Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Προμηθεὺς πλάσας ποτὲ ἀνθρώπους δύο πήρας ἐξ αὐτῶν ἀπεκρέμασε, τὴν μὲν ἀλλοτρίων κακῶν, τὴν δὲ ἰδίων, καὶ τὴν μὲν τῶν ὀθνείων ἔμπροσθεν ἔταξε, τὴν δὲ ἑτέραν ὄπισθεν ἀπήρτησεν. Ἐξ οὗ δὴ συνέβη τοὺς ἀνθρώπους τὰ μὲν ἀλλότρια κακὰ ἐξ ἀπόπτου κατοπτάζεσθαι, τὰ δὲ ἴδια μὴ προορᾶσθαι

Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

Οι νύχτες στο Φλόρες

ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ
CESAR AIRA
ΟΙ ΝΥΧΤΕΣ ΣΤΟ ΦΛΟΡΕΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΤΖΩΡΙΔΟΥ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2010
σελ. 134

Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων στη συνοικία Φλόρες του Μπουένος Άιρες, ο Άλντο και η Ροσίτα, για να συμπληρώσουν το πενιχρό εισόδημά τους την εποχή που η οικονομική κρίση μαίνεται στην Αργεντινή, αποφασίζουν να ασχοληθούν με τη νυχτερινή διανομή πίτσας με τα πόδια. Ένας πανάκριβος οίκος ευγηρίας , που διευθύνεται από νεαρές καλόγριες, αποτελεί τον ταχτικό πελάτη του ζευγαριού τις μεταμεσονύχτιες ώρες. Παράλληλα με το ζευγάρι δεκάδες νεαρά αγόρια με τα μηχανάκια τους εκτελούν το ίδιο επάγγελμα. Κάποια μέρα ένα από τα αγόρια αυτά, ο Τζόναθαν, πέφτει θύμα απαγωγής και οι απαγωγείς του ζητούν από τους φτωχούς γονείς του υπέρογκα λύτρα. Ένας ευσυνείδητος εισαγγελέας αναλαμβάνει την εξιχνίαση της υπόθεσης. Τρία παράλληλα αυτοκινητικά ατυχήματα συμβαίνουν την ίδια νύχτα στον περιφερειακό της πόλης. Ένας μυστηριώδης βολιβιανός συγγραφέας, φίλος και καλεσμένος του εισαγγελέα συμμετέχει στα δρώμενα. Και κάποιο βολιβιανό ίδρυμα για την ενίσχυση των νέων καλλιτεχνών συμπληρώνει κι αυτό με την παρουσία του το καλειδοσκόπιο της υπόθεσης. Αυτός είναι σε γενικές γραμμές ο κεντρικός θεματικός πυρήνας του έργου. Κι όλα αυτά, πρόσωπα και ιδρύματα, χωρίς εμφανή και πειστική σύνδεση μεταξύ τους, λες και αποτελούν αδέξια επινοήματα κάποιου πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα…Ως εδώ ο προσεχτικός αναγνώστης δεν διαπιστώνει τίποτε παράδοξο, τίποτε άξιο αναφοράς. Αν μάλιστα είναι και ανυπόμονος ενδέχεται να εγκαταλείψει την ανάγνωση του έργου στη μέση, ή να ανατρέξει στην τελευταία σελίδα για να μάθει το τέλος της πλοκής του.

Όμως από κάποιο σημείο και πέρα αρχίζει να υποψιάζεται ότι κανένα από τα πρόσωπα ή τα συμβαίνοντα στη νουβέλα - γιατί μάλλον για νουβέλα πρόκειται - δεν είναι αυτό που φαίνεται! Οι χαρακτήρες του έργου θαρρείς και κινούνται φορώντας μάσκες, τα γεγονότα δεν είναι αυτά που έδειχναν ότι είναι και μα αδιόρατη ανησυχητική ομίχλη αρχίζει να καλύπτει σιγά σιγά το χώρο και την ατμόσφαιρα στην οποία κινούνται. Και ο κάθε αναγνώστης ανάλογα με τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις που κουβαλάει αρχίζει να προσεγγίζει, ή να νομίζει ότι προσεγγίζει, τα γεγονότα. Τα γεγονότα που γλιστρούν μέσα από τις παλάμες του σαν νερό και μεταμορφώνονται χωρίς σταματημό και προφανή λόγο. Πρόκειται για μια γοητευτική άσκηση ύφους που οδηγεί στο αβίαστο συναίσθημα ότι το παράλογο και το ανεξήγητο κυβερνάει και δίνει νόημα στη ζωή μας.

Ο Σεσάρ Άιρα θεωρείται ένας από τους πολλά υποσχόμενους νέους λατινοαμερικανούς συγγραφείς. Πολυγραφότατος (κυκλοφορούν πάνω από εξήντα έργα του-διηγήματα, θεατρικά έργα και δοκίμια). Γεννήθηκε το 1949 στο Μπουένος Άιρες , συνεργάζεται με πολλά MME της χώρας του και διδάσκει και στο Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες. Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη ένα ακόμη έργο του, το "Βαράμο" (2007)

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

Οκτώβρης, οχτώ το πρωί

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΑΦΗΓΗΜΑ
ΡΟΥΜΑΝΙΑ
NORMAN MANEA
ΟΚΤΩΒΡΗΣ, ΟΧΤΩ ΤΟ ΠΡΩΙ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΙΣΜΗΝΗ ΚΑΠΑΝΤΑΗ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2011
σελ. 232

Ο Νόρμαν Μάνεα,  τετράχρονος ακόμη, γνώρισε  τη φρίκη των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, καθώς  ολόκληρη η οικογένειά του –οικογένεια Εβραίων- είχε εκτοπιστεί σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας στην Υπερδνειστερία (Transnistria), με το όνομα της οποίας ο συγγραφέας παίζει ένα πετυχημένο λογοπαίγνιο: Trans-tristia!  .  Κατάφερε να επιβιώσει όμως και με την απελευθέρωση επέστρεψε στην πατρώα γη, τη Μπουκοβίνα, όπου είχε γεννηθεί. Γρήγορα όμως η Ρουμανία περνάει στα χέρια των κομουνιστών και μάλιστα του Τσαουσέσκου. Ο έφηβος Μάνεα γοητεύεται στην αρχή από τις επαγγελίες του νέου καθεστώτος και θυσιάζει τα πάντα στην υπηρέτησή του. Γρήγορα όμως διαφοροποιείται., καθώς γνωρίζει νέα στρατόπεδα –στην Τρανσυλβανία αυτή τη φορά- όπου ο πατέρας του είχε καταδικαστεί σε πολυετή ειρκτή, για παράβαση κάποιου κανόνα του καθεστώτος.   Κλείνεται στον εαυτό του και οδηγείται προοδευτικά σε μέγα αρνητή και αμφισβητία κάθε κοινωνικής και θρησκευτικής αξίας. Οι γονείς του μάταια επιχειρούν να του μεταλαμπαδεύσουν τις πατρογονικές αρχές του ιουδαϊσμού. Και όταν η οικογένειά του θα διαλυθεί (ο πατέρας του θα μεταναστεύσει στο Ισραήλ και η μητέρα του θα πεθάνει), ο ίδιος θα επιλέξει έναν άλλο «παράδεισο»: τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, όπου διακρίνεται γρήγορα και αναλαμβάνει τη διδασκαλία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας στο Κολέγιο Μπαρτ της Νέας Υόρκης. Παράλληλα, καταπιάνεται και με τη συγγραφή αφηγημάτων αυτοβιογραφικού χαρακτήρα, όπου στηλιτεύει κάθε παράλογη πίστη και αντίληψη που ισοπεδώνει τον άνθρωπο μετατρέποντάς τον σε ενεργούμενο.  
Η συλλογή αφηγημάτων του με τον τίτλο «Οκτώβρης, οχτώ το πρωί» δημοσιεύεται το 1992, τρία χρόνια μετά την εκτέλεση του ζεύγους Τσαουσέσκου, και περιλαμβάνει δεκαπέντε αφηγήματα με σαφή αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, παρόλο που στα περισσότερα ακολουθείται η τριτοπρόσωπη αφήγηση. Τα τρία πρώτα είναι εμπνευσμένα από την εποχή του εγκλεισμού της οικογένειάς του στο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Τρανσίστριας. Πώς μπορεί να φαντάζει στο μυαλό ενός μικρού παιδιού, που ζει μέσα στην παγωνιά και στην πείνα, ένα πλεχτό, πλεγμένο από ρετάλια παλιών ξηλωμένων ρούχων (Το Πλεχτό),  πώς εξαφανίζονται τα ίχνη από ένα κλεμμένο κοτόπουλο που καταβροχθίστηκε ωμό (Μπορεί να ήμασταν τέσσερις) και τέλος πώς το τσίμπημα μιας σφήκας στο στήθος του παιδιού θα το φέρει αντιμέτωπο για πρώτη φορά με το φόβο του θανάτου (Θάνατος).
«Ο Παιδαγωγός» αναφέρεται στην απελπισμένη προσπάθεια των γονιών του δεκατριάχρονου πλέον παιδιού, μετά την επιστροφή τους  στην πόλη τους, να το μυήσουν στη κουλτούρα της εβραϊκής πίστης… Ένας συντηρητικός εβραίος γερο-δάσκαλος αγωνίζεται να του μεταδώσει τα μυστικά της πανάρχαιας γλώσσας τους (ουσιαστικά, αντωνυμίες και άλλα παρόμοια), τη στιγμή που εκείνος μόλις μείνει μόνος του διαβάζει γοητευμένος για «Το φάντασμα που στοιχειώνει την  Ευρώπη» και για «Τις ταξικές συγκρούσεις της γηραιάς ηπείρου…» Στο «Σημείο Καμπής», ο ήρωάς μας γίνεται δεκτός στο Πανεπιστήμιο, αντικρίζει για πρώτη φορά τη θάλασσα και γνωρίζει την πρώτη του ερωτική σύντροφο, η μητέρα της οποίας, υψηλόβαθμο κομματικό στέλεχος, επειδή κάποτε είχε αργήσει να πάει στην κομματική συνεδρία, γιατί είχε γεννήσει νεκρό το πρώτο της  παιδί, το τοποθέτησε βιαστικά στο ψυγείο, για να μη χάσει την πρώτη εισήγηση…Εδώ αναφέρεται και η σχέση του συγγραφέα με τη Νάνα Μούσχουρη, μια σχέση που δεν κατορθώσαμε να διαπιστώσουμε αν υπήρξε πραγματικά. Στον «Μεσότοιχο» ο ήρωάς μας εργάζεται πια  αντιμετωπίζοντας στο γραφείο την ελαφρότητα των καθημερινών συζητήσεων και την καχυποψία των συναδέλφων του, τις ατέλειωτες ουρές μπροστά στα καταστήματα που πουλάνε αυγά ή πατάτες, τη συστηματική  καθημερινή ανάκριση του επόπτη του συγκροτήματος όπου διαμένει και το φόβο του διπλανού ενοίκου που αφουγκράζεται τα πάντα πίσω από τον ξύλινο μεσότοιχο των δυο δωματίων.
Ο Μάνεα ζωγραφίζει με μαεστρία τα ψυχολογικά πορτρέτα των ηρώων του,  που στηρίζουν θέλουν δεν θέλουν ένα αδίσταχτο και απάνθρωπο ολοκληρωτικό καθεστώς. Έχει γραφεί ότι τα κείμενά του συνεχίζουν την καφκική αντίληψη γραφής και τη θεματολογία των μεγάλων προφητών της καταστροφής Μπλεσέ και Μπρούνο Σουλτς.
Η μετάφραση του έργου, αν και από την αγγλική έκδοση, γλαφυρή και ρωμαλέα.

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

Η επιστροφή του Χούλιγκαν



ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΡΟΥΜΑΝΙΑ
NORMAN MANEA
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΧΟΥΛΙΓΚΑΝ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΠΡΕΝΤΑ-ΖΗΚΟΥ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2010
σελ. 448


Η «Επιστροφή του Χούλιγκαν» είναι εμφανώς ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα. Και, όπως όλα τα αυτοβιογραφικά κείμενα,  αποσιωπά, διαστρεβλώνει και εξωραΐζει τα ιστορικά γεγονότα. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο αυτά τα γεγονότα όχι μόνο δεν φωτίζονται, αλλά συχνά αποχτούν καθαρά εσωτερικές διαστάσεις. Καθόλου παράδοξο. Ο Νόρμαν Μάνεα κατέληξε μετά από πολλές αμφιταλαντεύσεις  στο επάγγελμα του παραμυθά, γιατί αυτό του πρόσφερε τη δυνατότητα να απαλλαγεί από ένα πλήθος απωθημένων που κουβαλούσε από την παιδική του ηλικία. Γόνος εβραϊκής οικογένειας και γεννημένος στις παραμονές του δευτέρου μεγάλου πολέμου στη Μπουκοβίνα της Ρουμανίας, έζησε στο πετσί του και εξ απαλών ονύχων τη μοίρα του καταδιωγμένου και του ανεπιθύμητου. Σε ηλικία πέντε χρονών ακολουθεί την  οικογένειά του που μεταφέρεται από το ακροδεξιό δικτατορικό καθεστώς του στρατηγού Αντωνέσκου σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας στην Υπερδνειστερία. Θα περίμενε κανείς ότι θα είχε να καταθέσει συγκλονιστικά βιώματα απ’ αυτή την πρώιμη τραυματική εμπειρία. Αλλά κάθε άλλο παρά αυτό συμβαίνει, καθώς ότι είχε να πει το κατέθεσε σε προηγούμενα έργα του. Οι σχετικές νύξεις εδώ  είναι ελάχιστες,   αλλά παρ' όλα αυτά συγκλονιστικές.
Μετά τον πόλεμο η Ρουμανία περνά σύντομα στα χέρια των κομμουνιστών. Κι ο νεαρός Νόρμαν, στην αρχή της εφηβικής του ηλικίας,  γοητεύεται από τα ιδανικά και την καθημερινή τους δράση. Παίρνει ενεργό μέρος στις κομματικές οργανώσεις της εποχής και υπερακοντίζει τους νεολαίους συντρόφους του σε αυστηρότητα και υποταγή στο αλάθητο του κόμματος. Παράλληλα κι ο πατέρας του επιλέγεται να υπηρετήσει  το καθεστώς από κάποια σημαντική διευθυντική θέση. Μόνο που κάποτε συλλαμβάνεται επαυτοφώρω για διαφθορά: μόλις είχε πάρει  από το χασάπη της γειτονιάς ένα πακέτο  κρέας χωρίς να πληρώσει! Καταδικάζεται λοιπόν σε πολυετή κάθειρξη και στέλνεται σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας στην Περιτράβα… Ο αφηγητής με τίποτε δεν δέχεται την κατηγορία. Υποστηρίζει ότι ήταν μια καλοστημένη παγίδα των συναγωνιστών και ανταγωνιστών του συγχρόνως στο κόμμα. Ο  αναγνώστης όμως κρατά τις επιφυλάξεις του… Μετά απ’ αυτό, αλλά και από άλλα γεγονότα ο νεαρός Νόρμαν αποστασιοποιείται από τη γραμμή του κόμματος. Χωρίς βέβαια και να επαναστατήσει… Κατανοητό, αν λάβει κανείς υπόψη του τις συνέπειες που θα του επέφερε μια τέτοια πράξη. Ακολουθεί βέβαια η περίοδος της διακυβέρνησης του Τσαουσέσκου, του μοναδικού και του αλάθητου, που απέτρεπε με τη σιδερένια πυγμή της Ασφάλειας και τη σκέψη ακόμη για μια τέτοια στάση…
Μετά την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, οι Εβραίοι της Ρουμανίας θα καταληφθούν από την ομαδική υστερία της επιστροφής στη Γη της Επαγγελίας. Και το καθεστώς της χώρας για δικούς του λόγους θα υποθάλψει αυτό το κίνημα. Τελικά από την οικογένεια Μάνεα  μόνο ο πατέρας θα αποτολμήσει το μεγάλο ταξίδι. Η μητέρα θα παραμείνει στη γενέθλια πόλη της Μπουκοβίνας και θα πεθάνει μόνη της, καθώς ο γιος της, πασίγνωστος συγγραφέας πια,  θα έχει ήδη μεταναστεύσει στον «Παράδεισο της Αμερικής», όπου και διδάσκει στο Κολέγιο Μπαρτ της Νέας Υόρκης.
Στην «Επιστροφή του Χούλιγκαν» ο συγγραφέας-αφηγητής  μας ξεδιπλώνει με χρονογραφική ακρίβεια ένα σύντομο ταξίδι του στη γενέθλια γη του, τον Μάιο του 1997. Αυτός λοιπόν, ένας ταραξίας, ένας αναρχικός, ένας χούλιγκαν για τη χώρα του,  επιστρέφει να παραλάβει κάποιο βραβείο που του απονέμουν στην πατρώα γη. Και διαπιστώνει ότι οι συμπατριώτες του κυριαρχούνται από την ίδια επιφύλαξη, από την ίδια καχυποψία απέναντι στο πρόσωπό του. Όπως παλιά...Τίποτε δεν έχει αλλάξει από τη εποχή της αναχώρησής του. Οι ίδιοι άνθρωποι που καταδυνάστευαν τη χώρα στα χρόνια του Τσαουσέσκου, οι ίδιοι και τώρα, πάμπλουτοι όμως, αποφασίζουν για τα πεπρωμένα της… «Ζορμανίας» (ο όρος του συγγραφέα). Διαπιστώνει λοιπόν ότι αυτός, ο ξένος , ο εξόριστος, ο φυγάς, αισθάνεται δυο φορές ξένος στη γη που τον γέννησε. Από την οποία όμως διατηρεί μια πολύτιμη παρακαταθήκη: τη γλώσσα της, η οποία καταλήγει να του χρησιμέψει ως μοναδική ελπίδα και καταφυγή του.
Το έργο, αφιερωμένο στη σύζυγό του Τσέλα,  εκδόθηκε το 2003 και μεταφράστηκε από τότε σ’ όλες τις μεγάλες γλώσσες του κόσμου, και, καθώς θεωρείται το αριστούργημα του Ρουμάνου συγγραφέα, είναι ήδη φορτωμένο με ένα πλήθος βραβείων και διακρίσεων. Η μετάφραση στα ελληνικά από την Ελευθερία Πρέντα-Ζήκου  ιδιαίτερα φροντισμένη, καθώς συνοδεύεται από πρόλογο του Αντόνιο Ταμπούκι κι από ένα corpus σημειώσεων που φωτίζουν πρόσωπα και γεγονότα άγνωστα εν πολλοίς στο μέσο αναγνώστη. Η έκδοση επιχορηγήθηκε από το Ινστιτούτο Πολιτισμού της Ρουμανίας.

Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2011

Πότε πήραμε την Κάτω Βόλτα;


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΠΕΡΟΥ
MARIO VARGAS LLOSA
ΠΟΤΕ ΠΗΡΑΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΩ ΒΟΛΤΑ;
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΤΑΣΙΑ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΞΑΝΤΑΣ
ΑΘΗΝΑ 2002
σελ. 464

Το εμβληματικό αυτό μυθιστόρημα της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας με τον τίτλο Conversacion a la Catedral (Κουβέντα στο καπηλειό Κατεντράλ) εκδόθηκε το 1962. Ο Vargas Lliosa βρίσκει την ευκαιρία, σ’ αυτή την τετράωρη συνομιλία, ανάμεσα στο δημοσιογράφο Σαντιάγο Σαβάλα και στο νέγρο Αμβρόσιο, που κάποτε υπήρξε σοφέρ του αριστοκράτη πατέρα του, να σκιαγραφήσει με αριστοτεχνικό τρόπο την ιστορία του Περού στα χρόνια της δικτατορίας του Οδρία (1948-1956). Η ευρηματική απόδοση του τίτλου «Πότε πήραμε την κάτω βόλτα» από τη μεταφράστρια του έργου, έρχεται να προστεθεί στις γενικότερες αρετές της μετάφρασης: τη σαφήνεια, τη δυναμική και τον πλούτο του λεξιλογίου. Η μεταφράστρια αποδίδει στα ελληνικά, για δικούς της λόγους, το όνομα του συγγραφέα σε "Γιόσα".

Ο Περουβιανός νομπελίστας αποδεικνύεται για μια ακόμη φορά, μετρ στη χρήση του διαλόγου, ενός διαλόγου βέβαια που δεν έχουμε συνηθίσει να απολαμβάνουμε στη μυθιστορία, καθώς ο σκόπιμος συμφυρμός παράλληλων επιπέδων στην παράθεσή του στην αρχή μας ξαφνιάζει και στη συνέχεια απαιτεί την αδιάσπαστη εγρήγορσή μας. Μάλιστα σε κάποια σημεία του έργου, αυτός ο συμφυρμός επεκτείνεται και στην περιγραφή. Αυτή η υφολογική αντίληψη βέβαια, σύντομα καταντά μανιέρα και παύει να συναρπάζει…
Μέσα από αυτόν το διάλογο αναδύεται τουλάχιστον μια εκατοντάδα «λιμένιων» (κατοίκων της Λίμας) χαρακτήρων: φιλόδοξοι και διεφθαρμένοι στρατιωτικοί, αδίσταχτοι γαιοκτήμονες και αστοί αριστοκράτες, εργάτες οργανωμένοι σε ημιπαράνομα σωματεία, αγωνιστές φοιτητές, υπηρέτες, χαφιέδες, πόρνες , αλλά και φιλόδοξες καλλονές που εκδίδονται προς το ζην. Όλοι αυτοί διαπλέκονται μέσα στο χώρο και στο χρόνο σ’ ένα ατέλειωτο γαϊτανάκι και φωτίζουν με τον πιο αριστοτεχνικό τρόπο, καθώς πολύχρωμες ψηφίδες, μια κρίσιμη για την ιστορία του Περού εποχή ιχνηλατώντας προφανώς και τα προσωπικά βιώματα του έφηβου τότε συγγραφέα.
Μέσα από τη δράση αυτών των χαρακτήρων, πληροφορούμαστε για το χαρακτήρα και τις διασυνδέσεις των πολιτικών σχηματισμών του Περού εκείνης της εποχής: του παράνομου κομουνιστικού κόμματος της χώρας, της προοδευτικής APRA (αντίστοιχης με την ΕΔΑ της χώρας μας την ίδια εποχή), το ρόλο βορειαμερικανικών εταιρειών που θησαυρίζουν από τις αναθέσεις έργων, τη διαφθορά των υπουργών του καθεστώτος, οι οποίοι τη μέρα εργάζονται για τα «εθνικά ιδανικά της χώρας» και τη νύχτα με τη συνοδεία τραμπούκων αλωνίζουν τα πολυάριθμα μπουρδέλα της πρωτεύουσας για να εισπράττουν τη μίζα τους…
Και την ίδια στιγμή, άτομα όπως ο Σαντιάγο Σαβάλα, που πρωταγωνιστεί στο μυθιστόρημα, αηδιασμένα από τα όσα συμβαίνουν γύρω τους, εγκαταλείπουν την ασφάλεια και τη χλιδή της πατρικής εστίας και, αδιαφορώντας για την κοινωνική τους ανέλιξη και το χρήμα, αναλώνονται με τον τρόπο τους στην υπηρεσία των ιδανικών τους. Παντού και πάντοτε τα ίδια…

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2011

Η Αφήγηση ενός Ναυαγού


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΚΟΛΟΜΒΙΑ
GABFRIEL GARCIA MARQUEZ
Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΑΥΑΓΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΑΜΑΛΙΑ ΤΣΑΚΝΙΑ
ΝΕΦΕΛΗ 1983
σελ. 176




Το αφήγημα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά σε δεκατέσσερις συνέχειες στην εφημερίδα της Μπογκοτά Ελ Εσπεκταδόρ το Μάρτιο του 1955 και είναι προϊόν δημοσιογραφικής έρευνας του συγγραφέα (δημοσιογράφου τότε). Ο Μάρκες λοιπόν είχε αναλάβει να ανασυνθέσει την ιστορία του Λουίς Αλεχάνδρο Βαλάσκο, ναύτη ναυαγού ενός πολεμικού πλοίου της Κολομβίας.
Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, το 1970, η αφήγηση αυτή κυκλοφόρησε σε βιβλίο από τον εκδοτικό οίκο της Βαρκελόνης Grasset με τον πρωτότυπο τίτλο Relato de un naufrago. Ο Μάρκες είχε βέβαια τις αντιρρήσεις του. Με τη χαρακτηριστική εντιμότητα που τον διακρίνει σημειώνει στον πρόλογο ότι συγγραφέας του βιβλίου πρέπει να θεωρηθεί ο αφηγητής και όχι ο ίδιος. Είχε όμως γίνει εκείνη την εποχή τόσο γνωστός παγκοσμίως, που δεν κατάφερε να αντισταθεί στις πιέσεις των εκδοτών του… Η μεταφράστρια του έργου Αμαλία Τσακνιά σημειώνει στον πρόλογο της μετάφρασης ότι αυτή βασίστηκε στη γαλλική έκδοση του 1979 (σε μετάφραση του Claude Goufon).
Και η ιστορία με δυο λόγια: οχτώ ναύτες του αντιτορπιλικού της Κολομβίας Κάλδας , μια φουρτουνιασμένη νύχτα στις 29 Φεβρουαρίου του 1955 (sic), πέφτουν στη θάλασσα. Ανάμεσά τους κιι ο Λουίς Αλεχάνδρο Βελάσκο, ο οποίος περιπλανιέται στη Θάλασσα των Αντιλλών πάνω σε μια σχεδία επί δέκα μέρες χωρίς τροφή και νερό, ώσπου ξεβράστηκε μισοπεθαμένος σε μια ακτή της βόρειας Κολομβίας. Και η βασική «λεπτομέρεια» του ατυχήματος: το αντιτορπιλικό δεν κατάφερε να κάνει τις απαραίτητες μανούβρες για την περισυλλογή των ναυαγών, γιατί ήταν κατάφορτο από λαθραία εμπορεύματα (ψυγεία, ραδιόφωνα και άλλες ηλεκτρικές συσκευές) τα οποία είχαν προμηθευτεί οι ναύτες του από το αμερικανικό λιμάνι Mobil όπου το πλοίο βρέθηκε στα ναυπηγεία της πόλης για επισκευές! Και οι δικτάτορες της Κολομβίας εκείνων των χρόνων, ενώ στην αρχή πανηγύρισαν για τον «ήρωα» της χώρας, δεν χώνεψαν με κανένα τρόπο τη λεπτομέρεια των λαθραίων. Και έκλεισαν την εφημερίδα που δημοσίευσε το ρεπορτάζ. Στον συγγραφέα η ιστορία στοίχισε μια σειρά από διώξεις. Κι όταν έπεσε η δικτατορία κι ο ήρωας ναυαγός, αφού έκανε μια σεβαστή περιουσία από τη διαφήμιση (της μάρκας του ρολογιού του που δεν έχασε λεπτό εκείνες τις δέκα μέρες ή του εργοστασίου των παπουτσιών του που ήταν τόσο γερά, ώστε δεν κατάφερε να τα σκίσει και να τα φάει…), ξεχάστηκε στο τέλος μαζί με την ιστορία του.
Και το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι πού τελειώνει η πραγματική αφήγηση του ναυαγού και πού αρχίζει η μυθιστορηματική αφήγηση του συγγραφέα. Δύσκολο να απαντηθεί. Για όλους αυτούς τους λόγους το έργο σε τίποτε δε θυμίζει τη γραφή του Κολομβιανού συγγραφέα. Πρόκειται για μια συναρπαστική βέβαια αφήγηση που διαβάζεται απνευστί από το μέσο αναγνώστη, χωρίς όμως να αφήσει πίσω της και το παραμικρό ίχνος από τη γνωστή μαγεία της αφήγησης του Μάρκες.


Άγιος Λαυρέντιος, Νοέμβριος 2011

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2011

Η Κηδεία της Μεγάλης Μάμας




ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
ΚΟΛΟΜΒΙΑ
GABRIEL GARCIA MARQUEZ
Η ΚΗΔΕΙΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΜΑΜΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΚΑΙΤΗ ΣΩΤΗΡΙΟΥ
ΝΕΦΕΛΗ 1982
Σελ. 84

Η συλλογή αυτή διηγημάτων του γνωστού κολομβιανού συγγραφέα αποτελεί κατά κάποιον τρόπο το προανάκρουσμα των μεγάλων έργων του που θα ακολουθήσουν. Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1962 και γνώρισε μεγάλη επιτυχία τόσο στο ισπανόφωνο κοινό της Νότιας Αμερικής, όσο και στην Ευρώπη. Στο ο έργο αυτό ο Μάρκες ακολουθεί πιστά το λεγόμενο μαγικό ρεαλισμό, μια συγγραφική τεχνοτροπική αντίληψη που εστιάζει στο υπερφυσικό, στο ονειρικό και το τερατώδες. Βέβαια στα κλασικά πια έργα του που θα τον αναδείξουν λίγο αργότερα (Εκατό Χρόνια Μοναξιά, Ο Έρωτας στα Χρόνια της Χολέρας) ο συγγραφέας περιορίζει το στοιχείο αυτό σημαντικά – χωρίς όμως και να το αποχωρίζεται.
Η συλλογή απαρτίζεται από πέντε διηγήματα: Η Κηδεία της Μεγάλης Μάμας, Ο πιο όμορφος πνιγμένος του Κόσμου, Το Τελευταίο Ταξίδι του Πλοίου Φάντασμα, Ένας πολύ γέρος Κύριος με Τεράστια Φτερά και Μπλάκαμαν, ο Καλός Πωλητής Θαυμάτων. Τα γεγονότα διαδραματίζονται σ’ ένα φανταστικό λιμάνι των ανατολικών ακτών της Κολομβίας, το Μακόντο, αλλά και σε χρόνο απροσδιόριστο.
Στο πρώτο μας αφηγείται την κηδεία της Μεγάλης Μάμας, «της ηγεμονίδος του Μακόντο», που αποχτά μυθικές διαστάσεις, στο δεύτερο αναφέρεται σε κάποιον πνιγμένο με υπερφυσικές διαστάσεις που ξέβρασε η θάλασσα στις ακτές του λιμανιού, στο τρίτο μας περιγράφει το όραμα ενός αγοριού που κάθε χρόνο την ίδια μέρα βλέπει ένα τεράστιο υπερωκεάνιο να τσακίζεται στα βράχια της ακτής, στο τέταρτο την εμφάνιση στο χωριό από τον ουρανό ενός μυστηριώδους γέρου με φτερά πουλιού , και στο τελευταίο τη ζωή και το θάνατο ενός κομπογιανίτη μάγου. Κοινό στοιχείο της αφήγησης όλων των ιστοριών είναι οι υπερφυσικές τους διαστάσεις και η ποιητική τους αντίληψη. Οι ιστορίες θαρρείς και έχουν γραφεί σαν παραμύθια για μεγάλα παιδιά. Γι αυτό και γοητεύουν αναμφισβήτητα.
Στις μεταγενέστερες εκδόσεις του ίδιου εκδοτικού οίκου το έργο δίνεται σε άλλη μετάφραση (του Σπύρου Τσακνιά) και με τον άκομψο γλωσσικά τίτλο Η Κηδεία της Μεγάλης Μάμα (sic)

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011

Ουαζιπούνγκο


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΙΣΗΜΕΡΙΝΟΣ
JORGE ICASA
ΟΥΑΖΙΠΟΥΝΓΚΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ:
ΠΟΛΛΑ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ-ΒΛΑΧΟΥ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 1982
σελ. 152


Ο Jorge Icasa (1906—1978), γεννημένος στο Κίτο του Ισημερινού, ξεκίνησε τη συγγραφική του καριέρα ως θεατρικός συγγραφέας. Το 1934 όμως επιχείρησε να ασχοληθεί και με την πεζογραφία δημοσιεύοντας το Huasipungo, το οποίο γνώρισε μια απροσδόκητη εκδοτική επιτυχία στον λατινοαμερικανικό κόσμο. Το ότι το έργο έγινε γνωστό έξω από τη Λατινική Αμερική και εκτιμήθηκε ιδιαίτερα για πρώτη φορά στη Σοβιετική Ρωσία των δεκαετιών του ’30 και του ’40, δεν είναι τυχαίο. Γιατί δεν είναι μόνο ο ωμός ρεαλισμός που το διακρίνει, αλλά και ένα έντονο καταγγελτικό ύφος, πολύ κοντά στον ακμάζοντα τότε σοσιαλιστικό ρεαλισμό του Γκόρκι και του Οστρόφσκι. (Λίγα χρόνια αργότερα ο συγγραφέας θα χρηματίσει πρεσβευτής της χώρας του στη Μόσχα.) Βέβαια σήμερα, ογδόντα σχεδόν χρόνια μετά τη δημοσίευσή του, το έργο νομίζουμε ότι ενοχλεί ακόμη και όσους γαλουχήθηκαν στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια με τα έργα των μεγάλων αυτών σοβιετικών συγγραφέων…
Ο τίτλος του έργου στα κέτσουα παραπέμπει στα πρόχειρα αχυρένια καταλύματα των ινδιάνων της ανατολικής πλευράς των Άνδεων, όπου οι λευκοί κατακτητές της χώρας είχαν απωθήσει το γηγενή πληθυσμό της . Και το θέμα του είναι φυσικά η άγρια εκμετάλλευση του πληθυσμού αυτού από τους λευκούς κατοίκους του Ισημερινού και τους «γκρίνγκο», μια απελπισμένη εξέγερσή του και η τελική εξολόθρευσή του… Ο συγγραφέας, προφανώς βαθύς γνώστης της ζωής των ινδιάνων της χώρας του, περιγράφει με ωμό ρεαλισμό τη ζωή και τις σχέσεις τους με τους λευκούς κατοίκους της , το ρόλο της χριστιανικής θρησκείας, που υπήρξε το πιο αποτελεσματικό όπλο στα χέρια των δυναστών τους, καθώς και τα ειδεχθή εγκλήματα εις βάρος τους των αμερικανικών εταιριών εκμετάλλευσης του φυσικού πλούτου της χώρας. Οι αναφορές του όμως δεν περιορίζονται στο φολκλορικό στοιχείο του θέματος, ούτε στον εσωτερικό κόσμο των ηρώων του, αλλά αποβλέπουν στο να προκαλέσουν τον οίκτο του αναγνώστη για τους «καλούς» Ινδιάνους καθώς και την οργή και την αγανάκτησή του εναντίον των «κακών» -συλλήβδην- λευκών. Ένας ινδιάνος που ξεθάβει μια βαθιά στη γη θαμμένη ψόφια αγελάδα για να κορέσει την άγρια πείνα της οικογένειάς του με ένα κομμάτι σαπισμένο και σκουληκιασμένο κρέας και ένα «ουάουα» (νήπιο) που γλείφει τα ίδια τα περιττώματά του για να χορτάσει, ή ακόμη ένας ιερέας που εμπορεύεται ασύστολα μια καλή θέση στον παράδεισο για ένα νεκρό, τέτοιου είδους συναισθήματα μπορούν να προκαλέσουν.
Το έργο μεταφράστηκε για πρώτη φορά στα αγγλικά το 1962 και οι κριτικοί της εποχής το συνέκριναν με τα «Σταφύλια της Οργής» του Τζον Στάιμπεκ (1939), ατυχώς νομίζουμε, καθώς το μόνο κοινό στοιχείο που συνδέει τα δυο μυθιστορήματα είναι ο ωμός ρεαλισμός τους…