Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Προμηθεὺς πλάσας ποτὲ ἀνθρώπους δύο πήρας ἐξ αὐτῶν ἀπεκρέμασε, τὴν μὲν ἀλλοτρίων κακῶν, τὴν δὲ ἰδίων, καὶ τὴν μὲν τῶν ὀθνείων ἔμπροσθεν ἔταξε, τὴν δὲ ἑτέραν ὄπισθεν ἀπήρτησεν. Ἐξ οὗ δὴ συνέβη τοὺς ἀνθρώπους τὰ μὲν ἀλλότρια κακὰ ἐξ ἀπόπτου κατοπτάζεσθαι, τὰ δὲ ἴδια μὴ προορᾶσθαι

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2012

Η Κατάθεση

     ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
      ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΟΝΤΗ
      Η ΚΑΤΑΘΕΣΗ
      ΕΝΕΚΕΝ
      ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2011
       σελ. 260

Το φαινόμενο της υπερπληθώρας των έργων ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής που εκδίδονται τον τελευταίο καιρό στη χώρα μας -παρά την καλπάζουσα οικονομική κρίση- νομίζουμε ότι θα μπορούσαμε να το αποδώσουμε σε μια σειρά  από λόγους, όπως είναι το χαμηλό κόστος μιας έκδοσης (σε σχέση με παλιότερες εποχές), αλλά και  η ευκολία με την οποία διακινείται και διαδίδεται σήμερα ένα λογοτεχνικό έργο, σε συνδυασμό βέβαια πάντα με την έμφυτη τάση για προβολή που κρύβει μέσα του κάθε νεοέλληνας που πιστεύει ή τον έπεισαν να πιστέψει ότι διαθέτει λογοτεχνική πένα…
.
Η «Κατάθεση» της Κατερίνας Μόντη εντούτοις δεν υπακούει σε κανέναν από τους παραπάνω  λόγους. Γίνεται φανερό από τις πρώτες γραμμές του ότι το έργο αποτελεί προϊόν μια έκρηξης από βιώματα και κοινωνιολογικές αναζητήσεις χρόνων που καραδοκούσαν καταπιεσμένες στο υποσυνείδητο της νέας συγγραφέως   επιζητώντας επίμονα να βγουν στο φως. Έτσι σήμερα έχουμε την τύχη να απολαύσουμε έναν γοητευτικό λόγο, που έχει επιτέλους κάτι να πει. Έναν λόγο που δεν αναλώνεται, όπως συνήθως, σε σχήματα αυτοϊκανοποίησης ή σε χιλιογραμμένα κλισέ και κοινοτοπίες  που κατακλύζουν συνήθως τη λογοτεχνική παραγωγή μας. Ένα λόγο τόσο θαρραλέο και προκλητικό που θα μπορούσε, κάτω από άλλες συνθήκες, να αποτελέσει ένα πρώτης τάξεως κοινωνικό σκάνδαλο. Φαίνεται όμως ότι οι συνήθεις πατριδοκάπηλοι και εθνοαμύντορες πιάστηκαν αυτή τη φορά στον ύπνο…
Με δυο λόγια: η συγγραφέας επιχειρεί μια αποτίμηση των αγώνων και των αναζητήσεων του συνόλου της μεταπολιτευτικής Αριστεράς με μια προφανή ευαισθησία, αλλά συγχρόνως και αναπάντεχη  σκληρότητα. Δεν κηρύττει, δεν νοσταλγεί, δεν ευαγγελίζεται. Ο λόγος της ανελέητος, όπου χρειάζεται, συχνά καταγγελτικός, δεν απονέμει συγχωροχάρτια , αλλά ερμηνεύει με μια εκπλήσσουσα δεξιοτεχνία χειρουργού πράξεις και γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή μας τα τελευταία τριανταπέντε χρόνια. Και εντούτοις το αποτέλεσμα δεν παραμένει  απλά μια δοκιμιακή και ψυχρή καταγραφή της συγκεκριμένης εποχής, αλλά αποτελεί πραγματική κατάθεση ψυχής.

Η νεαρή παιδίατρος Δέσποινα Ντήμα. που υπηρετεί  στην Ικαρία, δέχεται απροσδόκητα την επίσκεψη δυο αντρών της «αντιτρομοκρατικής», οι οποίοι την υποβάλλουν σε μια εξαντλητική ανάκριση σχετικά με ένα «εύρημα» που έπεσε τελευταία στα χέρια τους: πρόκειται για μια αναμνηστική φωτογραφία από κάποια χαρούμενη στιγμή ενός ολονύχτιου ξεφαντώματος σε παραλία της Χαλκιδικής, τραβηγμένη προ τριακονταπενταετίας!  Στη φωτογραφία, τυχαίο εύρημα σε μια γιάφκα της Αθήνας,  εικονίζεται ένα χαρούμενο στιγμιότυπο του γλεντιού με μια σημείωση στην πίσω όψη της, η οποία αναφέρεται σε κάποιο «ατυχές επαναστατικό  εγχείρημα».  Ήταν η εποχή της δράσης της πρώτης γενιάς «τρομοκρατών» (1985: θάνατος σε σύγκρουση με αστυνομικούς του  Χρήστου Τσουτσουβή).
Η συγγραφέας όμως με αφορμή αυτό το κοινοτοπικό περιστατικό βρίσκει την ευκαιρία να ξεδιπλώσει μια άλλη εποχή, εκείνη της αθωότητας των νεανικών της χρόνων, στην οποία ελπίδες και οράματα συγκρούονταν ανελέητα  με τους φύλακες της καθεστηκυίας τάξης και ασφάλειας. Και όχι μόνο αυτό: προχωρεί και σε μια πρωτοφανή για την εποχή μας θεώρηση των γεγονότων από τη σκοπιά ενός θύτη κι ενός θύματος (ανακρινόμενης και ανακριτή) που προέρχονται αμφότεροι από τη σλαβομακεδονική ελληνική μειονότητα!
Με την ευκαιρία αυτή λοιπόν,  και μέσα από ποικίλες αναδρομές στο παρελθόν,  ανιστορούνται γεγονότα και αποκαλύπτονται περιστατικά, που χρόνια τώρα βρίσκονται θαμμένα στη συλλογική μας μνήμη και συνείδηση, καθώς δεν έπαψε να τα σκιάζει η φοβέρα του διαβόητου μουρουνόλαδου του Μανιαδάκη και οι πιο πρόσφατες μνήμες του εμφυλίου, όπου ολόκληρα χωριά της μεθορίου σβήστηκαν κυριολεκτικά από το χάρτη, καμένα από βόμβες ναπάλμ και οι κάτοικοί τους διάσπαρτοι ως σήμερα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, είναι οι μόνοι στους οποίους δεν επιτράπηκε να πεθάνουν στα χώματα των πατεράδων και των παππούδων τους…

Όταν ο γερο Τράικο άκουσε την απόφαση του γιου του να σπάσει το φράγμα της απομόνωσης που τους δυνάστευε τόσα χρόνια και να γίνει χωροφύλακας, ξέσπασε : «Πού θα πας, μπρε σίνκοο (γιε μου); Εμάς πια δεν ας βάζουν πουθενά σε τέτοια πόστα, είδες εσύ κανέναν ντόπιο χωροφύλακα μέχρι τώρα; Είδες δόκιμο, στρατιωτικό, βουλευτή, δάσκαλο;» Και παρακάτω: «Έεε, ζα στραμότα! (τι ντροπή!). Να μας έβλεπες μπρε, πώς ορκιζόμασταν! Όλο το χωριό μας μάζεψαν στην εκκλησία να δώσουμε όρκο όλοι μαζί ότι δεν θα μιλάμε τη γλώσσα μας, γιατί το ευαγγέλιο, λέει είναι ελληνικό… Κατάλαβες; Και το θεό όπως τους ταίριαζε. Φαντάσου και να ‘ταν ο Χριστός Έλληνας…Γκόσποντι ντα μι πρόστι…(Κύριε, σχώρνα με!) Μέχρι και τους σταυρούς των πεθαμένων ξηλώνανε, αν δεν είχαν ονόματα ελληνικά…» Και λίγο πιο κάτω: «Μακάρι να σ’ αφήσουν να προκόψεις στην αστυνομία, να γίνεις σωστός, όχι σαν αυτούς που πέρασαν από μας… Σαν εκείνον τον ενωμοτάρχη, Σαμοβίλα τον λέγαμε, ξεφύτρωνε μπροστά σου εκεί που δεν το περίμενες. Πες θάλασσα, βόδι, μας δοκίμαζε, ήξερε για που δεν μπορούσαμε, τάλασσα λέγαμε, κι εκεί να δεις ξύλο…Κλοτσιές,  καρπαζιές, γελούσε κι από πάνω ο κερατάς…Μέχρι και στο βουνό που μαζεύαμε ξύλα πετάγονταν οι αγροφύλακες και μας έπιαναν που μιλούσαμε…Εμ, δεν θα μιλούσαμε; Σκάζαμε, μπρε, να μιλήσουμε, παίρναμε τα βουνά να πούμε με την ησυχία μας δυο λόγια… Άμα σε πάρουν τη γλώσσα σου, ούτε να σκεφτείς από μέσα σου δεν μπορείς!»

Το εύρημα της Κατερίνας Μόντη να φέρει αντιμέτωπους τον μειονοτικό χωροφύλακα, που πρόκοψε παρ’ όλα αυτά και έγινε ανακριτής της αντιτρομοκρατικής και τη μειονοτικό γιατρό που στα νιάτα της φλέρταρε με την αναρχία, αποδεικνύεται έξοχο. Ποιες ανθρώπινες χορδές θα ξυπνήσουν τάχα, χορδές  που λούφαζαν στο αίμα τους κάτω από την επιφάνεια του καθήκοντος αφενός και της ιδεολογικής συνέπειας αφετέρου; Και το θέμα η συγγραφέας το χειρίζεται με τον πιο πειστικά δραματικό τρόπο…

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

Δεκαεννέα τριαντάφυλλα


 ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
 ΡΟΥΜΑΝΙΑ
 MIRCEA ELIADE
 ΔΕΚΑΕΝΝΕΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΚΑΜΠΡΙΕΛ ΑΝΔΡΟΝΕ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 1999
σελ. 192

  
Ο καμβάς του έργου: Ο Άνγκελ Ντ. Παντέλε, ο κυρίαρχος χαρακτήρας του έργου,  θεωρείται κορυφαίος συγγραφέας στη Ρουμανία του Τσαουσέσκου. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα υπήρξε και υποψήφιος για το Νόμπελ λογοτεχνίας. Ο Εουσέμπιου Νταμιάν, γραμματέας του και επιφορτισμένος με τη διεκπεραίωση της αλληλογραφίας του και τη δακτυλογράφηση των χειρογράφων του, καθώς και οικονόμος Αικατερίνα, τον υπηρετούν με περισσή αυταπάρνηση. Οπότε μια βραδιά, στην κυριολεξία από το πουθενά, ενσκήπτει στη συντροφιά τους ένα παράξενο ζευγάρι νεαρών ηθοποιών,  ο Λαουριάν και η Νικουλίνα,  και δίνει μια αυτοσχέδια παράσταση μπροστά τους. Ο πρώτος μάλιστα ισχυρίζεται ότι είναι γιος του "Μαέστρου", από μια ηθοποιό που πρωταγωνιστούσε προ τριακονταετίας σε ένα έργο του, το οποίο όμως δεν ανέβηκε στη σκηνή ποτέ! Ο Παντέλε δεν θυμάται αυτόν το δεσμό.
Εν πάση περιπτώσει την άλλη μέρα επιφορτίζει στο γραμματέα του να προσφέρει στο ζευγάρι- που θα παντρευόταν -μια ανθοδέσμη από δεκαεννιά κόκκινα τριαντάφυλλα (όσα ήταν και τα χρόνια της Νικουλίνας). Το ζευγάρι όμως εξαφανίζεται και, όπως αποκαλύπτεται αργότερα, είχε καταφύγει σε κάποιον πρωτοποριακό θίασο, του Ιερωνίμ Θανάσε που έκανε στο Σιμπίου εντατικές πρόβες για ένα έργο που αποδείκνυε τη μαγική λειτουργία της θεατρικής τέχνης! Επιδίωκε δηλαδή την ανάκληση αναμνήσεων του θεατή από το παρελθόν!. Οι  δυο τους μάλιστα –Παντέλε και Νταμιάν -προσκαλούνται να παρακολουθήσουν μια από τις παραστάσεις του θιάσου. Και βιώνουν μια συναρπαστική εμπειρία: μια σύγκρουση που δόθηκε  το 580 μ. Χ. ανάμεσα στις ρωμαϊκές λεγεώνες του τόπου και στις ορδές των Αβάρων που επήλαυναν…   
Μετά την παράσταση οι φίλοι μας προσκαλούνται σε κάποιον ξενώνα της υπαίθρου της μικρής πόλης, επιβιβάζζοντι σε δυο έλκηθρα – είναι χειμώνας - και εκεί ο Παντέλε «ξαναθυμάται» την (ερωτική) σκηνή που είχε ζήσει στον ίδιο χώρο πριν από τριάντα χρόνια με την πρωταγωνίστρια ηθοποιό του έργου του  και μητέρα του Λαουριάν! Και όχι μόνο αυτό: τα ίχνη του νεαρού ζευγαριού και του Παντέλε χάνονται στη συνέχεια από προσώπου γης! Προφανώς μετά την καταλυτική εκείνη παράσταση περνούν σε άλλη διάσταση του χωροχρόνου! Γιατί ούτε πληροφορίες για κάποιο τόπο διαφυγής τους ακούγονται, ούτε τα πτώματά τους βρίσκονται πουθενά, παρά τις διεξοδικές έρευνες του καθεστώτος, το οποίο βέβαια κάθε άλλο παρά  συνηγορεί με την υπόθεση της διαφυγής τους στο χωροχρόνο. Τους επόμενους μήνες όμως σε κάποιες ειδικές στιγμές, ο Νταμιάν βρίσκει έξω από την πόρτα του δεκαεννιά κόκκινα τριαντάφυλλα, τον αποστολέα των οποίων είναι αδύνατο να εξιχνιάσει.
Ο Μίρτσεα Ελιάντε (1907-1986) είναι αναμφισβήτητα κορυφαίος λογοτέχνης της  Ρουμανίας του εικοστού αιώνα. Από την άποψη αυτή ο Άνγκελ Παντέλε, αποτελεί το alter ego του. Ο ίδιος μάλιστα μας άφησε το εξής σημείωμα γι αυτό το έργο: «Δεν αμφιβάλλω για τη λογοτεχνική επιτυχία του έργου, αμφιβάλλω όμως για το αν θα γίνει κατανοητό το μήνυμά του, που κρύβεται διακριτικά κάπου ανάμεσα στα γράμματα». Και ο μεταφραστής του έργου σημειώνει επιγραμματικά: «Εδώ το ιερό ντύνεται με τα ρούχα του καθημερινού. Μόνο ο μυημένος μπορεί να διεισδύσει πέρα από την επιφάνεια, τη φαινομενικότητα. Η ιερή ουσία αποκαλύπτεται σε όσους ξέρουν να βλέπουν. Οι υπόλοιποι προσπερνούν τα θαύματα χωρίς να καταλαβαίνουν την ύπαρξή τους ή χωρίς να τα αντιληφθούν θεωρώντας τα ασήμαντα»
Μπορεί κανείς να φανταστεί πώς αντιμετωπίστηκε το έργο από τη Ρουμανία του σοσιαλιστικού ρεαλισμού…
Το έργο πρωτοδημοσιεύτηκε στη Γαλλία το 1982 (Εκδόσεις Gallimard)

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012

Η Κόχη της Ντροπής


ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ISMAIL KADARE
ΑΛΒΑΝΙΑ
Η ΚΟΧΗ ΤΗΣ ΝΤΡΟΠΗΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΠΟΛΛΑ ΖΑΧΟΠΟΥΛΟΥ - ΒΛΑΧΟΥ
ΡΟΕΣ 1985
σελ. 121

Στο ιστολόγιο που έχετε μπροστά σας  έχει εξαρχής δηλωθεί ότι δεν παρακολουθείται αναγκαστικά η επικαιρότητα της σύγχρονης λογοτεχνικής παραγωγής. Κι αυτό γιατί το πλήθος των λογοτεχνικών εκδόσεων που ξεφυτρώνουν καθημερινά σαν μανιτάρια δεν συμβαδίζει αναγκαστικά με την ποιότητά τους. Τα περισσότερα έργα , μόλις κατακαθίσει ο κουρνιαχτός των πρώτων εντυπώσεων και της συστηματικής συχνά προβολής τους, δεν κατορθώνουν να αντισταθούν στο χρόνο. Αφανίζονται κάτω από τις βαριές μυλόπετρες του χρόνου… Εξάλλου οι εκδόσεις τους σπάνια ξεπερνούν τα χίλια αντίτυπα. Κάποια εντούτοις – ελάχιστα- κατορθώνουν να επανεκδοθούν και να απασχολήσουν εκτενέστερα το βιβλιόφιλο κοινό. Κατά κανόνα –γιατί υπάρχουν και οι εξαιρέσεις- αξίζει να ασχοληθεί κανείς μ’ αυτά.
Αντίθετα κάποια άλλα, αφού «σιτέψουν» για τα καλά με τα χρόνια,  επιδεικνύουν μια αξιοπρόσεχτη αντοχή και φαντάζουν επίκαιρα κι ας τα χωρίζουν από την πρώτη τους έκδοση δεκαετίες ολόκληρες…  Και επειδή οι εκδότες τους διστάζουν να τα επανεκδόσουν, καθώς το σύγχρονο αναγνωστικό κοινό  τα υποδέχεται συνήθως με δυσπιστία, μένουν δυστυχώς στη σκιά και στην αφάνεια. Σ’ αυτή την κατηγορία μπορεί να κατατάξει κανείς την ολόκληρη σχεδόν την παραγωγή του αλβανού μυθιστοριογράφου Ismail Kadare.  Στο παρελθόν (29-3-2011) ασχοληθήκαμε με τα «Τρία τραγούδια για το Κοσσυφοπέδιο».
«Η Κόχη της Ντροπής» θα μπορούσε άνετα να χαρακτηριστεί ως το εμβληματικό έργο του μεγάλου αλβανού συγγραφέα (γεν. 1936), ο οποίος βέβαια έζησε και έδρασε στο Παρίσι όλα τα χρόνια του ολοκληρωτισμού που μάστιζε τη χώρα του. Δημοσιεύτηκε στο Παρίσι , μεταφρασμένο, το 1984 από  τις εκδόσεις Fayard και την επόμενη χρονιά (1985) μεταφράστηκε και στη χώρα μας (από τα γαλλικά) στις εκδόσεις Ροές. Σήμερα το μυθιστόρημα είναι εξαντλημένο.
Θα ήταν ασύγγνωστο σφάλμα να χαρακτηρίσει κανείς «ιστορικό μυθιστόρημα» την Κόχη της Ντροπής. Παρ’ όλο που το υπόβαθρό της στηρίζεται σε αδιάψευστα ιστορικά γεγονότα και συγκεκριμένα στην καταστολή της εξέγερσης του Αλή πασά των Ιωαννίνων το 1822 , στον αποκεφαλισμό του και στη μεταφορά του κεφαλιού του στην Κωνσταντινούπολη, για να εκτεθεί στη διαβόητη «Κόχη της Ντροπής»…
Η Κόχη της Ντροπής , σμιλευμένη πάνω από την πύλη των κανονιών , στην πλατεία των όπλων της οθωμανικής πρωτεύουσας δεν μένει ποτέ άδεια. Ο αυτοκρατορικός ταχυδρόμος Τουντζατά, επιφορτισμένος με το θλιβερό καθήκον της μεταφοράς τον κομμένων κεφαλιών από τα τέσσερα σημεία της αυτοκρατορίας, διασχίζει με ταχύτητα τεράστιες εκτάσεις για να μεταφέρει στην πρωτεύουσα όσο γίνεται λιγότερο αλλοιωμένα τα κεφάλια των ανυπάκουων και ο επιτηρητής της κόγχης Αμπντουλάχ ξημεροβραδιάζεται κάτω απ’ αυτήν, ενώ το αχόρταγο πλήθος πλημμυρίζει την πλατεία για να απολαύσει το φριχτό θέαμα. Και όλα αυτά μέσα σε μια ατμόσφαιρα, καθαρά σουρεαλιστική, καφκική θα λέγαμε…

Ο συγγραφέας όμως με αφορμή το αιματηρό αυτό γεγονός, βρίσκει την ευκαιρία να καταγγείλει τους όπου γης μηχανισμούς εξουθενωτικής καταπίεσης των απλών ανθρώπων  από το  κράτος και την κάθε λογής  εξουσία. Τι πιο λαμπρό παράδειγμα λοιπόν από εκείνο της Μεγάλης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η οποία περιέκλειε στους κόλπους της δεκάδες έθνη και λαούς, ανάμεσα στους οποίους και το λαό της πατρίδας του συγγραφέα, την Αλβανία;
Παρακολουθούμε λοιπόν με κομμένη την ανάσα τις μεθοδεύσεις της Υψηλής Πύλης , προκειμένου να εξουδετερώσει όλους εκείνους τους αξιωματούχους και τους υπαλλήλους της που αποχτούσαν δυσανάλογη με το αξίωμά τους δύναμη και σήκωναν κεφάλι. Και όταν το κεφάλι τους έπεφτε από κάποιον ειδικά απεσταλμένο αξιωματούχο, ερχόταν η σειρά του τελευταίου βρεθεί αντιμέτωπος με την ίδια μοίρα, γιατι θεωρούνταν επικίνδυνος. Όπως συνέβη με τον Χουρσίντ πασά, τον νικητή του Αλή...
Πολυδαίδαλοι μηχανισμοί και πολυάνθρωπες υπηρεσίες εργάζονταν συστηματικά, παρακολουθούσαν και κατέγραφαν όχι μόνο εκείνες τις ενέργειες των υπηκόων του πατισάχ, οι οποίες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν επαναστατικές, αλλά και τις απόψεις τους, τις σκέψεις τους , ακόμη και τα όνειρά τους! Απώτερος σκοπός όλης αυτής της συστηματικής παρακολούθησης ήταν η απεθνικοποίηση των διαφόρων εθνοτήτων της αυτοκρατορίας, η εκρίζωση της γλώσσας τους, του πολιτισμού τους γενικότερα  και η εξάλειψη της εθνικής τους μνήμης! Η διεργασία αυτή ακολουθήθηκε και στην Αλβανία μετά την καταστολή της εξέγερσης του Αλή

«Οι άνθρωποι αυτοί είχαν πάψει να έχουν δική τους γλώσσα, δεν είχαν πια ούτε έθιμα, ούτε ενδυμασίες , ούτε γάμους, ούτε χορούς, ούτε αλφάβητο, ούτε ιστορία, ούτε χρονικά, ούτε θρύλους. Τους είχαν απογυμνώσει εντελώς. Η μνήμη τους είχε συρρικνωθεί λίγο-λίγο, Όλα είχαν σβήσει απ’ αυτήν, όπως μια πεδιάδα ανεμοδαρμένη για χιλιάδες αιώνες που μεταβάλλεται τελικά σε έρημο, όπου δεν υπάρχουν παρά αμμόλοφοι που απλώνονται μονότονα μακριά , όλο και πιο μακριά, σε κυματισμούς που θυμίζουν γεωμετρία εφιαλτική». (σελ. 191)

Και αφού η καθημαγμένη,  η χωρίς γλώσσα και χωρίς εθνική μνήμη χώρα γονάτισε , φτάνει κάποιος ειδικός απεσταλμένος από τις ανατολικές εσχατιές της αυτοκρατορίας με κάποιο όνειρο υπηκόου της και το καταθέτει στο "Παλάτι των Ονείρων". Από την ερμηνεία του θα κριθεί η κατοπινή μοίρα του  λαού της...
Μήπως αυτή η χώρα θύμισε στον συγγραφέα την  Αλβανία του Εμβέρ Χότζα;

Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

Οι νύχτες στο Φλόρες

ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ
CESAR AIRA
ΟΙ ΝΥΧΤΕΣ ΣΤΟ ΦΛΟΡΕΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΤΖΩΡΙΔΟΥ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2010
σελ. 134

Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων στη συνοικία Φλόρες του Μπουένος Άιρες, ο Άλντο και η Ροσίτα, για να συμπληρώσουν το πενιχρό εισόδημά τους την εποχή που η οικονομική κρίση μαίνεται στην Αργεντινή, αποφασίζουν να ασχοληθούν με τη νυχτερινή διανομή πίτσας με τα πόδια. Ένας πανάκριβος οίκος ευγηρίας , που διευθύνεται από νεαρές καλόγριες, αποτελεί τον ταχτικό πελάτη του ζευγαριού τις μεταμεσονύχτιες ώρες. Παράλληλα με το ζευγάρι δεκάδες νεαρά αγόρια με τα μηχανάκια τους εκτελούν το ίδιο επάγγελμα. Κάποια μέρα ένα από τα αγόρια αυτά, ο Τζόναθαν, πέφτει θύμα απαγωγής και οι απαγωγείς του ζητούν από τους φτωχούς γονείς του υπέρογκα λύτρα. Ένας ευσυνείδητος εισαγγελέας αναλαμβάνει την εξιχνίαση της υπόθεσης. Τρία παράλληλα αυτοκινητικά ατυχήματα συμβαίνουν την ίδια νύχτα στον περιφερειακό της πόλης. Ένας μυστηριώδης βολιβιανός συγγραφέας, φίλος και καλεσμένος του εισαγγελέα συμμετέχει στα δρώμενα. Και κάποιο βολιβιανό ίδρυμα για την ενίσχυση των νέων καλλιτεχνών συμπληρώνει κι αυτό με την παρουσία του το καλειδοσκόπιο της υπόθεσης. Αυτός είναι σε γενικές γραμμές ο κεντρικός θεματικός πυρήνας του έργου. Κι όλα αυτά, πρόσωπα και ιδρύματα, χωρίς εμφανή και πειστική σύνδεση μεταξύ τους, λες και αποτελούν αδέξια επινοήματα κάποιου πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα…Ως εδώ ο προσεχτικός αναγνώστης δεν διαπιστώνει τίποτε παράδοξο, τίποτε άξιο αναφοράς. Αν μάλιστα είναι και ανυπόμονος ενδέχεται να εγκαταλείψει την ανάγνωση του έργου στη μέση, ή να ανατρέξει στην τελευταία σελίδα για να μάθει το τέλος της πλοκής του.

Όμως από κάποιο σημείο και πέρα αρχίζει να υποψιάζεται ότι κανένα από τα πρόσωπα ή τα συμβαίνοντα στη νουβέλα - γιατί μάλλον για νουβέλα πρόκειται - δεν είναι αυτό που φαίνεται! Οι χαρακτήρες του έργου θαρρείς και κινούνται φορώντας μάσκες, τα γεγονότα δεν είναι αυτά που έδειχναν ότι είναι και μα αδιόρατη ανησυχητική ομίχλη αρχίζει να καλύπτει σιγά σιγά το χώρο και την ατμόσφαιρα στην οποία κινούνται. Και ο κάθε αναγνώστης ανάλογα με τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις που κουβαλάει αρχίζει να προσεγγίζει, ή να νομίζει ότι προσεγγίζει, τα γεγονότα. Τα γεγονότα που γλιστρούν μέσα από τις παλάμες του σαν νερό και μεταμορφώνονται χωρίς σταματημό και προφανή λόγο. Πρόκειται για μια γοητευτική άσκηση ύφους που οδηγεί στο αβίαστο συναίσθημα ότι το παράλογο και το ανεξήγητο κυβερνάει και δίνει νόημα στη ζωή μας.

Ο Σεσάρ Άιρα θεωρείται ένας από τους πολλά υποσχόμενους νέους λατινοαμερικανούς συγγραφείς. Πολυγραφότατος (κυκλοφορούν πάνω από εξήντα έργα του-διηγήματα, θεατρικά έργα και δοκίμια). Γεννήθηκε το 1949 στο Μπουένος Άιρες , συνεργάζεται με πολλά MME της χώρας του και διδάσκει και στο Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες. Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη ένα ακόμη έργο του, το "Βαράμο" (2007)

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

Οκτώβρης, οχτώ το πρωί

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΑΦΗΓΗΜΑ
ΡΟΥΜΑΝΙΑ
NORMAN MANEA
ΟΚΤΩΒΡΗΣ, ΟΧΤΩ ΤΟ ΠΡΩΙ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΙΣΜΗΝΗ ΚΑΠΑΝΤΑΗ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2011
σελ. 232

Ο Νόρμαν Μάνεα,  τετράχρονος ακόμη, γνώρισε  τη φρίκη των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, καθώς  ολόκληρη η οικογένειά του –οικογένεια Εβραίων- είχε εκτοπιστεί σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας στην Υπερδνειστερία (Transnistria), με το όνομα της οποίας ο συγγραφέας παίζει ένα πετυχημένο λογοπαίγνιο: Trans-tristia!  .  Κατάφερε να επιβιώσει όμως και με την απελευθέρωση επέστρεψε στην πατρώα γη, τη Μπουκοβίνα, όπου είχε γεννηθεί. Γρήγορα όμως η Ρουμανία περνάει στα χέρια των κομουνιστών και μάλιστα του Τσαουσέσκου. Ο έφηβος Μάνεα γοητεύεται στην αρχή από τις επαγγελίες του νέου καθεστώτος και θυσιάζει τα πάντα στην υπηρέτησή του. Γρήγορα όμως διαφοροποιείται., καθώς γνωρίζει νέα στρατόπεδα –στην Τρανσυλβανία αυτή τη φορά- όπου ο πατέρας του είχε καταδικαστεί σε πολυετή ειρκτή, για παράβαση κάποιου κανόνα του καθεστώτος.   Κλείνεται στον εαυτό του και οδηγείται προοδευτικά σε μέγα αρνητή και αμφισβητία κάθε κοινωνικής και θρησκευτικής αξίας. Οι γονείς του μάταια επιχειρούν να του μεταλαμπαδεύσουν τις πατρογονικές αρχές του ιουδαϊσμού. Και όταν η οικογένειά του θα διαλυθεί (ο πατέρας του θα μεταναστεύσει στο Ισραήλ και η μητέρα του θα πεθάνει), ο ίδιος θα επιλέξει έναν άλλο «παράδεισο»: τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, όπου διακρίνεται γρήγορα και αναλαμβάνει τη διδασκαλία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας στο Κολέγιο Μπαρτ της Νέας Υόρκης. Παράλληλα, καταπιάνεται και με τη συγγραφή αφηγημάτων αυτοβιογραφικού χαρακτήρα, όπου στηλιτεύει κάθε παράλογη πίστη και αντίληψη που ισοπεδώνει τον άνθρωπο μετατρέποντάς τον σε ενεργούμενο.  
Η συλλογή αφηγημάτων του με τον τίτλο «Οκτώβρης, οχτώ το πρωί» δημοσιεύεται το 1992, τρία χρόνια μετά την εκτέλεση του ζεύγους Τσαουσέσκου, και περιλαμβάνει δεκαπέντε αφηγήματα με σαφή αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, παρόλο που στα περισσότερα ακολουθείται η τριτοπρόσωπη αφήγηση. Τα τρία πρώτα είναι εμπνευσμένα από την εποχή του εγκλεισμού της οικογένειάς του στο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Τρανσίστριας. Πώς μπορεί να φαντάζει στο μυαλό ενός μικρού παιδιού, που ζει μέσα στην παγωνιά και στην πείνα, ένα πλεχτό, πλεγμένο από ρετάλια παλιών ξηλωμένων ρούχων (Το Πλεχτό),  πώς εξαφανίζονται τα ίχνη από ένα κλεμμένο κοτόπουλο που καταβροχθίστηκε ωμό (Μπορεί να ήμασταν τέσσερις) και τέλος πώς το τσίμπημα μιας σφήκας στο στήθος του παιδιού θα το φέρει αντιμέτωπο για πρώτη φορά με το φόβο του θανάτου (Θάνατος).
«Ο Παιδαγωγός» αναφέρεται στην απελπισμένη προσπάθεια των γονιών του δεκατριάχρονου πλέον παιδιού, μετά την επιστροφή τους  στην πόλη τους, να το μυήσουν στη κουλτούρα της εβραϊκής πίστης… Ένας συντηρητικός εβραίος γερο-δάσκαλος αγωνίζεται να του μεταδώσει τα μυστικά της πανάρχαιας γλώσσας τους (ουσιαστικά, αντωνυμίες και άλλα παρόμοια), τη στιγμή που εκείνος μόλις μείνει μόνος του διαβάζει γοητευμένος για «Το φάντασμα που στοιχειώνει την  Ευρώπη» και για «Τις ταξικές συγκρούσεις της γηραιάς ηπείρου…» Στο «Σημείο Καμπής», ο ήρωάς μας γίνεται δεκτός στο Πανεπιστήμιο, αντικρίζει για πρώτη φορά τη θάλασσα και γνωρίζει την πρώτη του ερωτική σύντροφο, η μητέρα της οποίας, υψηλόβαθμο κομματικό στέλεχος, επειδή κάποτε είχε αργήσει να πάει στην κομματική συνεδρία, γιατί είχε γεννήσει νεκρό το πρώτο της  παιδί, το τοποθέτησε βιαστικά στο ψυγείο, για να μη χάσει την πρώτη εισήγηση…Εδώ αναφέρεται και η σχέση του συγγραφέα με τη Νάνα Μούσχουρη, μια σχέση που δεν κατορθώσαμε να διαπιστώσουμε αν υπήρξε πραγματικά. Στον «Μεσότοιχο» ο ήρωάς μας εργάζεται πια  αντιμετωπίζοντας στο γραφείο την ελαφρότητα των καθημερινών συζητήσεων και την καχυποψία των συναδέλφων του, τις ατέλειωτες ουρές μπροστά στα καταστήματα που πουλάνε αυγά ή πατάτες, τη συστηματική  καθημερινή ανάκριση του επόπτη του συγκροτήματος όπου διαμένει και το φόβο του διπλανού ενοίκου που αφουγκράζεται τα πάντα πίσω από τον ξύλινο μεσότοιχο των δυο δωματίων.
Ο Μάνεα ζωγραφίζει με μαεστρία τα ψυχολογικά πορτρέτα των ηρώων του,  που στηρίζουν θέλουν δεν θέλουν ένα αδίσταχτο και απάνθρωπο ολοκληρωτικό καθεστώς. Έχει γραφεί ότι τα κείμενά του συνεχίζουν την καφκική αντίληψη γραφής και τη θεματολογία των μεγάλων προφητών της καταστροφής Μπλεσέ και Μπρούνο Σουλτς.
Η μετάφραση του έργου, αν και από την αγγλική έκδοση, γλαφυρή και ρωμαλέα.

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

Η επιστροφή του Χούλιγκαν



ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΡΟΥΜΑΝΙΑ
NORMAN MANEA
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΧΟΥΛΙΓΚΑΝ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΠΡΕΝΤΑ-ΖΗΚΟΥ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2010
σελ. 448


Η «Επιστροφή του Χούλιγκαν» είναι εμφανώς ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα. Και, όπως όλα τα αυτοβιογραφικά κείμενα,  αποσιωπά, διαστρεβλώνει και εξωραΐζει τα ιστορικά γεγονότα. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο αυτά τα γεγονότα όχι μόνο δεν φωτίζονται, αλλά συχνά αποχτούν καθαρά εσωτερικές διαστάσεις. Καθόλου παράδοξο. Ο Νόρμαν Μάνεα κατέληξε μετά από πολλές αμφιταλαντεύσεις  στο επάγγελμα του παραμυθά, γιατί αυτό του πρόσφερε τη δυνατότητα να απαλλαγεί από ένα πλήθος απωθημένων που κουβαλούσε από την παιδική του ηλικία. Γόνος εβραϊκής οικογένειας και γεννημένος στις παραμονές του δευτέρου μεγάλου πολέμου στη Μπουκοβίνα της Ρουμανίας, έζησε στο πετσί του και εξ απαλών ονύχων τη μοίρα του καταδιωγμένου και του ανεπιθύμητου. Σε ηλικία πέντε χρονών ακολουθεί την  οικογένειά του που μεταφέρεται από το ακροδεξιό δικτατορικό καθεστώς του στρατηγού Αντωνέσκου σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας στην Υπερδνειστερία. Θα περίμενε κανείς ότι θα είχε να καταθέσει συγκλονιστικά βιώματα απ’ αυτή την πρώιμη τραυματική εμπειρία. Αλλά κάθε άλλο παρά αυτό συμβαίνει, καθώς ότι είχε να πει το κατέθεσε σε προηγούμενα έργα του. Οι σχετικές νύξεις εδώ  είναι ελάχιστες,   αλλά παρ' όλα αυτά συγκλονιστικές.
Μετά τον πόλεμο η Ρουμανία περνά σύντομα στα χέρια των κομμουνιστών. Κι ο νεαρός Νόρμαν, στην αρχή της εφηβικής του ηλικίας,  γοητεύεται από τα ιδανικά και την καθημερινή τους δράση. Παίρνει ενεργό μέρος στις κομματικές οργανώσεις της εποχής και υπερακοντίζει τους νεολαίους συντρόφους του σε αυστηρότητα και υποταγή στο αλάθητο του κόμματος. Παράλληλα κι ο πατέρας του επιλέγεται να υπηρετήσει  το καθεστώς από κάποια σημαντική διευθυντική θέση. Μόνο που κάποτε συλλαμβάνεται επαυτοφώρω για διαφθορά: μόλις είχε πάρει  από το χασάπη της γειτονιάς ένα πακέτο  κρέας χωρίς να πληρώσει! Καταδικάζεται λοιπόν σε πολυετή κάθειρξη και στέλνεται σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας στην Περιτράβα… Ο αφηγητής με τίποτε δεν δέχεται την κατηγορία. Υποστηρίζει ότι ήταν μια καλοστημένη παγίδα των συναγωνιστών και ανταγωνιστών του συγχρόνως στο κόμμα. Ο  αναγνώστης όμως κρατά τις επιφυλάξεις του… Μετά απ’ αυτό, αλλά και από άλλα γεγονότα ο νεαρός Νόρμαν αποστασιοποιείται από τη γραμμή του κόμματος. Χωρίς βέβαια και να επαναστατήσει… Κατανοητό, αν λάβει κανείς υπόψη του τις συνέπειες που θα του επέφερε μια τέτοια πράξη. Ακολουθεί βέβαια η περίοδος της διακυβέρνησης του Τσαουσέσκου, του μοναδικού και του αλάθητου, που απέτρεπε με τη σιδερένια πυγμή της Ασφάλειας και τη σκέψη ακόμη για μια τέτοια στάση…
Μετά την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, οι Εβραίοι της Ρουμανίας θα καταληφθούν από την ομαδική υστερία της επιστροφής στη Γη της Επαγγελίας. Και το καθεστώς της χώρας για δικούς του λόγους θα υποθάλψει αυτό το κίνημα. Τελικά από την οικογένεια Μάνεα  μόνο ο πατέρας θα αποτολμήσει το μεγάλο ταξίδι. Η μητέρα θα παραμείνει στη γενέθλια πόλη της Μπουκοβίνας και θα πεθάνει μόνη της, καθώς ο γιος της, πασίγνωστος συγγραφέας πια,  θα έχει ήδη μεταναστεύσει στον «Παράδεισο της Αμερικής», όπου και διδάσκει στο Κολέγιο Μπαρτ της Νέας Υόρκης.
Στην «Επιστροφή του Χούλιγκαν» ο συγγραφέας-αφηγητής  μας ξεδιπλώνει με χρονογραφική ακρίβεια ένα σύντομο ταξίδι του στη γενέθλια γη του, τον Μάιο του 1997. Αυτός λοιπόν, ένας ταραξίας, ένας αναρχικός, ένας χούλιγκαν για τη χώρα του,  επιστρέφει να παραλάβει κάποιο βραβείο που του απονέμουν στην πατρώα γη. Και διαπιστώνει ότι οι συμπατριώτες του κυριαρχούνται από την ίδια επιφύλαξη, από την ίδια καχυποψία απέναντι στο πρόσωπό του. Όπως παλιά...Τίποτε δεν έχει αλλάξει από τη εποχή της αναχώρησής του. Οι ίδιοι άνθρωποι που καταδυνάστευαν τη χώρα στα χρόνια του Τσαουσέσκου, οι ίδιοι και τώρα, πάμπλουτοι όμως, αποφασίζουν για τα πεπρωμένα της… «Ζορμανίας» (ο όρος του συγγραφέα). Διαπιστώνει λοιπόν ότι αυτός, ο ξένος , ο εξόριστος, ο φυγάς, αισθάνεται δυο φορές ξένος στη γη που τον γέννησε. Από την οποία όμως διατηρεί μια πολύτιμη παρακαταθήκη: τη γλώσσα της, η οποία καταλήγει να του χρησιμέψει ως μοναδική ελπίδα και καταφυγή του.
Το έργο, αφιερωμένο στη σύζυγό του Τσέλα,  εκδόθηκε το 2003 και μεταφράστηκε από τότε σ’ όλες τις μεγάλες γλώσσες του κόσμου, και, καθώς θεωρείται το αριστούργημα του Ρουμάνου συγγραφέα, είναι ήδη φορτωμένο με ένα πλήθος βραβείων και διακρίσεων. Η μετάφραση στα ελληνικά από την Ελευθερία Πρέντα-Ζήκου  ιδιαίτερα φροντισμένη, καθώς συνοδεύεται από πρόλογο του Αντόνιο Ταμπούκι κι από ένα corpus σημειώσεων που φωτίζουν πρόσωπα και γεγονότα άγνωστα εν πολλοίς στο μέσο αναγνώστη. Η έκδοση επιχορηγήθηκε από το Ινστιτούτο Πολιτισμού της Ρουμανίας.

Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2011

Πότε πήραμε την Κάτω Βόλτα;


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΠΕΡΟΥ
MARIO VARGAS LLOSA
ΠΟΤΕ ΠΗΡΑΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΩ ΒΟΛΤΑ;
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΤΑΣΙΑ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΞΑΝΤΑΣ
ΑΘΗΝΑ 2002
σελ. 464

Το εμβληματικό αυτό μυθιστόρημα της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας με τον τίτλο Conversacion a la Catedral (Κουβέντα στο καπηλειό Κατεντράλ) εκδόθηκε το 1962. Ο Vargas Lliosa βρίσκει την ευκαιρία, σ’ αυτή την τετράωρη συνομιλία, ανάμεσα στο δημοσιογράφο Σαντιάγο Σαβάλα και στο νέγρο Αμβρόσιο, που κάποτε υπήρξε σοφέρ του αριστοκράτη πατέρα του, να σκιαγραφήσει με αριστοτεχνικό τρόπο την ιστορία του Περού στα χρόνια της δικτατορίας του Οδρία (1948-1956). Η ευρηματική απόδοση του τίτλου «Πότε πήραμε την κάτω βόλτα» από τη μεταφράστρια του έργου, έρχεται να προστεθεί στις γενικότερες αρετές της μετάφρασης: τη σαφήνεια, τη δυναμική και τον πλούτο του λεξιλογίου. Η μεταφράστρια αποδίδει στα ελληνικά, για δικούς της λόγους, το όνομα του συγγραφέα σε "Γιόσα".

Ο Περουβιανός νομπελίστας αποδεικνύεται για μια ακόμη φορά, μετρ στη χρήση του διαλόγου, ενός διαλόγου βέβαια που δεν έχουμε συνηθίσει να απολαμβάνουμε στη μυθιστορία, καθώς ο σκόπιμος συμφυρμός παράλληλων επιπέδων στην παράθεσή του στην αρχή μας ξαφνιάζει και στη συνέχεια απαιτεί την αδιάσπαστη εγρήγορσή μας. Μάλιστα σε κάποια σημεία του έργου, αυτός ο συμφυρμός επεκτείνεται και στην περιγραφή. Αυτή η υφολογική αντίληψη βέβαια, σύντομα καταντά μανιέρα και παύει να συναρπάζει…
Μέσα από αυτόν το διάλογο αναδύεται τουλάχιστον μια εκατοντάδα «λιμένιων» (κατοίκων της Λίμας) χαρακτήρων: φιλόδοξοι και διεφθαρμένοι στρατιωτικοί, αδίσταχτοι γαιοκτήμονες και αστοί αριστοκράτες, εργάτες οργανωμένοι σε ημιπαράνομα σωματεία, αγωνιστές φοιτητές, υπηρέτες, χαφιέδες, πόρνες , αλλά και φιλόδοξες καλλονές που εκδίδονται προς το ζην. Όλοι αυτοί διαπλέκονται μέσα στο χώρο και στο χρόνο σ’ ένα ατέλειωτο γαϊτανάκι και φωτίζουν με τον πιο αριστοτεχνικό τρόπο, καθώς πολύχρωμες ψηφίδες, μια κρίσιμη για την ιστορία του Περού εποχή ιχνηλατώντας προφανώς και τα προσωπικά βιώματα του έφηβου τότε συγγραφέα.
Μέσα από τη δράση αυτών των χαρακτήρων, πληροφορούμαστε για το χαρακτήρα και τις διασυνδέσεις των πολιτικών σχηματισμών του Περού εκείνης της εποχής: του παράνομου κομουνιστικού κόμματος της χώρας, της προοδευτικής APRA (αντίστοιχης με την ΕΔΑ της χώρας μας την ίδια εποχή), το ρόλο βορειαμερικανικών εταιρειών που θησαυρίζουν από τις αναθέσεις έργων, τη διαφθορά των υπουργών του καθεστώτος, οι οποίοι τη μέρα εργάζονται για τα «εθνικά ιδανικά της χώρας» και τη νύχτα με τη συνοδεία τραμπούκων αλωνίζουν τα πολυάριθμα μπουρδέλα της πρωτεύουσας για να εισπράττουν τη μίζα τους…
Και την ίδια στιγμή, άτομα όπως ο Σαντιάγο Σαβάλα, που πρωταγωνιστεί στο μυθιστόρημα, αηδιασμένα από τα όσα συμβαίνουν γύρω τους, εγκαταλείπουν την ασφάλεια και τη χλιδή της πατρικής εστίας και, αδιαφορώντας για την κοινωνική τους ανέλιξη και το χρήμα, αναλώνονται με τον τρόπο τους στην υπηρεσία των ιδανικών τους. Παντού και πάντοτε τα ίδια…