Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Προμηθεὺς πλάσας ποτὲ ἀνθρώπους δύο πήρας ἐξ αὐτῶν ἀπεκρέμασε, τὴν μὲν ἀλλοτρίων κακῶν, τὴν δὲ ἰδίων, καὶ τὴν μὲν τῶν ὀθνείων ἔμπροσθεν ἔταξε, τὴν δὲ ἑτέραν ὄπισθεν ἀπήρτησεν. Ἐξ οὗ δὴ συνέβη τοὺς ἀνθρώπους τὰ μὲν ἀλλότρια κακὰ ἐξ ἀπόπτου κατοπτάζεσθαι, τὰ δὲ ἴδια μὴ προορᾶσθαι

Κυριακή 8 Ιουλίου 2012

Βαριέμαι


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΘΕΑΤΡΟ
ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ
RICARDO TALESNIK
ΒΑΡΙΕΜΑΙ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ  ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΎΛΟΥ
ΥΨΙΛΟΝ 2010
σελ. 80

Η ιστοσελίδα γνωρίζει τους κινδύνους που ενέχει η κριτική αναφορά σε κάποιο  θεατρικό  έργο έξω από τη φυσική του παρουσία, δηλαδή τη σκηνή, το σανίδι. Εγκαινιάζει εντούτοις με τη σημερινή ανάρτηση την παρουσίαση μιας σειράς θεατρικών κειμένων που εντάσσονται στους ίδιους γεωγραφο-πολιτιστικούς χώρους από τους από τους οποίους προέρχονται και οι συνήθεις λοιπές αναρτήσεις της, δηλαδή τη Λατινική Αμερική και τα Βαλκάνια, με την ελπίδα να καταστήσει ευρύτερα γνωστά κάποια θεατρικά έργα που δεν ευτύχησαν να σκηνοθετηθούν στην Ελλάδα ή και αν σκηνοθετήθηκαν δεν απασχόλησαν ιδιαίτερα το ελληνικό θεατρόφιλο κοινό.

Με το «Βαριέμαι» ο Αργεντινός Ρικάρντο Τελεσνίκ (Μπουένος Άιρες 1935) επιχειρεί να κατεδαφίσει τον πλατύτατα διαδεδομένο αστικό μύθο, με τον οποίο όλοι μας έχουμε γαλουχηθεί, το μύθο για την αναγκαιότητα της εξαρτημένης εργασίας. Είναι πασίγνωστο ότι οι αρχαίοι ευρωπαϊκοί πολιτισμοί, τόσο ο ελληνικός, όσο και ο ρωμαϊκός μεγαλούργησαν θεωρώντας ότι η εργασία είναι αποκλειστική ενασχόληση των δούλων (πρβ τη λέξη «δουλειά»), παρά την προτροπή του γέρο-Ησίοδου που τόλμησε να αποφανθεί ότι «΄Εργον ουδέν όνειδος, αεργίη δε τ’ όνειδος». Όμως μετά τη δύση των πολιτισμών αυτών, που σήμαινε και το τέλος της δουλοκτησίας, η εξαρτημένη εργασία άρχισε να αποτελεί το βάθρο των νέων παραγωγικών σχέσεων. (Παράβαλε το βιβλικό «Ο μη εργαζόμενος μηδέ εσθιέτω»). Μάλιστα ειδικά μετά τα  χρόνια της βιομηχανικής επανάστασης η ίδια εργασία έφτασε να έχει θεοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε σήμερα να μιλούμε για το «δικαίωμα στην εργασία». Ο Ταλεσνίκ λοιπόν ανατρέπει με μια εύστοχη και καταλυτική σάτιρα αυτόν το μύθο και στη θέση του προβάλλει το …«δικαίωμα στην τεμπελιά!».

Αλήθεια πώς θα αντιμετωπίζαμε σήμερα κάποιον επί χρόνια ευσυνείδητο εργαζόμενο, ο οποίος ένα πρωινό , χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο θα αποφάσιζε να μην πάει στη δουλειά του; Και όχι μόνο να μην πάει, αλλά ούτε καν να ειδοποιήσει ότι θα λείψει! Εκδοχές: ότι είναι άρρωστος, ότι προέκυψε κάποιο σοβαρό πρόβλημα στον εργασιακό του χώρο ή τέλος, ότι δεν στέκει καλά στα λογικά του.
Και όμως στον ΝΕΣΤΟΡΑ καμιά από τις τρεις αυτές εκδοχές δεν ισχύει. Απλώς βαριέται! Όχι μόνο εκείνη τη μέρα, αλλά και τις επόμενες…Αισθάνεται επιτέλους απελευθερωμένος. Βλέπει όποτε θέλει τους φίλους του, κάνει γυμναστική κάθε μέρα για να ξαναβρεί τη φόρμα του, παίζει μπιλιάρδο, κοιμάται όσο θέλει και, το σπουδαιότερο,  αισθάνεται για πρώτη φορά ερωτική έλξη γα τη γυναίκα του τις πιο «ακατάλληλες» , δηλαδή όλες, τις ώρες!
Η ΜΑΡΘΑ, η γυναίκα του, αποτελεί το πρότυπο της σύγχρονης μεσοαστής συζύγου: εργαζόμενη , πιστή, νοικοκυρά, προστατευτική απέναντι στις «παλαβομάρες» του συζύγου της. Στην αρχή τον συμβουλεύει, τον προτρέπει να επιστρέψει στη δουλειά του με τα πιο «ατράνταχτα» επιχειρήματα του τύπου «πώς θα ζήσουμε τώρα» ή  «ξέρεις πόσοι περιμένουν την σήμερον ημέραν στην ουρά για μια θέση σαν τη δική σου» και άλλα. Στο τέλος γίνεται έξω φρενών με την αμετάκλητη απόφασή του, γεμίζει τις βαλίτσες της και τον εγκαταλείπει…
Η ΜΗΤΕΡΑ του Νέστορα, που ειδοποιείται από τη Μάρθα,  καταφθάνει στο σπίτι, για να τη συνδράμει  και  εξαντλεί όλα τα συναισθηματικά επιχειρήματά της, για να αποτρέψει το γιο της από την ολέθρια απόφασή του: «Εγώ που σε κουβάλησα στην κοιλιά μου, που σε θήλασα, που σου άλλαζα πάνες,,,». Επί ματαίω!
Η ΠΕΡΑΛΤΑ, η νεαρή γραμματέας του, που τρέμει μήπως χάσει τη δουλειά της, τον επισκέπτεται να δει πώς είναι και παραλίγο να κολλήσει κι αυτή τον ιό της τεμπελιάς!. Ο Νέστορας της υπόσχεται, αν ακολουθήσει το παράδειγμά του να της μάθει ταγκό, να τη βοηθήσει να αναδείξει το ταλέντο της τραγουδίστριας, το οποίο η κοπέλα πίστευε ακράδαντα ότι διέθετε και να ζήσει μια ζωή διαφορετική από αυτήν που την καταδυνάστευε!
Ο ΧΟΥΑΡΕΓΚΙ, ο διευθυντής του τμήματος Ανθρώπινου Δυναμικού, που τον επισκέπτεται κι αυτός με τη σειρά του, με το ατσαλάκωτο κοστούμι, τη γραβάτα και το κατάλευκο πουκάμισό του, επικαλείται το ήθος του Νέστορα, και το καθήκον του απέναντι σε μια εταιρία με αναμφισβήτητο ανθρώπινο πρόσωπο, απέναντι στην οικογένεια του, στην πατρίδα, στο …σύμπαν! Τζίφος. Στο τέλος γίνεται έξω φρενών κι αποχωρεί…
Στο μεταξύ η κοινή γνώμη είναι συγκλονισμένη. Ο Νέστορας έχει γίνει θρύλος. Τα κανάλια ετοιμάζονται να του πάρουν συνέντευξη. Το κύρος της εταιρίας, και κάθε εταιρείας κινδυνεύει!
Οπότε καταφτάνει ο ΜΠΑΛΜΠΙΑΝΙ, ο Γενικός Διευθυντής της Εταιρείας, κρατώντας ένα καλά τυλιγμένο μικρό πακέτο στα χέρια του, και χρησιμοποιεί το έσχατο επιχείρημα κάθε εργοδοσίας! Μπροστά σ’ όλους εκεί (η Μάρθα έχει επιστρέψει να συνδράμει τον άντρα της που στην κυριολεξία λιμοκτονεί), ανοίγει με τελετουργικήν επισημότητα το πακέτο και του προσφέρει… ένα σάντουιτς! Κι ο δυστυχής Νέστορας το αρπάζει και αρχίζει να το καταβροχθίζει με βουλιμία!

Μια ιδέα ανεξάντλητη, ρηξικέλευθη,  επαναστατική, επίκαιρη, η πεμπτουσία της φιλοσοφίας των εργασιακών σχέσεων κάθε εποχής! Μια αποκάλυψη…

Το έργο έχει σκηνοθετηθεί από το ΔΗΠΕΘΕ Κέρκυρας το 2010 και έχει παρουσιαστεί στο Θέατρο Τέχνης στην Αθήνα τον Οκτώβριο του 2010 σε μετάφραση Κατερίνας Χριστοδούλου και σκηνοθεσία Κατερίνας Πολυχρονοπούλου



Παρασκευή 6 Ιουλίου 2012

Πλιάτσικο


ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ
ΓΚΕΟΡΓΚΙ  ΓΚΡΟΣΝΤΕΒ
ΠΛΙΑΤΣΙΚΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΑΡΤΟΜΑΤΣΙΔΗΣ
ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ 2008
σελ. 112

Το έργο κάλλιστα θα μπορούσε να έχει τον τίτλο «Λεηλασία» ή «Ο νόμος της Ζούγκλας». Καθώς ο αναγνώστης σε μια πρώτη ανάγνωση μένει με την εντύπωση ότι κεντρικός πυρήνας του είναι ένας μέχρι εσχάτων αγώνας ανθρώπων και ζώων μέσα στην άγρια φύση, μια φύση που μας φέρνει στο νου θέματα αγαπημένα από το παρελθόν, όπως ο Μόγλης του Κίπλινγκ.
Μια κουστωδία ετερόκλητων ανθρώπων συν-υπάρχουν αλλά και αλληλο-συγκρούονται σε κάποιο ορεινό καταφύγιο θηραμάτων, μακριά από τον πολιτισμό, έξω από τα καθημερινά αλλά και τα ιστορικά τεκταινόμενα της χώρας και της εποχής. Ο Χάντερ, ο πατέρας που αναζητά απεγνωσμένα τη χαμένη του κόρη, που εγκατέλειψε χωρίς λόγο την οικογενειακή της εστία. Η αμερικανίδα δημοσιογράφος Μαίρη και ο Χανς,  ένας τραπεζίτης από το Μόναχο, που επιζητούν την αποτοξίνωση από τις παθογένειες του σύγχρονου πολιτισμού. Δυο μοναχικοί γέροι, ο Ένιο και ο Μιχαήλ, που επιμένουν να κατοικούν σε ένα εγκαταλειμμένο χωριό, αλλά και η ψυχίατρος Λίνα, που έχει βάλει στόχο  να αποασυλοποιήσει τέσσερις ασθενείς της , τον Μωμόγερο, τον στρατηγό, την Αναστενάρισσα και τη Σιωπηλή. Και κοντά σ’ αυτούς ο Κέμπο, ο λαθροκυνηγός και ο Δράκος, ο διακινητής και έμπορος νεαρών κοριτσιών, που δεν ορρωδούν μπροστά σε τίποτε… Και τριγύρω τους τα προαιώνια θηράματα: οι αρκούδες, οι αγριόχοιροι, τα ελάφια, τα ζαρκάδια, οι λύκοι, οι αγριόχηνες που δίνουν ένα απελπισμένο αγώνα ζωής και θανάτου γύρω από τις πηγές και τις λίμνες. Μια χωρίς όρια λεηλασία της φύσης, ένα πλιάτσικο της άγριας πανίδας που σε μακρινούς καιρούς υπήρξε το τρυφερό λίκνο του ανθρώπου…
Πολύ σύντομα όμως, ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι ο συγγραφέας προχωρεί παράλληλα και σε μια διακριτική μεν (με αλλεπάλληλες όμως νύξεις), αλλά καίρια  ανατομία της μετασοσιαλιστικής Βουλγαρίας, σε μια εποχή που οι αναμνήσεις του παλιού που έφυγε ανεπιστρεπτί και η αγριότητα του καινούργιου που επελαύνει ακάθεκτο αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλο-λεηλατούνται.

 «Πριν βρεθεί στο ψυχιατρείο ο Μωμόγερος ήταν διευθυντής. Στο εργοστάσιό του οι περισσότεροι εργάτες ήταν φυλακισμένοι. Όλα αυτά ανεπίσημα. Ξεχωριστά δούλευαν οι ποινικοί, ξεχωριστά οι πολιτικοί. Διοικούσε απλά: «Όποιος δεν πειθαρχεί δεν θα τρώει!»

«Πιστεύω στο αμερικανικό όνειρο! δηλώνει ο Δράκος σε μια τηλεοπτική του συνέντευξη. Αν επιθυμείς κάτι, άρπαξέ το! Κανείς δεν θα σου το προσφέρει…»

«Γιατί οι άνθρωποι είναι σημαδεμένοι από το πεπρωμένο τους; Θα γκρεμιστεί μήπως ο κόσμος, αν χαθεί η βία και ο εξαναγκασμός;  Θα σταματήσει να γυρνάει ο πλανήτης; Πού είναι το τρίτο μας μάτι; Γιατί το έχουμε χάσει; Για ποιες αμαρτίες μάς το έχουν στερήσει; Πώς ήμασταν όταν το είχαμε; Μπορούσε ο καθένας να κοιτάξει ολόισια στην ψυχή του άλλου; Και ήταν όμως αυτό για καλό;» Αναρωτιέται η Νία, η Αναστενάρισσα που κατέχει τη μυστική δύναμη προβλέπει τα μέλλοντα.

Ο Γκεόργκι Γκρόσντεβ, γεννημένος το 1957, έχει σπουδάσει δημοσιογραφία και διευθύνει τον εκδοτικό οίκο Balkani στη Σόφια. Διευθύνει επίσης ένα λογοτεχνικό περιοδικό και έχει γράψει ένα πλήθος από πεζά κείμενα που έχουν μεταφραστεί σε πολλές βαλκανικές γλώσσες. Το «Πλιάτσικο έχει ήδη μεταφραστεί στα αγγλικά, τα σλαβομακεδόνικα και τα σερβικά.
Ο Χρήστος Χαρτοματσίδης  γεννήθηκε το 1954 στη Σόφια, από γονείς πολιτικούς πρόσφυγες, σπούδασε ιατρική και σήμερα είναι διευθυντής του Μικροβιολογικού Τμήματος της Κομοτινής. Γράφει ποίηση και μεταφράζει συστηματικά Βουλγάρους συγγραφείς.

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

Ανατομία των Ψευδαισθήσεων


ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ
LUDMILA FILIPOVA
ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΩΝ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΩΝ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΠΑΝΟΣ ΣΠΑΘΟΓΙΑΝΝΗΣ
ΨΥΧΟΓΙΟΣ 2012
σελ. 480

Η συγγραφέας, εγγονή του τελευταίου πρωθυπουργού της Βουλγαρίας του «υπαρκτού σοσιαλισμού» Γκρίσα Φιλίποφ (1981-1986), γεννήθηκε το 1977. Η «Ανατομία των Ψευδαισθήσεων» υπήρξε το πρώτο της μυθιστόρημα (Σόφια 2011) και γνώρισε μεγάλη εκδοτική επιτυχία στη χώρα της. Μάλιστα μια τουρκική εταιρία έχει αγοράσει τα δικαιώματα, για να το μεταφέρει και στη μικρή οθόνη.
Στο έργο της η νεαρή και φέρελπις συγγραφέας καταπιάνεται με ένα μεγαλεπήβολο στόχο: να παρουσιάσει την εικόνα της χώρας της αμέσως μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος, όταν το παλιό ακόμη αντιστεκόταν και το καινούργιο πάλευε να εδραιωθεί. Η ίδια, καθώς διευκρινίζει στην αρχή του βιβλίου της,  χρησιμοποίησε απόρρητα έγγραφα από τα αρχεία του παππού της, από τον οποίο, όπως είναι φυσικό, είναι συναισθηματικά εξαρτημένη.
Γίνεται αμέσως φανερό ότι το θέμα της έχει αυτοβιογραφικό χαρακτήρα: η κύρια ηρωίδα της,  η Άννα, είναι η πριγκίπισσα με τις κόκκινες μπούκλες που μεγαλώνει μέσα στη χλιδή της βουλγαρικής νομενκλατούρας, καθώς είναι η εγγονή του πρωθυπουργού. Με νταντάδες, δασκάλες και υπηρέτες, κλεισμένη στις πολυτελείς επαύλεις του Εφξίνογκραντ, ούτε που υποψιάζεται τα τεκταινόμενα στον έξω κόσμο,
Ενώ ο Μπόρις, γόνος ενός κατώτερου στελέχους της κρατικής ασφάλειας και μάλιστα τουρκικής καταγωγής , ούτε να ονειρευτεί μπορεί την Άννα, που την πρωτοαντικρίζει μια μέρα πίσω απόν ψηλό φράχτη που τη χώριζε από τους κοινούς θνητούς και μένει έκθαμβος.
Έχει όμως ο καιρός γυρίσματα… Κάποια υψηλά ιστάμενα στελέχη του καθεστώτος απεργάζονται αργά και συστηματικά την πτώση του. Φυγαδεύουν στο εξωτερικό χρήματα του κράτους, ιδρύουν εταιρίες, συνιστούν ομίλους  και καταφέρνουν να προσεταιριστούν και τον νεαρό Μπόρις, ο οποίος γρήγορα γίνεται το δεξί τους χέρι… Και η αλλαγή επέρχεται σαν κεραυνός και φέρνει τα πάνω κάτω. Η Άννα με τους δικούς της βρίσκονται από τη μια στιγμή στην άλλη κυριολεκτικά στο δρόμο. Και η ηρωίδα μας με προσωπικό μόχθο τώρα και αγώνα καταφέρνει να σπουδάσει δημοσιογραφία και να γίνει στέλεχος ενός σπουδαίου βουλγαρικού περιοδικού
Ενώ ο Μπορίς, που δεν ορρωδεί μπροστά σε τίποτα, που καταπνίγει μέσα του κάθε αίσθημα, βρίσκεται σύντομα στην κορυφή μιας οικονομικής πυραμίδας που ελέγχει κυβέρνηση και πολιτικά στελέχη.
 Ώσπου η μοίρα φέρνει τους δυο ήρωες μετά από χρόνια τον ένα δίπλα στον άλλο. Την ανερχόμενη δημοσιογράφο που διψάει για αναγνώριση και ονειρεύεται να γράψει το άρθρο της ζωής της ξεσκεπάζοντας τις εγκληματικές δραστηριότητες του Μπορίς, κι εκείνον, μοναχικό και απρόσιτο, να επιχειρεί μάταια να πνίξει εκείνο το εξαίσιο όραμα της Άννας των παιδικών του χρόνων. Τι θα συμβεί άραγε;
«Η Ανατομία των Ψευδαισθήσεων» εντυπωσιάζει ως πρωτόγονο χρονικό μιας κοινωνίας που μεταλλάσσεται, που δεν έχει ακόμη βρει το δρόμο της. Η συγγραφέας, πιστή στο δόγμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, με το οποίο εξάλλου γαλουχήθηκε, αγνοεί κάθε στοιχείο νεωτερικής γραφής. Ξετυλίγει το μύθο της ευθύγραμμα, καθόλου ελλειπτικά, μονοεπίπεδα, λες και η τέχνη του μυθιστορήματος σταμάτησε στη γέννησή της. Οι «Ψευδαισθήσεις»  έτσι καταλήγουν να είναι ένα κοινό ρομάντζο, ένα θρίλερ,  ή και τα δυο καλύτερα, κατάλληλο για αναγνώστες κάθε επιπέδου. Και οι ανατροπές, όπου υπάρχουν, καθώς και τα «μότα» στην αρχή κάθε κεφαλαίου,  εξυπηρετούν περισσότερο έναν αμφιλεγόμενο διδακτισμό, παρά την τελείωση της φόρμας. Ή ίδια εξάλλου δεν κρύβει της προθέσεις σχετικά με την προτίμηση της πεπατημένης γραφής. Η ηρωίδα μας που επισκέπτεται μια έκθεση εικαστικού υλικού στη Σόφια διαπιστώνει:
«Εντυπωσιάστηκε πολύ από τους πίνακες και τα γλυπτά. Περίμενε να δει μυστικιστικούς και παθολογικά παράλογους λεκέδες, γραμμούλες, κυκλάκια και ορθογώνια σε αόριστο φόντο. Το τελευταίο διάστημα η επονομαζόμενη μοντέρνα τέχνη, όλο και περισσότερο κατευθύνεται προς μια τέτοια έκφραση, τόσο στα εικαστικά, όσο και στη γραφή.. Πιθανότατα εκφράζει την παράλογη θύελλα που μαίνεται στην ψυχή της βουλγαρικής κοινωνίας με την έλευση της δημοκρατίας. Όμως οι πίνακες που είδε αποτελούσαν αντικαθρέφτισμα της πραγματικής ζωής» (σελ. 357).
Προφανώς η βουλγαρική τέχνη, το βουλγαρικό μυθιστόρημα, έχουν πολύ δρόμο να διανύσουν ακόμη…

Τρίτη 5 Ιουνίου 2012

Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες

ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΜΕΞΙΚΟ
CARLOS FUENTES
ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΕΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ  ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΜΠΟΝΑΤΣΟΥ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2007
σελ. 416

Ένα «σπονδυλωτό μυθιστόρημα» του μεγάλου μεξικανού πεζογράφου που μας άφησε πρόσφατα (1928-2012). Γραμμένο μάλιστα την πρώτη δεκαετία του αιώνα μας (2006). Πρόκειται για μια σύλληψη μνημειώδη, την οποία μόνο ένας δοκιμασμένος χρόνια τώρα συγγραφέας θα μπορούσε να πραγματώσει: να παραθέσει ένα ομαδικό πορτρέτο της σύγχρονης μεξικάνικης κοινωνίας, και συνεκδοχικά της δυτικής κοινωνίας των αρχών του 21ου αιώνα.
Το έργο, δομημένο σε δεκαέξι υποσύνολα-κεφάλαια, τα οποία, αν και δεν συνδέονται εξωτερικά μεταξύ τους, αποτελούν εντούτοις ένα αδιάσπαστο σύνολο, μια ενιαία διεισδυτική ματιά στο σύγχρονο μεξικάνικο –και όχι μόνο-κοινωνικό γίγνεσθαι. Αδρές πινελιές που διατρέχουν κάθε κοινωνική τάξη της χώρας του, που αναδεικνύουν κάθε πρόβλημα, που ανασύρουν κάθε παθογένεια της σύγχρονης οικογένειας μας.

 Ένας πατέρας (ο Παστόρ Παγιάν), πρώην υψηλό στέλεχος επιτυχημένης επιχείρησης, εξαναγκάζεται να παραιτηθεί στα πενήντα δύο του «επειδή δεν ήταν τόσο ανέντιμος» όσο το αφεντικό και οι συνάδελφοί του. Εξαγοράζει όμως ακριβά τη θητεία του στην εξελισσόμενη επιχείρηση: με μια παχυλή επιταγή και μια πανάκριβη κατοικία, ένα παλάτσο, όπου και εγκαθίσταται. Η μητέρα (η Ελβίρα Μοράλες) πρώην αοιδός μπολέρο στη «Σπηλιά του Αλαντίν», από τη στιγμή που γνώρισε τον άντρα της, πριν από τριάντα δύο χρόνια. έπαψε να υπάρχει. Νοσταλγεί τα νεανικά της χρόνια τα οποία όμως έχουν ανεπιστρεπτί χαθεί. Ο γιος (ο Αμπέλ Παγιάν), γράφεται στο Οικονομικό τμήμα του Πανεπιστημίου του Μεξικού, αλλά εγκαταλείπει τις σπουδές του γιατί διαπιστώνει ότι «είχε μάθει ένα πλήθος από περιττά εις βάρος των απαραίτητων». Και ως νέος άσωτος υιός επιστρέφει στην οικογένεια και εγκαθίσταται στο ισόγειο του παλάτσου. Η κόρη (Ελβίρα Παγιάν) που είχε την «ατυχία» να έχει ένα επιθυμητό και προκλητικό σώμα, δοκιμάζει την καριέρα της αεροσυνοδού, αλλά διαπιστώνει ότι οι πελάτες που ασελγούσαν επάνω της  "είχαν πάντα δίκιο». Αποσύρεται λοιπόν κι αυτή στη σοφίτα του παλάτσου και αφήνεται στον εικονικό χώρο των ριάλιτι σόου της τηλεόρασης… Μια τυπική σύγχρονη οικογένεια που δεν έχει το παραμικρό να μοιραστεί μεταξύ της εκτός από τον τόπο κατοικίας της…(ΜΙΑ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ)
Ο στρατηγός Μαρσελίνο Μίλες έχει εντολή να συλλάβει μια ομάδα επαναστατών του λαϊκού στρατού «Βισέντε Γκερέρο» στις πλαγιές της Σιέρα Μάδρε. Ξέρει ότι επικεφαλής της ομάδας βρίσκεται ο γιος του Αντρές Μίλες («Μια χώρα εκατό εκατομμυρίων, πατέρα, κι οι μισοί ζουν μέσα στη φτώχια»). Οι αντάρτες όμως , ευέλικτοι και γνώστες των μονοπατιών μέσα στη ζούγκλα, συνεχώς διαφεύγουν. Κι ο στρατηγός αναγκάζεται να επιστρέψει στη βάση του. Την άλλη μέρα όμως μαθαίνει ότι συνέλαβαν τον επαναστάτη γιο του στο σπίτι της φίλης του. Κι ο προδότης που τον κατέδωσε είναι ο μικρότερος γιος του, ο Ρομπέρτο Μίλες, επίδοξος επιχειρηματίας, που διαβλέπει ότι η δράση του αδελφού του θα του προξενούσε μεγάλη βλάβη στα επιχειρηματικά του σχέδια. Κι ο πατέρας σε δίλημμα  («Και τι σας φαίνεται χειρότερο λοχαγέ, η επανάσταση ή η προδοσία;» θα ρωτήσει τον επικεφαλής των φυλακών. Για να πάρει την απάντηση «Η προδοσία!».) Την άλλη μέρα ο επαναστάτης γιος έχει δραπετεύσει κι ο προδότης βρίσκεται εκτελεσμένος με μια σφαίρα στον τράχηλο. Η τιμή του στρατού αποκαθίσταται… (Η ΕΝΟΠΛΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ)
Ο δον Λουίς Αλμπαράν πετυχημένος επιχειρηματίας κατασκευαστικής εταιρίας ζει μόνος του στο αρχοντικό του , μετά τον πρόσφατο θάνατο της γυναίκας του, και τα θέλει όλα σε τάξη. Με τη μαγείρισσα, την καμαριέρα, τον οδηγό του, τον μπάτλερ να τον υπηρετούν πιστά και σύμφωνα με τους κανόνες της ακμάζουσας νεοαστικής τάξης. Ώσπου κάποιο  βράδυ της 24ης Δεκεμβρίου, δέχεται την απρόσμενη επίσκεψη του χαμένου για χρόνια αδελφού του, του Ρέγιες Αλμπαράν, ο οποίος , σύμφωνα με το τοπικό έθιμο του ζητάει κατάλυμα μέχρι τις 6 Ιανουαρίου. Με βρόμικα και σχισμένα ρούχα, άπλυτος, βρομάει ολόκληρος. Κι ο πετυχημένος αδελφός γεμάτος τύψεις του το προσφέρει. Ο ίδιος από μικρός ήταν προορισμένος να προκόψει: καπάτσος, καταφερτζής λίγο απατεώνας… Ενώ εκείνος πιστός πάντα στις αρχές της εκκλησίας και τηρητής των οικογενειακών παραδόσεων, γρήγορα κατάντησε περιπλανώμενος επαίτης. Τώρα όμως με μια άνεση κι ένα ξεχωριστό θράσος καταλαμβάνει την πιο μεγάλη κρεβατοκάμαρα του αρχοντικού κι αποφασίζει να ζήσει τις μέρες της φιλοξενίας του σαν πραγματικός άρχοντας. Με το πρωινό του στο κρεβάτι, με ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα κάθε πρωί, με την καμαριέρα στην αποκλειστική του διάθεση και με βουνά από ψώνια που κουβαλάει κάθε μέρα με την πιστωτική κάρτα του αδελφού του.  Και το υπηρετικό προσωπικό του σπιτιού , μετά την πρώτη , δικαιολογημένη αγανάκτηση, γρήγορα αρχίζει να συμπαθεί, σχεδόν να λατρεύει τον παρείσακτο, όταν διαπιστώνει ότι εκείνος εκπληρώνει όλες τις επιθυμίες τους που για χρόνια έμειναν ανεκπλήρωτες: χαρίζει τα άπαντα του Βάγκνερ, στον ένα, Δίνει διαταγή να τοποθετηθεί πλάκα στον τάφο της μάνας της άλλης, χαρίζει μια Ρενώ στον άλλο… Και στο τέλος, ξαναντύνεται τα κουρέλια του και αποχωρεί την συγκεκριμένη μέρα, σύμφωνα με το έθιμο, γεμάτος αξιοπρέπεια, χωρίς να πάρει μαζί του το παραμικρό από το σπίτι του αδελφού του. Έτσι, ο δον Λουίς Αλμπαράν παίρνει το μάθημα της ζωής του! (Ο ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ)

Δεκαπέντε ακόμη παρόμοια θέματα ξετυλίγονται μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας μέσα από τις σελίδες του μυθιστορήματος. Που συνθέτουν μια διεισδυτική ανατομία της κοινωνίας του σύγχρονου Μεξικού, του σύγχρονου κόσμου μας… Η καινοτομία όμως του έργου βρίσκεται αλλού: μετά από κάθε αφήγημα ακολουθεί μια δυνατή ποιητική σύνθεση, που συμπληρώνει και αναδεικνύει το θέμα του με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο. Και καθώς η ποίηση δύσκολα μεταφράζεται, εδώ η φιλότιμη μεταφράστρια του έργου αποδεικνύει όλη τη μαεστρία της.

Σάββατο 28 Απριλίου 2012

Κρεμάστε τους σαν τα τσαμπιά

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΤΟΥΡΚΙΑ
AZIZ NESIN
ΚΡΕΜΑΣΤΕ ΤΟΥΣ ΣΑΝ ΤΑ ΤΣΑΜΠΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΑΡΗΣ ΑΜΠΑΤΖΗΣ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 1999
Σελ. 160

Ο Αζίζ Νεσίν αναμφισβήτητα συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πιο προικισμένους Τούρκους συγγραφείς του περασμένου αιώνα. Γεννήθηκε στην Πόλη το 1915 και πέθανε το 1995. Υπήρξε ένας ακούραστος εργάτης της γραφίδας, (άφησε πίσω του πάνω από εκατό τόμους έργων, πολλά από τα οποία έχουν μεταφραστεί τουλάχιστον σε τριάντα γλώσσες), ένας συνεπής προλετάριος του λόγου που διώχτηκε, φυλακίστηκε και κυνηγήθηκε όσο κανείς στην Τουρκία. Τα πιο πολλά του έργα πρωτοδημοσιεύτηκαν στη χώρα του με διάφορα ψευδώνυμα, καθώς το όνομα Αζίζ Νεσίν ήταν για χρόνια αυστηρά απαγορευμένο στους δημοσιογραφικούς και τους εκδοτικούς κύκλους.
Στην Ελλάδα έργα του μεταφράστηκαν τις σημαδιακές δεκαετίες του ’60 και του ’70 και γαλούχησαν τις γενιές εκείνων των χρόνων με την καταλυτική τους σάτιρα της  τουρκικής –και όχι μόνο- κοινωνίας , αλλά και με τα κοινά πάθη και αδιέξοδά των ανθρώπων τους. Σημειώνω πρόχειρα τα έργα «Ο Καφές και η Δημοκρατία (Θεμέλιο 1965), «Ο Σίσυφος με τα οχτώ πόδια» (Διογένης 1972) και «Ευθυμογραφικά Διηγήματα» (Διογένης 1975), έργα που θα τα συνιστούσα ανεπιφύλακτα στους νέους της εποχής μας που μαστίζονται από τις ίδιες αγωνίες…
Το «Κρεμάστε τους σαν τα τσαμπιά» δεν είναι ακριβώς μυθιστόρημα, όπως επιγράφεται. Πρόκειται για μια προσωπική μαρτυρία του συγγραφέα, αλλά μετά από τριάντα χρόνια, για το  πογκρόμ που υπέστησαν οι Ρωμιοί της Πόλης (αλλά και της Σμύρνης και της Άγκυρας) από τα έξαλλα πλήθη του τουρκικού όχλου στις 6/7 Σεπτεμβρίου του 1955. Ο συγγραφέας είχε κάθε λόγο να καταθέσει προς το τέλος της ζωής του αυτή την προσωπική μαρτυρία, καθώς όχι μόνο είδε με τα μάτια του τα γεγονότα εκείνων των ημερών , αλλά βίωσε  στο πετσί του και τις συνέπειές τους. Είναι γνωστό ότι η τότε κυβέρνηση του Αντνάν Μεντερές, επειδή βρέθηκε εκτεθειμένη στην κοινή γνώμη της Ευρώπης εξαιτίας της πρωτοφανούς αγριότητας των γεγονότων, επέλεξε ως αποδιοπομπαίο τράγο τους κομμουνιστές της Πόλης, οι οποίοι δήθεν είχαν οργανώσει τα γεγονότα. Συνέλαβε λοιπόν  τους πιο σεσημασμένους –περίπου εξήντα- τους έκλεισε σε κάποιες στρατιωτικές φυλακές  και τους κράτησε για τέσσερις περίπου μήνες  χωρίς να τους απαγγείλει καμιά κατηγορία., ούτε να τους υποβάλει σε ανάκριση.  Η εντολή του στρατιωτικού διοικητή των φυλακών ήταν ρητή: «Κρεμάστε τους σαν τα τσαμπιά στην πλατεία Σουλτάν Αχμέτ!» Ανάμεσά τους ήταν κι ο Αζίζ Νεσίν.
Η αφήγηση ξεκινάει από τη βραδιά της 6ης Σεπτεμβρίου του ’55. Ο συγγραφέας με κάποιο συνάδελφο φίλο του διασκέδαζε σε μια ταβέρνα του Γαλατάσεραϊ. Οι διαδηλώσεις με το σύνθημα «Η Κύπρος είναι τουρκική και θα παραμείνει τουρκική» είχαν ξεκινήσει από το απόγευμα. Όταν σε μια στιγμή τα έξαλλα στίφη των διαδηλωτών εισβάλλουν στην ταβέρνα και αρχίζουν να τα κάνουν όλα γης-μαδιάμ! Ο ταβερνιάρης ανεβασμένος σε κάποιο τραπέζι προσπαθούσε να αμυνθεί έχοντας μπροστά του ένα πορτρέτο σε κορνίζα του Κεμάλ Ατατούρκ σαν ασπίδα! Οι θαμώνες του μαγαζιού –εννοείται- την κοπάνησαν από την πρώτη στιγμή… Ο συγγραφέας με το φίλο του, επειδή δεν είχαν τίποτε να φοβηθούν –έτσι νόμισαν –θα παραμείνουν μέχρι τέλους του επεισοδίου. Όταν επιτέλους αποχώρησαν και βγήκαν στο δρόμο, είδαν ότι το επίπεδο του δρόμου είχε ανυψωθεί τουλάχιστον κατά τριάντα εκατοστά από τα πεταμένα προϊόντα των γύρω διαγουμισμένων μαγαζιών. Παραξενεύτηκαν που ανάμεσά τους υπήρχαν μόνο άθλια και σχισμένα παλιοπάπουτσα κι όχι εκείνα τα πολυτελή που θα πρέπει να στόλιζαν τις βιτρίνες. Ώσπου κατάλαβαν: οι αυτόκλητοι Τούρκοι εθνικόφρονες που εξακολουθούσαν να κραυγάζουν "Η Κύπρος είναι τουρκική", δεν έχαναν την ευκαιρία: πετούσαν τα παλιοπάπουτσά τους και φορούσαν τα κλεμμένα!  Μια νέα γυναίκα κρατώντας στην αγκαλιά της μια πολυτελή γούνα προσποιούνταν ότι τη μαδάει κραυγάζοντας κι αυτή το σύνθημα της βραδιάς, αλλά μόλις απομακρύνθηκε από το δρόμο, το  ’βαλε στα πόδια με τη γούνα παραμάσχαλα! (Κάτι δεν πρέπει να μας θυμίζουν αυτές οι σκηνές;) Εδώ θα πρέπει να επισημανθεί και μια κρίσιμη αναφορά του συγγραφέα: Καθώς επέστρεφαν στα σπίτια τους συνάντησαν το μεγάλο Tούρκο μυθιστοριογράφο Γιασάρ Κεμάλ, ο οποίος «στεκόταν τσιτωμένος και σιωπηλός». Δεν τόλμησε να πάρει θέση!
Την άλλη μέρα ήρθαν στο σπίτι του Αζίζ Νεσίν και τον συνέλαβαν. Στο μεταξύ είχε κηρυχθεί στρατιωτικός νόμος. Οι δικοί του θα χάσουν τα ίχνη του για αρκετό καιρό. Ο συγγραφέας μας περιγράφει παραστατικά τις συνθήκες των φυλακών, τη συμβίωσή του με τα ποντίκια και τους αρουραίους, μια εικονική εκτέλεση που γνώρισε για μια ασήμαντη παράβαση του κανονισμού των φυλακών, και γενικότερα τη γνωστή παράνοια των υπεύθυνων στρατιωτικών…
Το 1960 ο Αντνάν Μεντερές  μετά από το γνωστό στρατιωτικό πραξικόπημα στην Τουρκία θα συλληφθεί, θα καταδικαστεί σε θάνατο για τα «Σεπτεμβριανά» και θα εκτελεστεί. Ο συγγραφέας ανατρέχοντας στα πρακτικά εκείνης της δίκης αποκαλύπτει πώς οργανώθηκε η προβοκάτσια της βόμβας που ρίχτηκε στο λεγόμενο σπίτι του Κεμάλ της πόλης μας (κατ’ εντολήν του τουρκικού προξενείου της «Γκιουμουλτζίνε» (Κομοτινής), από κάποιον Τούρκο, αλλά Έλληνα υπήκοο, φοιτητή της νομικής, ονόματι Οκτάι Ενγκίν , πώς στη συνέχεια ο δράστης φυγαδεύτηκε στην Τουρκία για να γίνει… Τμηματάρχης Προγραμματισμού και Συντονισμού της Γενικής Διευθύνσεως Ασφαλείας!.
Καταλήγοντας ο Αζίζ Νεσίν σημειώνει ότι δεν αισθάνεται περήφανος γι αυτά τα γεγονότα που προκάλεσε η χώρα του, αλλά
«κάθε έθνος έχει στην ιστορία του σελίδες υπερηφάνειας , αλλά και ντροπής. Στον κόσμο αυτόν δεν υπάρχει έθνος δίχως σελίδες ντροπής στην ιστορία του»

Τρίτη 24 Απριλίου 2012

Το Κόκκινο Άλογο

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΠΡΩΗΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ
ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
TASCO GEORGIEFSKI
ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΑΛΟΓΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΒΑΣΚΟΥ ΚΑΡΑΤΖΑ
ΦΙΛΙΣΤΩΡ 1998
σελ. 152

 Ο Μπόρις Τούσεφ, ένας απλός χωρικός από το Κροντσέλοβο (σημ. Κερασιά) του Καϊμακτσελάν , πενηντάρης περίπου, τον Αύγουστο του ’49 , μετά την υποχώρηση του Δημοκρατικού Στρατού, αφού πέρασε στην Αλβανία, μας αφηγείται με τον πιο απλό και ανεπιτήδευτο τρόπο το συναξάρι της μετέπειτα ζωής του. Την πίκρα και την απογοήτευση των πρώτων ημερών, όταν άοπλοι πια, ο ίδιος και οι σύντροφοί του,  («Η καρδιά μου σφίχτηκε, όταν οι Αλβανοί μας άρπαξαν τα κανόνια που μόλις τα είχαμε λαδώσει και γυαλίσει, θαρρείς και μού ‘κοψαν τότε ένα κομμάτι από την καρδιά μου…») τη διαδέχεται μια αόριστη ελπίδα,  όταν τους μπαρκάρουν σε ρωσικό καράβι με πορεία προς το άγνωστο. Το περιπετειώδες ταξίδι, που το πέρασαν στοιβαγμένοι στο βαθύ αμπάρι του πλοίου, όπου δεν τους επιτρεπόταν καλά καλά  ούτε αέρα να πάρουν, καθώς διέσχιζαν τα επικίνδυνα νερά του Αιγαίου,  της Προποντίδας και του Βοσπόρου, τη βαθιά ανάσα τους όταν έπιασαν κάποτε τα νερά της ευλογημένης πατρίδας του Στάλιν, την αποβίβασή τους τέλος στη ρωσική γη («Παναγιά μου, αυτή η χώρα μοιάζει σαν τη δικιά μας» είπε ένα ελληνόπουλο, καθώς περίμενε ν’ αντικρίσει κόκκινο χώμα, κόκκινες πέτρες , κόκκινα δέντρα…) κι από κει με τρένο στο Μπακού και πάλι καράβι για να διασχίσουν την Κασπία, και τη συνέχεια πάλι τρένο ως την ατέλειωτη έρημο της Τασκένδης , χιλιάδες μίλια, μακριά από τη γενέθλια γη τους… Τραγωδία…
Απ΄ αυτό, το πρώτο μέρος της αφήγησης, η εντύπωση  που αποκομίζει ο προσεκτικός αναγνώστης, είναι η κρυφή αντιπαλότητα ανάμεσα στους λίγους «Μακεδόνες» φυγάδες και στην πλειονότητα των «Ελλήνων» συντρόφων τους. Όταν σε μια στιγμή ξενοιασιάς ο νεαρός Βάνης, προστατευόμενος του Μπόρις, ξεκινάει, ένα παραδοσιακό μακεδονίτικο τραγούδι , «απ’ την άλλη άκρη του καραβιού ακούστηκε ένα ελληνικό τραγούδι, ένα σαχλό, λάγνο τραγούδι που το πήραν στο στόμα σχεδόν όλοι σηκώνοντας δυνατή φωνή και κάνοντας στράκες με τα δάχτυλα»  (σελ. 30).
Για τα γεγονότα της Τασκένδης το αφήγημα είναι δυσανάλογα με την έκτασή του φτωχό. Προφανώς ο συγγραφέας μην έχοντας προσωπικά βιώματα από τη γνωστή από αλλού πολιτική  ζωή των Ελλήνων προσφύγων εκεί, προτιμάει να αφηγηθεί μόνο όσα έχουν σχέση με την προσωπική ζωή του ήρωά του. Πώς έκανε μια νέα οικογένεια (η γυναίκα του στην Ελλάδα ήταν χρόνια πεθαμένη), πώς ταξίδεψε στη Μόσχα για να προσκυνήσει τον Λένιν και κάθισε στην ουρά δυο ολόκληρα μερόνυχτα για να το πετύχει και τέλος πώς μετά από χρόνια νοσταλγίας και πίκρας αποδέχτηκε να υπογράψει μια δήλωση ότι είναι Έλληνας, ότι δεν είναι κομμουνιστής και ότι οι συμμορίτες τον εξανάγκασαν να πολεμήσει εναντίον του βασιλιά της Ελλάδας… «Και κάθισα σε μια νύχτα και τά ‘γραψα όλα με τη σειρά συμπλήρωσα το χαρτί μουντζώνοντας στο τέλος τον Μπόρις , το γιο του Τούση Γκιόργκοφ…» Έτσι γύρισε στην Ελλάδα. Στα χρόνια της κυβέρνησης της Ένωσης Κέντρου… Λίγο πριν μπει στο χωριό του, αγοράζει από κάποιον πλανόδιο ανθρωπάκο ένα ατίθασο,  ολοπόρφυρο πουλάρι, ασέλωτο ακόμη,  και μπαίνει στο χωριό σέρνοντάς το από τα γκέμια… Από δω και μπρος η μοίρα του ήρωα με το κόκκινο πουλάρι θα είναι κοινή.
Το υπόλοιπο μέρος της αφήγησης, που είναι και το πιο καθοριστικό, εξαντλείται στη νέα ζωή του ήρωα στο χωριό του, ένα χωριό όμως σφόδρα εχθρικό και μεταλλαγμένο. Οι τρεις κόρες του, παντρεμένες πια, ούτε που γυρίζουν να τον δουν. Ο αδελφός του,  που υπήρξε πρόεδρος του χωριού και κομματάρχης του Καραμανλή , δεν θέλει να τον ξέρει, οι υπόλοιποι συχωριανοί του , τις νύχτες περιπολούν με τουφέκια στο χωριό, καθώς ανήκουν Τ,Ε.Α. , και τη μέρα. αλλάζουν δρόμο μόλις τον αντικρίζουν.  Ακόμη και ο ένας , ο μοναδικός κομμουνιστής του χωριού που γύρισε από την εξορία, τον περιφρονεί βαθιά για τη δήλωση μετανοίας του… Ο Μπόρις Τούσεφ έχει πια ξοφλήσει…
Ο συγγραφέας, Τάσκο Γκεοργκίεφσκι, γεννημένος στην Κερασιά της Έδεσσας το 1935, στα χρόνια του εμφύλιου, παιδί έντεκα χρονών, όταν ο πατέρας του βρισκόταν υπο διωγμό και η μητέρα του  εξορία, αναγκάζεται να καταφύγει στα Σκόπια, όπου ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές και τις πανεπιστημιακές σπουδές του στον κλάδο της γιουγκοσλαβικής λογοτεχνίας. Το συγγραφικό του έργο ξεκινάει από το 1957. Θεωρείται ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς συγγραφείς της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς στην πρώην Γιουγκοσλαβία, ανακηρύσσεται ακαδημαϊκός στο Βελιγράδι και έργα του μεταφράζονται σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες. Το «Κόκκινο Άλογο» πρωτοδημοσιεύεται το 1975.

Παρασκευή 20 Απριλίου 2012

Ο Αχαϊρευτος

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΌΡΗΜΑ
ΑΛΒΑΝΙΑ
FATOS KONGOLI
Ο ΑΧΑΪΡΕΥΤΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΚΩΣΤΑΣ ΝΑΤΣΙΟΣ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 1998
Σελ. 168


Η προκοπή της Αλβανίας στην πεζογραφία δεν έχει τέλος τα τελευταία χρόνια. Ο δρόμος που χάραξε ο Ismail Kadare από το Παρίσι στα χρόνια της δικτατορίας του προλεταριάτου,  καλά κρατεί. Ιδιαίτερα μετά την τελευταία δεκαετία του περασμένου αιώνα, όταν έπεσαν τα τείχη των φυλακών και της καταπίεσης, δεκάδες λογοτέχνες συνεχίζουν να ξαφνιάζουν το παγκόσμιο αναγνωστικό κοινό με την ευρηματικότητα και την εκφραστική τους δύναμη.
Ο Φατός Κονγκόλι , γεννημένος το 1944 στο Ελμπασάν, είναι ένας απ’ αυτούς. Μαθηματικός στο επάγγελμα (με πτυχίο του Πανεπιστημίου του …Πεκίνου παρακαλώ), από πολύ νωρίς ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία (συντάκτης λογοτεχνικής εφημερίδας, αλλά και αναγνωρισμένου εκδοτικού οίκου των Τιράνων).
Το μυθιστόρημα όμως που τον έκανε παγκόσμια γνωστόν είναι «Ο Αχαΐρευτος», αυτό που δημοσίευσε αμέσως μετά την αλβανική μεταπολίτευση (1992), ένα έργο με εμφανή αυτοβιογραφικά στοιχεία, ένα «λαϊκό μυθιστόρημα» θα λέγαμε, πιστό στα δόγματα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, δηλαδή  χωρίς εξεζητημένο τρόπο γραφής, που ξαφνιάζει όμως τον ανυποψίαστο αναγνώστη με την ειλικρίνεια , αλλά και τη σκληρότητά του.
Η μυθιστορηματική δράση για τον  Θεσάρ Λούμι, τον βασικό ήρωα του αφηγήματος, το οποίο άνετα θα μπορούσε να το κατατάξει κανείς λόγω της έκτασής του στην κατηγορία της νουβέλας, ξεκινάει το Μάρτιο του 1991, όταν τα χωριά της Αλβανίας άδειαζαν και τα πρώτα πλοία σάλπαραν ασφυκτικά γεμάτα με πρόσφυγες για τον ιταλικό παράδεισο. Εκεί λοιπόν σε κάποιο από τα αλβανικά λιμάνια της Αδριατικής ο ήρωάς μας επιβιβάζεται κι αυτός σε κάποιο πλοίο που θα σάλπαρε για την Ιταλία. Την τελευταία στιγμή όμως την ώρα που το πλοίο σήκωνε άγκυρα , μετανιώνει, πηδάει έξω και επιστρέφει στη γενέθλια πόλη του, όπου ζούσε με τους γονείς του σε ένα ταπεινό δυαράκι μιας πολυκατοικίας… Κι ο αναγνώστης μένει με την απορία για τους λόγους αυτής της μεταστροφής του.
Και αρχίζει σε αναδρομή –πάντα σε πρώτο πρόσωπο- η αφήγηση της ζωής του ήρωά μας σε μια κωμόπολη που βουλιάζει καθημερινά στη σκόνη από ένα εργοστάσιο τσιμέντου που λειτουργεί δίπλα της, αλλά με προδιαγραφές του περασμένου αιώνα…Με το φόβο να πλανάται σ’ όλους όσους δεν εξυμνούσαν το καθεστώς, και τους υπόλοιπους να τους κατασκοπεύουν. Με εμφανείς τις ανισότητες στη διαβίωση και τις ευκαιρίες για εξέλιξη ανάμεσα στις δυο μερίδες. Ο ίδιος ανήκε στην πρώτη κατηγορία: χρόνια πριν κάποιος θείος του που υπηρετούσε τη θητεία του στα σύνορα , είχε αποδράσει στο εξωτερικό. Κι από τότε η οικογένεια είχε αμετάκλητα συμπεριληφθεί στους «εχθρούς του λαού». Παρακολουθούμε λοιπόν βήμα βήμα  τη ζωή του Θεσάρ, στο σχολείο, στο καφενείο αργότερα και στο Πανεπιστήμιο των Τιράνων, όπου τόλμησε να εγγραφεί αποκρύπτοντας όμως από το βιογραφικό του τη λεπτομέρεια της αυτομόλησης του θείου του… Το καθεστώς όμως είναι πανταχού παρόν:
«Οι καιροί ήταν δύσκολοι και πονηροί. Αυτό το γνώριζαν οι συμπολίτες μου. Το αθέατο θεριό κατασκόπευε τους πάντες και τα πάντα. Κανείς δεν αισθανόταν ήσυχος. Όλοι έτρεμαν. Και οι ευτυχισμένοι στην ευτυχία τους και οι δύστυχοι στη δυστυχία τους και οι βασανιστές και βασανιζόμενοι, και οι  έξυπνοι και οι βλάκες, και οι δίκαιοι και οι πρόστυχοι. Όλοι φοβούνταν το αθέατο θεριό, όλοι φοβούνταν ο ένας τον άλλον…» (σελ.111)
Σε αγαστή συνεργασία με τις αρχές το παρακράτος της τοπικής μαφίας τρομοκρατεί τους πάντες. Και ο ανακριτής «με τα θολά μάτια» ασκεί ανεξέλεγκτη βία ως όργανο της δικτατορίας του προλεταριάτου, καθώς «η δικτατορία του προλεταριάτου δεν είναι τίποτε άλλο παρά η επιβολή της αλήθειας μέσω της βίας»…(σελ. 119)
Ποιος να είναι τάχα ο λόγος που οδήγησε τον Θεσάρ Λούμι να παραμείνει σ’ αυτήν κόλαση, αντί να ξεκινήσει μια καινούρια ζωή στο εξωτερικό , όπως εκατοντάδες χιλιάδες συμπατριώτες του; Η αποκάλυψη μας εκπλήττει…