Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Προμηθεὺς πλάσας ποτὲ ἀνθρώπους δύο πήρας ἐξ αὐτῶν ἀπεκρέμασε, τὴν μὲν ἀλλοτρίων κακῶν, τὴν δὲ ἰδίων, καὶ τὴν μὲν τῶν ὀθνείων ἔμπροσθεν ἔταξε, τὴν δὲ ἑτέραν ὄπισθεν ἀπήρτησεν. Ἐξ οὗ δὴ συνέβη τοὺς ἀνθρώπους τὰ μὲν ἀλλότρια κακὰ ἐξ ἀπόπτου κατοπτάζεσθαι, τὰ δὲ ἴδια μὴ προορᾶσθαι

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιρανικός κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιρανικός κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 28 Απριλίου 2010

Είσαι ελεύθερος



ΙΡΑΝΙΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ
MOHAMMAD-ALI TALEBI
ΕΙΣΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ
(TO AZADI)

2001 ( 88λ )

O Ali Talebi ανήκει στην πλειάδα των Ιρανών σκηνοθετών που ανέδειξαν τον ιρανικό κινηματογράφο τις τελευταίες δυο δεκαετίες διεθνώς. Σκηνοθέτης από το 1986 και παραγωγός ο ίδιος της ταινίας στην οποία αναφερόμαστε, έχει αποσπάσει ένα πλήθος από κινηματογραφικά βραβεία –κυρίως σε φεστιβάλ ασιατικών χωρών- , ανάμεσα στα οποία και εκείνο της ειδικής μνείας του Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών για Παιδιά του Lucas το 2002 για το «Είσαι ελεύθερος».
Η ταινία αφηγείται την τραγική ιστορία δυο παιδιών, του Mohsen και του Sohrab, τα οποία μετά από την έκτιση της ποινής τους για μικροαδικήματα σε αναμορφωτήριο της Τεχεράνης, βρίσκονται σε πλήρες αδιέξοδο. Οι γονείς του πρώτου έχουν σκοτωθεί σε αυτοκινητικό δυστύχημα, και του δεύτερου δεν τον δέχονται στο σπίτι. Η κοινωνική λειτουργός του ιδρύματος , αλλά και ο ίδιος ο διευθυντής του, δίνουν έναν συγκινητικό αγώνα , για να βοηθήσουν τα δυο παιδιά, αλλά οι κοινωνικές συνθήκες και η κρατική γραφειοκρατία ελάχιστα συμβάλλουν σ’ αυτό. Η μόνη διέξοδος που απομένει στα παιδιά είναι να επιστρέψουν στην παρανομία του δρόμου. Η σκηνή με την οποία κλείνει η ταινία ίσως συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πιο συγκλονιστικές του παγκόσμιου κινηματογράφου: ο μικρός Mohsen εγκαταλείπει το αυτοκίνητο του διευθυντή του ιδρύματος μέσα στην νύχτα και ενώνεται με μια εύθυμη συντροφιά γαβριάδων που διασκεδάζουν με μια αυτοσχέδια ορχήστρα ζεσταίνοντας συγχρόνως τα χέρια τους στη φωτιά που έχουν ανάψει σ’ ένα βαρέλι…
Η ταινία μας θυμίζει έντονα αντίστοιχα θέματα με τα οποία καταπιάστηκε στη δεκαετία του ’40 ο ιταλικός νεορεαλισμός (πρβ το «Λούστρο Παπουτσιών» του De Sica) και οι μικροί πρωταγωνιστές της (αρκετοί υπήρξαν όντως τρόφιμοι του αναμορφωτήριου) διαπνέονται από μια πηγαία ανθρωπιά. Αλλά και το διοικητικό προσωπικό του ιδρύματος, ακόμη και οι παιδονόμοι, κάθε άλλο παρά καταπιεστικοί και απάνθρωποι είναι. Ο σκηνοθέτης επιλέγει τα μουντά χρώματα στις σκηνές του αναμορφωτήριου, ενώ τα πλάνα που γυρίστηκαν στο γραφικό Ισπαχάν για τις ανάγκες του σεναρίου είναι γεμάτα φως και χρώμα. Το φιλμ, σε γενικές γραμμές, συμβάλλει στο να αναθεωρήσουμε την εικόνα που μας έχουν επιβάλει για το Ιράν τα δυτικά ΜΜΕ. Απουσιάζουν παντελώς στοιχεία θρησκευτικού φονταμενταλισμού και προσωπολατρίας και το μόνο στοιχείο που μας παραπέμπει στην ισλαμική πίστη είναι η ενδυμασία των γυναικών, ακόμη και των μικρών κοριτσιών. Σε γενικές γραμμές: μια ταινία που δεν ξεχνιέται. Κανείς δεν μπορεί να είναι ελεύθερος αν είναι φτωχός κι απόκληρος…

Κυριακή 14 Μαρτίου 2010

Το Πιθάρι

ΙΡΑΝΙΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

IBRAHIM FEROUZESH

KHOMREH

ΤΟ ΠΙΘΑΡΙ (1992)

Άλλο ένα διαμάντι του ιρανικού κινηματογράφου που δεν έχει προβληθεί στις μεγάλες αίθουσες της χώρας μας , καθώς δεν συγκεντρώνει τα εχέγγυα εισπρακτικής επιτυχίας (ο χώρος, ο χρόνος, το θέμα και η –ανύπαρκτη-σκηνοθεσία της ταινίας ελάχιστα θα ενδιέφεραν το κινηματογραφόφιλο κοινό της Δύσης, καθώς έχει χρόνια τώρα εθιστεί στις συνταγές του Χόλιγουντ.)

Ο σκηνοθέτης (ο ίδιος έχει γράψει και το σενάριο), γεννημένος το 1939 στην Τεχεράνη, αποτελεί μια από τις πολλές λαμπρές μορφές του σύγχρονου ιρανικού σινεμά. Έχει σκηνοθετήσει πέντε όλες κι όλες ταινίες από το 1987 ως το 2008, που απέσπασαν –σχεδόν όλες- βραβεία σε διάφορα διεθνή φεστιβάλ. Το «Πιθάρι» διακρίθηκε λ.χ. στα διεθνή φεστιβάλ κινηματογράφου του Locarno και του Sao Paulo. Στην Ελλάδα προβλήθηκε πρόσφατα από την ψηφιακή Ε.Ρ.Τ.

Ένα μονοθέσιο δημοτικό σχολείο στη μέση μιας ερήμου. Στο πουθενά.. Ο χρόνος και ο τόπος απροσδιόριστοι (τι θα πρόσθεταν άλλωστε αν δηλώνονταν;). Καμιά τριανταριά πάνω κάτω μαθητές (δύο μόνο κορίτσια. με τις παραδοσιακές μαντίλες τους) κι ένας ρηξικέλευθος νεαρός δάσκαλος που δίνει τον υπέρ πάντων αγώνα για να αντιμετωπίσει την αμάθεια, τη δεισιδαιμονία και τη μικρότητα της κοινωνίας του μικρού χωριού. Ενός χωριού με σπίτια χτισμένα με λάσπη και χωμένα βαθιά στη γη για λίγη δροσιά… Ο κλασικός μαυροπίνακας, η κιμωλία και τα θρανία των παιδιών στο εσωτερικό του σχολείου. Κι έξω σε μια γωνιά , κάτω από ένα συφοριασμένο δέντρο, που απορείς πώς φύτρωσε εκεί , ένα πιθάρι γεμάτο νερό, από το οποίο πίνουν οι μικροί μαθητές στα διαλείμματα. Το νερό το κουβαλούν οι ίδιοι με κουβάδες από πολύ μακριά. Και το πιθάρι κάποια στιγμή σπάει. Με αφορμή αυτό το τυχαίο γεγονός ο σκηνοθέτης χτίζει μια τραγική και τρυφερή ιστορία με πρωταγωνιστές το δάσκαλο που αγωνίζεται να βρει λύση, τους μικρούς μαθητές που επωφελούνται από την αναστάτωση για να μην κάνουν μάθημα και τους γονείς τους, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους θα προτιμούσαν να απασχολούν οι ίδιοι τα παιδιά τους στο σπίτι… Σε τι θα τους χρησίμευαν άλλωστε τα γράμματα…Ηθοποιοί δεν υπάρχουν. Είναι φανερό ότι όλους τους ρόλους τους επωμίζονται οι κάτοικοι της μικρής αυτής κοινωνίας. Με μια θαυμαστή πειστικότητα ομολογουμένως.

Ο σκηνοθέτης μάς δίνει με θαυμαστή ενάργεια το πορτρέτο της ανταγωνιστικής και σκληρής κοινωνίας του χωριού, που γίνεται ακόμη σκληρότερη επειδή μαστίζεται από τη στέρηση και την αμάθεια. Δεν αρκείται στην εύκολη κοινωνική κριτική (δεν ξέρουμε κι αν ήθελε , αν θα το μπορούσε…). Και αντιπαραθέτει αυτή την κοινωνία με την πηγαία ανθρωπιά του δασκάλου, ο οποίος δεν διδάσκει απλώς, αλλά ιερουργεί. Κάποια στιγμή όμως η υψηλή αίσθηση του καθήκοντος που τον χαρακτηρίζει θα τον εγκαταλείψει, γιατί είναι και άνθρωπος. Με τις αδυναμίες και την περηφάνια του.

Ο φακός της κινηματογραφικής κάμερας εστιάζει στο στόχο του χωρίς να φλυαρεί, τα συνήθως μέσα πλάνα της ταινίας προσδίδουν στα τεκταινόμενα μια οικειότητα, μια καθημερινότητα. Μια ταινία που θα πρέπει να γυρίστηκε με ελάχιστο κόστος, αλλά με περίσσιο μεράκι… Παράδειγμα προς μίμηση.

Σάββατο 13 Μαρτίου 2010

Η Γεύση του Κερασιού

ΙΡΑΝΙΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ
ABBAS KIAROSTAMI
TA' M A GUILASS (1997)
Η ΓΕΥΣΗ ΤΟΥ ΚΕΡΑΣΙΟΥ (95 λ)


Δεκατρία χρόνια μετά την πρώτη προβολή της (1997) η εμβληματική πια ταινία του Abbas Kiarostami «Γεύση Κερασιού» δεν έχει χάσει ίχνος από τη λάμψη της κι εκείνη τη γοητεία που είχε συνεπάρει τους απανταχού της γης κινηματογραφόφιλους, όταν κέρδιζε το «Χρυσό Φοίνικα» στις Κάνες. Σε αντίθεση με τις ταινίες-πυροτεχνήματα εξ Εσπερίας που καταυγάζουν προς στιγμήν το στερέωμα με τα βραβεία Όσκαρ και έκτοτε βυθίζονται στη σιωπή και στη λήθη, η ταινία του Κιαροστάμι, που υπήρξε σταθμός, καθώς πιστεύουμε, στην ιστορία της παγκόσμιας κινηματογραφικής τέχνης, εξακολουθεί και σήμερα να συγκινεί και να προβληματίζει το ίδιο όπως και τότε… Φέρνουμε στο νου μας τις μέρες που προβλήθηκε για πρώτη –και τελευταία- φορά στη Θεσσαλονίκη. Τις δυο πρώτες μέρες οι θεατές δεν ξεπέρασαν τους …τρεις. Και μάλιστα όλο και κάποιος θα αποχωρούσε από την αίθουσα διαμαρτυρόμενος για τον «αργό» ρυθμό της. Και οι επιχειρηματίες υποχρεώθηκαν να την αποσύρουν την τρίτη μέρα, γεγονός πρωτοφανές στα κινηματογραφικά χρονικά της πόλης…
Αν ανατρέξει κανείς στο site του cine.gr θα διαπιστώσει ότι η βασική κριτική της ταινίας καταγγέλλει το «κατακερματισμένο στόρι της ταινίας, καθώς ο σκηνοθέτης δεν μας λέει τις αιτίες, δεν μας λέει τα αποτελέσματα. Μας εισάγει σε ένα βουβό δράμα και περιμένει αντιδράσεις… Ο Kiarostami παίζει έξυπνα το παιχνίδι του. Όχι όμως πολύ εντυπωσιακά με απρόσκοπτη ροή ή έστω ζηλευτή αισθητική. Αλλά δυστυχώς έτσι είναι πάντα. Όπου ακούς πολλά κεράσια κράτα και μικρό καλάθι». Να τονίσουμε ότι παρόμοια αντίδραση επιφυλάχθηκε για τα απανταχού της γης αριστουργήματα κάθε τέχνης, καθώς με την εμφάνισή τους σχεδόν πάντα κατεδάφιζαν τους παγιωμένους κανόνες της αισθητικής στο συγκεκριμένο είδος που εκπροσωπούσαν;

Ο πρώτος κανόνας λοιπόν της τέχνης του κινηματογράφου-για τον μέσο θεατή- είναι ότι η ταινία πρέπει να διαθέτει ένα συγκεκριμένο «στόρι» με αρχή , μέση και τέλος, που να διατηρεί αδιάπτωτο το ενδιαφέρον του θεατή. Και η ταινία του Kiarostami επιδεικτικά δεν το διαθέτει: σ’ όλη τη διάρκειά της παρακολουθούμε ένα συμπαθή άντρα με το Landrover του να σαρώνει κυριολεκτικά τις γειτονιές και τα περίχωρα της Τεχεράνης αναζητώντας με επιμονή κάποιον «να του ρίξει είκοσι φτυαριές χώμα» στον τάφο που ο ίδιος είχε ετοιμάσει, έναντι αδράς αμοιβής βέβαια, καθώς είχε πάρει την απόφαση να αυτοκτονήσει. Και ο αφιλότιμος σκηνοθέτης «δεν μας λέει τις αιτίες». Πουθενά δεν μαθαίνουμε τους λόγους αυτής της απονενοημένης απόφασης του πρωταγωνιστή της ταινίας! Ακόμη και η συνήθης «ζηλευτή αισθητική» των ταινιών ρουτίνας απουσιάζει επιδεικτικά.: Το τοπίο που οργώνει κυριολεκτικά ο κύριος Μπάντι είναι ένας κρανίου τόπος. Ξερό χώμα, σκόνη με το τσουβάλι, ίχνος βλάστησης, όγκοι εργοστασίων στο βάθος που ξερνούν μαύρο καπνό, τερατώδη μηχανήματα που μεταφέρουν και αδειάζουν όγκους από χώματα και πέτρες (για ποιο ακριβώς λόγο;) και εκατοντάδες εργάτες σκαρφαλωμένοι στις πλαγιές με αξίνες και φτυάρια που εργάζονται θαρρείς και μεταφέρουν ο καθένας του τον λίθο του Συσσίφου. Πιάνεται η ψυχή του ανθρώπου! (Σημείωση: αυτά όλα δεν αποτελούν έναν πρώτης τάξεως λόγο για να οδηγήσουν στην αυτοκτονία ένα ευαίσθητο άτομο;).

Ενόχλησε ακόμη, καθώς φαίνεται, και το γεγονός ότι κανένα σχεδόν πλάνο της ταινίας δεν περιέχει μαζί τους δυο ανθρώπους που συνδιαλέγονται (υποψήφιο αυτόχειρα και υποψήφιο…νεκροθάφτη). Αλλά υπάρχει καλύτερος τρόπος για να τονιστεί η απελπιστική μοναξιά του πρώτου και η στέρεη -και εξ ορισμού λογική- βεβαιότητα του δεύτερου;Οι άντρες στους οποίους απευθύνεται ο κύριος Μπάντι αρνούνται κατηγορηματικά να τον βοηθήσουν. Ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Ένας ντόπιος εργάτης, γιατί τον παίρνει για ομοφυλόφιλο, ένας Κούρδος στρατιώτης από θέμα αρχής, και τέλος ένας αφγανός φύλακας εργοταξίου για καθαρά θρησκευτικούς λόγους…Εδώ ο σκηνοθέτης επιμένει στην αντίστιξη μιας καθαρά δυτικής αντίληψης για τη ζωή και το θάνατο (ας μην ξεχνούμε το αίτημα για ευθανασία που βρίσκει όλο και μεγαλύτερη ανταπόκριση στις δυτικές κοινωνίες) και μιας πανάρχαιας ανατολικής που επιμένει ότι αξίζει να ζεις μόνο και μόνο για να γευτείς ένα ζουμερό μούρο ή ένα ώριμο κεράσι! Πράγματι ο υποψήφιος αυτόχειρας είναι πέρα για πέρα «εξευρωπαϊσμένος»: ξυρισμένος, δυτικότροπα ντυμένος και καθόλου δεμένος με τα δόγματα του Κορανίου…Κατοικεί μάλιστα και σ’ ένα καλοβαλμένο μεσοαστικό διώροφο διαμέρισμα των περιχώρων της Τεχεράνης…Αντίθετα οι άντρες στους οποίους απευθύνεται για να τον βοηθήσουν είναι κλασικοί μουσουλμάνοι: φουκαράδες, πιστοί τηρητές των εδαφίων του Κορανίου, οι οποίοι , μολονότι δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, αρνούνται μια αμοιβή που δεν θα κέρδιζαν ούτε και σ’ ολόκληρη τη ζωή τους…Στο τέλος ο ήρωάς μας θα συναντήσει ένα βαθιά φιλοσοφημένο άτομο (είναι ταριχευτής ζώων σε κάποιο εκπαιδευτικό ίδρυμα της Τεχεράνης), Τούρκος στην καταγωγή, που θα δεχτεί να εκτελέσει την επιθυμία του, αφού πρώτα προσπαθήσει να τον μεταπείσει ότι αξίζει να ζήσει κανείς μόνο και μόνο για να γευτεί κάποια στιγμή ένα ώριμο κεράσι… Και ο πρωταγωνιστής της ταινίας ήρεμος επιτέλους ανεβαίνει το Γολγοθά του!: κατεβαίνει στο βαθύ λάκκο που έχει ετοιμάσει από πριν και καταπίνει όλα τα ηρεμιστικά χάπια που διέθετε (άλλη μια νύξη για τις συνήθειες της Δύσης). Είναι νύχτα, δίπλα του ένα καχεκτικό δεντράκι και πάνω από το κεφάλι του ένα γεμάτο φεγγάρι που κυνηγιέται με τα λευκά σύννεφα…

Κι όταν ξημερώσει αντικρίζουμε κατάπληκτοι το γνωστό μας τοπίο μαγικά θαρρείς μεταλλαγμένο: οι πλαγιές έχουν πρασινίσει, το μικρό δεντράκι λουλουδιασμένο, πουλιά κελαηδούν και ένας λόχος στρατιώτες που ξεκουράζονται κρατώντας οι περισσότεροι μπουκέτα από αγρολούλουδα. Και στην πλαγιά ο ίδιος ο Kiarostami με τον χειριστή της κινηματογραφικής μηχανής και τους βοηθούς του που μόλις έχουν κινηματογραφήσει μια σκηνή από την ίδια την ταινία! Θα μπορούσε να φανταστεί κανείς πιο ευρηματικό και εύγλωττο φινάλε;

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2009

Εκεί πέρα

ΙΡΑΝΙΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ


ABDOLREZA KAHANI


AAN JA (ΕΚΕΙ ΠΕΡΑ)


20ο8 / 70 λ.


Η απόφαση της κριτικής επιτροπής του φετινού 49ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης να απονείμει τον «Χρυσό Αλέξανδρο» στην χαμηλών τόνων (και κόστους ) ιρανική ασπρόμαυρη ταινία «Εκεί πέρα» μας ξάφνιασε ευχάριστα. Για μια ακόμη φορά γίνεται φανερό ότι οι αισθητικές αντιλήψεις του μέσου κοινού και της κριτικής επιτροπής δεν ταυτίζονται. Και ίσως δεν πρέπει να ταυτίζονται…
Το θέμα της ταινίας: η αγωνία του Πεϊμάν, ενός σαραντάχρονου μετανάστη στις ΗΠΑ, που έχει επιστρέψει στη χώρα του για να επισκεφτεί τη γυναίκα του Λεϊλά και τον πατέρα του, η αγωνία του λοιπόν να ξαναγυρίσει στις ΗΠΑ, καθώς το χρονικό περιθώριο που του δίνουν οι μεταναστευτικές αρχές των ΗΠΑ είναι μόνο δέκα μέρες. Αλλιώς θα χάσει όλα τα προνόμια που του εξασφαλίζει η επίζηλη «Πράσινη Κάρτα», και κυρίως εκείνο του Αμερικανού Πολίτη…
Ο Πεϊμάν όμως αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα: βρίσκεται σε διάσταση με τη γυναίκα του, η οποία μάλιστα όχι μόνο έχει μετακομίσει αλλού και έχει κυριολεκτικά αδειάσει το κοινό τους ενοικιαζόμενο διαμέρισμα από όλα τα έπιπλα, αλλά του ζητάει να της επιστρέψει και ένα σεβαστό ποσό από την κοινή περιουσία τους, για να του επιτρέψει σύμφωνα με το νόμο να βγει από τη χώρα.
Παρακολουθούμε λοιπόν μέρα-μέρα τις απεγνωσμένες προσπάθειες του Πεϊμάν όχι μόνο να πείσει τη σύζυγό του να άρει αυτή την απαίτησή της, αλλά και να αντιμετωπίσει και την ιρανική «κοινή γνώμη» που δε συγχωρεί τίποτε σ’ έναν παντρεμένο εργένη… Η κατάληξη της υπόθεσης είναι απρόσμενη. Ο επίδοξος πολίτης των ΗΠΑ συνειδητοποιεί ότι δεν αξίζει να παλεύει για ένα προνόμιο που στην ουσία του δένει τα χέρια και δεν του επιτρέπει να κινείται ελεύθερα…
Ο σκηνοθέτης Abdolreza Kahani, γεννημένος το 1973, έχει ήδη βραβευθεί από το κινηματογραφικό ίδρυμα Fabri το 1977 για το σενάριο της ταινίας του “Travel to East”, καθώς και για ντοκιμαντέρ “Travelers to Need” στο Ιράν. Το «Εκεί πέρα» είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του. Η κινηματογραφική γλώσσα του κινείται ανάμεσα σ’ έναν κοινωνικό ρεαλισμό και στο ντοκιμαντέρ, από το οποίο βέβαια και ξεκίνησε. Τίποτε το κραυγαλέο, τίποτε το εντυπωσιακό δε συμβαίνει στην ταινία. Απλώς τα πράγματα κυλούν θαρρείς σπρωγμένα από μια αδυσώπητη μοίρα

Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2009

Μεθυσμένα Άλογα

ΙΡΑΝΙΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ
BAHMAN GHOBADI
ZAMANI BARAYE MASTI ASBHA
ΜΕΘΥΣΜΕΝΑ ΑΛΟΓΑ / 2000

80λ

Ο Bahman Ghobadi γεννήθηκε στην πόλη Beneh του Ιρανικού Κουρδιστάν το 1968. Υπήρξε βοηθός σκηνοθέτη του μεγάλου Kiarostami (στην ταινία «Ο άνεμος θα μας πάρει») και γύρισε την πρώτη του ταινία το 1999. Μέχρι σήμερα (2008) έχει γυρίσει έξι ταινίες, με τις οποίες κέρδισε σε διεθνή φεστιβάλ 36 βραβεία, ανάμεσα στα οποία και δύο στο Φεστιβάλ Κανών. Ο ίδιος αυτοβιογραφούμενος σημειώνει ότι είναι παθιασμένος με τη μουσική. «Με τη μουσική κοιμάμαι, με τη μουσική εμπνέομαι, και μ’ αυτήν ταξιδεύω».
Η ταινία «Μεθυσμένα άλογα» (με παγκόσμια πρεμιέρα –εκτός συναγωνισμού-στις 24 Νοεμβρίου 2000 στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης) θα μπορούσε να χαρακτηριστεί , χωρίς περιστροφές έπος, καθώς ξεδιπλώνει μπροστά μας την τραγωδία του κουρδικού λαού που αγωνίζεται για επιβίωση και αξιοπρέπεια: Πέντε αδέρφια χωρίς γονείς (η μητέρα χρόνια πεθαμένη, ο πατέρας πρόσφατα σκοτωμένος από νάρκη, αυτός και το μουλάρι του, στα ιρανο-ιρακινά σύνορα) με το μικρότερο αδελφό να πάσχει από ανίατη ασθένεια και να χρειάζεται επειγόντως εγχείριση, δίνουν τον υπέρ πάντων αγώνα για να επιβιώσουν. Ο μεγαλύτερος αδελφός, ο Ayoub, δεκαπεντάχρονος περίπου, ρίχνεται στο λαθρεμπόριο για να εξοικονομήσει τα χρήματα της εγχείρισης, αλλά δεν τα καταφέρνει. Δεκάδες συντοπίτες του με τα μουλάρια τους διασχίζουν τα κακοτράχαλα χιονισμένα βουνά, όπου και τα σύνορα Ιράν-Ιράκ, για να μεταφέρουν και να παραλάβουν λαθραία. Και για να δίνουν όλες τις δυνάμεις τους τα ζώα, τα ποτίζουν, πριν ξεκινήσουν, οινόπνευμα (από εδώ και ο τίτλος της ταινίας). Σειρά έχει τότε η δεκατριάχρονη αδελφή του, η οποία δέχεται να παντρευτεί έναν πλούσιο ιρακινό με τον όρο να αναλάβει αυτός τα έξοδα για την εγχείριση του μικρού αδελφού της. Εντυπωσιακή η μεταφορά της νύφης μέσα από τα χιονισμένα μονοπάτια με μουλάρι στο Ιράκ , όπου όμως η πεθερά της δε δέχεται με τίποτε το μικρό σακάτη και τον στέλνει πίσω στο Ιράν, όπου ο Ayoub θα τα δώσει όλα για τη σωτηρία του … Θα τα καταφέρει άραγε;
Ο σκηνοθέτης ξέρει πως γυρίζει μια σκληρή ταινία. Δε διστάζει λοιπόν να χρησιμοποιήσει κάθε πλάνο που του είναι αναγκαίο, κι ας είναι εντελώς ξένο προς τη δυτική αισθητική. Το ύφος του, που διεκδικεί κάτι από το ντοκιμαντέρ, ισορροπεί ανάμεσα στην ποίηση και το νατουραλισμό. Η σκηνή με τα μουλάρια που σκοτώνονται από τα πολυβόλα μέσα σε μια άγρια χιονοθύελλα είναι μοναδική για τη ωμότητά της. Ενώ εκείνη με τα δυο παιδιά που θρηνούν στον τάφο της μητέρας τους, ή η άλλη με το συμπεθεριό που υποδέχεται τη νύφη μέσα στο χιονισμένο τοπίο, σαν ένα μαύρο κουβάρι σε λευκό φόντο, αποπνέουν μια τρυφερότητα και μια ποιητική ατμόσφαιρα απαράμιλλη.
Η ταινία προβλήθηκε από την κρατική ΕΤ1 στα πλαίσια της κινηματογραφικής ζώνης του Σαββάτου «Σύγχρονος Κινηματογράφος από όλον τον κόσμο»