Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Προμηθεὺς πλάσας ποτὲ ἀνθρώπους δύο πήρας ἐξ αὐτῶν ἀπεκρέμασε, τὴν μὲν ἀλλοτρίων κακῶν, τὴν δὲ ἰδίων, καὶ τὴν μὲν τῶν ὀθνείων ἔμπροσθεν ἔταξε, τὴν δὲ ἑτέραν ὄπισθεν ἀπήρτησεν. Ἐξ οὗ δὴ συνέβη τοὺς ἀνθρώπους τὰ μὲν ἀλλότρια κακὰ ἐξ ἀπόπτου κατοπτάζεσθαι, τὰ δὲ ἴδια μὴ προορᾶσθαι

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

Ο Κατήγορος


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΠΑΡΑΓΟΥΑΗ
AUGUSTO ROA BASTOS
Ο ΚΑΤΗΓΟΡΟΣ
Μετάφραση: ΣΤΡΑΤΟΣ ΙΩΑΝΝΊΔΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΚΡΕΜΕΣ
ΑΘΗΝΑ 1999
Σελ. 416

Ο συγγραφέας γεννήθηκε στην Ασουνσιόν της Παραγουάης το 1917 και πέθανε στη γενέτειρά του το 2005, μετά όμως από μια ζωή συνεχών μεταναστεύσεων.( Όταν μεταφράστηκε Ο Κατήγορος στην Ελλάδα, ο συγγραφέας του ζούσε ακόμη  στην Ασουνσιόν.) Το 1922  είδε με τα μάτια του την πρώτη μεγάλη απεργία στις φυτείες του ζαχαροκάλαμου της χώρας του που γέμισε νεκρούς τον τόπο, παρ΄ όλο που κράτησε μόνο …έξι ώρες. Αργότερα θα γράψει  τα πρώτα του διηγήματα που είναι εμπνευσμένα από τις αναμνήσεις εκείνης της εποχής. Στα γυμνασιακά του χρόνια φοίτησε  στο γνωστό Κολέγιο της πόλης ,το Σαν Χοσέ. Δεν πρόλαβε όμως να τελειώσει το λύκειο, γιατί το 1932, ξέσπασε ο πόλεμος του Τσάκο κατά της Βολιβίας. Το σκάει λοιπόν, μ’ ένα συμμαθητή του και τραβά για το μέτωπο. Μέχρι την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου είχε εκδώσει πολλές συλλογές με ποιήματα και διηγήματα. Το 1942 μάλιστα κερδίζει και το εθνικό βραβείο ποίησης.
Το 1945  προσκαλείται στη Γαλλία από το υπουργείο πληροφόρησης της χώρας -που το διηύθυνε ο Αντρέ Μαλρό - και δίνει  μια σειρά διαλέξεων για τη λατινοαμερικάνικη κουλτούρα.  Το 1947 , χρονιά που διαφέντευε τη χώρα ένας ασήμαντος δικτάτορας, ο συγγραφέας μας αναγκάζεται να αυτοεξοριστεί για πολλά χρόνια, στην αρχή στην Αργεντινή (ως το 1976) και στη συνέχεια, όταν  και στην Αργεντινή επιβλήθηκε η δικτατορία του Βιντέλα, στη Γαλλία και στην Ισπανία…
Στο μεταξύ στην πατρίδα του είχε επικρατήσει η τελευταία και πιο μακρόχρονη δικτατορία, του διαβόητου Αλφρέδο Στρέσνερ (1954-1988), του «Τυραννόσαυρου» για τον συγγραφέα, την οποία αντιμάχεται από την εξορία του με νύχια και με δόντια. Απ΄ αυτή εξάλλου είναι εμπνευσμένο και το μυθιστόρημά του «Ο Κατήγορος». Τόσο στην Αργεντινή, όσο και στην Ευρώπη ο συγγραφέας μας ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία, με εκδοτική δραστηριότητα και με συγγραφή σεναρίων για τον κινηματογράφο. Δικό του είναι το σενάριο της ταινίας του El Senor Presidente του μεγάλου γουαταμελάνου Μιγκέλ Άνχελ Αστούριας (1966). Στη Γαλλία δίδαξε λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία, καθώς και τη γλώσσα γκουαρανί  ως λέκτορας καθηγητής του πανεπιστημίου της Τουλούζης . Μετά την πτώση του Στρέσνερ (1988) επιστρέφει επιτέλους στη γενέθλια γη του.
Το 1983 άρχισε να δουλεύει το τελευταίο βιβλίο της Παραγουανής Τριλογίας του , «Ο Κατήγορος». Το 1989 τιμήθηκε με το ύψιστο βραβείο της ισπανόφωνης λογοτεχνίας το Premio Cervantes

 Ο Κατήγορος θεωρείται  το πιο άμεσο, το πιο εξομολογητικό από τα μυθιστορήματα του Ρόα Μπάστος. Ο κύριος χαρακτήρας αλλά συγχρόνως και αφηγητής του μυθιστορήματος, με το ψευδώνυμο Φελίξ Μοράλ, είναι ένας εξηντάρης παραγουανός εξόριστος, σακατεμένος από τα βασανιστήρια,  που διδάσκει λατινοαμερικανική λογοτεχνία στο πανεπιστήμιό μιας επαρχιακής πόλης της Γαλλίας . Η καθημερινή ζωή του μοιράζεται ανάμεσα στα αμφιθέατρα και στη Χιμένα Τάσις, την Ισπανίδα  γυναίκα της ζωής του. Οι φοιτητές τον εκτιμούν, η Χιμένα του προσφέρει τον απόλυτο έρωτα, αλλά ο Φελίξ Μοράλ δεν μπορεί να βρει τη γαλήνη. Μια έμμονη ιδέα του έχει σφηνωθεί: να εξοντώσει τον δικτάτορα της πατρίδας του, τον διαβόητο «Τυραννόσαυρο» Στρέσνερ.
Εντελώς ανέλπιστα η τύχη  του εξόριστου ήρωα του χαμογελά: ένας καλοζωισμένος και δανδής παριζιάνος φίλος του, ο Κλοβίς ντε Λαρζάκ, του εξασφαλίζει μια πρόσκληση για ένα παγκόσμιο συνέδριο πολιτισμού που θα λάβει χώρα στην Ασουνσιόν υπό την αιγίδα του ίδιου του δικτάτορα. Το πανάκριβο πανηγύρι οργανώνεται για να διαφημιστούν τα δήθεν επιτεύγματα του Στρέσνερ και ο Μοράλ μπορεί να παραστεί εκεί χωρίς να τον αναγνωρίσουν, αφού διαθέτει γνήσιο γαλλικό διαβατήριο και ένα καινούργιο πρόσωπο που προήλθε από μια προγενέστερη πλαστική επέμβαση. Διαθέτει επίσης ένα εξωφρενικό σχέδιο για την εξολόθρευση του τυραννόσαυρου, ένα σχέδιο εμπνευσμένο από τα χρόνια  του Καίσαρα Βοργία. Ο Μοράλ αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη πρόκληση της ζωής του. Θα καταφέρει τελικά να πραγματώσει το όραμά του; Θα πετύχει η απόπειρα τυραννοκτονίας; Αυτός είναι ο βασικός καμβάς της υπόθεσης του έργου.
Ο συγγραφέας μας όμως παρεμβάλλει στο έργο του και ένα μακροσκελέστατο ιντερμέτζο, ίσως μεγαλύτερο από το κυρίως θέμα του,  που αφορά ένα σημαντικό ιστορικό επεισόδιο της πατρίδας του που έλαβε χώρα έναν αιώνα προηγουμένως: τον πόλεμο της τριπλής συμμαχίας που υποχρεώθηκε να η υποστεί η Παραγουάη ενάντια στη Βραζιλία, την Αργεντινή και την Ουρουγουάη (1865-1870), στη διάρκεια του οποίου παρακολουθούμε την άγρια καταδίωξη του στρατού της μέσα στα δάση της ζούγκλας , η οποία θα καταλήξει στην ταπεινωτική ήττα του από τις δυνάμεις της τριπλής συμμαχίας. Ο πρόεδρος της χώρας (ο παραγουανός Χριστός) , στρατάρχης Φρανσίσκο Σολάνο Λόπες πέφτει στο πεδίο της μάχης και οι εχθροί του σταυρώνουν το πτώμα του, ενώ η σύντροφος του     Ελίζα Αλίσια (η κυρά Λιντς) , η οποία στη διάρκεια της φυγής της έθαβε σε  μυστικά σημεία τον αμύθητο θησαυρό της χώρας, θάβει τη σορό του συντρόφου της και «φυτεύει» στον τάφο του ένα σταυρό χωρίς όνομα…
Το παρένθετο αυτό περιστατικό συνδέεται με το κύριο θέμα του έργου από το γεγονός ότι ο δικτάτορας Στρέσνερ εκατό χρόνια αργότερα, θα ανακαλύψει του κρυμμένους θησαυρούς του Σολάνο Λόπες και θα χρηματοδοτήσει μ’ αυτούς το φαραωνικό του έργο, αναδεικνύοντας συγχρόνως τον αρχιστράτηγο εθνικό ήρωα της χώρας (ανέκαθεν οι δικτάτορες είχαν ανάγκη από εθνικούς ήρωες). Ο Αουγκούστο Ρόα Μπάστος καταδεικνύει στο έργο του την εξαχρείωση στην οποία οδηγεί ένας δικτάτορας το σύνολο των πολιτών της, αλλά και το ηθικό αδιέξοδο στο οποίο μπορούν οδηγηθούν οι λίγοι, οι εκλεκτοί που αποφασίζουν να αντισταθούν. Ένα αδιέξοδο που αντιμετωπίζεται μόνο με ένα μεγάλο, ολοκληρωμένο έρωτα, όπως ο έρωτας του πρωταγωνιστή με τη Χιμένα….

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

Το κόκκινο στο φτερό του παπαγάλου


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ
DANIEL CHAVARRIA
ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΣΤΟ ΦΤΕΡΟ ΤΟΥ ΠΑΠΑΓΑΛΟΥ
Μετάφραση: Κρίτων Ηλιόπουλος
ΕΚΔΟΣΕΙΣ opera
ΑΘΗΝΑ 2002
Σελ. 412


Ο Ντανιέλ Τσαβαρία (Daniel Chavaria), γεννημένος στην Ουρουγουάη το 1933, έζησε μια απίστευτα περιπετειώδη ζωή σε διάφορες χώρες της Λατινικής Αμερικής οι οποίες χειμάζονταν από στρατιωτικές δικτατορίες ως το 1969, οπότε διέφυγε με …αεροπειρατεία στην Αβάνα, όπου ζει και διδάσκει μέχρι σήμερα αρχαία ελληνικά, λατινικά και κλασσική φιλολογία. Το «Κόκκινο στο Φτερό του Παπαγάλου» γραμμένο το 2002, είναι το έκτο βιβλίο του μου έχει μεταφραστεί στα ελληνικά.
Το «Κόκκινο στο Φτερό του Παπαγάλου» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «πολιτικό θρίλερ». Ο συγγραφέας του αποδεικνύεται άριστος χειριστής αυτού του λογοτεχνικού  είδους. Ρεαλιστικοί χαρακτήρες, τεκμηριωμένες ιστορικές αναφορές και  αφήγηση που σου κόβει την ανάσα…
Τρεις είναι οι βασικοί χαρακτήρες γύρω από τους οποίους ξετυλίγεται η όλη πλοκή του έργου:
Ο Ορλάντο Ορτίς Ορτέγα  (συνοπτικά Τρεσό, από τα αρχικά του ονόματός του): αδίστακτος και στυγνός βασανιστής με …ανώτερες σπουδές σε αντίστοιχα εκπαιδευτικά κέντρα των Η.Π.Α. που έδρασε στη διάρκεια των δικτατορικών καθεστώτων της δεκαετίας του 70, τόσο της Ουρουγουάης, όσο και της Αργεντινής. Μετά την πτώση των δικτατορικών αυτών καθεστώτων , κατέφυγε στην Αβάνα  ψεύτικο όνομα (Ορλάντο Ρίος) και συνέχισε να ζει πριγκιπικά με τους ποταμούς των δολαρίων που λάβαινε τακτικά από τους διαχειριστές της αμύθητης περιουσίας του…
Ο Άλντο Μπιάνκι, αργεντινός υπήκοος, που είχε την ατυχία,  ένα βράδυ του 1976,  καθώς περπατούσε σε δρόμο του Μπουένος Άιρες  με το κορίτσι του να συναντήσει τον Τρεσό τυχαία, τη στιγμή που έβγαινε από το σινεμά . Η σκηνή που ακολουθεί είναι κάτι παραπάνω από σκληρή: είναι απάνθρωπη, είναι σοκαριστική (Ζητώ συγνώμη από τους φίλους και τις φίλες που την παραθέτω αυτολεξεί. Παρόλο που απέχει πολύ από αντίστοιχες σκηνές που της τρέχουσας επικαιρότητας που διαβάσαμε στον τύπο… Και τις παρακάμψαμε ως αναξιόπιστες, καθώς προέρχονταν από αναρχικούς.) :

«Τα πισινά της κοπέλας τον ερέθισαν και δεν τον ένοιαξε που η κοπέλα συνοδευόταν. Και τότε του ήρθε το ευφυέστατο κομπλιμέντο:
-Με τέτοιο κωλαράκι θα πέρναγα τη μέρα χέζοντας!». Ακούγοντας εκείνη την πρόστυχη βλακεία ο συνοδός της αντέδρασε με λυσσασμένη ταχύτητα και του σβούριξε μια κλοτσιά στα αχαμνά. Ο Ορλάντο δεν το περίμενε και ο πόνος τον ανάγκασε να διπλωθεί στα δυο. Μα συνήλθε γρήγορα. Έβαλε μπρος τα καρατίστικα κόλπα του και τσάκισε το παιδί. Με τη βοήθεια ενός περαστικού αστυνομικού τους συνέλαβε και τους οδήγησε στη Σχολή Μηχανικού, με την πρόφαση ότι ήταν καταζητούμενοι «Μοντονέρος» («Τρομοκράτες» , αντάρτες της δεκαετίας του ‘70 στην Αργεντινή). Την κοπέλα τη βίασαν ομαδικά. Λιπόθυμη σχεδόν την υπέβαλαν σ’ ένα βασανιστήριο σχεδιασμένο στις ΗΠΑ, που ήταν ακόμη σε πειραματικό στάδιο. Ήταν μια συσκευή που αναρροφούσε το παχύ έντερο από τον πρωκτό και το έβγαζε έξω, μια πιθαμή περίπου. Μετά έβαλαν ποντίκια στο έντερο και στον κόλπο της κοπέλας με τη βοήθεια ενός σωλήνα. Εκείνον τον ανάγκασαν να κοιτάζει. Για να τους σταματήσει ο νεαρός τους πρόσφερε χρήματα, ικέτεψε, έκλαψε, ξέρασε, ούρλιαξε. Έχασε τις αισθήσεις του και λιποθύμησε πολλές φορές.»
Η κοπέλα φυσικά ξεψύχησε και ο Άλντο , αφού πλήρωσε μια ολόκληρη περιουσία, αφέθηκε ελεύθερος και κατέφυγε στην Ιταλία , όπου ζούσε ασκώντας το επάγγελμα του αρχιτέκτονα μηχανικού.
Η Μπίνι , αποτελεί τον τρίτο χαρακτήρα. Μια νεαρή αφελής πόρνη πολυτελείας από την Αβάνα είναι, μια «χινετέρα», που παίζει το  ρόλο του συνδετικού κρίκου ανάμεσα στους δυο άντρες , που συναντιούνται τυχαία μετά από εικοσιπέντε χρόνια στην πρωτεύουσα της Κούβας. Ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να πλέξει το εγκώμιο αυτής της βαθιά ανθρώπινης ύπαρξης, να την περιβάλει με το λαμπρό φωτοστέφανο του μάρτυρα
Και το μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος αναλώνεται στο ανελέητο κυνήγι ενός εγκληματία, που ξέρει να καμουφλάρεται και να γίνεται αρεστός, μέχρι και αντικείμενο θαυμασμού από τους γύρω του. Και στην αποφασιστικότητα του θύματος να αποδώσει επιτέλους δικαιοσύνη.
Ο συγγραφέας, ακολουθώντας τη μέθοδο της παράλληλης αφήγησης, όταν η αγωνία βρίσκεται στο κατακόρυφό της, αλλά και του ετεροχρονισμού της αφήγησης, με αποτέλεσμα κάποια κρίσιμα γεγονότα να φωτίζονται αφού έχουν συμβεί, δημιουργεί το κατάλληλο κλίμα για τη διατήρηση αδιάπτωτου του ενδιαφέροντος του αναγνώστη. Παρόλο που από την αρχή είναι βέβαιος ότι η ύβρις θα προκαλέσει αργά ή γρήγορα την «τίσιν»,.και ότι τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας μπορεί να μακροημερεύουν καμιά φορά, αλλά πάντα τιμωρούνται…


Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012

Τα χειρότερα Παραμύθια των Αδελφών Γκριμ




ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΧΙΛΗ / ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ
LUIS SEPULVEDA /
MARIO DELGADO /APARAIN
ΤΑ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ ΓΚΡΙΜ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ-ΤΖΙΝΑ ΣΕΡΕΤΗ
Opera 2006
σελ. 232

Οι δυο παγιαδόρ (πλανόδιοι τροβαδούροι) Κάιν και Άβελ Γκριμ περιπλανούνται χρόνια στη Νότια Αμερική, από τους πάγους της Παταγονίας ως τις άγονες στέπες της Ουρουγουάης συνθέτοντας και εκτελώντας με τα «τσαράνγκο» τους , τα ιδιότυπα λαϊκά τους όργανα, τις «παγιάδες» τους (λαϊκότροπα στιχουργήματα) μπροστά σους σκληρούς και βάρβαρους «γκάουτσο» που τους ανταμείβουν εκσφενδονίζοντας εναντίον τους ότι βρουν μπροστά τους.
Το κοπιώδες  και σκοτεινό αυτό οδοιπορικό βάλθηκαν να παρακολουθήσουν  δυο ιδιόρρυθμοι ερευνητές καθηγητές , ζηλωτές του Σέρλοκ Χολμ,  σε δεκαέξι επιστολές που ανταλλάσσουν μεταξύ τους με γαλατική αβρότητα : ο Χιλιανός Σεγισμούντο Ραμίρο φον Κλατς και ο Όρσον Κ. Καστελάνος από την Ουρουγουάη. Παρακολουθούμε την πορεία των επιστολών από το Μοσκίτος της Ουρουγουάης ως το Τορτίτας του Στενού του Μαγγελάνου και τ’ ανάπαλιν με όσα ευτράπελα τη συνοδεύουν: τον αφοσιωμένο μέχρι απελπισίας ταχυδρόμο των χιλιανών ταχυδρομείων Μιγκέλ Στρογκόφ που μεταφέρει την επιστολή του πρώτου κολυμπώντας στα παγωμένα νερά του κόλπου της Πένας με τον ταχυδρομικό σάκο στα δόντια του κα;ι με ένα ξύλινο πόδι  σε στυλ Λουδοβίκου ΙΣΤ’ και τη …νηκτική του απόληξη, ως το σκουπιδότοπο του Μοσκίτος της Ουρουγουάης , όπου ο συνεπής ρακοσυλλέκτης Ροσεβέλ Αλδάο την περιμαζεύει κάθε φορά, καθότι το φασιστόμουτρο  Συνεργατικός Χοντρός των  ταχυδρομείων της χώρας την πετάει στα σκουπίδια μόλις φτάνει, για να προστατέψει τη χώρα του από το μόλυσμα του μαρξισμού …
Οι δυο αριστοτέχνες του λόγου συγγραφείς συναγωνίζονται αλλήλους στα τερατολογήματα που ξεπερνούν τα όρια και της πιο αρρωστημένης φαντασίας. Και βέβαια δεν χάνουν την ευκαιρία να σατιρίσουν και να σαρκάσουν τα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα των χωρών τους, και της Αμερικής γενικότερα. Έτσι παρακολουθούμε έκπληκτοι το σκύλο του ρακοσυλλέκτη να δαγκάνει με μανία τον «Συνεργατικό χοντρό» και να … ψοφάει εν ακαρεί, καθότι
 «το άμοιρο ζώο αγνοούσε –και πώς να το γνωρίζει άλλωστε- ότι στην πραγματικότητα, αυτό το χιτλερικό γουρούνι δεν διαθέτει εγκεφαλική μάζα, αλλά μια περίεργη κυτταρική δομή θανάσιμη για τα οικόσιτα θηλαστικά».(σελ. 121)
 Μαθαίνουμε ακόμη προς το τέλος του αφηγήματος ότι οι δυο «ταχυδρόμοι», ο ανιδιοτελής Μιγκέλ Στρογκόφ και ο ρυπαρός Ροσεβέλ Αλδάο συνεταιρίζονται και δημιουργούν μια ιδιωτική ταχυδρομική εταιρεία «ελεγχόμενη κατά 90% από τον …Ντικ Τσένι με αντικείμενο τη διεκπεραίωση της αλληλογραφίας ανάμεσα στους φυλακισμένους του Γκουαντάναμο και του Αφγανούς οικείους τους. Και επειδή κανένα γράμμα δεν πάει εκεί και κανένα δε φεύγει από εκεί, μολαταύτα οι τολμηροί ερασιτέχνες συνέταιροι εισπράττουν πάντα το 10% που τους αναλογεί, εξασφαλίζοντας έτσι μια άνετη και ξέγνοιαστη ζωή»!(σελ. 190)

Το βιβλίο το συνοδεύει στο τέλος ένα ιδιότυπο «Γλωσσάριο», γραμμένο με το ίδιο κέφι, που βοηθάει αρκούντως τον αμύητο περί τα πολιτιστικά της Νότιας Αμερικής αναγνώστη να πλοηγηθεί στα τερατώδη δρώμενα του έργου , αλλά και από εκτενείς σημειώσεις των μεταφραστών, οι οποίοι ομολογουμένως  εκτελούν έναν πραγματικό  μεταφραστικό άθλο, άξιο για βραβείο μετάφρασης από τα ισπανικά…

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

Μακρινό Αστέρι


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΧΙΛΗ
ROBERTO BOLANO
ΜΑΚΡΙΝΟ ΑΣΤΕΡΙ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2007
σελ. 208

Ο Ρομπέρτο Μπολάνιο γεννήθηκε στο Σαντιάγο της Χιλής το 1953 και πέθανε στο Μπλάνες, ένα καταλάνικο χωριό της Ισπανίας, το 2003 από ηπατική διαταραχή. Υπηρέτησε την ποίηση, το μυθιστόρημα και το διήγημα. Δημοσίευσε συνολικά πέντε ποιητικές συλλογές, έντεκα μυθιστορήματα και τέσσερις συλλογές διηγημάτων, τα περισσότερα μέσα στα δέκα τελευταία χρόνια της ζωής του. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του τα πέρασε στο Μεξικό, όπου και προσχώρησε σε μια τροτσκιστική ομάδα, αλλά το 1973 επέστρεψε στη Χιλή, για να συμβάλει στο ελπιδοφόρο πείραμα της κυβέρνησης του Σαλβαδόρ Αλιέντε. Μετά το πραξικόπημα του Πινοσέτ το 1974, συλλαμβάνεται, αλλά απελευθερώνεται γρήγορα με τη μεσολάβηση δυο αστυνομικών, πρώην συμμαθητών του. Αφού περιπλανήθηκε αρκετά χρόνια σε αρκετές χώρες της Λατινικής Αμερικής , αλλά και της Ευρώπης , κατέληξε στο Μπλάνες της Ισπανίας, όπου έζησε και τα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Ο Ρομπέρτο Μπολάνιο αποτελεί τον κυριότερο εκπρόσωπο της λεγόμενης «λογοτεχνίας της εκκεντρικότητας». Το πρώτο του μυθιστόρημα το εκδίδει το 1984, αλλά γίνεται πασίγνωστος με τη «Ναζιστική Λογοτεχνία της Αμερικής» (1996), που τη χειροκρότησε σύσσωμη η ισπανόφωνη κριτική.
Το «Μακρινό Αστέρι» (1996) αποτελεί κατά κάποιο τρόπο μια μεγεθυμένη προέκταση της «Ναζιστικής Λογοτεχνίας», καθώς αναφέρεται στη ζωή και το έργο ενός ποιητή-δαίμονα, του Αλβέρτο Ρουίς Τάγλε, που δεν ήταν άλλος από τον γερμανικής καταγωγής υποσμηναγό της χιλιάνικης αεροπορίας του Πινοσέτ,  Κάρλος Βίντερ.
Ο αφηγητής-συγγραφέας συχνάζει στο ίδιο λογοτεχνικό εργαστήρι του Σαντιάγο με τον Βίντερ, ο οποίος έχει κατακτήσει τις καρδιές όλων των γυναικών της συντροφιάς, αλλά , λίγο αργότερα, και το χιλιάνικο ουρανό με τους στίχους που γράφει σ’ αυτόν  με τον καπνό του  αεροπλάνου του… Ο αφηγητής, κρατούμενος ήδη από το δικτατορικό καθεστώς, παρακολουθεί έκπληκτος τους εμπνευσμένους από τη Βίβλο στίχους που γράφει ο Βίντερ στον ουρανό του Σαντιάγο.
Ακολουθεί η αποστολή του Βίντερ στην Ανταρκτική, στον ουρανό της οποίας θα χαράξει το μεγαλοπρεπές «Η ΑΝΤΑΡΚΤΙΚΗ ΕΙΝΑΙ Η ΧΙΛΗ». Την παραμονή της αποστολής το καθεστώς παραθέτει δείπνο προς τιμήν του, στο οποίο παρευρίσκεται και μια ωραιότατη «δεσποσύνη» με κορακίσια μαλλιά.. «Κάρλος θα σκοτωθείς!» αναφωνεί σε μια στιγμή κεφιού στη διάρκεια του δείπνου. Ο Κάρλος βέβαια δεν σκοτώνεται, εξαφανίζεται όμως μυστηριωδώς ή άγνωστη κοπέλα…. Το ίδιο μυστηριωδώς εξαφανίζεται και ο Χουάν Στάιν, ο διευθυντής του λογοτεχνικού εργαστηριού στο οποίο σύχναζαν ο αφηγητής και ο Βίντερ, όπως και ο ανταγωνιστής  του Στάιν, ο Διέγο Σότο! Αλλά και τις δίδυμες αδελφές Γκαρμέντια, οι οποίες ήταν ερωτευμένες με τον Βίντερ, δεν τις βλέπει κανείς πια  μετά την επίδειξη του Βίντερ…
Ο Βίντερ όμως είναι και καλλιτέχνης φωτογράφος . Και οι καλλιτέχνες δεν διστάζουν μπροστά σε τίποτε! Οργανώνει λοιπόν μια έκθεση φωτογραφίας στο Σαντιάγο, στα εγκαίνια της οποίας παρευρίσκεται σύσσωμο το κατεστημένο της δικτατορικής Χιλής. Και ο χώρος της έκθεσης είναι ένα απλό δωμάτιο του σπιτιού του, που μετατρέπεται σε εκθεσιακό χώρο, κατάφορτο από εκατοντάδες φωτογραφίες εξαφανισμένων γυναικών διαμελισμένων οικτρά, γυναικών που σφαδάζουν από τον πόνο, καθώς είναι ακόμη ζωντανές! Οι επισκέπτες διακρίνουν ανάμεσά τους πολλά «εξαφανισμένα» άτομα των χρόνων εκείνων.
Στη συνέχεια το αφήγημα μετατρέπεται σε αστυνομικό θρίλερ. Ο συγγραφέας-αφηγητής βρίσκεται πια στο Μπλάνες της Καταλωνίας, ο Πινοσέτ αποτελεί παρελθόν και ένας δαιμόνιος αστυνομικός της εποχής του Αλιέντε, ο Άβελ Ρομέρο, τον προσεγγίζει και του προσφέρει ένα μεγάλο ποσό για να συνδράμει με τις λογοτεχνικές του γνώσεις στον εντοπισμό του αγνοούμενου Βίντερ, ο οποίος κατά τις πληροφορίες του ζει με άλλο όνομα στην Ισπανία…Πίσω από τη συγκεκριμένη επιχείρηση κρύβεται ένας πάμπλουτος χορηγός. Ποιος τάχα να είναι αυτός και ποιο τέλος θα έχει επιχείρηση;

Στο Μακρινό Αστέρι ο Μπολάνιο μετατρέπεται σε χρονικογράφο ενός δαίμονα, μασκαρεμένου σε ποιητή, τον οποίο παρακολουθεί, μέσα από ασήμαντες δευτερεύουσες λεπτομέρειες και συμπληρωματικούς χαρακτήρες, άλλοτε υπαρκτούς (ιστορικά πρόσωπα, όπως ο Νερούδα), αλλά κατά κανόνα φανταστικούς, τόσο πειστικούς όμως που ο αναγνώστης αδυνατεί  να τους ξεχωρίσει  μεταξύ τους. Ο συγγραφέας καταθέτει ακόμη την άποψή του για το ρόλο της λογοτεχνίας και της τέχνης γενικότερα με το κακό, με το παράλογο, με το έγκλημα. Και πείθει τον αναγνώστη ότι η επικρατούσα αντίληψη ότι η τέχνη οφείλει να υπηρετεί τον άνθρωπο, είναι ένα καλοστημένο παραμύθι για μικρά παιδιά!


Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

Η Τυφλή Ακτή


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ
CARLOS MARIA DOMINGES
Η ΤΥΦΛΗ ΑΚΤΗ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΛΕΝΑ ΦΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΥ
ΠΑΤΑΚΗΣ 2009
σελ. 238

Ένας πολυεπίπεδος μύθος, επεξεργασμένος με περίσσια γλαφυρότητα και δεξιοτεχνία που διατηρεί αδιάπτωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη ως το τέλος. Φτάνει να μη χάνει το νήμα της διήγησης που καλύπτει σχεδόν ολόκληρο τον εικοστό αιώνα. Και προχωρεί με αλλεπάλληλες οπισθοδρομήσεις και παρένθετα επεισόδια.. Οι χαρακτήρες ζουν και κινούνται στις γειτονικές χώρες Ουρουγουάη και Αργεντινή και συμμετέχουν ενεργά στα πολιτικά δρώμενα των χωρών αυτών, τα οποία όμως αναδύονται διακριτικά μέσα απόν αφήγηση και δεν αποτελούν τον κεντρικό καμβά του έργου.
Ένα ζευγάρι άκληρων μεταναστών από την Αγγλία υιοθετεί δυο κοριτσάκια, το ένα από τα οποία διατηρεί ακόμη ζωντανές τις μνήμες των φυσικών γονιών του. Εγκαταλείπει όμως την Αργεντινή και κλείνεται σε ένα απομακρυσμένο σπίτι σε μια έρημη ακτή της Ουρουγουάης. Τι τάχα να κρύβεται πίσω απ’ αυτή του την απόφαση;
Ένας κηπουρός του οποίου σχεδόν μοναδική απασχόληση αποτελεί η φροντίδα του φράχτη από λιγούστρα που περικλείει το σπίτι. Και η περισυλλογή των σκοτωμένων πουλιών που βρίσκονται κάθε πρωί ανάμεσα στα πεσμένα φύλλα του κήπου.
Μια γυναίκα γεμάτη ελπίδες, ενέργεια και πάθος που ονειρεύεται να αλλάξει τον κόσμο κινούμενη ανάμεσα στις δυο γειτονικές χώρες και σε δυο δικτατορίες. Μια γυναίκα, η οποία στο τέλος  «αναλαμβάνεται» θαρρείς από την ιστορία . Χάνεται χωρίς κανείς να ξέρει πού και πώς…
Και η μικρή «Καμπότζη» με τη μίνι φούστα και το δερμάτινο μπουφάν, η οποία μην αντέχοντας το βάρος του ονόματός της , που είναι το ίδιο με το όνομα της ηρωίδας θείας της, αποφασίζει να το αλλάξει με τον πιο πρωτότυπο τρόπο…
Τα δυο τελευταία πρόσωπα θα συναντηθούν στην «τυφλή ακτή» της Ουρουγουάης κάτω από εξαιρετικά παράδοξες συνθήκες και θα εξομολογηθούν το ένα στο άλλο το παρελθόν τους που τους στιγμάτισε. Και ο αναγνώστης να διαισθάνεται περισσότερο, παρά να διαπιστώνει τα κοινά στοιχεία δυο τόσο διαφορετικών διηγήσεων, που θα έλεγες ότι οδηγούν σε ηθελημένες «αλλαγές ταυτοτήτων», καθώς, όπως είναι φυσικό, ο καθένας περιγράφει και αξιολογεί τα πρόσωπα και τις καταστάσεις μέσα από το δικό του πρίσμα. Και μέσα από αυτή τη διήγηση να αναδύονται  σκηνές φρίκης τις οποίες έζησαν οι κάτοικοι των δυο γειτονικών χωρών:
«Τότε εμφανίζονταν πτώματα στα νησιά, τυλιγμένα σε μαύρες κουβέρτες δεμένες με δυο γύρες σύρμα. Κάμποσοι είχαν ακούσει τα ελικόπτερα τη νύχτα., στο Ναράνχο ή στο Σάουσε, σαν τεράστια πουλιά που υπνοβατούσαν, κι άλλοι τα είχαν δει στο φως της μέρας. Έλεγαν πως ο τρελο-Αντρέου έψαχνε τους μπόγους για να βρει χρυσές θήκες δοντιών, πως οι περισσότερες οδοντοστοιχίες ανήκαν σε νέους, αλλά εκείνος είχε ένα πάνινο σακούλι , απ’ όπου έβγαζε τα χρυσά πετραδάκια του και τα έπαιζε στα δάχτυλα…» (σελ. 135)

Η «Τυφλή Ακτή» μας βεβαιώνει για μια ακόμη φορά ότι το ισπανόφωνο μυθιστόρημα της Νότιας Αμερικής όχι μόνο δεν έχει εξαντλήσει τα θέματα και τις φόρμες του, αλά ότι έχει πολλά ακόμη να μας δώσει…

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

Χειμωνιάτικη Πόλη


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ                                  
ΙΣΗΜΕΡΙΝΟΣ
ABDON UBIDIA
ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΠΟΛΗ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΒΙΡΓΙΝΙΑ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ
ΡΟΕΣ 2009
σελ. 130

Η ιστορία εκτυλίσσεται τη δεκαετία του εβδομήντα, όταν, σύμφωνα με τις  διεθνείς συγκυρίες, στον Ισημερινό και ειδικά στο Κίτο  χάρη στο πετρέλαιο , το χρήμα αρχίζει να ρέει άφθονο και η μεσαία τάξη της χώρας μεταμορφώνεται εγκαταλείποντας τις παραδοσιακές αξίες της και περνάει στην εποχή του άκρατου καταναλωτισμού.
Ο ήρωάς μας, που διανύει ήδη την ηλικία του Χριστού, ζει μια ευτυχισμένη ζωή σε κάποιο ευπρόσωπο προάστιο του Κίτο. Με τη νέα και αφοσιωμένη γυναίκα του, τα δυο παιδιά του, μια υπηρέτρια…Και με μια δουλειά –σε διαφημιστική εταιρία – που του προσφέρει κάτι παραπάνω από όσα χρειάζεται. Η ζωή του κυλάει σύμφωνα με τα πρότυπα. των απανταχού μεσοαστών: γραφείο, κάποιο μπαρ με παρέα φίλων, κάποιες ασήμαντες «απιστίες», σπίτι, δείπνο σε οικογενειακή ατμόσφαιρα, ύπνος και πάλι από την αρχή…
Ώσπου , κάποιο απόγευμα, την ώρα που απολάμβανε μια παγωμένη μπίρα με τους φίλους του στο συνηθισμένο τους μπαρ, πέφτει σαν κεραυνός το θέμα του Σαντιάγο. Ένας παλιός φίλος ήταν που κινδύνευε… Είχε πέσει έξω στις επιχειρήσεις του , είχε καταχρεωθεί και κινδύνευε από στιγμή σε στιγμή να μπει φυλακή… Κι ο ήρωάς μας, πιστός στις αρχές των νεανικών του χρόνων, της αλληλεγγύης και της συντροφικότητας, προσφέρεται να τον φιλοξενήσει μέχρι να τον φυγαδεύσουν στο εξωτερικό…Από τη στιγμή αυτή αρχίζει το εσωτερικό του δράμα. Ένα δράμα με τη μορφή ενός εσωτερικού μονόλογου, που το παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα, ως το πέσιμο της αυλαίας (με την ευκαιρία: η νουβέλα θα μπορούσε θαυμάσια να διασκευαστεί σε ένα συναρπαστικό θεατρικό μονόπρακτο).
Η Σουσάνα, η νεαρή και όμορφη σύζυγός του, την οποία θεωρούσε δεδομένη , μεταμορφώνεται. Ξύπνησε το πρωί, όπως συνήθως, για να ξεπροβοδίσει τα παιδιά στο σχολείο, και δεν ήταν αχτένιστη, είχε λυτά τα μαλλιά της , καλοχτενισμένα και δε φορούσε τη συνηθισμένη άχαρη ρόμπα της, άλλά μια καλόγουστη φούστα και μια ασορτί μπλούζα.. Και το βράδυ την ώρα που οι τρεις τους έπαιζαν ένα παιχνίδι με ζάρια
«ο Σαντιάγο γελώντας αυθόρμητα  άγγιξε τα μαλλιά της Σουσάνας, σαν να τα χάιδευε. Τώρα όμως η Σουσάνα έγειρε τα ο κεφάλι και πήρε εκείνη την έκφραση που είχε και το πρωί. Τα μαλλιά της έπεσαν στο πρόσωπό της κρύβοντάς το. Κι όταν τα μάζεψε, έδειχνε αλλαγμένη, ανέκφραστη, απόμακρη κι είχε τα μάτια στυλωμένα στα ζάρια…»
Αυτό ήταν. Το σαράκι της ζήλιας άρχισε για τα καλά να ροκανίζει τα σωθικά του ήρωά μας. Μεταμορφώθηκε. Άρχισε να βλέπει με τη φαντασία του σκηνές και καταστάσεις που κάθε άλλο παρά συνέβαιναν. Χάνει το ενδιαφέρον του για τη δουλειά του, επιχειρεί ξαφνικές εφόδους στο σπίτι, όπου φυσικά όλα τα βρίσκει όπως τα ήξερε.  Αποφασίζει να ζητήσει άδεια από τη δουλειά του και να φύγει με τη γυναίκα του διακοπές στη θάλασσα, όπου είχε να πάει μαζί της από τα χρόνια της μνηστείας τους. Μια άλλη φωνή όμως μέσα του τον προσγειώνει: πρέπει να φανεί αξιοπρεπής και ευγενής όπως ήταν ο χαρακτήρας του. Να δαμάσει τη φαντασία του που του έπαιζε αυτό το άσχημο παιχνίδι και να σταθεί δίπλα στον παλιό φίλο που κινδύνευε. Ποια από τις δυο «φωνές» θα επικρατήσει;
Ο Ουμπίδια καταγράφει τα αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα του ήρωά του με σαφήνεια και λεπτομέρεια ψυχολογικού δοκιμίου.  Ο αναγνώστης έχει την εντύπωση ότι παρακολουθεί μια «συνεδρία» κλινικού ψυχολόγου. Και δυσκολεύεται να ταυτιστεί με κάποια από τις δυο παρορμητικές τάσεις του ήρωα: να σώσει ένα γάμο που υπήρξε χωρίς να το συνειδητοποιήσει πηγή γαλήνης και σταθερότητας επί δέκα χρόνια ή να θυσιαστεί προστατεύοντας ένα καλό φίλο από τα νύχια της εξουσίας; Το μόνο που δεν περνάει από το νου είναι ότι με μια ψύχραιμη αντιμετώπιση θα μπορούσε ίσως να τα πετύχει και τα δύο. Ο άνθρωπος όμως σε παρόμοιες στιγμές αφήνεται έρμαιο των παρορμήσεών του…Η ισπανόφωνη λογοτεχνία της Νότιας Αμερικής δεν μας έχει συνηθίσει σε παρόμοια θέματα

Ο Αμπδόν Ουμπίδια , γεννημένος το 1944 στο Κίτο του Ισημερινού, θεωρείται μια από τις πιο χαρακτηριστικές φωνές της ισπανόφωνης λογοτεχνίας. Διηγηματογράφος και μυθιστοριογράφος  από το 1979 («Κάτω από τον ίδιο παράξενο ουρανό», εθνικό βραβείο λογοτεχνίας), έχει ασχοληθεί και με την καταγραφή της λαϊκής προφορικής λογοτεχνίας. Η «Χειμωνιάτικη Νύχτα» θεωρείται από τις πιο γνωστές νουβέλες του και έχει γνωρίσει στα ισπανικά είκοσι εκδόσεις.

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

Η Βρόμικη Ιστορία της Αβάνας


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ                              
ΚΟΥΒΑ
PEDRO JUAN GUTIERREZ
Η ΒΡΟΜΙΚΗ ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΒΑΝΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΕΛΑΙΟΤΡΙΒΑΚΗ
ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2005
Σελ. 464

Ο Pedro Juan Gutierrez έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ως ο Μπουκόφσκι της Καραϊβικής. Γεννημένος  στην Κούβα το 1950, ασχολήθηκε στα νιάτα μου με πολλά επαγγέλματα: αυτά του εφημεριδοπώλη, του παγωτατζή, του καθηγητή κολύμβησης, ώσπου να καταλήξει στο επάγγελμα του συγγραφέα. Εργάστηκε ακόμη για χρόνια ως δημοσιογράφος και εκφωνητής στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Στα βιβλία του, τα οποία γνώρισαν αμέσως μεγάλη εκδοτική επιτυχία στο εξωτερικό, αναδύεται συνήθως ένα θλιβερό και ζοφερό πορτρέτο της σύγχρονης Κούβας.  Όλα πρωτοκυκλοφόρησαν στο Μεξικό και από τα ισπανικά μεταφράστηκαν σε πολλές άλλες γλώσσες. Στην πατρίδα του το πρώτο μυθιστόρημά του που κυκλοφόρησε είναι το «Ο Έρωτας νοστάλγησε την Κούβα»
Στη χώρα μας κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μεταίχμιο τα βιβλία του:
Ο Έρωτας νοστάλγησε την Κούβα (2004)
Ο δικός μας Γκράχαμ Γκρην στην Αβάνα (2006)
Η βρόμικη ιστορία της Αβάνας (2005)
Στην καρδιά της Κούβας (2008)
Ο βασιλιάς της Αβάνας (2009)
Η μελαγχολία των λιονταριών (2011)

Η Βρόμικη Τριλογία της Αβάνας πρωτοκυκλοφόρησε στο Μεξικό από τον εκδοτικό οργανισμό Editorial Anagrama to 2005, αν και η συγγραφή της είχε ολοκληρωθεί το 1998.
Πρόκειται μια σειρά από εξήντα αφηγήματα (τα περισσότερα με αυτοβιογραφικό χαρακτήρα) ,
φαινομενικά αυτόνομα, ουσιαστικά όμως άρρηκτα δεμένα μεταξύ τους, τα οποία ο συγγραφέας παραθέτει σε τρεις ενότητες (σε σχέση μόνο με το χρόνο συγγραφής τους): Αγκυροβολημένος σε Ουδέτερη Ζώνη-Τίποτα να κάνω-Η γεύση η δική μου.
Ο Γκουτιέρες με μια γραφή σε καταιγιστικούς ρυθμούς ανατέμνει την κουβανική κοινωνία της δεκαετίας του ’90, όχι απλά χωρίς φόβο και χωρίς πάθος , αλλά με μια πρωτοφανή νατουραλιστική διάθεση που σοκάρει. Οι χαρακτήρες ζουν και κινούνται κυρίως στην Αβάνα, εγκλωβισμένοι σαν τα ποντίκια στη φάκα ή σαν τις κατσαρίδες που ψάχνουν απεγνωσμένα την τροφή τους τις νύχτες, καθώς δεν έχει απομείνει τίποτε από την ημερήσια κατανάλωση των απεγνωσμένων ανθρώπων… Η παλιά Αβάνα με τις υπερπολυτελείς επαύλεις  και τα άνετα οικιστικά συγκροτήματα των πλούσιων αστών  της μοιάζει βομβαρδισμένη ή χτυπημένη από καταστροφικό λοιμό: τα κτίρια καταρρέουν κάτω από το ανελέητο μαστίγωμα των συνεχών βροχών και των κυκλώνων, οι ανελκυστήρες από χρόνια ακινητοποιημένοι, οι όροφοί τους πρόχειρα διαιρεμένοι σε αυτόνομα δωμάτια (σολάρ τα λένε) και στις ταράτσες τους να χτίζονται καθημερινά με παντοειδή φτηνά υλικά δωμάτια 4Χ4 στεγασμένα με τσίγκους και πισσόχαρτα που στεγάζουν ως και δεκαπέντε άτομα το καθένα (καθώς η εσωτερική μετανάστευση είναι αδύνατο να ελεγχθεί), με κοινά αποχωρητήρια που πλημμυρίζουν από σκατά, όταν το νερό δε φτάνει τόσο ψηλά τις περισσότερες ώρες…
Τα καταναλωτικά αγαθά, όλα κατώτερης ποιότητας και με το δελτίο. Ώρες ολόκληρες πρέπει να στηθείς στην ουρά για να προμηθευθείς μισό λίτρο ρύζι, φασόλια ή ρούμι που μυρίζει πετρέλαιο…Και φυσικά η μαύρη αγορά να που οργιάζει. Ο ήρωάς μας ταξιδεύει τις νύχτες με το τρένο, με τους επιβάτες όρθιους, κρεμασμένους από τις χειρολαβές,  για τρεις και τέσσερις ώρες, με σκοπό  να προμηθευτεί από τα χωριά λίγο βοδινό κρέας ή αστακούς –που φαίνεται ότι αφθονούν στην Κούβα-προϊόντα  που θα τα πουλήσει στην Αβάνα χέρι με χέρι με κίνδυνο πάντα να συλληφθεί και να τιμωρηθεί με χρόνια φυλάκισης…  Γιατί, καθώς φαίνεται, οι περισσότεροι κάτοικοι της πόλης έχουν γεμάτες τις τσέπες τους με κουβανικά  πέσος , με τα οποία όμως δεν βρίσκουν να αγοράσουν τίποτε! Το μόνο που τους μένει είναι να κυνηγήσουν τα δολάρια, στέλνοντας τις γυναίκες τους να πορνεύονται τις νύχτες με αμερικανούς τουρίστες, ή σε έσχατη απελπισία να κατασκευάζουν πρόχειρες σχεδίες που επιπλέουν πάνω σε φουσκωμένες σαμπρέλες  και να δοκιμάζουν να διασχίσουν τον ωκεανό ως το Μαϊάμι.
Κοινωνίες όμως που φτάνουν σε παρόμοιο σημείο εξαθλίωσης από κάπου οφείλουν να πιαστούν, για να επιβιώσουν. Και τη λύση την προσφέρει το πανάρχαιο γενετήσιο ένστικτο, δυναμωμένο από τη στέρηση και τη απελπισία…Ο συγγραφέας εδώ αποδεικνύεται δεξιοτέχνης. Περιγράφει  σκηνές ενός άγριου και αχαλίνωτου ερωτισμού με τα πιο μελανά χρώματα. Νέγροι, μιγάδες (μουλάτες εκπληκτικής ομορφιάς αλλά και άφατης χυδαιότητας), αλλά και λευκοί επιδίδονται σε ανείπωτα σεξουαλικά όργια, για να αποσυρθούν στη συνέχεια στις τρύπες τους εξουθενωμένοι, και να ξεχάσουν…Η κοκαΐνη και το χασίς στην ημερήσια διάταξη, προσφέρουν ένα άλλο, πρώτης γραμμής αδιέξοδο. Και να βλέπεις και τις γριές αμερικάνες τουρίστριες, που καταφτάνουν στην Αβάνα σωρηδόν να θαυμάζουν τα πανέμορφα αρχιτεκτονήματα παλαιών ημερών και να φωτογραφίζουν για ένα δολάριο νέγρους με ορθωμένα πέη!

Και όσο σκέφτομαι τον ενθουσιασμό μας στα τέλη της δεκαετίας του ’50, όταν επικράτησε στην Κούβα η επανάσταση του Κάστρο και του Γκουεβάρα , και την αναπτέρωση των ελπίδων μας, καθώς πιστεύαμε ότι γεννιέται κάτι νέο και ελπιδοφόρο… Απελπισία!