Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Προμηθεὺς πλάσας ποτὲ ἀνθρώπους δύο πήρας ἐξ αὐτῶν ἀπεκρέμασε, τὴν μὲν ἀλλοτρίων κακῶν, τὴν δὲ ἰδίων, καὶ τὴν μὲν τῶν ὀθνείων ἔμπροσθεν ἔταξε, τὴν δὲ ἑτέραν ὄπισθεν ἀπήρτησεν. Ἐξ οὗ δὴ συνέβη τοὺς ἀνθρώπους τὰ μὲν ἀλλότρια κακὰ ἐξ ἀπόπτου κατοπτάζεσθαι, τὰ δὲ ἴδια μὴ προορᾶσθαι

Σάββατο 30 Οκτωβρίου 2010

Το Παλιοκόριτσο

ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΠΕΡΟΥ

MARIO VARGAS LLOSA

ΤΟ ΠΑΛΙΟΚΟΡΙΤΣΟ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΜΠΟΝΑΤΣΟΥ

ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2007 (σελ. 290)

«Το Παλιοκόριτσο» του Μάριο Βάργκας Λιόσα, του μεγάλου και πολυγραφότατου Περουβιανού συγγραφέα που τιμήθηκε φέτος (2010) με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας , κυκλοφόρησε στα ισπανικά το 2006. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Καστανιώτης», σε μια λειτουργική μετάφραση Μαργαρίτας Μπονάτσου. Εδώ ο λατινοαμερικάνος συγγραφέας καταπιάνεται με την ανατομία του ερωτικού πάθους, ένα θέμα πολυδουλεμένο ανά τους αιώνες. Μόνο που ο συγγραφέας μας (γεννημένος το 1936 στην Αρεκίπα του Περού) αποφεύγει με περισσή δεξιοτεχνία τις παγίδες, στις οποίες κάποιος άλλος ομότεχνός του ίσως θα έπεφτε, κι αυτό γιατί εντάσσει το θέμα σε μια σειρά από πολιτικοκοινωνικά σκηνικά που το αναδεικνύουν σε ένα συναρπαστικό ψυχογράφημα των ηρώων του, χωρίς όμως να του στερούν την κυρίαρχη πολιτικοκοινωνική του διάσταση. Και εδώ ακριβώς έγκειται η υψηλή ποιότητα του έργου, το οποίο λειτουργεί όχι ως κοινοτοπικό μελόδραμα, αλλά κυρίως ως μια ευφυής ανατομία της ανθρώπινης ψυχής μέσα στο συγκεκριμένο χώρο και χρόνο στον οποίο ζουν και κινούνται οι χαρακτήρες του. Και ο χώρος είναι η γενέθλια γη του συγγραφέα, το Περού, το Παρίσι στη συνέχεια , αλλά και το Τόκιο, καθώς και η Μαδρίτη του τελευταίου μισού του περασμένου αιώνα. Η αφήγηση, συναρπαστική όχι μόνο εξαιτίας του αυτοβιογραφικού χαρακτήρα της, αλλά και για τη μαεστρία με την οποία ο αφηγητής προσεγγίζει την ευρωπαϊκή περιρρέουσα ατμόσφαιρα της δεκαετίας του ’60 και του ’70 κυρίως, μια ατμόσφαιρα που καθορίζει λίγο πολύ και τη μοίρα των ηρώων της.
Ο ακριβής τίτλος του έργου στα ισπανικά είναι «Travesuras dela nina mala» (Οι περιπέτειες ενός κακού κοριτσιού), προσφυώς βέβαια μεταφρασμένος στα ελληνικά ως ‘Το Παλιοκόριτσο’. Και η αφήγηση ξεκινάει από το καλοκαίρι του 1950 στην πόλη Μιραφλόρες του Περού, μια εποχή κατά την οποία ο αφηγητής μόλις έμπαινε στην εφηβική του ηλικία. Τότε θα γνωρίσει εκείνο το σκοτεινό και αέναα ρευστό κορίτσι, τη Λίλη. Και η μοίρα του θαρρείς είναι από τότε προδιαγραμμένη: η γυναίκα αυτή, ακριβώς επειδή είναι άπιαστη και σκοτεινή, θα προσδιορίσει τη ζωή του, μέχρι το τέλος. Ένα τέλος που συμπίπτει και με το τέλος του περασμένου αιώνα και επέρχεται , ως θεία τιμωρία θαρρείς, με την οριστική συντριβή της γυναίκας αυτής, της οποίας το μέγα και το μόνο αμάρτημά της ήταν η άμετρη φιλοδοξία της σε συνδυασμό με μια πρωτοφανή συναισθηματική αναπηρία.
Μέσα από την αφήγηση έχουμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε όλες τις εναλλαγές της πολιτικής εξουσίας στο Περού (τη δράση της επαναστατικής οργάνωσης «Φωτεινό Μονοπάτι», τις αλλεπάλληλες στρατιωτικές δικτατορίες , αλλά και τις σύντομες περιόδους της δημοκρατίας στη χώρα, η οποία βέβαια δεν κατόρθωσε ποτέ να υλοποιήσει όσα υποσχόταν). Κι ακόμη: την κοινωνική αναστάτωση της δεκαετίας του ’60 στο Παρίσι, όπου μεταφέρεται η πλοκή του έργου, καθώς ο ήρωάς μας κατορθώνει να πραγματοποιήσει το παιδικό όνειρό του, να ζήσει με οποιοδήποτε τίμημα στην πόλη του Φωτός…Μόνο που η μοιραία αυτή γυναίκα, μέσα από μια σειρά συμπτώσεων και μεταμορφώσεων θα παρεμβαίνει καταλυτικά στη ζωή του μην επιτρέποντάς του να ζήσει τη μετρημένη υπαλληλική ζωή που φαίνεται ότι τον ικανοποιούσε. Υποφέρει λοιπόν τα πάνδεινα, αλλά και απολαμβάνει στιγμές ύψιστης ευφορίας και συναισθηματικής έξαρσης, τις οποίες προφανώς δεν επρόκειτο ποτέ να γνωρίσει χωρίς την παρουσία αυτής της «γυναίκας-αράχνη»…
Δίνεται έτσι η ευκαιρία στο συγγραφέα να περιγράψει τους πέρα για πέρα ασύμβατους δρόμους του άντρα, που ικανοποιείται με το τίποτε και της γυναίκας που δεν ησυχάζει με τίποτε. Ποια να είναι τάχα αυτή η θαυματουργή και κυρίαρχη έλξη που συνδέει με μια ακατάλυτη θαρρείς αναγκαιότητα τους δυο χαρακτήρες; Εδώ ο Βάργκας Λόσα αποδεικνύεται μεγαλοφυής: αρνείται να απαντήσει.

Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2010

Ο Άγγελος της Πείνας

ΓΕΡΜΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
HERTA MULLER
Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΕΙΝΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΩΤΑΣ ΛΑΓΟΥΔΑΚΟΥ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2010
σελ. 256



H Herta Muller (Βραβείο Νόμπελ 2009) στον «Άγγελο της πείνας» καταπιάνεται με ένα θέμα που έχει αποσιωπηθεί ή αγνοηθεί εδώ και χρόνια: με τα στρατόπεδα εργασίας που λειτούργησαν αμέσως μετά το Μεγάλο Πόλεμο στη Σοβιετική Ένωση για την ανοικοδόμηση της χώρας και στα οποία στρατολογήθηκαν κυρίως άτομα από 17 έως 45 ετών, που ανήκαν στις γερμανικές μειονότητες των νέων σοσιαλιστικών χωρών της Ανατολικής Ευρώπης. Μελέτησε χρόνια το θέμα, άρχισε να συγκεντρώνει από το 2001 αφηγήσεις από αυτόπτες μάρτυρες- η ίδια η μητέρα της πέρασε πέντε χρόνια σ’ ένα παρόμοιο στρατόπεδο- και κάποια στιγμή πήρε την απόφαση να γράψει το σχετικό μυθιστόρημα. Η ίδια, καθώς ανήκε στη γερμανική μειονότητα της Ρουμανίας, έζησε στο χωριό της με τα υπονοούμενα παρόμοιων ιστοριών, καθώς οι άνθρωποι για πενήντα ολόκληρα χρόνια δεν τολμούσαν να συζητήσουν ανοιχτά το θέμα.
Βέβαια η συγγραφέας δεν συνθέτει ιστορικό δοκίμιο, ούτε καν χρονικό. Η εντύπωση που μένει στον αναγνώστη μετά την ανάγνωση του έργου είναι ότι είχε να κάνει με μια ποιητική σύνθεση, όπου κυριαρχούν ο ελλειπτικός και συμβολικός λόγος, μια εντύπωση όμως που κάθε άλλο παρά μειώνει την αληθοφάνεια των γεγονότων.
Το Γενάρη του 1945 ο δεκαεφτάχρονος Λέοπολντ Άουμπεργκ συλλαμβάνεται και εκτοπίζεται από το χωριό του, ένα χωριό της Βεσσαραβίας, στο στρατόπεδο εργασίας της πόλης Nova Gorlovka της Ουκρανίας. Η μεταφορά, μέσα σ’ ένα βαγόνι μεταφοράς ζώων , γίνεται κάτω από τις πιο απάνθρωπες συνθήκες. (συγκλονιστική η ομαδική αποπάτηση των αιχμαλώτων σε μια χιονισμένη πεδιάδα!). Ο ήρωάς μας, καθώς αυτοχαρακτηρίζεται ερωτικά «αποκλίνων», στην αρχή βλέπει αυτή τη μετακίνηση θετικά, καθώς πιστεύει ότι θα γλιτώσει από τον ασφυκτικό κλοιό της κοινωνίας του χωριού του, που δε συγχωρεί παρόμοιες αποκλίσεις. Στη συνέχεια όμως θα προσγειωθεί ανώμαλα, όταν θα φτάσει στο στρατόπεδο. Τα γεγονότα που διαδραματίζονται στο στρατόπεδο αποχτούν υπερρεαλιστικές διαστάσεις με την πένα της Herter και ο αγώνας για την επιβίωση των κρατουμένων συνδυάζεται με τον πιο ανομολόγητο εφιάλτη, καθώς ο χρόνος και ο χώρος συγχέονται μεταξύ τους και τα πρόσωπα κινούνται θαρρείς μέσα σε όνειρο.
Έρχεται όμως η στιγμή που όλα αυτά έχουν ένα τέλος. Οι κρατούμενοι – όσοι απόμειναν βέβαια- φορτώνονται πάλι σε βαγόνια για ζώα και επιστρέφουν στην πατρίδα τους. Αλλά για τον ήρωά μας η επιστροφή στη γαλήνη και την άνεση του σπιτιού του αποδεικνύεται αφάνταστα οδυνηρή. Στο σπίτι του κανείς δεν τον περίμενε, κανείς δεν τον ρωτάει πώς πέρασε και, καθώς όλοι τον είχαν για πεθαμένο, η μητέρα του έχει ήδη αποχτήσει έναν άλλο γιο που μπερδεύεται στα πόδια του μόλις αυτός μπαίνει στο σπίτι. Έχει την εντύπωση ότι κανείς δεν χάρηκε. «Ανάμεσα σε ανθρώπους χορτάτους από πατρίδα, η ελευθερία με ζάλιζε». Έτσι ο αναγνώστης συνειδητοποιεί προοδευτικά ότι η ζωή του «Λέο» έχει για πάντα καταστραφεί. Από τα είκοσι δυο του χρόνια.
Η γραφή της Muller είναι σκληρή σαν μαχαίρι, χωρίς τίποτε το περιττό. Και ελλειπτική, καθώς η ματιά της επιμένει σε ασήμαντες για τον ανυποψίαστο αναγνώστη σκηνές και σκέψεις. Έτσι όμως χτίζει τη συγκλονιστική εντύπωση που αποκομίζει κανείς στο τέλος. Η μετάφραση της Γιώτας Λαγουδάκου υποδειγματική. Παρ’ όλες τις εγγενείς δυσχέρειες του κειμένου. Μεταφράσεις αυτού του επιπέδου, αποδεικνύουν τι δρόμο έχει διανύσει το «Μεταφραστικό Πρόβλημα» από τα χρόνια του μεγάλου Κακριδή.
Η Herta Muller γεννημένη το 1953 στην επαρχία Μπανάτ της Ρουμανίας, εγκαταστάθηκε οριστικά στο Βερολίνο το 1987, αφού πρώτα τα βιβλία της λογοκρίθηκαν και απαγορεύτηκαν από το καθεστώς του Τσαουσέσκου. Ανήκε στη γερμανική μειονότητα της Ρουμανίας και έχει σπουδάσει στο Βουκουρέστι ρουμανική και γερμανική φιλολογία. Ο Άγγελος της Πείνας θα κυκλοφορήσει Βερολίνο το 2009, λίγους μήνες προτού η συγγραφέας του τιμηθεί με το Βραβείο Νόμπελ.

Πέμπτη 29 Ιουλίου 2010

Ο Τελευταίος Γενίτσαρος

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ


ΤΟΥΡΚΙΑ
REHA CAMUROGLU
Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΓΕΝΙΤΣΑΡΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΘΑΝΟΣ ΖΑΡΑΓΚΑΛΗΣ
ΟΛΚΟΣ 2001
σελ. 364


Ο Τούρκος ιστορικός και μυθιστοριογράφος Ρεχά Τσαμούρογλου (γεννημένος στην Πόλη το 1958), βουλευτής σήμερα του κόμματος της Δικαιοσύνης, με πτυχίο ιστορίας από το Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου και επισκέπτης-καθηγητής σε γερμανικά πανεπιστήμια, έχει τιμηθεί στην Τουρκία με το βραβείο του καλύτερου μυθιστορήματος για το 2001.
Στον «Τελευταίο Γενίτσαρο», που εκδόθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 2000, καταπιάνεται με ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον εγχείρημα: να μας περιγράψει ανάγλυφα μέσα από τη μυθιστορηματική πλοκή του έργου του, τη ζωή, καθώς και τις θρησκευτικές και πολιτικές αντιλήψεις του τάγματος των γενιτσάρων από το 1770 ως την εξόντωσή τους από την κεντρική εξουσία το 1826. Σ’ αυτό το χρονικό διάστημα ζουν και κινούνται οι χαρακτήρες του μυθιστορήματος, εντελώς αυτόνομα όμως, χωρίς δηλαδή να δίνεται η εντύπωση στον αναγνώστη ότι κρατάει στα χέρια του κάποιο ιστορικό δοκίμιο. Είναι γνωστό ότι το σώμα των γενιτσάρων συστήθηκε κατά τον ΙΔ’ αιώνα από τον σουλτάνο Ορχάν και αποτελούσε στην αρχή μια μορφή παιδομαζώματος από τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Ρούμελης. Οι γενίτσαροι, σκληρά εκπαιδευμένοι, και με ιδιαίτερα οικονομικά και κοινωνικά προνόμια, αποτέλεσαν τον κύριο μοχλό της εξάπλωσης του σουλτανάτου ως την κεντρική Ευρώπη (ΙΖ’ αι.), αλλά με τον καιρό αυτονομήθηκαν ιδεολογικά, καθώς οι σουλτάνοι υποχρεώθηκαν από τις μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης να παραχωρήσουν μια σειρά από προνόμια στους χριστιανούς υπηκόους τους, πολιτική που έβρισκε αντίθετο το στρατιωτικό αυτό σώμα. Έτσι, την εποχή στην οποία διαδραματίζεται η ιστορία μας, οι γενίτσαροι έχουν εξελιχθεί σε μέγα πρόβλημα για την Υψηλή Πύλη, καθώς συχνά-πυκνά σήκωναν κεφάλι και αντιδρούσαν σε πολλά διατάγματά της.
Η πλοκή του έργου έχει ως αφετηρία το 1769 και την αιχμαλωσία του Πέτρου, γιου του Μιχαήλ και στρατιώτη της τσαρίνας Αικατερίνης, από τούρκους γενιτσάρους κατά τη διάρκεια μιας ρωσοτουρκικής σύγκρουσης στη Βεσσαραβία. Ο εικοσάχρονος αυτός στρατιώτης θα μεταφερθεί στην Ισταμπούλ (που λέγεται με σκόπιμη παραφθορά Ισλαμπούλ σ’ ολόκληρο το μυθιστόρημα), θα αλλαξοπιστήσει και θα υπηρετήσει σ’ όλη του τη ζωή ως Αμπντουλάχ το γενίτσαρο Αρίφ αγά που τον αιχμαλώτισε. Καθώς μάλιστα η γυναίκα του γέννησε εκείνες της μέρες κι ένα γιο, ο Αριφ Αγάς θεωρώντας το γεγονός αυτό θεϊκό σημάδι, υιοθετεί τον νέο του σκλάβο και τον παντρεύει με την κόρη του.
Με αφηγητές λοιπόν πότε τον Αμπντουλάχ (στο βιβλίο αναφέρεται ως «Ξανθός αγάς) και πότε τον ενήλικο πια γιο του αφέντη του, τον Σαμπίτ, θα παρακολουθήσουμε τα πιο σημαντικά συμβάντα που διαδραματίστηκαν στην Κωνσταντινούπολη ως τη νύχτα της 26ης Ιουνίου 1826, που συντελέστηκε η αποτρόπαιη σφαγή του τάγματος των γενιτσάρων από το σουλτάνο Μαχμούντ. Όμως αυτά τα γεγονότα (πυρκαγιές, ομηρικές συγκρούσεις των γενιτσάρων με άλλα στρατιωτικά σώματα) λειτουργούν ως καθαρή μουσική υπόκρουση στο στήσιμο των χαρακτήρων του έργου. Χαρακτήρες που περιγράφονται αδρά και πειστικά με τις ιδιαιτερότητες και τις μεταξύ τους συγκρούσεις. Παίρνουμε μια ιδέα από τις εκστρατείες των γενιτσάρων και τις μάχες που έδωσαν με τους αυστριακούς στα εδάφη των Αψβούργων, αλλά και τη συμμετοχή τους στην αντιμετώπιση των εθνικιστικών κινημάτων της Σερβίας και της Ελλάδας. Αξίζει να σημειωθεί λ.χ. ότι παρακολουθούμε, από την τουρκική πλευρά πάντα, την πολιορκία, αλλά και την έξοδο του Μεσολογγίου, με ιδιαίτερο σεβασμό είναι αλήθεια (ίσως και θαυμασμό), χωρίς εθνικιστικές εξάρσεις.
Στο επίπεδο της περιγραφής των χαρακτήρων του έργου διαπιστώνουμε τον ομαλό εγκλιματισμό του Αμπντουλάχ σε μια νέα ζωή που ελάχιστα θυμίζει την παλιά του. Βέβαια κάποιες στιγμές τον τυραννάει μια αυτονόητη νοσταλγία για την τελευταία, αλλά χωρίς ιδιαίτερες πιέσεις δέχεται να υπηρετήσει τη μουσουλμανική πίστη, γεγονός που του εξασφαλίζει μια άνετη και αξιοπρεπή ζωή που είναι αμφίβολο αν θα την είχε στην πατρίδα του. Ο αφέντης του πάλι, ο τσορμπατζής Αρίφ αγάς, αγωνίζεται ως το θάνατό του για το δόγμα των Μπεκτασήδων, που είναι το κυρίαρχο μουσουλμανικό δόγμα των γενιτσάρων, καθώς και για την υπεράσπιση τηςν ιδεολογικής θέσης του τάγματος. Όσο για το γιο του, τον Σαμπίτ, που γρήγορα ανέρχεται στα πιο ψηλά αξιώματα της ιεραρχίας του τάγματος, διαπιστώνουμε ότι αγνοώντας τις νέες ιστορικές συνθήκες, αρνείται να συμβιβαστεί με τη νέα πραγματικόητα, όταν ακόμη και το μουσουλμανικό ιερατείο, που παραδοσιακά στήριζε το τάγμα, συντάσσεται με την πλευρά της κεντρικής εξουσίας. Έτσι θυσιάζεται για μια χαμένη υπόθεση. Είναι ο τελευταίος γενίτσαρος… Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ρόλος των γυναικείων χαρακτήρων, περιθωριακός, όπως ταίριαζε στη μουσουλμανική κοινωνία της Πόλης, ελάχιστα συμβάλλει στην οικονομία του έργου.
Το μυθιστόρημα εκδίδεται «με την υποστήριξη του τουρκικού Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού» (Αλήθεια μια παρόμοια υποστήριξη παρέχεται σε αντίστοιχες ελληνικές εκδόσεις;)

Παρασκευή 16 Ιουλίου 2010

Η Γαλάζια Ώρα

ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΠΕΡΟΥ
ALONSO CUETO
Η ΓΑΛΑΖΙΑ ΩΡΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ :
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ
ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2010 (σελ. 344 )

Η ιστοσελίδα έχει βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι το πολιτιστικό υπέδαφος της Λατινικής Αμερικής παραμένει ακόμη ανεκμετάλλευτο –σε αντίθεση με το ορυκτό. Μόνο που οι Ευρωπαίοι και οι Βορειοαμερικανοί φιλότεχνοι έχασαν πια από καιρό εκείνες τις κεραίες και τα ανακλαστικά που θα τους επέτρεπαν να το εντοπίσουν. Έτσι παραμένει άγνωστο ένα πλήθος από λογοτεχνικά και κινηματογραφικά έργα του Μεξικού, της Χιλής, της Κολομβίας και του Περού και πολλών άλλων χωρών, με ελάχιστες εξαιρέσεις (όρα Gabriel Garcia Marqez και Isabelle Allende).
Ο Αλόνσο Κουέτο, γεννημένος στη Λίμα του Περού το 1954, έχει γράψει πάνω από δεκαπέντε μυθιστορήματα και συλλογές διηγημάτων. Σήμερα δημοσιογραφεί και διδάσκει δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο της Λίμας (sic). Με τη «Γαλάζια Ώρα» (2005) δεν εισάγει καινά θεματικά δαιμόνια, ούτε πασχίζει να μας παγιδέψει με ένα επιτηδευμένα ρηξικέλευθο ύφος. Απλώς αντλεί το θέμα του από την ταραγμένη πρόσφατη περίοδο της ιστορίας της χώρας του, όπου οι μαοϊκοί «τρομοκράτες» του Σεντέρο Λουμινόσο (Φωτεινό μονοπάτι) επιδίδονταν χρόνια ολόκληρα σε ομαδικές σφαγές του πληθυσμού της υπαίθρου (παράβαλε ερυθρούς Χμερ της Καμπότζης) και παράλληλα οι «εθνικιστές» στρατιώτες τους συναγωνίζονταν σε αγριότητα. Η τεχνική της αφήγησής του είναι κι αυτή πασίγνωστη: κυκλική χωρίς επιστροφές. Το έργο βέβαια, κάθε άλλο παρά ανήκει στη λεγόμενη «στρατευμένη λογοτεχνία» . Ο Κουέτο, βλέπει από απόσταση τα γεγονότα που αφηγείται και δε χαρίζεται σε κανέναν. Μόνο για τους άμοιρους ινδιάνους των ορέων, τους απογόνους των Ίνκας, που σφαγιάστηκαν άγρια, τόσο από τους επαναστάτες όσο και από τους τηρητές του νόμου και της τάξης, ψυχοπονάει.
Ο Αντριάν Ορμάτσε διευθύνει συνεταιρικά ένα μεγάλο δικηγορικό γραφείο στη Λίμα. Δεν του λείπει τίποτε (μόνο η λύπη, για να θυμηθούμε γνωστό ποιητή μας). Παντρεμένος με την ωραία και εύπορη Κλάουντια, με δυο χαριτωμένες κόρες που φοιτούν σε ιδιωτικό σχολείο, με ένα σπίτι πεντακοσίων τετραγωνικών μέτρων, μια γραμματέα εξυπηρετική που την εμπιστεύεται και μια ζωή γεμάτη ανέσεις. Βρίσκεται στη μια όχθη του ποταμού, πάντα στην ίδια, από τότε που γεννήθηκε, και ούτε που μπορεί να φανταστεί τι συμβαίνει στην άλλη. Και το δράμα του ξεκινάει από τη στιγμή που πληροφορείται ότι ο πεθαμένος εδώ και χρόνια πατέρας του, αξιωματικός του πολεμικού ναυτικού όσο ζούσε, υπήρξε αρχιβασανιστής σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως «τρομοκρατών» μιας δυσπρόσιτης περιοχής της χώρας. Αυτό δεν μπορεί να το ανεχτεί. Αν μαθευτεί θα αποτελέσει νάρκη στα θεμέλια της οικογενειακής του ευτυχίας. (Τα γεγονότα εξελίσσονται σε μια περίοδο αντίστοιχη της δικής μας μεταπολίτευσης. Το «Φωτεινό Μονοπάτι» έχει διαλυθεί κι ο ηγέτης του βρίσκεται στη φυλακή). Και καθώς έχει κληρονομήσει από τη μητέρα του, που υπεραγαπούσε , μια σειρά από κανόνες ηθικού δικαίου, αποφασίζει να ερευνήσει τα γεγονότα (μια απόφαση μαζοχιστική, καθώς μέσα του ξέρει πού μπορεί να τον οδηγήσει).
Και το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να επιχειρήσει ένα ταξίδι στη μακρινή και δυσπρόσιτη περιοχή, όπου είχε υπηρετήσει ο πατέρας του, ο οποίος, φαίνεται ότι είχε μια ερωτική σχέση με μια δεκαεφτάχρονη κρατούμενη, πού κατόρθωσε να το σκάσει από το στρατόπεδο κάτω από μυθιστορηματικές συνθήκες. Φτάνει λοιπόν στην επαρχία αυτή χρησιμοποιώντας τα πιο απίθανα μεταφορικά μέσα κι εκεί έκπληκτος ανακαλύπτει ότι βρίσκεται πια σ τ η ν ά λ λ η ό χ θ η…
Οι ελάχιστοι κάτοικοι που έχουν απομείνει ζουν και κινούνται με τη σκέψη των δικών τους, αυτών που έχουν χάσει, διαρκώς στο μυαλό τους. Ο οδηγός που τον έφερε στο στρατόπεδο σταματάει στη μέση μιας κοιλάδας… Εδώ άφηναν τα πτώματα, του λέει . Κατά εκατοντάδες. Στη μια πλευρά οι τρομοκράτες και στην άλλη ο στρατός. Βασανισμένα κατακρεουργημένα. Κάποιος έκανε το λογαριασμό: αν τα έβαζες το ένα δίπλα στο άλλο, θα έφταναν να κάνεις εκατό φορές το γύρο του μεγάλου γηπέδου της πόλης… Συναντάει τον ιερέα της ενορίας. Μια συνάντηση που δίνεται με υποδειγματικά λιτό τρόπο. Όλοι οι κάτοικοι έρχονται σ΄ αυτόν για να του μιλήσουν. Κι αυτός τους ακούει, τους ακούει. «κι όταν εκείνοι φεύγουν, εγώ μένω, μόνος και κλαίω όσο περισσότερο μπορώ, κύριε…» Εκεί μαθαίνει ότι οι νύχτες στα χωριά της περιοχής εκείνα τα χρόνια ήταν κόλαση. Πότε οι τρομοκράτες και πότε ο στρατός ορμούσαν στα σπίτια, έσπαζαν τις πόρτες και άρπαζαν οποιονδήποτε «για να τον ανακρίνουν». Και κατά κανόνα αυτόν οι δικοί του τον έχαναν για πάντα. Ιδίως τα όμορφα κορίτσια (εδώ την αποκλειστικότητα την είχε ο στρατός). Τα κουβαλούσαν στο στρατόπεδο και τα παρέδιναν στους αξιωματικούς τους. Κι εκείνοι, αφού τα «ανέκριναν» με τον τρόπο που εύκολα μπορούμε να φανταστούμε, τα έδιναν στους στρατιώτες. Κι εκείνοι, για να γλεντήσουν όσο περισσότερο γινόταν, τους υπόσχονταν ότι θα τα άφηναν ελεύθερα, αν έκαναν ό τι τους ζητούσαν. Και στο τέλος μια σφαίρα στο σβέρκο. Όπως σκότωναν τα μοσχάρια…
Έτσι ο ήρωάς μας ανακαλύπτει ξαφνικά ότι τίποτε δεν τον συνδέει πια με την οικογένειά του, τους συγγενείς του, τους συνεργάτες του. Κι αυτοί δεν ξέρουν τι να υποθέσουν. Ενώ ο ίδιος, αφήνοντας σύξυλους τους μεγάλους πελάτες του, τη γυναίκα και τις κόρες του βάζει πια σκοπό της ζωής του να συναντήσει τη Μύριαμ, την κοπέλα που, έγκυος κατά μια πληροφορία, το είχε σκάσει από το κολαστήριο του πατέρα του, …
Πού τάχα θα τον οδηγήσει αυτή η αδιέξοδη πορεία που έχει επιλέξει; Τι θα μάθει για τον πατέρα του, πώς θα εξιλεωθεί ο ίδιος; Εδώ ο συγγραφέας επιλέγοντας την απλή αφήγηση, χωρίς τους γνωστούς αφορισμούς της σύγχρονης επιστήμης της ψυχολογίας, χειρίζεται άψογα το υλικό του. Χωρίς απροσδόκητες ανατροπές παρακολουθεί τον ήρωά του στην πορεία του προς την αυτοσυνειδητοποίηση με ένα τρόπο ψυχρό και απόμακρο , χωρίς συμπάθεια, ούτε όμως και ψόγο… Και τα ερωτήματα που πηγάζουν απ΄ αυτήν την πορεία είναι αμείλικτα: υπάρχει περίπτωση επιστροφής του στις παλιές «καλές μέρες»; Κι αν δεν υπάρχει πού θα οδηγηθεί ο ίδιος; Ο Αλόνσο Κουέτο δεν δραματοποιεί τα γεγονότα. Η «κορύφωση» που ίσως μέσα του περίμενε ο αναγνώστης δεν είναι στις προθέσεις του. Κι αυτό ίσως είναι η πιο σπουδαία κατάκτηση της δουλειάς του.

Παρασκευή 2 Ιουλίου 2010

Η Χρονιά της Ερήμου



ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ
PEDRO MAIRAL
Η ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΝΗΤΟΥ
ΠΟΛΙΣ 2010

σελ. 358

Η Μαρία Βαλντές Νέιλαν, μια εικοσιτριάχρονη γραμματέας της εταιρείας επενδύσεων «Σουάρες & Μπαϊτος», στο Μπουένος Άιρες, αρχίζει μια ακόμη μέρα εργασίας. Ξεκινάει με το τρένο από τη συνοικία Μπεκάρ, όπου κατοικεί με τον πατέρα της, και φτάνει στο κέντρο της πόλης , στο εντυπωσιακό πολυώροφο κτίριο, όπου και η έδρα της πολυεθνικής επιχείρησης. Γρήγορα όμως καταλαβαίνουμε ότι κάτι παράδοξο συμβαίνει: τα τηλέφωνα σπάνια χτυπούν, η τηλεόραση δεν λειτουργεί, οι υπολογιστές στα γραφεία παίζουν μόνο διακοσμητικό ρόλο και τα έγγραφα γράφονται πια σε παλιές γραφομηχανές. Και στους δρόμους πανδαιμόνιο. Διαδηλώσεις, πορείες, λεηλασίες, καταστροφές. Και μια είδηση να αιωρείται επίφοβη στον αέρα: «Η Κοσμοχαλασιά είναι πια κοντά!». Ο φίλος της Αλεχάντρο Περέιρα δεν εμφανίζεται στο ραντεβού τους. Προφανώς βρίσκεται ανάμεσα στους διαδηλωτές…
Έτσι αρχίζει το εφιαλτικό χρονικό της Μαρίας, που θαρρείς δε συμβαίνει στον κόσμο αυτόν , αλλά σ’ έναν άλλο, φανταστικό και εξωπραγματικό. Ο Πέδρο Μαϊράλ, εμπνευσμένος από την πρόσφατη οικονομική και κοινωνική κρίση της Αργεντινής, παρακολουθεί την ηρωίδα του στην προοδευτική εξαθλίωσή της και την επιστροφή της σε μια προ-πολιτισμική εποχή, όπου τίποτε δεν λειτουργεί όπως το ξέρουμε. Μόνο τα ένστικτα της επιβίωσης και της ερωτικής έλξης. Αρχές, ηθικές αξίες, καθημερινές συνήθειες, όλα έχουν ανατραπεί και οι συμπεριφορές των ανθρώπων είναι απρόβλεπτες. Συμμορίες πεινασμένων και απελπισμένων χωρικών επελαύνουν ακάθεκτες προς το κέντρο της πρωτεύουσας, της οποίας οι κάτοικοι, για να αμυνθούν, μετατρέπουν τις πολυκατοικίες σε απόρθητα φρούρια….Η ύπαιθρος πέφτει σε μια προοδευτική απερήμωση. Τα πάντα καταστρέφονται, ισοπεδώνονται: αγροί, κτίρια, δρόμοι από τη μια μέρα στην άλλη δεν αφήνουν ούτε τα ίχνη τους. Και το κακό ολοένα πλησιάζει στο κέντρο της πόλης. Τα τρόφιμα μεταφέρονται με ελικόπτερα στις ταράτσες των κτιρίων και μοιράζονται με συσσίτια. Και οι ένοικοι αναγκάζονται να επικοινωνούν μεταξύ τους με υπόγεια τούνελ ή κρεμαστές γέφυρες… Οι ηλικιωμένοι μεταφέρονται σωρηδόν στα νοσοκομεία και οι περισσότεροι πολύ γρήγορα πέφτουν σε κώμα… Και το παράξενο είναι ότι όλοι κρατούν σφιχτά στο χέρι τους το… τηλεκοντρόλ της τηλεόρασης. Και μόνο όταν πατάει κάποιος τα κουμπιά του, δείχνουν να συνέρχονται… Και όλοι τρέμουν για το τι θα συμβεί αν κατά λάθος πατήσουν το OFF.
Και η Μαρία για να επιβιώσει, καθώς ούτε λόγος να ξαναγυρίσει στη δουλειά της, γίνεται νοσοκόμα, πόρνη στο λιμάνι του Μπάχο και στο τέλος καταφεύγει στις ξεχασμένες προκολομβιανές φυλές της ζούγκλας, όπου ο πολιτισμός με την καθιερωμένη του έννοια είναι άγνωστος. Εκεί πληροφορείται ότι ο φίλος της, πασίγνωστος και ηρωικός ηγέτης των επαναστατών, έπεσε μαχόμενος (για ποιον και γιατί;) και , ενώ έχει αρχίσει να προσαρμόζεται στις νέες συνθήκες, υποχρεώνεται κάτω από τραγικές συνθήκες να επιστρέψει στην πρωτεύουσα, όπου το μόνο κτίριο που έχει μείνει όρθιο είναι το οχυρωμένο πια κτίριο της δουλειάς της, Μέσα του έγκλειστοι οι υπάλληλοι και τ’ αφεντικά ζουν την έσχατη εξαθλίωση: για να επιζήσουν καταβροχθίζουν ο ένας τον άλλον… Και η Μαρία , σαν σε όνειρο κατορθώνει να αποδράσει και να επιβιβαστεί σ’ ένα πλοίο, που θ’ ανοιχτεί στον Ωκεανό, όπου τίποτε πια δεν είναι ορατό: μόνο θάλασσα κι ουρανός…
Ο Πέδρο Μαϊράλ εγκαταλείποντας τη ρεαλιστική αφήγηση και χρησιμοποιώντας κατά κόρον μια καλπάζουσα φαντασία στην περιγραφή των γεγονότων μας θυμίζει τους πίνακες του αναγεννησιακού ζωγράφου Ιερώνυμου Μπος, ή ακόμη του Σαλβατόρ Νταλί. Ο σκοπός του είναι προφανής: το έργο του λειτουργεί σαν μια πολιτική αλληγορία -μήπως και διδακτική; - για το μέλλον του πολιτισμού μας, για τον οποίο είμαστε περήφανοι. Μήπως είναι καιρός να αναθεωρήσουμε τις αρχές και τις αξίες με τις οποίες γαλουχηθήκαμε για γενιές ολόκληρες και να εγκαινιάσουμε μια καινούρια αρχή;.

Πέμπτη 6 Μαΐου 2010

Ο Θρύλος των Χιλίων Ταύρων

BΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΤΟΥΡΚΙΑ
ΓΙΑΣΑΡ ΚΕΜΑΛ
Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΩΝ ΧΙΛΙΩΝ ΤΑΥΡΩΝ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ
ΚΕΔΡΟΣ 1981
σελ. 344

Ο Γιασάρ Κεμάλ, κουρδικής καταγωγής, γεννήθηκε σ’ ένα χωριό της Κιλικίας το 1923. Το 1949 εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και ζει ως σήμερα, και άσκησε το δημοσιογραφικό επάγγελμα. Θεωρείται ο πιο σημαντικός Τούρκος συγγραφέας εν ζωή ( έχει προταθεί για το Νόμπελ λογοτεχνίας) και το έργο του, πλούσιο και με αγωνιστική παράδοση, έχει μεταφραστεί σε τριάντα περίπου γλώσσες. Έχει υποστεί ποικίλες διώξεις από το τουρκικό κράτος για τις θέσεις του σχετικά με τους Κούρδους και το 1995 κινδύνεψε να καταδικαστεί σε πολυετή κάθειρξη για το «αδίκημα γνώμης». Όμως δώδεκα μέρες πριν ψηφιστεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση η τελωνειακή σύνδεση της Τουρκίας με την Ευρώπη, τα δικαστήρια τον αθώωσαν… Στην Ελλάδα έχει μεταφραστεί το μεγαλύτερο μέρος του έργου του. «Ο Θρύλος των Χιλίων Ταύρων» σε αριστουργηματική μετάφραση του Πέτρου Μάρκαρη, κυκλοφόρησε το 1981 από τις εκδόσεις Κέδρος.

Κάθε χρόνο, τη νύχτα της 5ης προς την 6η Μαϊου, σμίγουν στον ουρανό δυο άστρα, ο Χιζίρ και ο Ιλιάς. Και τότε, την απειροελάχιστη αυτή στιγμή, οπότε τα πάντα ξαφνικά μένουν ακίνητα -νερά, άνεμοι, φύλλα- όποιος ξαγρυπνήσει και ευχηθεί κάτι, αυτό θα γίνει πραγματικότητα... Και μια φυλή γιουρούκων τουρκομάνων του Ταύρου συσκέπτεται και αποφασίζει να ξαγρυπνήσει και να ζητήσει επιτέλους «χειμαδιό στην πεδιάδα της Τσουκούρεβα», μια πεδιάδα που χρησίμευε από αιώνες ως χειμαδιό της φυλής, αλλά τώρα η κατάσταση έχει γίνει αφόρητη: η προοδευτική αστικοποίηση του πληθυσμού της περιοχής έχει γεμίσει την πεδιάδα με χωριά, οι εκτάσεις της έχουν πλημμυρίσει από κάθε λογής σπαρτά και τα ζώα τους, τα πρόβατα, τα άλογα και οι καμήλες τους λιμοκτονούν κάθε χειμώνα.. Οι χωρικοί με την συμπαράσταση της χωροφυλακής τούς αποδεκατίζουν καθημερινά και τους εκμεταλλεύονται με κάθε τρόπο… Η δυνατότητα να αγοράσουν χειμαδιό γρήγορα αποδεικνύεται μια φρούδα ελπίδα, καθώς και ο πιο άνυδρος λόφος στοιχίζει χρυσάφι… Τι τους μένει να κάνουν; Μάλλον να διαλυθούν, να πάρει ο καθένας των ομματιών του και ν’ αρχίσει μια καινούρια ζωή, εκτός αν…

Ο γέρος αρχιμάστορας των σιδεράδων της φυλής μαστρο Χαυντάρ καταφέρει να προσφέρει ένα σπαθί –αριστούργημα τεχνικής- που το δουλεύει τριάντα ολόκληρα χρόνια - στον Ισμέτ Ινονού που κυβερνούσε τότε τη χώρα, με αντάλλαγμα το πολυπόθητο χειμαδιό… Ή αν η Τζερέν, η καλλονή της φυλής, δεχτεί να παντρευτεί τον Οκτάυ μπεη, γιο τσιφλικά της περιοχής, που δίνει τα πάντα γι αυτή, ακόμη και χειμαδιό για τη φυλή της…Τι θα συμβεί τελικά; Θα τα καταφέρει ο περήφανος μάστορας, θα δεχτεί η κοπέλα να πουληθεί για το καλό της φυλής της, θα συμφωνήσει η φυλή της γι αυτό;

Ο Γιασάρ Κεμάλ μας μεταφέρει ανάγλυφο το οδυνηρό πέρασμα των νομαδικών πληθυσμών της Τουρκίας στο καθεστώς της μόνιμης εγκατάστασης κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, με ό τι αυτό συνεπάγεται…Το ύφος του, με τη μορφή γλαφυρού παραμυθιού της Ανατολής, αλλά και με εύστοχες αναφορές στον αδιέξοδο δρόμο των κάθε λογής κατατρεγμένων από την παντοδύναμη εξουσία, καθιστούν την ανάγνωση του έργου πραγματική απόλαυση. Το βιβλίο στις μέρες μας μάλλον δυσεύρετο.

Τετάρτη 28 Απριλίου 2010

Είσαι ελεύθερος



ΙΡΑΝΙΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ
MOHAMMAD-ALI TALEBI
ΕΙΣΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ
(TO AZADI)

2001 ( 88λ )

O Ali Talebi ανήκει στην πλειάδα των Ιρανών σκηνοθετών που ανέδειξαν τον ιρανικό κινηματογράφο τις τελευταίες δυο δεκαετίες διεθνώς. Σκηνοθέτης από το 1986 και παραγωγός ο ίδιος της ταινίας στην οποία αναφερόμαστε, έχει αποσπάσει ένα πλήθος από κινηματογραφικά βραβεία –κυρίως σε φεστιβάλ ασιατικών χωρών- , ανάμεσα στα οποία και εκείνο της ειδικής μνείας του Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών για Παιδιά του Lucas το 2002 για το «Είσαι ελεύθερος».
Η ταινία αφηγείται την τραγική ιστορία δυο παιδιών, του Mohsen και του Sohrab, τα οποία μετά από την έκτιση της ποινής τους για μικροαδικήματα σε αναμορφωτήριο της Τεχεράνης, βρίσκονται σε πλήρες αδιέξοδο. Οι γονείς του πρώτου έχουν σκοτωθεί σε αυτοκινητικό δυστύχημα, και του δεύτερου δεν τον δέχονται στο σπίτι. Η κοινωνική λειτουργός του ιδρύματος , αλλά και ο ίδιος ο διευθυντής του, δίνουν έναν συγκινητικό αγώνα , για να βοηθήσουν τα δυο παιδιά, αλλά οι κοινωνικές συνθήκες και η κρατική γραφειοκρατία ελάχιστα συμβάλλουν σ’ αυτό. Η μόνη διέξοδος που απομένει στα παιδιά είναι να επιστρέψουν στην παρανομία του δρόμου. Η σκηνή με την οποία κλείνει η ταινία ίσως συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πιο συγκλονιστικές του παγκόσμιου κινηματογράφου: ο μικρός Mohsen εγκαταλείπει το αυτοκίνητο του διευθυντή του ιδρύματος μέσα στην νύχτα και ενώνεται με μια εύθυμη συντροφιά γαβριάδων που διασκεδάζουν με μια αυτοσχέδια ορχήστρα ζεσταίνοντας συγχρόνως τα χέρια τους στη φωτιά που έχουν ανάψει σ’ ένα βαρέλι…
Η ταινία μας θυμίζει έντονα αντίστοιχα θέματα με τα οποία καταπιάστηκε στη δεκαετία του ’40 ο ιταλικός νεορεαλισμός (πρβ το «Λούστρο Παπουτσιών» του De Sica) και οι μικροί πρωταγωνιστές της (αρκετοί υπήρξαν όντως τρόφιμοι του αναμορφωτήριου) διαπνέονται από μια πηγαία ανθρωπιά. Αλλά και το διοικητικό προσωπικό του ιδρύματος, ακόμη και οι παιδονόμοι, κάθε άλλο παρά καταπιεστικοί και απάνθρωποι είναι. Ο σκηνοθέτης επιλέγει τα μουντά χρώματα στις σκηνές του αναμορφωτήριου, ενώ τα πλάνα που γυρίστηκαν στο γραφικό Ισπαχάν για τις ανάγκες του σεναρίου είναι γεμάτα φως και χρώμα. Το φιλμ, σε γενικές γραμμές, συμβάλλει στο να αναθεωρήσουμε την εικόνα που μας έχουν επιβάλει για το Ιράν τα δυτικά ΜΜΕ. Απουσιάζουν παντελώς στοιχεία θρησκευτικού φονταμενταλισμού και προσωπολατρίας και το μόνο στοιχείο που μας παραπέμπει στην ισλαμική πίστη είναι η ενδυμασία των γυναικών, ακόμη και των μικρών κοριτσιών. Σε γενικές γραμμές: μια ταινία που δεν ξεχνιέται. Κανείς δεν μπορεί να είναι ελεύθερος αν είναι φτωχός κι απόκληρος…