Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Προμηθεὺς πλάσας ποτὲ ἀνθρώπους δύο πήρας ἐξ αὐτῶν ἀπεκρέμασε, τὴν μὲν ἀλλοτρίων κακῶν, τὴν δὲ ἰδίων, καὶ τὴν μὲν τῶν ὀθνείων ἔμπροσθεν ἔταξε, τὴν δὲ ἑτέραν ὄπισθεν ἀπήρτησεν. Ἐξ οὗ δὴ συνέβη τοὺς ἀνθρώπους τὰ μὲν ἀλλότρια κακὰ ἐξ ἀπόπτου κατοπτάζεσθαι, τὰ δὲ ἴδια μὴ προορᾶσθαι

Πέμπτη 29 Ιουλίου 2010

Ο Τελευταίος Γενίτσαρος

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ


ΤΟΥΡΚΙΑ
REHA CAMUROGLU
Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΓΕΝΙΤΣΑΡΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΘΑΝΟΣ ΖΑΡΑΓΚΑΛΗΣ
ΟΛΚΟΣ 2001
σελ. 364


Ο Τούρκος ιστορικός και μυθιστοριογράφος Ρεχά Τσαμούρογλου (γεννημένος στην Πόλη το 1958), βουλευτής σήμερα του κόμματος της Δικαιοσύνης, με πτυχίο ιστορίας από το Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου και επισκέπτης-καθηγητής σε γερμανικά πανεπιστήμια, έχει τιμηθεί στην Τουρκία με το βραβείο του καλύτερου μυθιστορήματος για το 2001.
Στον «Τελευταίο Γενίτσαρο», που εκδόθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 2000, καταπιάνεται με ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον εγχείρημα: να μας περιγράψει ανάγλυφα μέσα από τη μυθιστορηματική πλοκή του έργου του, τη ζωή, καθώς και τις θρησκευτικές και πολιτικές αντιλήψεις του τάγματος των γενιτσάρων από το 1770 ως την εξόντωσή τους από την κεντρική εξουσία το 1826. Σ’ αυτό το χρονικό διάστημα ζουν και κινούνται οι χαρακτήρες του μυθιστορήματος, εντελώς αυτόνομα όμως, χωρίς δηλαδή να δίνεται η εντύπωση στον αναγνώστη ότι κρατάει στα χέρια του κάποιο ιστορικό δοκίμιο. Είναι γνωστό ότι το σώμα των γενιτσάρων συστήθηκε κατά τον ΙΔ’ αιώνα από τον σουλτάνο Ορχάν και αποτελούσε στην αρχή μια μορφή παιδομαζώματος από τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Ρούμελης. Οι γενίτσαροι, σκληρά εκπαιδευμένοι, και με ιδιαίτερα οικονομικά και κοινωνικά προνόμια, αποτέλεσαν τον κύριο μοχλό της εξάπλωσης του σουλτανάτου ως την κεντρική Ευρώπη (ΙΖ’ αι.), αλλά με τον καιρό αυτονομήθηκαν ιδεολογικά, καθώς οι σουλτάνοι υποχρεώθηκαν από τις μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης να παραχωρήσουν μια σειρά από προνόμια στους χριστιανούς υπηκόους τους, πολιτική που έβρισκε αντίθετο το στρατιωτικό αυτό σώμα. Έτσι, την εποχή στην οποία διαδραματίζεται η ιστορία μας, οι γενίτσαροι έχουν εξελιχθεί σε μέγα πρόβλημα για την Υψηλή Πύλη, καθώς συχνά-πυκνά σήκωναν κεφάλι και αντιδρούσαν σε πολλά διατάγματά της.
Η πλοκή του έργου έχει ως αφετηρία το 1769 και την αιχμαλωσία του Πέτρου, γιου του Μιχαήλ και στρατιώτη της τσαρίνας Αικατερίνης, από τούρκους γενιτσάρους κατά τη διάρκεια μιας ρωσοτουρκικής σύγκρουσης στη Βεσσαραβία. Ο εικοσάχρονος αυτός στρατιώτης θα μεταφερθεί στην Ισταμπούλ (που λέγεται με σκόπιμη παραφθορά Ισλαμπούλ σ’ ολόκληρο το μυθιστόρημα), θα αλλαξοπιστήσει και θα υπηρετήσει σ’ όλη του τη ζωή ως Αμπντουλάχ το γενίτσαρο Αρίφ αγά που τον αιχμαλώτισε. Καθώς μάλιστα η γυναίκα του γέννησε εκείνες της μέρες κι ένα γιο, ο Αριφ Αγάς θεωρώντας το γεγονός αυτό θεϊκό σημάδι, υιοθετεί τον νέο του σκλάβο και τον παντρεύει με την κόρη του.
Με αφηγητές λοιπόν πότε τον Αμπντουλάχ (στο βιβλίο αναφέρεται ως «Ξανθός αγάς) και πότε τον ενήλικο πια γιο του αφέντη του, τον Σαμπίτ, θα παρακολουθήσουμε τα πιο σημαντικά συμβάντα που διαδραματίστηκαν στην Κωνσταντινούπολη ως τη νύχτα της 26ης Ιουνίου 1826, που συντελέστηκε η αποτρόπαιη σφαγή του τάγματος των γενιτσάρων από το σουλτάνο Μαχμούντ. Όμως αυτά τα γεγονότα (πυρκαγιές, ομηρικές συγκρούσεις των γενιτσάρων με άλλα στρατιωτικά σώματα) λειτουργούν ως καθαρή μουσική υπόκρουση στο στήσιμο των χαρακτήρων του έργου. Χαρακτήρες που περιγράφονται αδρά και πειστικά με τις ιδιαιτερότητες και τις μεταξύ τους συγκρούσεις. Παίρνουμε μια ιδέα από τις εκστρατείες των γενιτσάρων και τις μάχες που έδωσαν με τους αυστριακούς στα εδάφη των Αψβούργων, αλλά και τη συμμετοχή τους στην αντιμετώπιση των εθνικιστικών κινημάτων της Σερβίας και της Ελλάδας. Αξίζει να σημειωθεί λ.χ. ότι παρακολουθούμε, από την τουρκική πλευρά πάντα, την πολιορκία, αλλά και την έξοδο του Μεσολογγίου, με ιδιαίτερο σεβασμό είναι αλήθεια (ίσως και θαυμασμό), χωρίς εθνικιστικές εξάρσεις.
Στο επίπεδο της περιγραφής των χαρακτήρων του έργου διαπιστώνουμε τον ομαλό εγκλιματισμό του Αμπντουλάχ σε μια νέα ζωή που ελάχιστα θυμίζει την παλιά του. Βέβαια κάποιες στιγμές τον τυραννάει μια αυτονόητη νοσταλγία για την τελευταία, αλλά χωρίς ιδιαίτερες πιέσεις δέχεται να υπηρετήσει τη μουσουλμανική πίστη, γεγονός που του εξασφαλίζει μια άνετη και αξιοπρεπή ζωή που είναι αμφίβολο αν θα την είχε στην πατρίδα του. Ο αφέντης του πάλι, ο τσορμπατζής Αρίφ αγάς, αγωνίζεται ως το θάνατό του για το δόγμα των Μπεκτασήδων, που είναι το κυρίαρχο μουσουλμανικό δόγμα των γενιτσάρων, καθώς και για την υπεράσπιση τηςν ιδεολογικής θέσης του τάγματος. Όσο για το γιο του, τον Σαμπίτ, που γρήγορα ανέρχεται στα πιο ψηλά αξιώματα της ιεραρχίας του τάγματος, διαπιστώνουμε ότι αγνοώντας τις νέες ιστορικές συνθήκες, αρνείται να συμβιβαστεί με τη νέα πραγματικόητα, όταν ακόμη και το μουσουλμανικό ιερατείο, που παραδοσιακά στήριζε το τάγμα, συντάσσεται με την πλευρά της κεντρικής εξουσίας. Έτσι θυσιάζεται για μια χαμένη υπόθεση. Είναι ο τελευταίος γενίτσαρος… Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ρόλος των γυναικείων χαρακτήρων, περιθωριακός, όπως ταίριαζε στη μουσουλμανική κοινωνία της Πόλης, ελάχιστα συμβάλλει στην οικονομία του έργου.
Το μυθιστόρημα εκδίδεται «με την υποστήριξη του τουρκικού Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού» (Αλήθεια μια παρόμοια υποστήριξη παρέχεται σε αντίστοιχες ελληνικές εκδόσεις;)

Παρασκευή 16 Ιουλίου 2010

Η Γαλάζια Ώρα

ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΠΕΡΟΥ
ALONSO CUETO
Η ΓΑΛΑΖΙΑ ΩΡΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ :
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ
ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2010 (σελ. 344 )

Η ιστοσελίδα έχει βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι το πολιτιστικό υπέδαφος της Λατινικής Αμερικής παραμένει ακόμη ανεκμετάλλευτο –σε αντίθεση με το ορυκτό. Μόνο που οι Ευρωπαίοι και οι Βορειοαμερικανοί φιλότεχνοι έχασαν πια από καιρό εκείνες τις κεραίες και τα ανακλαστικά που θα τους επέτρεπαν να το εντοπίσουν. Έτσι παραμένει άγνωστο ένα πλήθος από λογοτεχνικά και κινηματογραφικά έργα του Μεξικού, της Χιλής, της Κολομβίας και του Περού και πολλών άλλων χωρών, με ελάχιστες εξαιρέσεις (όρα Gabriel Garcia Marqez και Isabelle Allende).
Ο Αλόνσο Κουέτο, γεννημένος στη Λίμα του Περού το 1954, έχει γράψει πάνω από δεκαπέντε μυθιστορήματα και συλλογές διηγημάτων. Σήμερα δημοσιογραφεί και διδάσκει δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο της Λίμας (sic). Με τη «Γαλάζια Ώρα» (2005) δεν εισάγει καινά θεματικά δαιμόνια, ούτε πασχίζει να μας παγιδέψει με ένα επιτηδευμένα ρηξικέλευθο ύφος. Απλώς αντλεί το θέμα του από την ταραγμένη πρόσφατη περίοδο της ιστορίας της χώρας του, όπου οι μαοϊκοί «τρομοκράτες» του Σεντέρο Λουμινόσο (Φωτεινό μονοπάτι) επιδίδονταν χρόνια ολόκληρα σε ομαδικές σφαγές του πληθυσμού της υπαίθρου (παράβαλε ερυθρούς Χμερ της Καμπότζης) και παράλληλα οι «εθνικιστές» στρατιώτες τους συναγωνίζονταν σε αγριότητα. Η τεχνική της αφήγησής του είναι κι αυτή πασίγνωστη: κυκλική χωρίς επιστροφές. Το έργο βέβαια, κάθε άλλο παρά ανήκει στη λεγόμενη «στρατευμένη λογοτεχνία» . Ο Κουέτο, βλέπει από απόσταση τα γεγονότα που αφηγείται και δε χαρίζεται σε κανέναν. Μόνο για τους άμοιρους ινδιάνους των ορέων, τους απογόνους των Ίνκας, που σφαγιάστηκαν άγρια, τόσο από τους επαναστάτες όσο και από τους τηρητές του νόμου και της τάξης, ψυχοπονάει.
Ο Αντριάν Ορμάτσε διευθύνει συνεταιρικά ένα μεγάλο δικηγορικό γραφείο στη Λίμα. Δεν του λείπει τίποτε (μόνο η λύπη, για να θυμηθούμε γνωστό ποιητή μας). Παντρεμένος με την ωραία και εύπορη Κλάουντια, με δυο χαριτωμένες κόρες που φοιτούν σε ιδιωτικό σχολείο, με ένα σπίτι πεντακοσίων τετραγωνικών μέτρων, μια γραμματέα εξυπηρετική που την εμπιστεύεται και μια ζωή γεμάτη ανέσεις. Βρίσκεται στη μια όχθη του ποταμού, πάντα στην ίδια, από τότε που γεννήθηκε, και ούτε που μπορεί να φανταστεί τι συμβαίνει στην άλλη. Και το δράμα του ξεκινάει από τη στιγμή που πληροφορείται ότι ο πεθαμένος εδώ και χρόνια πατέρας του, αξιωματικός του πολεμικού ναυτικού όσο ζούσε, υπήρξε αρχιβασανιστής σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως «τρομοκρατών» μιας δυσπρόσιτης περιοχής της χώρας. Αυτό δεν μπορεί να το ανεχτεί. Αν μαθευτεί θα αποτελέσει νάρκη στα θεμέλια της οικογενειακής του ευτυχίας. (Τα γεγονότα εξελίσσονται σε μια περίοδο αντίστοιχη της δικής μας μεταπολίτευσης. Το «Φωτεινό Μονοπάτι» έχει διαλυθεί κι ο ηγέτης του βρίσκεται στη φυλακή). Και καθώς έχει κληρονομήσει από τη μητέρα του, που υπεραγαπούσε , μια σειρά από κανόνες ηθικού δικαίου, αποφασίζει να ερευνήσει τα γεγονότα (μια απόφαση μαζοχιστική, καθώς μέσα του ξέρει πού μπορεί να τον οδηγήσει).
Και το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να επιχειρήσει ένα ταξίδι στη μακρινή και δυσπρόσιτη περιοχή, όπου είχε υπηρετήσει ο πατέρας του, ο οποίος, φαίνεται ότι είχε μια ερωτική σχέση με μια δεκαεφτάχρονη κρατούμενη, πού κατόρθωσε να το σκάσει από το στρατόπεδο κάτω από μυθιστορηματικές συνθήκες. Φτάνει λοιπόν στην επαρχία αυτή χρησιμοποιώντας τα πιο απίθανα μεταφορικά μέσα κι εκεί έκπληκτος ανακαλύπτει ότι βρίσκεται πια σ τ η ν ά λ λ η ό χ θ η…
Οι ελάχιστοι κάτοικοι που έχουν απομείνει ζουν και κινούνται με τη σκέψη των δικών τους, αυτών που έχουν χάσει, διαρκώς στο μυαλό τους. Ο οδηγός που τον έφερε στο στρατόπεδο σταματάει στη μέση μιας κοιλάδας… Εδώ άφηναν τα πτώματα, του λέει . Κατά εκατοντάδες. Στη μια πλευρά οι τρομοκράτες και στην άλλη ο στρατός. Βασανισμένα κατακρεουργημένα. Κάποιος έκανε το λογαριασμό: αν τα έβαζες το ένα δίπλα στο άλλο, θα έφταναν να κάνεις εκατό φορές το γύρο του μεγάλου γηπέδου της πόλης… Συναντάει τον ιερέα της ενορίας. Μια συνάντηση που δίνεται με υποδειγματικά λιτό τρόπο. Όλοι οι κάτοικοι έρχονται σ΄ αυτόν για να του μιλήσουν. Κι αυτός τους ακούει, τους ακούει. «κι όταν εκείνοι φεύγουν, εγώ μένω, μόνος και κλαίω όσο περισσότερο μπορώ, κύριε…» Εκεί μαθαίνει ότι οι νύχτες στα χωριά της περιοχής εκείνα τα χρόνια ήταν κόλαση. Πότε οι τρομοκράτες και πότε ο στρατός ορμούσαν στα σπίτια, έσπαζαν τις πόρτες και άρπαζαν οποιονδήποτε «για να τον ανακρίνουν». Και κατά κανόνα αυτόν οι δικοί του τον έχαναν για πάντα. Ιδίως τα όμορφα κορίτσια (εδώ την αποκλειστικότητα την είχε ο στρατός). Τα κουβαλούσαν στο στρατόπεδο και τα παρέδιναν στους αξιωματικούς τους. Κι εκείνοι, αφού τα «ανέκριναν» με τον τρόπο που εύκολα μπορούμε να φανταστούμε, τα έδιναν στους στρατιώτες. Κι εκείνοι, για να γλεντήσουν όσο περισσότερο γινόταν, τους υπόσχονταν ότι θα τα άφηναν ελεύθερα, αν έκαναν ό τι τους ζητούσαν. Και στο τέλος μια σφαίρα στο σβέρκο. Όπως σκότωναν τα μοσχάρια…
Έτσι ο ήρωάς μας ανακαλύπτει ξαφνικά ότι τίποτε δεν τον συνδέει πια με την οικογένειά του, τους συγγενείς του, τους συνεργάτες του. Κι αυτοί δεν ξέρουν τι να υποθέσουν. Ενώ ο ίδιος, αφήνοντας σύξυλους τους μεγάλους πελάτες του, τη γυναίκα και τις κόρες του βάζει πια σκοπό της ζωής του να συναντήσει τη Μύριαμ, την κοπέλα που, έγκυος κατά μια πληροφορία, το είχε σκάσει από το κολαστήριο του πατέρα του, …
Πού τάχα θα τον οδηγήσει αυτή η αδιέξοδη πορεία που έχει επιλέξει; Τι θα μάθει για τον πατέρα του, πώς θα εξιλεωθεί ο ίδιος; Εδώ ο συγγραφέας επιλέγοντας την απλή αφήγηση, χωρίς τους γνωστούς αφορισμούς της σύγχρονης επιστήμης της ψυχολογίας, χειρίζεται άψογα το υλικό του. Χωρίς απροσδόκητες ανατροπές παρακολουθεί τον ήρωά του στην πορεία του προς την αυτοσυνειδητοποίηση με ένα τρόπο ψυχρό και απόμακρο , χωρίς συμπάθεια, ούτε όμως και ψόγο… Και τα ερωτήματα που πηγάζουν απ΄ αυτήν την πορεία είναι αμείλικτα: υπάρχει περίπτωση επιστροφής του στις παλιές «καλές μέρες»; Κι αν δεν υπάρχει πού θα οδηγηθεί ο ίδιος; Ο Αλόνσο Κουέτο δεν δραματοποιεί τα γεγονότα. Η «κορύφωση» που ίσως μέσα του περίμενε ο αναγνώστης δεν είναι στις προθέσεις του. Κι αυτό ίσως είναι η πιο σπουδαία κατάκτηση της δουλειάς του.

Παρασκευή 2 Ιουλίου 2010

Η Χρονιά της Ερήμου



ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ
PEDRO MAIRAL
Η ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΝΗΤΟΥ
ΠΟΛΙΣ 2010

σελ. 358

Η Μαρία Βαλντές Νέιλαν, μια εικοσιτριάχρονη γραμματέας της εταιρείας επενδύσεων «Σουάρες & Μπαϊτος», στο Μπουένος Άιρες, αρχίζει μια ακόμη μέρα εργασίας. Ξεκινάει με το τρένο από τη συνοικία Μπεκάρ, όπου κατοικεί με τον πατέρα της, και φτάνει στο κέντρο της πόλης , στο εντυπωσιακό πολυώροφο κτίριο, όπου και η έδρα της πολυεθνικής επιχείρησης. Γρήγορα όμως καταλαβαίνουμε ότι κάτι παράδοξο συμβαίνει: τα τηλέφωνα σπάνια χτυπούν, η τηλεόραση δεν λειτουργεί, οι υπολογιστές στα γραφεία παίζουν μόνο διακοσμητικό ρόλο και τα έγγραφα γράφονται πια σε παλιές γραφομηχανές. Και στους δρόμους πανδαιμόνιο. Διαδηλώσεις, πορείες, λεηλασίες, καταστροφές. Και μια είδηση να αιωρείται επίφοβη στον αέρα: «Η Κοσμοχαλασιά είναι πια κοντά!». Ο φίλος της Αλεχάντρο Περέιρα δεν εμφανίζεται στο ραντεβού τους. Προφανώς βρίσκεται ανάμεσα στους διαδηλωτές…
Έτσι αρχίζει το εφιαλτικό χρονικό της Μαρίας, που θαρρείς δε συμβαίνει στον κόσμο αυτόν , αλλά σ’ έναν άλλο, φανταστικό και εξωπραγματικό. Ο Πέδρο Μαϊράλ, εμπνευσμένος από την πρόσφατη οικονομική και κοινωνική κρίση της Αργεντινής, παρακολουθεί την ηρωίδα του στην προοδευτική εξαθλίωσή της και την επιστροφή της σε μια προ-πολιτισμική εποχή, όπου τίποτε δεν λειτουργεί όπως το ξέρουμε. Μόνο τα ένστικτα της επιβίωσης και της ερωτικής έλξης. Αρχές, ηθικές αξίες, καθημερινές συνήθειες, όλα έχουν ανατραπεί και οι συμπεριφορές των ανθρώπων είναι απρόβλεπτες. Συμμορίες πεινασμένων και απελπισμένων χωρικών επελαύνουν ακάθεκτες προς το κέντρο της πρωτεύουσας, της οποίας οι κάτοικοι, για να αμυνθούν, μετατρέπουν τις πολυκατοικίες σε απόρθητα φρούρια….Η ύπαιθρος πέφτει σε μια προοδευτική απερήμωση. Τα πάντα καταστρέφονται, ισοπεδώνονται: αγροί, κτίρια, δρόμοι από τη μια μέρα στην άλλη δεν αφήνουν ούτε τα ίχνη τους. Και το κακό ολοένα πλησιάζει στο κέντρο της πόλης. Τα τρόφιμα μεταφέρονται με ελικόπτερα στις ταράτσες των κτιρίων και μοιράζονται με συσσίτια. Και οι ένοικοι αναγκάζονται να επικοινωνούν μεταξύ τους με υπόγεια τούνελ ή κρεμαστές γέφυρες… Οι ηλικιωμένοι μεταφέρονται σωρηδόν στα νοσοκομεία και οι περισσότεροι πολύ γρήγορα πέφτουν σε κώμα… Και το παράξενο είναι ότι όλοι κρατούν σφιχτά στο χέρι τους το… τηλεκοντρόλ της τηλεόρασης. Και μόνο όταν πατάει κάποιος τα κουμπιά του, δείχνουν να συνέρχονται… Και όλοι τρέμουν για το τι θα συμβεί αν κατά λάθος πατήσουν το OFF.
Και η Μαρία για να επιβιώσει, καθώς ούτε λόγος να ξαναγυρίσει στη δουλειά της, γίνεται νοσοκόμα, πόρνη στο λιμάνι του Μπάχο και στο τέλος καταφεύγει στις ξεχασμένες προκολομβιανές φυλές της ζούγκλας, όπου ο πολιτισμός με την καθιερωμένη του έννοια είναι άγνωστος. Εκεί πληροφορείται ότι ο φίλος της, πασίγνωστος και ηρωικός ηγέτης των επαναστατών, έπεσε μαχόμενος (για ποιον και γιατί;) και , ενώ έχει αρχίσει να προσαρμόζεται στις νέες συνθήκες, υποχρεώνεται κάτω από τραγικές συνθήκες να επιστρέψει στην πρωτεύουσα, όπου το μόνο κτίριο που έχει μείνει όρθιο είναι το οχυρωμένο πια κτίριο της δουλειάς της, Μέσα του έγκλειστοι οι υπάλληλοι και τ’ αφεντικά ζουν την έσχατη εξαθλίωση: για να επιζήσουν καταβροχθίζουν ο ένας τον άλλον… Και η Μαρία , σαν σε όνειρο κατορθώνει να αποδράσει και να επιβιβαστεί σ’ ένα πλοίο, που θ’ ανοιχτεί στον Ωκεανό, όπου τίποτε πια δεν είναι ορατό: μόνο θάλασσα κι ουρανός…
Ο Πέδρο Μαϊράλ εγκαταλείποντας τη ρεαλιστική αφήγηση και χρησιμοποιώντας κατά κόρον μια καλπάζουσα φαντασία στην περιγραφή των γεγονότων μας θυμίζει τους πίνακες του αναγεννησιακού ζωγράφου Ιερώνυμου Μπος, ή ακόμη του Σαλβατόρ Νταλί. Ο σκοπός του είναι προφανής: το έργο του λειτουργεί σαν μια πολιτική αλληγορία -μήπως και διδακτική; - για το μέλλον του πολιτισμού μας, για τον οποίο είμαστε περήφανοι. Μήπως είναι καιρός να αναθεωρήσουμε τις αρχές και τις αξίες με τις οποίες γαλουχηθήκαμε για γενιές ολόκληρες και να εγκαινιάσουμε μια καινούρια αρχή;.

Πέμπτη 6 Μαΐου 2010

Ο Θρύλος των Χιλίων Ταύρων

BΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΤΟΥΡΚΙΑ
ΓΙΑΣΑΡ ΚΕΜΑΛ
Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΩΝ ΧΙΛΙΩΝ ΤΑΥΡΩΝ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ
ΚΕΔΡΟΣ 1981
σελ. 344

Ο Γιασάρ Κεμάλ, κουρδικής καταγωγής, γεννήθηκε σ’ ένα χωριό της Κιλικίας το 1923. Το 1949 εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και ζει ως σήμερα, και άσκησε το δημοσιογραφικό επάγγελμα. Θεωρείται ο πιο σημαντικός Τούρκος συγγραφέας εν ζωή ( έχει προταθεί για το Νόμπελ λογοτεχνίας) και το έργο του, πλούσιο και με αγωνιστική παράδοση, έχει μεταφραστεί σε τριάντα περίπου γλώσσες. Έχει υποστεί ποικίλες διώξεις από το τουρκικό κράτος για τις θέσεις του σχετικά με τους Κούρδους και το 1995 κινδύνεψε να καταδικαστεί σε πολυετή κάθειρξη για το «αδίκημα γνώμης». Όμως δώδεκα μέρες πριν ψηφιστεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση η τελωνειακή σύνδεση της Τουρκίας με την Ευρώπη, τα δικαστήρια τον αθώωσαν… Στην Ελλάδα έχει μεταφραστεί το μεγαλύτερο μέρος του έργου του. «Ο Θρύλος των Χιλίων Ταύρων» σε αριστουργηματική μετάφραση του Πέτρου Μάρκαρη, κυκλοφόρησε το 1981 από τις εκδόσεις Κέδρος.

Κάθε χρόνο, τη νύχτα της 5ης προς την 6η Μαϊου, σμίγουν στον ουρανό δυο άστρα, ο Χιζίρ και ο Ιλιάς. Και τότε, την απειροελάχιστη αυτή στιγμή, οπότε τα πάντα ξαφνικά μένουν ακίνητα -νερά, άνεμοι, φύλλα- όποιος ξαγρυπνήσει και ευχηθεί κάτι, αυτό θα γίνει πραγματικότητα... Και μια φυλή γιουρούκων τουρκομάνων του Ταύρου συσκέπτεται και αποφασίζει να ξαγρυπνήσει και να ζητήσει επιτέλους «χειμαδιό στην πεδιάδα της Τσουκούρεβα», μια πεδιάδα που χρησίμευε από αιώνες ως χειμαδιό της φυλής, αλλά τώρα η κατάσταση έχει γίνει αφόρητη: η προοδευτική αστικοποίηση του πληθυσμού της περιοχής έχει γεμίσει την πεδιάδα με χωριά, οι εκτάσεις της έχουν πλημμυρίσει από κάθε λογής σπαρτά και τα ζώα τους, τα πρόβατα, τα άλογα και οι καμήλες τους λιμοκτονούν κάθε χειμώνα.. Οι χωρικοί με την συμπαράσταση της χωροφυλακής τούς αποδεκατίζουν καθημερινά και τους εκμεταλλεύονται με κάθε τρόπο… Η δυνατότητα να αγοράσουν χειμαδιό γρήγορα αποδεικνύεται μια φρούδα ελπίδα, καθώς και ο πιο άνυδρος λόφος στοιχίζει χρυσάφι… Τι τους μένει να κάνουν; Μάλλον να διαλυθούν, να πάρει ο καθένας των ομματιών του και ν’ αρχίσει μια καινούρια ζωή, εκτός αν…

Ο γέρος αρχιμάστορας των σιδεράδων της φυλής μαστρο Χαυντάρ καταφέρει να προσφέρει ένα σπαθί –αριστούργημα τεχνικής- που το δουλεύει τριάντα ολόκληρα χρόνια - στον Ισμέτ Ινονού που κυβερνούσε τότε τη χώρα, με αντάλλαγμα το πολυπόθητο χειμαδιό… Ή αν η Τζερέν, η καλλονή της φυλής, δεχτεί να παντρευτεί τον Οκτάυ μπεη, γιο τσιφλικά της περιοχής, που δίνει τα πάντα γι αυτή, ακόμη και χειμαδιό για τη φυλή της…Τι θα συμβεί τελικά; Θα τα καταφέρει ο περήφανος μάστορας, θα δεχτεί η κοπέλα να πουληθεί για το καλό της φυλής της, θα συμφωνήσει η φυλή της γι αυτό;

Ο Γιασάρ Κεμάλ μας μεταφέρει ανάγλυφο το οδυνηρό πέρασμα των νομαδικών πληθυσμών της Τουρκίας στο καθεστώς της μόνιμης εγκατάστασης κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, με ό τι αυτό συνεπάγεται…Το ύφος του, με τη μορφή γλαφυρού παραμυθιού της Ανατολής, αλλά και με εύστοχες αναφορές στον αδιέξοδο δρόμο των κάθε λογής κατατρεγμένων από την παντοδύναμη εξουσία, καθιστούν την ανάγνωση του έργου πραγματική απόλαυση. Το βιβλίο στις μέρες μας μάλλον δυσεύρετο.

Τετάρτη 28 Απριλίου 2010

Είσαι ελεύθερος



ΙΡΑΝΙΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ
MOHAMMAD-ALI TALEBI
ΕΙΣΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ
(TO AZADI)

2001 ( 88λ )

O Ali Talebi ανήκει στην πλειάδα των Ιρανών σκηνοθετών που ανέδειξαν τον ιρανικό κινηματογράφο τις τελευταίες δυο δεκαετίες διεθνώς. Σκηνοθέτης από το 1986 και παραγωγός ο ίδιος της ταινίας στην οποία αναφερόμαστε, έχει αποσπάσει ένα πλήθος από κινηματογραφικά βραβεία –κυρίως σε φεστιβάλ ασιατικών χωρών- , ανάμεσα στα οποία και εκείνο της ειδικής μνείας του Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών για Παιδιά του Lucas το 2002 για το «Είσαι ελεύθερος».
Η ταινία αφηγείται την τραγική ιστορία δυο παιδιών, του Mohsen και του Sohrab, τα οποία μετά από την έκτιση της ποινής τους για μικροαδικήματα σε αναμορφωτήριο της Τεχεράνης, βρίσκονται σε πλήρες αδιέξοδο. Οι γονείς του πρώτου έχουν σκοτωθεί σε αυτοκινητικό δυστύχημα, και του δεύτερου δεν τον δέχονται στο σπίτι. Η κοινωνική λειτουργός του ιδρύματος , αλλά και ο ίδιος ο διευθυντής του, δίνουν έναν συγκινητικό αγώνα , για να βοηθήσουν τα δυο παιδιά, αλλά οι κοινωνικές συνθήκες και η κρατική γραφειοκρατία ελάχιστα συμβάλλουν σ’ αυτό. Η μόνη διέξοδος που απομένει στα παιδιά είναι να επιστρέψουν στην παρανομία του δρόμου. Η σκηνή με την οποία κλείνει η ταινία ίσως συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πιο συγκλονιστικές του παγκόσμιου κινηματογράφου: ο μικρός Mohsen εγκαταλείπει το αυτοκίνητο του διευθυντή του ιδρύματος μέσα στην νύχτα και ενώνεται με μια εύθυμη συντροφιά γαβριάδων που διασκεδάζουν με μια αυτοσχέδια ορχήστρα ζεσταίνοντας συγχρόνως τα χέρια τους στη φωτιά που έχουν ανάψει σ’ ένα βαρέλι…
Η ταινία μας θυμίζει έντονα αντίστοιχα θέματα με τα οποία καταπιάστηκε στη δεκαετία του ’40 ο ιταλικός νεορεαλισμός (πρβ το «Λούστρο Παπουτσιών» του De Sica) και οι μικροί πρωταγωνιστές της (αρκετοί υπήρξαν όντως τρόφιμοι του αναμορφωτήριου) διαπνέονται από μια πηγαία ανθρωπιά. Αλλά και το διοικητικό προσωπικό του ιδρύματος, ακόμη και οι παιδονόμοι, κάθε άλλο παρά καταπιεστικοί και απάνθρωποι είναι. Ο σκηνοθέτης επιλέγει τα μουντά χρώματα στις σκηνές του αναμορφωτήριου, ενώ τα πλάνα που γυρίστηκαν στο γραφικό Ισπαχάν για τις ανάγκες του σεναρίου είναι γεμάτα φως και χρώμα. Το φιλμ, σε γενικές γραμμές, συμβάλλει στο να αναθεωρήσουμε την εικόνα που μας έχουν επιβάλει για το Ιράν τα δυτικά ΜΜΕ. Απουσιάζουν παντελώς στοιχεία θρησκευτικού φονταμενταλισμού και προσωπολατρίας και το μόνο στοιχείο που μας παραπέμπει στην ισλαμική πίστη είναι η ενδυμασία των γυναικών, ακόμη και των μικρών κοριτσιών. Σε γενικές γραμμές: μια ταινία που δεν ξεχνιέται. Κανείς δεν μπορεί να είναι ελεύθερος αν είναι φτωχός κι απόκληρος…

Τρίτη 20 Απριλίου 2010

Το Γεφύρι του Δρίνου

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑ
IVO ANDRIC
ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΟΥ ΔΡΙΝΟΥ


ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ (1945)
σελ. 494

Ο Σερβοβόσνιος συγγραφέας Ivo Andric γεννήθηκε το 1892 κοντά στο Travnik της Βοσνίας. Μετά το θάνατο του πατέρα του (1894) η μητέρα του τον στέλνει στο Wisegrad , όπου τον υιοθετεί μια θεία του. Εκεί θα περάσει τα παιδικά και τα νεανικά του χρόνια. Ως έφηβος από το γυμνάσιο του Σεράγεβο, όπου φοιτούσε, θα πάρει μέρος στην αντίσταση των Σέρβων εναντίον των Αυστριακών που κυβερνούσαν τότε τη Βοσνία. Αγωνίζεται για την ένωση Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων και την πραγμάτωση του γιουγκοσλαβικού ιδεώδους. Στη συνέχεια θα φοιτήσει στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου του Zagreb και θα περάσει στο Βελιγράδι, όπου καταλαμβάνει υψηλές θέσεις στο διπλωματικό σώμα της νέας χώρας και γίνεται μέλος της Βασιλικής Σερβικής Ακαδημίας. Στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής θα αποσυρθεί στο Βελιγράδι, όπου θα συνθέσει τα σημαντικότερα από τα έργα του (Το γεφύρι του Δρίνου, Το Χρονικό του Τράβνικ, Η Δεσποινίδα), τα οποία θα δημοσιεύσει μόνο μετά από την απελευθέρωση της Γιουγκοσλαβίας (1945). Το 1961 θα βραβευθεί με το Νόμπελ Λογοτεχνίας (ο πρώτος βαλκάνιος συγγραφέας που θα κερδίσει αυτή την υψηλή διάκριση). Ο θάνατος θα τον βρει στο Βελιγράδι το Μάρτιο του 1975.
«Το Γεφύρι του Δρίνου» είναι το πιο σημαντικό μυθιστόρημά του που θα γνωρίσει σύντομα παγκόσμια απήχηση. Πρόκειται στην ουσία για ένα χρονικό τεσσάρων αιώνων που παρακολουθεί τη ζωή του γνωστού γεφυριού του Δρίνου στο Wisegrad της Βοσνίας από την κατασκευή του (έβδομη δεκαετία 16ου αιώνα) ως την υπονόμευσή του από τους Αυστριακούς κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Και βέβαια από τις σελίδες χρονικού αυτού παρελαύνουν ένα πλήθος από χαρακτήρες Μουσουλμάνων, Σέρβων και Εβραίων που ταυτίζονται με τη ζωή της γραφικής αυτής πόλης.
Ξεκινάει με μια συνταρακτική σκηνή παιδομαζώματος στις αρχές του 16ου αιώνα. Ένα δεκάχρονο αγόρι από το χωριό Σόκολι (στα περίχωρα του Βίσεγκραντ) θα περάσει,αιχμάλωτο των Τούρκων, από την περαταριά του Δρίνου στο σημείο όπου αργότερα θα στηθεί το γεφύρι. Το αγόρι αυτό θα ανέβει αργότερα στα πιο ψηλά αξιώματα της Οθωμανικής Πύλης ως Μεχμέτ πασάς Σόκολι και λίγο πριν από το θάνατό του θα δώσει εντολή να κατασκευαστεί αυτό το αριστούργημα της γεφυροποιίας στη γενέθλια γη του. Θα παρακολουθήσουμε την καταναγκαστική εργασία των κατοίκων της περιοχής, την αντίστασή τους, καθώς είναι πεπεισμένοι ότι το έργο μόνο κακό θα τους φέρει, την παραδειγματική ανασκολόπιση του Σέρβου μάρτυρα Ράντισαβ, που τη νύχτα κατέστρεφε τις εργασίες της ημέρας, την ολοκλήρωση του γεφυριού μετά από χρόνια σκληρής εργασίας και την ένταξή του στη ζωή της μικρής πολιτείας. Δεν προλαβαίνουν όμως οι κάτοικοι να απολαύσουν τα αγαθά της ειρηνικής ζωής και νέα δεινά τους βρίσκουν: ξεσπάει η επανάσταση των Σέρβων και «το κανόνι του Καργιώργη» αντηχεί ως την πόλη τους, που απέχει ελάχιστα, από τα μεταγενέστερα σύνορα της Σερβίας. Ελπίδα για τους Σέρβους, ταραχή για τους Μουσουλμάνους και ανησυχία για τους Εβραίους κατοίκους της πόλης. Θα ζήσουμε τη παράδοση της Βοσνίας από τους Τούρκους στους Αυστριακούς μετά το συνέδριο του Βερολίνου (1878) και το θρήνο των μουσουλμάνων καθώς συνειδητοποιούν ότι απομονώνονται ανάμεσα στους γκιαούρηδες. Νέα αντίσταση. Και νέα κεφάλια Σέρβων σε πασσάλους πάνω στο γεφύρι. Σύντομα όμως η ζωή βρίσκει το δρόμο της. Έρχεται το πρώτο τρένο από το Σεράγεβο, η πόλη ηλεκτροφωτίζεται, ο πολιτισμός της Μεσευρώπης κάνει την εμφάνισή του και στο Wisegrad. Βρισκόμαστε όμως στις παραμονές του Πρώτου Μεγάλου πολέμου. Οι κάτοικοι της πόλης που μέχρι τότε ζούσαν αρμονικά παρά τις θρησκευτικές διαφορές τους , τώρα αρχίζουν να υποβλέπουν ο ένας τον άλλον…
Ένα πλήθος από γραφικούς και δυναμικούς χαρακτήρες περνάει από μπροστά μας. Ο μουσουλμάνος Αλή Χότζας που προσπαθεί να κατανοήσει τις αλλαγές των καιρών, χωρίς άγονους εθνικισμούς, η όμορφη θυγατέρα τού Άβνταγκα Φάτα που θα ριχτεί στα νερά του Δρίνου από το γεφύρι την ώρα που η γαμήλια πομπή της περνά από το γεφύρι, καθώς δεν θά ΄θελε να κακοκαρδίσει τον πατέρα της που την «πούλησε» για να πατσίσει ένα χρέος του, η δυναμική Εβραία Λότικα που διευθύνει με στιβαρό χέρι το Hotel zur Brucke, και πέφτει κι αυτή θύμα στις απαιτήσεις των νέων καιρών και πολλοί άλλοι. Το κεντρικό σημείο του γεφυριού, η «Πύλη» θα γίνει σημείο αναφοράς κάθε νέου και σημαντικού γεγονότος που θα συμβεί στην πόλη. Εκεί θα παρακολουθήσουμε ομηρικές διαμάχες ανάμεσα στους οπαδούς του δόγματος της εθνικής ολοκλήρωσης , που τότε κάνει την εμφάνισή του και του νέου σοσιαλιστικού ιδεώδους που αχνοφαίνεται στον ορίζοντα. Κι όλα αυτά κάτω από το βλέμμα της κτητορικής επιγραφής που είναι χαραγμένη σε λευκό μάρμαρο στην «Πύλη»:
«Για δέστε! Ο Μεχμέτ πασάς, ο μεγαλύτερος απ’ τους μεγάλους του καιρού του
Κράτησε το λόγο του, το τάμα της καρδιάς του και με την έγνοια και το μόχθο
Έστησε γεφύρι στου Δρίνου το ποτάμι…»

Το έργο παρά το πέρασμα του χρόνου παραμένει ένα διαμάντι της παγκόσμιας λογοτεχνίας του 20ου αιώνα . Η μετάφραση, του Χρήστου Γκούβη, υποδειγματική.

Σάββατο 10 Απριλίου 2010

Η Δεσποινίδα

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑ


IVO ANDRIC


Η ΔΕΣΠΟΙΝΙΔΑ


ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ (1945)


σελ. 230


Η «Δεσποινίδα» είναι το τρίτο μυθιστόρημα από την τριλογία του βραβευμένου με νόμπελ λογοτεχνίας (1961) σερβοβόσνιου συγγραφέα Ivo Andric, μια τριλογία που παρακολουθεί τα ιστορικά γεγονότα της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Βοσνίας (τα δυο άλλα είναι Το Γεφύρι του Δρίνου και το Χρονικό του Τράβνικ). Δημοσιευμένο αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1945), εξήντα πέντε χρόνια μετά, δεν έχει χάσει ίχνος από τη γοητεία του, που τη χαρακτηρίζει η διεισδυτικότητά του σ’ εκείνον τον τύπο του ανθρώπου που ανάγει το χρήμα αυτό καθ’ εαυτό σε υπέρτατη αξία του κόσμου του και θεωρεί τη συσσώρευσή του μοναδική έγνοια της ζωής του.


Η Ράικα Ραντάκοβιτς, μικρό κορίτσι ακόμη, την πρώτη δεκαετία του εικοστού αιώνα, είχε την ατυχία να χάσει τον πατέρα της που υπεραγαπούσε, τον κυρ Όμπρεν Ραντάκοβιτς, γνωστό έμπορο του Σεράγεβου που είχε πτωχεύσει. Αυτός λοιπόν ο πατέρας της, λίγο πριν πεθάνει, κάλεσε την κόρη του κοντά του και την όρκισε να μην εμπιστευθεί στο εξής άνθρωπο, ακόμη και τον πιο γνωστό και αγαπητό, γιατί όλοι στην πραγματικότητα, πίσω από τις πιο καλές προθέσεις τους θα απεργάζονται στην πραγματικότητα τον όλεθρό της. Ο μόνος δρόμος για να πάει μπροστά, της λέει, είναι η σκληρή οικονομία! Και η μικρή Ράικα, που δεν είχε άλλον κοντινό συγγενή εκτός από την άβουλη μητέρα της, αποφασίζει να πάρει τη ζωή της στα χέρια της.


Εγκαταλείπει τις σπουδές της και πέφτει με τα μούτρα στο συμμάζεμα της πατρικής περιουσίας που ήταν σκορπισμένη από τον καλοζωιστή πατέρα της στους τέσσερις ανέμους. Το πρώτο πράγμα που κατορθώνει είναι να εισπράξει πρόωρα- πριν ενηλικιωθεί- την ασφάλεια ζωής της, ένα σημαντικό ποσό, το οποίο όμως επενδύει κατάλληλα χωρίς να το αγγίξει. Και επιβάλλει στο σπίτι της μια αιματηρή οικονομία: η θέρμανση περιορίζεται σ’ ένα δωμάτιο του σπιτιού, το ηλεκτρικό φως απαγορεύεται το βράδυ, τίποτε καινούργιο δεν αγοράζεται, τα πάντα επιδιορθώνονται, οι κάλτσες μαντάρονται ξανά και ξανά και τα γεύματα περιορίζονται στο ελάχιστο…Οι κοινωνικές της σχέσεις της κόβονται με το μαχαίρι, γιατί κοστίζουν, και μόνο με το μικρότερο θείο της, το θείο Βλάντο, τέσσερα χρόνια μόλις μεγαλύτερό της, διατηρεί μια περίεργη τρυφερή σχέση, παρόλο που είναι υπερβολικά ανοιχτοχέρης και γλεντοκόπος. Και οι κόποι της σύντομα αποδίδουν καρπούς. Τα χρήματά της αυγατίζουν και γρήγορα αρχίζουν να συρρέουν στο σπίτι της κάθε λογής αναγκεμένοι για να της ζητήσουν «ένα μικρό δάνειο, με το αζημίωτο βέβαια». Τα δάνειά της βέβαια τα θωρακίζει με τον πιο σίγουρο τρόπο (ενέχυρα, κλπ) και είναι αφάνταστα σκληρή σ’ οποιαδήποτε παρακάλια για παράταση της προθεσμίας αποπληρωμής τους ή για περιορισμό του υπερβολικού τόκου τους. Γρήγορα θα γίνει ο φόβος και ο τρόμος των κατοίκων του Σεράγεβου. Είναι η «Δεσποινίδα».


Πού θα την οδηγήσει άραγε αυτός ο τρόπος ζωής της; Τι θα συμβεί κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν οι συμπατριώτες της τα δίνουν όλα για όλα για τη σερβική πατρίδα και αντιμετωπίζουν τους αυστριακούς δυνάστες της χώρας τους με ηρωισμο και περηφάνια; Εύκολα μπορεί να συμπεράνει κανείς. Κι όταν με το τέλος του πολέμου θα ιδρυθεί η Γιουγκοσλαβία και το Σεράγεβο θα προσαρτηθεί στους Σέρβους, ποια θα είναι η στάση της; Και μετά από δέκα χρόνια όταν χτυπήσει και τη χώρα της το μεγάλο κραχ, πως θα συμπεριφερθεί; Και ποιο θα είναι το τέλος της; Ο μεγάλος σερβοβόσνιος συγγραφέας δίνει σ’ όλα αυτά τις πιο πειστικές απαντήσεις, παρακολουθώντας συγχρόνως και τα ιστορικά γεγονότα των καιρών. Εκείνο όμως που κατεξοχήν διακρίνει τη «Δεσποινίδα» είναι αριστοτεχνική ανάλυση του χαρακτήρα της, που σχεδόν αποχτά τη μορφή ψυχολογικού δοκιμίου. Η ερημιά της ψυχής της, οι αντιδράσεις της κάθε φορά που θα συμβεί κάτι που την ξεστρατίζει από το δρόμο που χάραξε και κυρίως το μεγάλο αδιέξοδο της πορείας της, που η ίδια αδυνατεί ακόμη και να το φανταστεί…


H μετάφραση είναι του Χρήστου Γκούβη και το έργο συμπεριλαμβάνεται στην πρόσφατη συλλογή των εκδόσεων "Καστανιώτης" με τίτλο "ΒΡΑΒΕΙΑ ΝΟΜΠΕΛ"