δε δείχνει έλεος απέναντί της ούτε μετά το θάνατο του συζύγου της, όταν εκείνη τον ικετεύει να της επιτρέψει να μεταφέρει τα οστά του συζύγου της από τη ζούγκλα στο Σαντιάγκο… Πρόκειται για μια μεγαλειώδη τοιχογραφία της νοτιοαμερικανικής κοινωνίας των μέσων του ΙΘ’ αιώνα…

Ο Abelardo Arias , γεννημένος στην Κόρντομπα της Αργεντινής το 1908, πέθανε στο Μπουένος Άιρες το 1993. Εγκαινίασε τη συγγραφική του καριέρα το 1942 και απέσπασε στη συνέχεια ένα πλήθος από βραβεία στη χώρα του. Το έργο του "Κουρνιαχτός και τρόμος" δημοσιεύτηκε το 1971.

Παρασκευή 2 Ιουλίου 2010

Η Χρονιά της Ερήμου



ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ
PEDRO MAIRAL
Η ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΝΗΤΟΥ
ΠΟΛΙΣ 2010

σελ. 358

Η Μαρία Βαλντές Νέιλαν, μια εικοσιτριάχρονη γραμματέας της εταιρείας επενδύσεων «Σουάρες & Μπαϊτος», στο Μπουένος Άιρες, αρχίζει μια ακόμη μέρα εργασίας. Ξεκινάει με το τρένο από τη συνοικία Μπεκάρ, όπου κατοικεί με τον πατέρα της, και φτάνει στο κέντρο της πόλης , στο εντυπωσιακό πολυώροφο κτίριο, όπου και η έδρα της πολυεθνικής επιχείρησης. Γρήγορα όμως καταλαβαίνουμε ότι κάτι παράδοξο συμβαίνει: τα τηλέφωνα σπάνια χτυπούν, η τηλεόραση δεν λειτουργεί, οι υπολογιστές στα γραφεία παίζουν μόνο διακοσμητικό ρόλο και τα έγγραφα γράφονται πια σε παλιές γραφομηχανές. Και στους δρόμους πανδαιμόνιο. Διαδηλώσεις, πορείες, λεηλασίες, καταστροφές. Και μια είδηση να αιωρείται επίφοβη στον αέρα: «Η Κοσμοχαλασιά είναι πια κοντά!». Ο φίλος της Αλεχάντρο Περέιρα δεν εμφανίζεται στο ραντεβού τους. Προφανώς βρίσκεται ανάμεσα στους διαδηλωτές…
Έτσι αρχίζει το εφιαλτικό χρονικό της Μαρίας, που θαρρείς δε συμβαίνει στον κόσμο αυτόν , αλλά σ’ έναν άλλο, φανταστικό και εξωπραγματικό. Ο Πέδρο Μαϊράλ, εμπνευσμένος από την πρόσφατη οικονομική και κοινωνική κρίση της Αργεντινής, παρακολουθεί την ηρωίδα του στην προοδευτική εξαθλίωσή της και την επιστροφή της σε μια προ-πολιτισμική εποχή, όπου τίποτε δεν λειτουργεί όπως το ξέρουμε. Μόνο τα ένστικτα της επιβίωσης και της ερωτικής έλξης. Αρχές, ηθικές αξίες, καθημερινές συνήθειες, όλα έχουν ανατραπεί και οι συμπεριφορές των ανθρώπων είναι απρόβλεπτες. Συμμορίες πεινασμένων και απελπισμένων χωρικών επελαύνουν ακάθεκτες προς το κέντρο της πρωτεύουσας, της οποίας οι κάτοικοι, για να αμυνθούν, μετατρέπουν τις πολυκατοικίες σε απόρθητα φρούρια….Η ύπαιθρος πέφτει σε μια προοδευτική απερήμωση. Τα πάντα καταστρέφονται, ισοπεδώνονται: αγροί, κτίρια, δρόμοι από τη μια μέρα στην άλλη δεν αφήνουν ούτε τα ίχνη τους. Και το κακό ολοένα πλησιάζει στο κέντρο της πόλης. Τα τρόφιμα μεταφέρονται με ελικόπτερα στις ταράτσες των κτιρίων και μοιράζονται με συσσίτια. Και οι ένοικοι αναγκάζονται να επικοινωνούν μεταξύ τους με υπόγεια τούνελ ή κρεμαστές γέφυρες… Οι ηλικιωμένοι μεταφέρονται σωρηδόν στα νοσοκομεία και οι περισσότεροι πολύ γρήγορα πέφτουν σε κώμα… Και το παράξενο είναι ότι όλοι κρατούν σφιχτά στο χέρι τους το… τηλεκοντρόλ της τηλεόρασης. Και μόνο όταν πατάει κάποιος τα κουμπιά του, δείχνουν να συνέρχονται… Και όλοι τρέμουν για το τι θα συμβεί αν κατά λάθος πατήσουν το OFF.
Και η Μαρία για να επιβιώσει, καθώς ούτε λόγος να ξαναγυρίσει στη δουλειά της, γίνεται νοσοκόμα, πόρνη στο λιμάνι του Μπάχο και στο τέλος καταφεύγει στις ξεχασμένες προκολομβιανές φυλές της ζούγκλας, όπου ο πολιτισμός με την καθιερωμένη του έννοια είναι άγνωστος. Εκεί πληροφορείται ότι ο φίλος της, πασίγνωστος και ηρωικός ηγέτης των επαναστατών, έπεσε μαχόμενος (για ποιον και γιατί;) και , ενώ έχει αρχίσει να προσαρμόζεται στις νέες συνθήκες, υποχρεώνεται κάτω από τραγικές συνθήκες να επιστρέψει στην πρωτεύουσα, όπου το μόνο κτίριο που έχει μείνει όρθιο είναι το οχυρωμένο πια κτίριο της δουλειάς της, Μέσα του έγκλειστοι οι υπάλληλοι και τ’ αφεντικά ζουν την έσχατη εξαθλίωση: για να επιζήσουν καταβροχθίζουν ο ένας τον άλλον… Και η Μαρία , σαν σε όνειρο κατορθώνει να αποδράσει και να επιβιβαστεί σ’ ένα πλοίο, που θ’ ανοιχτεί στον Ωκεανό, όπου τίποτε πια δεν είναι ορατό: μόνο θάλασσα κι ουρανός…
Ο Πέδρο Μαϊράλ εγκαταλείποντας τη ρεαλιστική αφήγηση και χρησιμοποιώντας κατά κόρον μια καλπάζουσα φαντασία στην περιγραφή των γεγονότων μας θυμίζει τους πίνακες του αναγεννησιακού ζωγράφου Ιερώνυμου Μπος, ή ακόμη του Σαλβατόρ Νταλί. Ο σκοπός του είναι προφανής: το έργο του λειτουργεί σαν μια πολιτική αλληγορία -μήπως και διδακτική; - για το μέλλον του πολιτισμού μας, για τον οποίο είμαστε περήφανοι. Μήπως είναι καιρός να αναθεωρήσουμε τις αρχές και τις αξίες με τις οποίες γαλουχηθήκαμε για γενιές ολόκληρες και να εγκαινιάσουμε μια καινούρια αρχή;.

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2009

Χαμένα Βήματα


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ
ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ
ROGRIGUEZ MANANE
LOS PASOS PERDIDOS
ΧΑΜΕΝΑ ΒΗΜΑΤΑ
2001 /93λ.


Πολύ συχνά ανακαλύπτει κανείς στη «μικρή οθόνη» -σε κάποιο από τα κανάλια - της ΕΡΤ βέβαια- ξεχασμένα ή παραγνωρισμένα αριστουργήματα της έβδομης τέχνης. Ταινίες που δε βρήκαν αίθουσα προβολής, καθώς κρίθηκαν (από ποιους;) αντιεμπορικές ή άλλες που «κατέβηκαν» τη δεύτερη μέρα της προβολής τους, γιατί προβάλλονταν μπροστά σε άδεια καθίσματα… Θυμούμαι ότι αυτό συνέβη λ.χ. με το την ιρανική ταινία του Kiarostami “Γεύση από κεράσι»… Έτσι, χθες (06-12-2009) στο PRISMA της ψηφιακής ΕΡΤ απολαύσαμε την αργεντίνικη ταινία «Χαμένα Βήματα» (Los Pasos Perdidos) του άγνωστου σε μας σκηνοθέτη Rodriguez Manane. Μια ταινία «καταγγελίας», αλλά χωρίς υστερικές κραυγές και κουραστικές υπερβολές, τις οποίες έχουμε συνηθίσει σε παρόμοια εγχειρήματα. Το όποιο καταγγελτικό μήνυμά του το υποβάλλει θαρρείς ο σκηνοθέτης, χωρίς να το επιβάλλει με τη μορφή της προπαγάνδας…
Είναι γνωστό ότι στην Αργεντινή επιβλήθηκε μια απάνθρωπη στρατιωτική χούντα στα χρόνια 1976-1983. Μια χούντα που τη βαραίνουν χιλιάδες δολοφονίες και «εξαφανίσεις» πολιτών (υπολογίζονται πάνω από 30.000 οι αγνοούμενοι και οι δολοφονημένοι). Προσφιλής μέθοδος του καθεστώτος ήταν να «φορτώνει» μαζικά τους πολίτες που ανέκρινε σε αεροπλάνα και να τους πετάει κλεισμένους σε σακιά στον ωκεανό ή σε ποτάμια… Οι περισσότεροι απ’ αυτούς θεωρούνται και σήμερα «αγνοούμενοι»!
Αυτό το εφιαλτικό κλίμα επιχειρεί να αναστήσει ο σκηνοθέτης μέσα από το θέμα του: ένα νέο ζευγάρι «εξαφανίζεται», όπως συνηθιζόταν, και τη μικρή κόρη τους την «υιοθετεί» -παράνομα βέβαια- ο αρχιβασανιστής του στρατοπέδου συγκέντρωσης…. Από όλα αυτά όμως εμείς τίποτε δεν «βλέπουμε». (Ούτε καν σε flash-back).Τα μαθαίνουμε όμως από ακριτομυθίες των πρωταγωνιστών κατά την εξέλιξη της ταινίας, η οποία αρχίζει είκοσι χρόνια αργότερα… Απολαμβάνουμε λοιπόν την ειδυλλιακή ζωή ενός μεσόκοπου ζευγαριού σε κάποιο γραφικό προάστιο του Μπουένος Άιρες –ένας καλοκάγαθος και υπερπροστατευτικός πατέρας, μια μάνα που νοιάζεται για όλους κι ένα νέο κορίτσι, γυναίκα πια, που κάνει τζόκινγκ το πρωί πριν πάει σε κάποιον παιδικό σταθμό, όπου εργάζεται. Γύρω τους όμως διακριτικά και ανεπαίσθητα κάποιοι αρχίζουν να παρακολουθούν το κορίτσι, τη Μόνικα. Μια Μόνικα που υπεραγαπά τους γονείς της κι εκείνοι τη λατρεύουν…
Η ρήξη θα συμβεί, όταν η κοπέλα πληροφορηθεί ότι κάποιοι άγνωστοι την διεκδικούν… Παρακολουθούμε λοιπόν τους γονείς της να πασχίζουν με νύχια και με δόντια να κρατήσουν στην οικογένεια ό τι πιο πολύτιμο έχουν, αλλά και κάποιο συμπαθή «γέροντα», που ταξίδεψε από τη Μαδρίτη, όπου μένει μόνιμα, για να διεκδικήσει επίσης αυτό που του ανήκει: την κόρη των χαμένων για πάντα παιδιών του… Η πλοκή κορυφώνεται στο τελευταίο πλάνο, ένα πλάνο σοφά μελετημένο, χωρίς μελοδραματισμούς και συναισθηματικές εξάρσεις.
Ο σκηνοθέτης μας δίνει με περισσή μαεστρία την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής, με τους εκατοντάδες συγγενείς των αγνοουμένων να διαδηλώνουν στην κεντρική πλατεία της πόλης και μπροστά στο δικαστήριο, όπου θα εκδικαστεί η υπόθεση…Τα πανοραμικά και τα μακρινά του πλάνα του – γενικά αποφεύγει τα κοντινά πλάνα- η επιμονή του στην ψυχογραφία των ηρώων του, τους οποίους συμπαθεί όλους, μας διδάσκουν ίσως, ότι δεν υπάρχουν «καλοί» και «κακοί» χαρακτήρες. Μόνο καλές ή κακές συγκυρίες που μεταμορφώνουν τους ίδιους ανθρώπους σε αθώες περιστερές ή θηρία