Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Προμηθεὺς πλάσας ποτὲ ἀνθρώπους δύο πήρας ἐξ αὐτῶν ἀπεκρέμασε, τὴν μὲν ἀλλοτρίων κακῶν, τὴν δὲ ἰδίων, καὶ τὴν μὲν τῶν ὀθνείων ἔμπροσθεν ἔταξε, τὴν δὲ ἑτέραν ὄπισθεν ἀπήρτησεν. Ἐξ οὗ δὴ συνέβη τοὺς ἀνθρώπους τὰ μὲν ἀλλότρια κακὰ ἐξ ἀπόπτου κατοπτάζεσθαι, τὰ δὲ ἴδια μὴ προορᾶσθαι

Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2011

Κουρνιαχτός και Τρόμος

ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ

ABELARDO ARIAS
ΚΟΥΡΝΙΑΧΤΟΣ ΚΑΙ ΤΡΟΜΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Γ. Δ. ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΑΔΗ
ΠΑΠΥΡΟΣ (ΒΙΠΕΡ) 1976
σελ.284


Ξαναδιαβάζοντας μετά από σαράντα χρόνια ένα ξεχασμένο σε μια γωνιά της βιβλιοθήκης μας «ΒΙΠΕΡ» συνειδητοποιήσαμε με έκπληξη ότι κάποια λογοτεχνικά έργα αντέχουν στο χρόνο πολύ περισσότερο από όσο θα περίμενε κανείς. Αυτό οφείλεται, στη συγκεκριμένη περίπτωση, και στην εμπνευσμένη –αν και ιδιότυπη- μετάφραση του έργου. Παρ’ όλο που ορισμένες σελίδες του βιβλίου ήταν τόσο κακοτυπωμένες που με δυσκολία διαβάζονταν. Πρόκειται για το μυθιστόρημα «Κουρνιαχτός και Τρόμος» του αργεντινού συγγραφέα Αμπελάρδο Αρίας. Το έργο, από όσο διαπιστώσαμε, πρωτοδημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ από τον Ιανουάριο του 1974.
Ο βραβευμένος αυτός νοτιοαμερικανός συγγραφέας αντλεί το θέμα του από τον αγώνα της Αργεντινής για ανεξαρτησία, και ειδικά από τον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ «ενωτικών» και «ομοσπονδιακών» που ακολούθησε την ανακήρυξη του νέου κράτους. Οι χαρακτήρες του μυθιστορήματος ζουν και κινούνται στα χρόνια 1840-43, όταν μαινόταν ο πόλεμος ανάμεσα στους επαναστάτες ενωτικούς, που είχαν προσωρινά κυριαρχήσει στη μακρινή επαρχία της χώρας Santiago del Estero, και στους ομοσπονδιακούς που υποστηρίζονταν από την κεντρική κυβέρνηση του Μανοέλ Ρόσας στο Μπουένος Άιρες. Το εγχείρημα του συγγραφέα να πλαισιώσει τους κεντρικούς χαρακτήρες του έργου του από μια πλειάδα πέρα για πέρα υπαρκτών ιστορικών προσώπων (στρατιωτικούς, πολιτικούς κ.α.) είναι αξιομνημόνευτο. Στο πρώτο μέρος του έργου (Τετράδιο Ενωτικό) τα γεγονότα δίνονται από την πλευρά των κατατρεγμένων ενωτικών. Ενώ στο δεύτερο (Τετράδιο Ομοσπονδιακό ) κυριαρχούν η κεντρική μορφή του κυβερνήτη «Φίλιππα Ιμπάρρα» και οι άνθρωποί του.
Στο Σαντιάγκο λοιπόν της Αργεντινής οι ενωτικοί, που είχαν ξεσηκωθεί ενάντια στην κεντρική κυβέρνηση των ομοσπονδιακών, έχουν ηττηθεί και δίνουν απεγνωσμένα μάχες οπισθοφυλακών. Ο στρατιωτικός διοικητής της επαρχίας Φίλιππος Ιμπάρρα έχει πια εγκατασταθεί στην ομώνυμη πρωτεύουσα της επαρχίας και περνάει δια πυρός και σιδήρου τους «προδότες» που έχει συλλάβει. (Άγρια και απάνθρωπα τα ήθη εκείνων των καιρών στη μακρινή αυτή χώρα. Αλλά μήπως και στην Ευρώπη την ίδια εποχή ήταν ήμερα;) Δυο σημαίνοντες εχθροί του καθεστώτος, ο πολιτικός δον Χοσέ ντε Λιμπαρόνα και ο δικαστής Πιέδρο Ούντσαγκα, αφού βασανίστηκαν απάνθρωπα, στέλνονται χωρίς εφόδια και τρόφιμα στις εσχατιές της επαρχίας, μέσα στη ζούγκλα, όπου οι ινδιάνοι, που δεν έχουν ακόμη «χριστιανέψει» κυριαρχούν και ρημάζουν τους οικισμούς με τα γιουρούσια τους.. Και οι άνθρωποι αυτοί δίνουν τον έσχατο αγώνα για την επιβίωσή τους, μια επιβίωση που εξαρτάται από την αυτοθυσία και τις υπεράνθρωπες προσπάθειες της εικοσάχρονης Αυγουστίνας Παλάσιο, της συζύγου του δον Χοσέ, που φροντίζει με στοργή τους δυο άντρες. Άδικος κόπος. Ο πρώτος τρελαίνεται και πεθαίνει στα χέρια της κι ο δεύτερος, μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια απόδρασης συλλαμβάνεται και εκτελείται παραδειγματικά στο Σαντιάγκο.
Στο «Ομοσπονδιακό Τετράδιο» παρακολουθούμε τα ίδια γεγονότα με τη ματιά του αδίστακτου Φίλιππα (sic) Ιμπάρρα. Που πιστεύει ακράδαντα ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Κουβαλάει μαζί του τον διορισμένο από τον ίδιο υπουργό δικαιοσύνης, που του υπαγορεύει τους νόμους και τα διατάγματα που ο ίδιος πρόκειται να υπογράψει , καθώς πιστεύει ότι «την εκτελεστική εξουσία και τη δικαιοσύνη την αποτελούν έτσι κι αλλιώς πάντα τα ίδια πρόσωπα!». Όσο για την ελευθερία είναι πεπεισμένος ότι «πρέπει να δίνεται στους ανθρώπους ανάλογα με το βαθμό του πολιτισμού τους». Βαθιά θεοσεβούμενος, συμβουλεύεται συχνά τον πιστό του ιερέα που τον ακολουθεί παντού, όταν είναι βέβαιος ότι θα επικροτήσει τις αποφάσεις του. Έδιωξε τη νόμιμη γυναίκα του την πρώτη βραδιά του γάμου του γιατί … δεν ήταν παρθένα και ζούσε με μια πανέμορφη πόρνη που την επέβαλε ακόμη και στις επίσημες δεξιώσεις. Αρνείται πεισματικά όμως να αναγνωρίσει το παιδί που απόχτησε μ’ αυτήν, γιατί …είναι νόθο.
Η κοινωνία της Αργεντινής παρουσιάζεται ανάγλυφη στο έργο. Με τους φανατισμούς της (οι γαλάζιοι αριστοκράτες ενωτικοί που μισούν μέχρι θανάτου τους κόκκινους λαϊκούς ομοσπονδιακούς και το αντίστροφο), αλλά και τις διαχρονικές αξίες της, τους ηρωισμούς της, όταν οι αντίπαλοι σφάζουν και σφάζονται ευχαρίστως για τις ιδέες τους, με τα πάθη της, ομολογημένα και ανομολόγητα. Παρ’ όλο που ο ίδιος ο κυβερνήτης είναι βαθιά ερωτευμένος με την Αυγουστίνα Λιμπαρόνα, δεν το ομολογεί από εγωισμό ούτε στον ίδιο τον εαυτό του, καθώς αυτή είναι πιστή σύζυγος του ορκισμένου εχθρού του. Και δε δείχνει έλεος απέναντί της ούτε μετά το θάνατο του συζύγου της, όταν εκείνη τον ικετεύει να της επιτρέψει να μεταφέρει τα οστά του συζύγου της από τη ζούγκλα στο Σαντιάγκο… Πρόκειται για μια μεγαλειώδη τοιχογραφία της νοτιοαμερικανικής κοινωνίας των μέσων του ΙΘ’ αιώνα…

Ο Abelardo Arias , γεννημένος στην Κόρντομπα της Αργεντινής το 1908, πέθανε στο Μπουένος Άιρες το 1993. Εγκαινίασε τη συγγραφική του καριέρα το 1942 και απέσπασε στη συνέχεια ένα πλήθος από βραβεία στη χώρα του. Το έργο του "Κουρνιαχτός και τρόμος" δημοσιεύτηκε το 1971.

Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011

Ήταν ή δεν ήταν;

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ
ΡΟΥΜΑΝΙΑ
CORNELIU PORUMBOIU
EAST OF BUCHAREST (ΉΤΑΝ Ή ΔΕΝ ΉΤΑΝ;)


2006
89 λεπτά


Βρισκόμαστε σε μια επαρχιακή πόλη, κοντά στο Βουκουρέστι. ( Από εδώ και ο αγγλόφωνος τίτλος της ταινίας για τις ανάγκες της αγοράς: East of Buckarest). Στις 22 Δεκεμβρίου 2005, ακριβώς είκοσι δύο χρόνια μετά την εξέγερση στη Ρουμανία και την απόδραση του Τσαουσέσκου με ελικόπτερο από το κυβερνητικό μέγαρο της πρωτεύουσας. Ο ιδιοκτήτης του τοπικού τηλεοπτικού καναλιού της πόλης Virgil Jderescu φιλοξενεί στο επετειακό πρόγραμμα της ημέρας τον Emanoil Piscoci, έναν γνωστό αφελή χήρο, που κατά καιρούς τα Χριστούγεννα μεταμφιέζεται σε Άη-Βασίλη, και τον καθηγητή της ιστορίας του τοπικού γυμνασίου Tiberiu Manescu, για να συζητήσουν αν έγινε ή όχι επανάσταση στην πόλη τους εκείνη την κρίσιμη βραδιά. Κι αυτό θα φαινόταν αν πριν από τις 12:08 της 22 Δεκεμβρίου 1989 –ώρα που έφυγε ο Τσαουσέσκου- αποδεικνυόταν ότι διαδήλωσε κάποιος στην πόλη τους.
Το «πλατό» είναι μια στενόχωρη αίθουσα με ένα τραπέζι όπου κάθονται στριμωγμένοι ο παρουσιαστής της εκπομπής με τους καλεσμένους του (πίσω τους μια κακοστημένη ασπρόμαυρη γιγαντοαφίσα με το διοικητήριο της πόλης) και ο «εικονολήπτης», ένας έφηβος που επιμένει να μη χρησιμοποιεί τριπόδι για την κάμερά του. Και η εκπομπή μετά από μικρά κωμικοτραγικά περιστατικά αρχίζει. Το ερώτημα είναι: «Διαδηλώσατε ή όχι εκείνο το κρίσιμο βράδυ στην πλατεία της πόλης πριν από τις 12:08;» (Μετά από αυτή την ώρα η πλατεία πλημμύρισε βέβαια από διαδηλωτές).
Ο καθηγητής διατείνεται ότι μαζί με κάποιους συναδέλφους του –κατά σύμπτωση όλους πεθαμένους- διαδήλωσε στην πλατεία, συγκρούστηκε μάλιστα με κάποιο συμπολίτη του, όργανο της σεκουριτάτε. Ακολουθεί καταιγισμός τηλεφωνημάτων που τον διαψεύδουν. Μια ιδιοκτήτρια ενός μπαρ της πόλης ισχυρίζεται ότι ο καθηγητής το βράδυ εκείνο μπεκρούλιαζε στο μαγαζί της, ο καταγγελλόμενος ως όργανο της μυστικής αστυνομίας του καθεστώτος με σοβαρό και μη επιδεχόμενο αντίρρηση ύφος τούς απειλεί ότι θα τους μηνύσει, γιατί αναφέρουν το όνομά του χωρίς αποδείξεις…Υποστηρίζει μάλιστα ότι είναι ένας αξιοσέβαστος επιχειρηματίας με πλήθος υπαλλήλων…Και τη χαριστική βολή τη ρίχνει ένας ακόμη θεατής : «Τότε περνούσαμε καλύτερα!». Ο παρουσιαστής πανικοβάλλεται και πασχίζει να κλείσει όπως-όπως την εκπομπή. Χωρίς να δώσει την ευκαιρία στον άλλο προσκεκλημένο του να αναπτύξει με λεπτομέρειες τη θέση του (ότι δεν διαδήλωσε νωρίτερα γιατί … ζήλευε παθολογικά τη γυναίκα του…).
Η ατμόσφαιρα που αποπνέει η ασήμαντη ρουμανική πόλη είναι θλιβερή («με τους λερούς και ασήμαντους δρόμους» της, τους γεμάτους λάσπη και λακκούβες, με τα άθλια εσωτερικά των μικροαστικών σπιτιών και τις νοικοκυρές να πασχίζουν με κάθε τρόπο να τα φέρουν βόλτα ). Τίποτε λοιπόν δεν άλλαξε από τότε, κι ας πέρασαν δέκα έξι ολόκληρα χρόνια… Ή μάλλον κάτι άλλαξε: κάποιοι μπορούν να αποχτούν τώρα πανάκριβες λιμουζίνες που «πιάνουν» τα διακόσια χιλιόμετρα και διαθέτουν θερμαινόμενα καθίσματα… Ευτυχώς που το τελευταίο αργό πλάνο της ταινίας μας επιτρέπει να ανασάνουμε με ανακούφιση: αρχίζει να χιονίζει. Αργά και αθόρυβα. Και τα φώτα στους δρόμους και τις πλατείες ανάβουν σιγά-σιγά και διακριτικά. «Δεν τ’ αφήνετε αυτά, να βγείτε να απολαύσετε το χιόνι;» θα σημειώσει η τελευταία ακροάτρια του καναλιού…
Η ταινία, από όσο γνωρίζουμε, δε βγήκε στην ελληνική αγορά. Δεν διαθέτει, βλέπετε, τίποτε το… οσκαρικό. Προβλήθηκε στο 47ο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης («Ματιές στα Βαλκάνια») στις 21 Νοεμβρίου 2006. Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος της Corneliu Porumboiu γεννήθηκε στο Βουκουρέστι το 1975. Η συγκεκριμένη ταινία, κέρδισε τη χρυσή κάμερα στο φεστιβάλ των Κανών του 2006. Ευτυχώς που υπάρχουν και τα ψηφιακά κανάλια της ΕΤ και μας τη θύμισαν. Αυτά που γνωρίζουν τελευταία εμφανείς τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης.

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011

Ταραγμένοι Καιροί

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΒΟΣΝΙΑ
ΙVO ANDRIC
ΤΑΡΑΓΜΕΝΟΙ ΚΑΙΡΟΙ (διηγήματα)
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΟΥΒΗΣ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2002 σελ. 312

Ο Σερβοβόσνιος συγγραφέας Ivo Andric (1892-1975), γεννημένος κοντά στο Travnic της Βοσνίας (βραβείο Νόμπελ το 1961), θεωρείται από πολλούς ο πιο σημαντικός πεζογράφος των Βαλκανίων. Στον προσωπικό μας ιστότοπο έχουμε ασχοληθεί στο παρελθόν με το αριστούργημά του «Το Γεφύρι του Δρίνου», καθώς και με τη νουβέλα του «Η Δεσποινίδα».

Τα διηγήματα της συλλογής «Ταραγμένοι Καιροί», πρωτοδημοσιευμένα μέσα στην τριακονταετία 1924-1953, αναπλάθουν τα όντως ταραγμένα χρόνια αυτής της πολύπαθης πολυπολιτισμικής περιοχής- η οποία μέσα σε μια γενιά πέρασε από τη σουλτανική κατοχή στην αυστριακή και τέλος στη σερβική- με μια μοναδική δύναμη και ενάργεια και αποτελούν τις πρώτες απόπειρές του συγγραφέα να ασχοληθεί με θέματα και χαρακτήρες, που θα τον απασχολήσουν αργότερα στα μυθιστορήματά του.
Σήμερα, σχεδόν πενήντα χρόνια μετά το θάνατό του, κάθε είδους φανατικοί της ανεξάρτητης πια Βοσνίας ασελγούν καθημερινά πάνω στην προτομή του, τη στημένη στο εμβληματικό γεφύρι του Δρίνου…
Η συλλογή περιλαμβάνει δεκατέσσερα διηγήματα (δυστυχώς δεν αναφέρεται ο χρόνος και το έντυπο, όπου πρωτοδημοσιεύθηκε το καθένα), στα οποία ξεδιπλώνεται η πολυεθνική και πολυθρησκευτική κοινωνία της Βοσνίας με αξιοπρόσεκτο κριτικό πνεύμα, αλλά και με μια πασίδηλη συμπάθεια του συγγραφέα προς όλους τους ήρωές του.
Στο διήγημα «Ταραγμένοι καιροί», απ’ όπου και ο τίτλος της συλλογής, παρακολουθούμε το βίο και την πολιτεία ενός ανάπηρου τοκογλύφου, του Κάσντα –Γέβρεμ. Την καπατσοσύνη του, τη σκληρότητά του, καθώς επιβάλλει το επάγγελμά του, αλλά, από κάποια στιγμή, και το ασίγαστο πάθος του για μια δεκαπεντάχρονη αδέσποτη γυφτοπούλα που τον υπηρετεί… Στην «Εξομολόγηση» το θάνατο του χαϊντούκου (κλέφτη) Ρόσια, ο οποίος, κυνηγημένος από τους Τούρκους και καθώς αισθάνεται το τέλος του να πλησιάζει, εξομολογείται στο μοναχό φρα-Μάρκο, ένα τρομαχτικό αμάρτημα, τόσο τρομαχτικό, που μένει αδιευκρίνιστο… Στο «Ρακοκάζανο» ο Andric μας ξετυλίγει ανάγλυφη τη δύναμη του κακού, εκείνου που συχνά διαπράττεται χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Στο «Γεφύρι της Ζιέπα», προανάκρουσμα του «Γεφυριού του Δρίνου», το βάρος πέφτει στον ευεργέτη ιδρυτή του γεφυριού και εξωμότη βεζίρη Γιουζούφ και στα διλήμματά του. Στο «Όνειρο κάτω από τη Βελανιδιά» συμπάσχουμε με τον αθώο και κακόμοιρο χωριάτη Βίτομιρ, που μόνο στο όνειρό του κατορθώνει να δει στον ήλιο μοίρα… Στην «Κουβεντούλα» ο χωριάτης Άβντιτς που έχει στην τσέπη του μόνο δυο ακτσέδες (υποδιαίρεση του τουρκικού παρά), προβληματίζεται που δεν μπορεί ν’ αγοράσει μ’ αυτούς μισή οκά αλάτι κι ένα αλειμματοκέρι που τόσο τα χρειάζεται. Και καταλήγει: «Ή ο θεός δε μοίρασε σωστά το χρήμα στον κόσμο ή δε μοίρασε σωστά τα κεριά και το αλάτι και όλα τα’ άλλα χρειαζούμενα!». Στα «Βουνά του Ρζαβ» παρακολουθούμε τις σαρωτικές αλλαγές που γνώρισαν τα χωριά της περιοχής κατά την προσάρτηση της Βοσνίας στην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία, μετά το συνέδριο το Βερολίνου. "Ώσπου κατέφτασαν οι δικοί μας (οι Σέρβοι) και ξαναβρήκαν τα βουνά την πρότερή τους γαλήνη και μακαριότητα". Και στους «Μπέηδες του Ρούντο» παρόμοιο το θέμα. Αλλά από την πλευρά των μουσουλμάνων. Ζούμε τον προβληματισμό των μπέηδων ενός ορεινού χωριού μπροστά στην επικείμενη επέλαση του αυστριακού στρατού. Είναι τάχα προτιμότερο να αντισταθούν και να πεθάνουν για τη μόνη αληθινή πίστη ή ν’ αφήσουν το στρατό να περάσει, καθώς «η αυτοκρατορία του σουλτάνου είναι απέραντη και θα τον σταματήσουν κάπου αλλού»; Από «Τα Τρία Παιδιά» πάλι παίρνουμε μια γεύση της πολυθρησκευτικής και πολυεθνικής κοινωνίας του Σεράγεβου τη μέρα της επίσκεψης στην πόλη ενός ζευγαριού υψηλών προσώπων από τη Βιέννη. Στο «Κιλίμι» η «μπάμπα Κάτα» αναπολεί ένα περιστατικό από τα παιδικά της χρόνια που είχε ξεχάσει: μετά την είσοδο του αυστριακού αυτοκρατορικού στρατού στην πόλη ένας μεθυσμένος στρατιώτης τους πρόσφερε ένα πανέμορφο χαλί, λάφυρο από τουρκικό σπίτι ή τζαμί για λίγο ρακί. Οι γονείς της αρπάζουν την ευκαιρία. Η ανάπηρη γιαγιά της όμως σηκώνεται μέσα στη νύχτα και απαιτεί από το ζευγάρι να το πετάξουν! Στις διαμαρτυρίες του γιου της «πόλεμο έχουμε μάνα!» η απάντησή της σπάει κόκαλα: «Τι πόλεμο μπρε…Ακόμη δεν πρόλαβε να μπει ο αυστριακός στρατός και συ βιάστηκες ν’ απαρνηθείς εκείνο το χράμι που πάνω του γεννήθηκες και που ο πατέρας σου αγόρασε με την τίμια δουλειά του!..» Και με την «Απεργία στο Υφαντήριο» ο Άντριτς μας διηγείται την εξέλιξη που πήρε η πρώτη απεργία από καμιά ογδονταριά υφάντριες στο Δημόσιο Υφαντήριο του Σαράγεβου. Οι υφάντριες κλείνονται όλες στη φυλακή , αλλά αναστατώνουν την πόλη με το τραγούδι τους, που κάθε άλλο παρά επαναστατικό είναι, καθώς μιλάει γι μια τρυφερή ερωτική σκηνή… Με την «Πρόβα» ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να σατιρίσει την ευπρέπεια και το ιδιότυπο πρωτόκολλο που τηρούνταν απαρέγκλιτα στις πάσης φύσεως συναθροίσεις της εκκλησιαστικής αρχής: ο αβάς Γκργκο σκοπεύει να καλέσει σε επίσημο δείπνο καμιά δεκαπενταριά προύχοντες της πόλης. Τον προβληματίζει όμως το γεγονός ότι αναγκαστικά πρέπει να συμμετέχει σ’ αυτό κι ο φίλος του φρα-Σέραφιν, αμετανόητος γλεντοκόπος και πολυλογάς, που μπορεί να τα κάνει θάλασσα. Αποφασίζει λοιπόν την παραμονή να οργανώσει μια… πρόβα του δείπνου με τη συμμετοχή του φίλου του… Η συνέχεια είναι συναρπαστική. Στην «Ιστορία του Κολίγου Σιμάν», ο ομώνυμος ήρωάς της αποφασίζει μετά την είσοδο των Αυστριακών στη Βοσνία να μη δώσει το καθιερωμένο «γήμορο» στον Τούρκο τσιφλικά Ίμπραγκα. Με το στενό του το μυαλό είναι βέβαιος πως δεν θα ισχύουν πια τα τουρκικά «ζακόνια»… Γελιέται οικτρά όμως. Θα συρθεί στην αυστριακή αστυνομική διοίκηση και θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει το τσιφλίκι και να περιπέσει στην έσχατη ένδεια. Δεν το βάζει κάτω όμως . Οραματίζεται μια εποχή που οι καιροί θα τα φέρουν τα πάνω κάτω. Μόνο που ο ίδιος δυστυχώς έτυχε να ζει πολύ πιο πριν. Σαν τον κόκορα που είχε ο πατέρας του και λαλούσε κάθε πρωί μια ώρα πριν από όλα τα άλλα κοκόρια κι αναστάτωνε τους πάντες. Κι ο πατέρας του τον έσφαξε… Και τέλος το «Γράμμα από το 1920» (χρονιά ίδρυσης της πολυεθνικής Γιουγκοσλαβίας) ο Βόσνιος νομπελίστας συνθέτει ένα αριστοτεχνικό δοκίμιο για το κρυφό μίσος που διαπερνάει όλους τους κατοίκους της Βοσνίας, με τα τέσσερα θρησκεύματα και τις διαφορετικές ιστορικές αφετηρίες των κατοίκων της…Ένα μίσος που προοιωνίζεται θαρρείς την εβδομήντα χρόνια νεότερη σφαγή της Σρεμπρένιστα … Ένα χρονικό λοιπόν των ταραγμένων καιρών αυτής της πολύπαθης γιουγκοσλαβικής επαρχίας , της οποίας οι κάτοικοι είναι αδύνατο να αρθούν πάνω από τα «ζακόνια και τις γραφές» που αποτελούσαν και ίσως αποτελούν , σύμφωνα με τον ποιητή, τις κορφές της ανθρώπινης συμβίωσης και συνύπαρξης. Καθώς, οι άλλες «κορφές» που δοκιμάστηκαν, κατέρρευσαν πριν καν εδραιωθούν.

Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2011

Η εκστρατεία

ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΜΕΞΙΚΟ
CARLOS FUENTES
Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΝΔΩΝΗΣ
ΩΚΕΑΝΙΔΑ 1993
σελ. 320



Mε την «Εκστρατεία» (Mondatori 1990) ο μεγάλος μεξικανός μυθιστοριογράφος διεισδύει με αναμφισβήτητη επιτυχία στο χώρο του ιστορικού μυθιστορήματος. Ένα εγχείρημα διόλου εύκολο. Και μάλιστα, όταν το θέμα του δεν περιορίζεται στα στενά γεωγραφικά όρια του Μεξικού, απ’ όπου ο ίδιος κατάγεται, αλλά επιχειρεί να καλύψει ολόκληρη την Κεντρική και Νότια Αμερική, σε μια εποχή (1810-1820) που ολόκληρος ο ισπανόφωνος πληθυσμός της διαμορφώνει το νέο εθνικό του πρόσωπο. Στην Ευρώπη ο Ναπολέων παρελαύνει ακάθεκτος και η μητρόπολη της Νότιας Αμερικής, η Ισπανία, γρήγορα υποκύπτει στην ορμή του. Και οι κάτοικοι Νέας Ηπείρου – οι Ισπανοί, οι κρεολοί, οι ινδιάνοι και οι νέγροι- βρίσκονται στο πόδι. Δημιουργούνται δυο αντίπαλα στρατόπεδα που αντιμάχονται μέχρι θανάτου το ένα το άλλο : από τη μια όσοι παραμένουν πιστοί στο ισπανικό στέμμα –έστω κι αν αυτό τελεί υπό ομηρία- κι από την άλλη όσοι ονειρεύονται μια ανεξάρτητη ομοσπονδιακή κυβέρνηση ολόκληρης της ισπανόφωνης Αμερικής, μια κυβέρνηση που θα στηρίζεται στις αρχές του γαλλικού διαφωτισμού και όπου θα βασιλεύει το τρίπτυχο Ελευθερία-Ισότητα-Αδελφότητα…
Οι τρεις νεαροί φίλοι από το Μπουένος Άιρες, ο Μπαλτάσαρ Μπούστος, ο Χαβιέ Ντορέγκο κι Μανουέλ Βαρέλα, οπαδοί των νέων ιδεών, που χρόνια τώρα διαβάζουν τα απαγορευμένα βιβλία του Ρουσό και του Μοντεσκιέ, δραστηριοποιούνται στο πλευρό της στρατιωτικής επιτροπής (της «χούντας») που αγωνίζεται για την αποτίναξη του ισπανικού ζυγού. Ο πρώτος μάλιστα απ ' αυτούς, ο εικοσάχρονος δικαστικός υπάλληλος Μπαλτάσαρ Μπούστος, αποτολμά μια άκρως επικίνδυνη πράξη: τρυπώνει μια νύχτα στην κρεβατοκάμαρα του προέδρου των δικαστηρίων της Αντιβασιλείας και αρπάζει το μωρό που μόλις είχε γεννήσει η νεαρή γυναίκα του, αντικαθιστώντας το με ένα μαύρο, η μητέρα του οποίου, μια άσημη νέγρα, είχε μαστιγωθεί μέχρι θανάτου, μόνο και μόνο γιατί είχε τολμήσει να το φέρει στον κόσμο! Έτσι ο νεαρός ακτιβιστής θα επέβαλλε τη δικαιοσύνη! Μόνο που δεν υπολόγισε τις αστάθμητες παραμέτρους της τύχης ούτε την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ιδιοσυγκρασίας : το δικαστικό μέγαρο εκείνο το βράδυ πυρπολείται από εξτρεμιστές και το μαύρο μωρό καίγεται, ενώ το λευκό εξαφανίζεται στα χέρια μιας νέγρας παραμάνας. Κι όχι μόνο αυτό: καθώς ο νεαρός ακτιβιστής παραμόνευε για ν’ αρπάξει το μωρό
«βλέπει για πρώτη φορά τη μητέρα του, την Οφέλια Σαλαμάνκα, γυμνή , μέσα από τις αέρινες κουρτίνες της κρεβατοκάμαρας, γυμνή μπροστά στον καθρέφτη της, να προσφέρει στα θαμπωμένα και μυωπικά μάτια του το θέαμα ενός κορμιού σαν κλεψύδρα , σαν λευκή κιθάρα, με την πλάτη της γυρισμένη προς το μέρος του και με τον εκπληκτικό πισινό της να τον ζαλίζει, καθώς ξεχώριζε στο σκαμνί σαν δίδυμο φρούτο κάτω από μια λεπτή και δυνατή μέση…». Και το μεγάλο δίλημμα που θα τον κυβερνάει τα επόμενα δέκα χρόνια: να θυσιάσει αυτό το φλογερό πάθος του στο βωμό της απελευθέρωσης του Νέου Κόσμου και μιας δίκαιης κοινωνίας ή να αφεθεί, ανήμπορος, σ’ αυτό και, ακολουθώντας τη συμβουλή του Ιωάννη του Χρυσόστομου, να επιχειρήσει να ολοκληρώσει τον πλατωνικό αυτόν έρωτα, για να μην καταστραφεί από το ασίγαστο πάθος του;
Γινόμαστε λοιπόν μάρτυρες, στη συνέχεια, αυτού ανελέητου αγώνα του νεαρού επαναστάτη, που διασχίζει ολόκληρη την ταραγμένη Νότια Αμερική. Από τις πάμπες της Αργεντινής, ως τα απόκρημνα οροπέδια των Άνδεων στη Χιλή και στο Άνω Περού, δίπλα στους ελευθερωτές Μπολίβαρ και Σαν Μαρτίν, να δίνει τον υπέρτατο αγώνα για μια δίκαιη κοινωνία, αλλά και συγχρόνως να τρέχει πίσω από το αντικείμενο του πόθου του, καθώς η νεαρή γυναίκα, απελευθερωμένη κάποτε από τις συμβατικές της υποχρεώσεις, πήρε κι αυτή τους δρόμους και συνεχώς προηγούνταν στις απέραντες περιπλανήσεις τους αφήνοντας πίσω της μιαν αμφίσημη φήμη κι έναν γοητευτικό θρύλο…
Στο τέλος θα τη συναντήσει στις γραμμές ενός ανταρτόπαπα στο Μεξικό, του Άνσελμο Κιντάνα, και το μόνο που θα κάνει είναι να την αγγίξει. Κι ο Κιντάνα, μια εμβληματική φυσιογνωμία, σε μια αποστροφή του λόγου του θα αναρωτηθεί:
«Ωραία θα ήταν να μας είχε ιδρύσει ο Μοντεσκιέ κι όχι ο Τορκοεμάδα…Δεν είναι όμως έτσι. Θέλουμε τώρα να γίνουμε Ευρωπαίοι, μοντέρνοι, πλούσιοι, να κυβερνιόμαστε από το πνεύμα του νόμου και τα παγκόσμια δικαιώματα του ανθρώπου; Λοιπόν σου λέω ότι αυτό δεν πρόκειται ποτέ να συμβεί, εκτός κι αν πάψουμε να κουβαλάμε το πτώμα του παρελθόντος μαζί μας.» Και προσθέτει ότι ούτε τη μαγεία των Ινδιάνων θα έπρεπε να θυσιάσουν, ούτε τη θεολογία των Χριστιανών ν’ απεμπολήσουν και ούτε τον ορθολογισμό των Ευρωπαίων να αρνηθούν. Για να γίνουν κάτι καλύτερο…Και απογοητευμένος από την «ελευθερία» που τη βλέπει να πλησιάζει, αναρωτιέται «Μπορεί να υπάρξει ελευθερία χωρίς ισότητα;» Το ίδιο κι ο ήρωάς μας, ώριμος πια, και απελευθερωμένος από τις εμμονές της νεότητάς του, επιστρέφει στα πάτρια εδάφη, στη φάρμα του γαιοκτήμονα πατέρα του, με τους «γκαούτσος» έτοιμους πάλι να τον υπηρετήσουν, σαν να μην έχει αλλάξει τίποτε…
Ο Κάρλος Φουέντες αναπλάθει με μια εκπλήσσουσα ενάργεια αυτή τη μακρινή εποχή: με την ισπανόφωνη αριστοκρατία και τη χλιδή της, με τους κρεολούς και τους «μεστίζος» ανήσυχους και αποφασισμένους ν’ αλλάξουν τον κόσμο, και τους ινδιάνους έρμαια κάθε εξουσίας και αιώνια θύματά της.

Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2011

Το Σύντομο Καλοκαίρι της Αναρχίας


ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ
HANS MAGNUS ENZENSBERGER
ΤΟ ΣΥΝΤΟΜΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΗΣ ΑΝΑΡΧΊΑΣ
ΟΔΥΣΣΕΑΣ 2005



Ξαναδιαβάζοντας «Το Σύντομο Καλοκαίρι της Αναρχίας» του Hans Magnus Enzensberger (Frankfurt 1971, για την Ελλάδα «Οδυσσέας» Α’ έκδοση 1981, Δ΄ έκδοση 2005) διαπιστώνουμε ότι το ιστορικό δοκίμιο του Βαυαρού δοκιμιογράφου όχι μόνο δεν έχει χάσει την επικαιρότητά του, αλλά αντίθετα η πατίνα του χρόνου σε συνδυασμό με τις πρόσφατες κοινωνικές αναζητήσεις τού έχει προσδώσει μια ξεχωριστή γοητεία
Η άκρως διεισδυτική, αλλά συγχρόνως και ουδέτερη, ματιά του συγγραφέα προς το πείραμα του αναρχισμού κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου πολέμου, ο σεβασμός του προς τα ιστορικά δρώμενα και η αποφυγή της συναισθηματικής ταύτισής του μ’ αυτά, αναλύουν το συγκεκριμένο ιστορικό φαινόμενο με μια δεξιοτεχνία χειρουργική αφήνοντας τον αναγνώστη να συναγάγει ο ίδιος τα συμπεράσματά του.
Ο κύριος κορμός της αφήγησης του συγγραφέα καλύπτει, με βάση την πορεία του Buenaventura Durruti, ο οποίος υπήρξε η ψυχή του κινήματος, το χρονικό διάστημα από την κατάληψη της Βαρκελώνης ως το θάνατο του μεγάλου αναρχικού στη Μαδρίτη (19 Ιουλίου - 20 Νοεμβρίου 1936). Όμως στο περιθώριο της διαπραγμάτευσής του, ο συγγραφέας ανατρέχει και στην ιστορία του ισπανικού αναρχισμού από τη γέννησή του ως το τέλος του, καθώς και στις ρίζες και την αγωνιστική πορεία του Durruti μέχρι τη μεγάλη εξέγερση της Βαρκελώνης.
Στο σημείο όμως που κυριολεκτικά πρωτοτυπεί ο συγγραφέας, είναι η μέθοδος διαπραγμάτευσης του θέματος. Δεν περιορίζεται στην κλασική αφήγηση των κοσμοϊστορικών αυτών γεγονότων της προπολεμικής Ισπανίας, ούτε αρκείται στην εξιστόρηση της ζωής και των αγώνων του Durruti. Δεν συγγράφει δηλαδή ένα κλασικό εγχειρίδιο ιστορίας ή βιογραφίας. Απεναντίας, στα πλαίσια μιας μακρόχρονης έρευνας που χρηματοδοτήθηκε από τη Ραδιοφωνία και Τηλεόραση της Κολονίας, επιλέγει τη μέθοδο των συνεντεύξεων από τους ζώντες ακόμη τότε (1970) πρωταγωνιστές ή τους απλούς αυτόπτες μάρτυρες των γεγονότων. Και βέβαια οι μαρτυρίες κάθε άλλο παρά συμφωνούν μεταξύ τους. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα αντικρούουν η μια την άλλη. Ένα προσεχτικός όμως αναγνώστης, όχι πάντα βέβαια τόσο εύκολα, συγκρίνοντας μεταξύ τους τα γεγονότα και τις αναφορές που προκύπτουν από τις συνεντεύξεις, προσεγγίζει την ιστορική αλήθεια. Βέβαια ανάμεσα στις συνεντεύξεις μεσολαβούν οχτώ σχόλια του συγγραφέα κι ένας επίλογος στο τέλος, όπου δίνεται σχηματικά το πλαίσιο των γεγονότων.
Ένα κλασικό παράδειγμα αυτής της αναντιστοιχίας των γεγονότων που αφηγούνται οι πρωταγωνιστές και οι μάρτυρές τους είναι ο θάνατος του Durruti. Αν τα γεγονότα διαδραματίζονταν στα χρόνια του Χριστού, σίγουρα ο αναγνώστης θα σχημάτιζε την εντύπωση ότι ο μεγάλος αναρχικός, δε σκοτώθηκε, αλλά αναλήφθηκε στου ουρανούς. Ίσως μάλιστα κι ότι στη συνέχεια αναστήθηκε για να συνεχίσει τον αγώνα του. Κι αυτό γιατί , ενώ η επίσημη εκδοχή της CNT είναι ότι ο ήρωας χτυπήθηκε από σφαίρα φαλαγγίτη πολιτοφύλακα, καθώς θα ταίριαζε σ’ ένα ήρωα, μια εκδοχή που για δικούς του λόγους αποδέχεται και το ισπανικό Κ.Κ. ( ή ακόμη για κάποιους αναρχικούς, ότι εκτελέστηκε από μέλος του ισπανικού Κ.Κ.), η προσεχτική ανάγνωση των πηγών μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Durruti αυτοπυροβολήθηκε κατά λάθος την ώρα που έβγαινε από το αυτοκίνητό του! Εδώ, καθώς αντιλαμβανόμαστε , ο θρύλος δεν κατάφερε να επισκιάσει τα γεγονότα…
Αυτό που αποκομίζει σε γενικές γραμμές ο αναγνώστης από τη μελέτη του αυτού του δοκιμίου είναι ότι: «Οι αναρχικοί θεωρητικοί δεν ήταν σε θέση να κατανοήσουν τους μηχανισμούς που κινούν την ιστορία. Ο ορίζοντάς τους έφτανε μέχρι το επόμενο οδόφραγμα. Αυτό που υπόσχονταν , αλλά δεν μπορούσαν να πραγματοποιήσουν ήταν ένας εντελώς άγνωστος μελλοντικός κόσμος, όπου το κράτος, η εκκλησία, η οικογένεια και η ιδιοκτησία έπρεπε να πάψουν να υπάρχουν. Αυτοί οι θεσμοί όμως δεν ήταν μόνο μισητοί, αλλά και αποδεκτοί ταυτόχρονα εδώ και χιλιάδες χρόνια και το μέλλον της αναρχίας δεν ξυπνούσε μόνο νοσταλγία, αλλά και λανθάνοντες φόβους.»
Και το διαπιστώνουμε περίτρανα από τα ίδια τα γεγονότα: οι αναρχικοί ήταν ενάντια στον πόλεμο και στις δομές που αυτός συνεπάγεται: πειθαρχία, υπακοή στους ανωτέρους, ποινές ή τιμωρίες στους απείθαρχους κλπ. Έπρεπε όμως να πολεμήσουν. Μετά την εύκολη επικράτησή τους στις οδομαχίες της Βαρκελώνης, χρειάστηκε να εκστρατεύσουν ενάντια στη Σαραγόσα που την κατείχαν οι φασίστες. Χιλιάδες ενθουσιώδεις εθελοντές έσπευσαν να πυκνώσουν τη φάλαγγα του Ντουρούτι. Και στην αρχή πολλοί πρόσφεραν τη ζωή τους στον αγώνα για τον «ελευθεριακό κομμουνισμό» που ευαγγελίζονταν. Αλλά σύντομα άρχισε η διαρροή… Οι στρατιώτες, με την πρώτη ευκαιρία, εγκατέλειπαν τις γραμμές τους, για να επισκεφτούν τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους. Δεν υπάκουαν στους αξιωματικούς, γιατί απλούστατα, αξιωματικοί δεν υπήρχαν. Και κάποιοι άρχισαν να καταπιέζουν τους κατοίκους των χωριών που κυρίευαν, ακόμη και να «απαλλοτριώνουν» κατά την κρίση τους τις σοδειές και τα γεννήματά τους. Βέβαια ο Ντουρούτι χτύπησε αμείλικτα αυτές τις συμπεριφορές. Ακόμη και με εκτελέσεις. Έτσι όμως διολίσθαινε ανεπαίσθητα στις μεθόδους των εχθρών του… Κι όταν, αργότερα, η φάλαγγά του αποφασίστηκε να υπερασπίσει τη Μαδρίτη, οι άντρες της , μακριά από τις εστίες τους, επέδειξαν μια ασύγγνωστη νωθρότητα.
Αλλά και στις αναρχικές κοινωνίες που συγκροτούνταν στα μετόπισθεν τα προβλήματα δεν έλειπαν. Πρώτα έπρεπε να αντιμετωπιστούν οι αντιδράσεις της εκκλησίας και των παπάδων της που υπονόμευαν φανερά τις νέες κοινωνίες. Και οι εκκλησίες πυρπολήθηκαν, οι ιερείς τους εκτελέστηκαν. Στη συνέχεια οι διαφωνίες των οπαδών του Κ.Κ.Ι. και του τροτσκιστικού κόμματος (POUM), οι οποίοι διαφωνούσαν ριζικά με το πρόγραμμα των αναρχικών. Αυτοί υποχρεώθηκαν να συμπορευτούν με τη νέα κατάσταση (αποτελούσαν άλλωστε τη συντριπτική μειοψηφία). Έτσι κατορθώθηκε να εφαρμοστούν σχεδόν με επιτυχία, οι νέες μεταρρυθμίσεις. Το χρήμα καταργήθηκε κι ο καθένας πρόσφερε δωρεάν τις υπηρεσίες του στην κοινότητα και απολάμβανε τα αγαθά της ανάλογα με τις ανάγκες του. Τα εργοστάσια πέρασαν στα χέρια των εργατών και η παραγωγή τους διανέμονταν στις τοπικές κοινωνίες επίσης ανάλογα με τις ανάγκες τους. Ο θεσμός της οικογένειας με τη μορφή που λειτουργούσε μέχρι τότε έπαψε να υπάρχει. Τα ζευγάρια «παντρεύονταν» με κοινή συναίνεση χωρίς καμιά θρησκευτική ή πολιτική τελετή. Η πίστη μάλιστα των αναρχικών στη μονογαμική οικογένεια υπήρξε παροιμιώδης: κάθε «παρέκκλιση» από τα πλαίσια αυτής της ελεύθερης οικογένειας ήταν ηθικά καταδικαστέα.
Όμως η ισπανική δημοκρατία από την ανακήρυξή της (1931) μέχρι την πτώση της (Μάρτιος 1939) κάθε άλλο παρά κατέστρεψε τις υπάρχουσες κρατικές δομές του αστικού κράτους. Δεν αποτόλμησε την αναδιανομή των αγροτικών γαιών στους ακτήμονες χωρικούς, γρήγορα χρειάστηκε να στηριχτεί πάλι στην εκκλησία και στο μονοπώλιο της αστυνομικής εξουσίας και άρχισε να αφοπλίζει τους εργάτες. Και καθώς υποστηριζόταν ενεργά και από τους κομμουνιστές, απαγόρευσε κάθε κριτική εναντίον της ΕΣΣΔ, στα πλαίσια της οποίας πράκτορες της NKWD οργάνωσαν τη δολοφονία του ηγέτη των Τροτσκιστών. Γρήγορα τα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Μαδρίτης πλημμύρισαν από πρώην μαχητές των αναρχικών και οπαδούς του τροτσκιστικού κόμματος. Σε μια εποχή που φάλαγγες του Φράνκο παρήλαυναν ακάθεκτες προς τη Μαδρίτη, η πτώση της οποίας νομοτελειακά ήταν βέβαιη.
Αλλά στο τέλος δεν μπορείς να μην υποκλιθείς μπροστά στην ακεραιότητα και την αθωότητα των πρωτεργατών της ισπανικής επανάστασης: «Όταν πέθανε ο Ντουρούτι βρέθηκε ότι δεν κατείχε τίποτε. Ψάξαμε για μερικά ρούχα για να μπορέσομε να τον θάψουμε, καθώς αυτά που φορούσε ήταν κουρέλια. Βρήκαμε ένα πέτσινο σακάκι, εντελώς λειωμένο ένα χακί παντελόνι κι ένα ζευγάρι τρύπια παπούτσια. Αυτή ήταν όλη του η κληρονομιά»

Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2010

Ο Λιτούμα στις Άνδεις

ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ



ΠΕΡΟΥ
MARIO VARGAS LLOSA
Ο ΛΙΤΟΥΜΑ ΣΤΙΣ ΑΝΔΕΙΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΑΡΑΣ ΜΠΕΝΒΕΝΙΣΤΕ
ΕΞΑΝΤΑΣ 1998
(σελ. 328)

Στο μυθιστόρημά του αυτό (1993) ο Περουβιανός συγγραφέας, τιμημένος με το τελευταίο νόμπελ λογοτεχνίας (2010) («για τη χαρτογράφηση των δομών της εξουσίας και τις διεισδυτικές εικόνες της αντίστασης του ατόμου, της εξέγερσης και της ήττας του») συνθέτει μια αριστοτεχνική συμφωνία, ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα, στην προκατάληψη και την επιστήμη, καθώς και στην αγριότητα και την έμφυτη ευγένεια του ανθρώπου… Με μουσική υπόκρουση τους ανέμους των Άνδεων, τους κόνδορες να κράζουν απειλητικά και το σάλαγο από τις τρομαχτικές κατολισθήσεις των βουνών που ισοπεδώνουν τα πάντα στο πέρασμά τους.
Σκηνικό της ιστορίας ένα άθλιο παράπηγμα που χρησιμεύει ως σταθμός της πολιτοφυλακής σ’ ένα χωριό της σιέρας και πρωταγωνιστές ο δεκανέας Λιτούμα κι ο βοηθός του πολιτοφύλακας Καρένιο. Και διαρκώς παρούσα η υπαρκτή απειλή της τρομοκρατικής οργάνωσης «Φωτεινό Μονοπάτι» που ουσιαστικά ελέγχει την περιοχή, έτοιμη να εφαρμόσει την ποινή του λιθοβολισμού μέχρι θανάτου σε κάθε «πράκτορα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και του σοβιετικού ρεβιζιονισμού» μόνο και μόνο γιατί δεν είναι διατεθειμένος να συμπράξει στο «επαναστατικό» έργο της.
Εκτός όμως από το «Φωτεινό Μονοπάτι», παρούσες είναι στην αφήγηση και οι υπερφυσικές δυνάμεις των Ινκας: Τα πνεύματα των βουνών (άπου), των κατολισθήσεων (γουάικο) και οι αναρίθμητοι βρικόλακες (πιστάκο) που φωλιάζουν στις σπηλιές τους και συνεχίζουν, όπως στους προκολομβιανούς πολιτισμούς, να απαιτούν προσφορές και ανθρωποθυσίες… Και οι Ινδιάνοι της σιέρας, οι λευκοί , οι μιγάδες και οι νέγροι της ακτής, χαμένοι ανάμεσα σ’ αυτές τις σκοτεινές δυνάμεις του χτες και του σήμερα, δεν μπορεί παρά να υποκύψουν… Αυτοί είναι απλοί εργάτες, χειρώνακτες στο εργοτάξιο της διάνοιξης ενός εθνικού δρόμου, που ούτε ισπανικά μιλούν καλά-καλά, καθώς επικοινωνούν μεταξύ τους στην τοπική διάλεκτο των Ινδιάνων. Γι αυτούς ο πολιτισμός δεν έφτασε ακόμη στα χωριά και στις καλύβες τους. Αιώνια θύματα της εκμετάλλευσης των ολίγων, αρχίζουν να εγκαταλείπουν τη γη των προγόνων τους που δεν τους δέχεται πια και να συρρέουν στις πόλεις ή να εναποθέτουν τη σωτηρία τους στη νέα μαοϊκή τρομοκρατική οργάνωση που στο πέρασμά της εκτελεί με λιθοβολισμό τους πλούσιους, του ανθρώπους της εξουσίας, τους επιστήμονες, τους ομοφυλόφιλους. Ο συγγραφέας μέσα από το έργο του ασκεί μια εύστοχη αλλά όχι κραυγαλέα κριτική στην πολιτική εξουσία της πατρίδας του για τη στάση της απέναντι στην προοδευτική αποσύνθεση των κατοίκων του Περού που χειμάζονται από τη φτώχεια, την ανασφάλεια και την απειλή των βαρόνων της κοκαΐνης.
Ο Λιόσα, που ασχολήθηκε ενεργά με την πολιτική (το 1990 κατέβηκε στις προεδρικές εκλογές του Περού ως υποψήφιος της κεντροδεξιάς-και τις έχασε) πιστεύει ότι η δίψα για την εξουσία μεταμορφώνει τους ανθρώπους σε τέρατα. Επιχειρεί λοιπόν μέσα από τα έργα του να ανιχνεύσει αυτή την αντίληψη. Αποστρέφεται βέβαια τη στρατευμένη λογοτεχνία, καθώς πιστεύει ότι «μπορείς να χρησιμοποιήσεις την πολιτική προς όφελος της λογοτεχνίας, αλλά δεν μπορείς να κάνεις το αντίστροφο»
Παραστατική ευθύγραμμη αφήγηση (με συχνά αυτοτελή παρένθετα επεισόδια, κυρίως από τη δράση των μαοϊκών ανταρτών), αλλά και μια αντίστιξη που λειτουργεί ως intermezzo: την παρένθεση του μεγάλου έρωτα του Καρένιο που τον αφηγείται ο ίδιος τα ατέλειωτα βράδια στον προϊστάμενό του κι απαλλάσσει τον αναγνώστη προς στιγμήν από την ένταση της κύριας διήγησης. Και τα δυο αφηγηματικά μοτίβα-αυτό της κύριας δράσης του δεκανέα, που δίνεται σε τριτοπρόσωπη αφήγηση, κι εκείνο της ιστορίας του έρωτα του βοηθού του, σμίγουν αριστοτεχνικά στο τέλος, όπου ο συγγραφέας επιφυλάσσει για τον αναγνώστη μια πρώτης τάξεως έκπληξη. Μια έκπληξη που συνδέει το παρόν με το παρελθόν, την ιστορία με το παρόν, το μύθο με την καθημερινή πραγματικότητα του τόπου.
Η μετάφραση, της Σάρας Μπενβενίστε, εύστοχη, λειτουργική, με συχνές βοηθητικές παραπομπές στο τέλος της σελίδας –κι όχι στο τέλος του έργου, πράγμα που δυσχεραίνει την ανάγνωση- αλλά χωρίς κάποιον βοηθητικό πρόλογο ή επίλογο που θα βοηθούσε τον αναγνώστη να αποχτήσει μια πλήρη εικόνα του συγγραφέα και του έργου του. Και απορίας άξιο γιατί χρησιμοποιεί για το όνομα του συγγραφέα τον τύπο «Γιόσα» αντί του ορθού «Λιόσα» (Llosa)

Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2010

Μια Ιστορία για τον Μάυτα

ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΠΕΡΟΥ

MARIO VARGAS LLOSA
ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΥΤΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 1997
σελ. 400
Ο καμβάς της «Ιστορίας για τον Μάυτα» είναι απλός. Το 1958 ο συγγραφέας-αφηγητής που βρίσκεται στο Παρίσι, πληροφορείται από τα «ψιλά» της “Monde” ότι στη χώρα του, το Περού, ξεκίνησε και έληξε άδοξα μια προσπάθεια εξέγερσης των Ινδιάνων των Άνδεων, υποκινητής της οποίας υπήρξε ένα αμφιλεγόμενο πρόσωπο: ο τροτσκιστής Αλεχάντρο Μάυτα. Το επεισόδιο γρήγορα ξεχάστηκε. Και στις αρχές της δεκαετίας του ’80, εικοσιπέντε χρόνια αργότερα, ο αφηγητής αποφασίζει να «περιγράψει» τα γεγονότα αυτής της εξέγερσης. Επισκέπτεται λοιπόν το Περού και ξεκινάει μια εργώδη προσπάθεια να συναντήσει όλους όσους είχαν κάποια σχέση μ’ αυτήν την εξέγερση και να καταγράψει τις απόψεις τους. Άδικος κόπος; Όχι ακριβώς. Γιατί παρόλο που αντιλαμβάνεται γρήγορα –το ίδιο και ο αναγνώστης- ότι «αλήθεια» δεν υπάρχει, κι αυτό όχι μόνο εξαιτίας του χρόνου που μεσολάβησε ανάμεσα στα «γεγονότα» και στις συνεντεύξεις, αλλά κυρίως γιατί κάθε μάρτυρας επιμένει στη δική του αλήθεια, καταλήγει στο τέλος να μην αφηγηθεί τα ακριβή γεγονότα του εγχειρήματος , αλλά να γράψει ένα μυθιστόρημα βασιζόμενος στις μαρτυρίες όσων τα έζησαν. Να παραποιήσει δηλαδή εσκεμμένα τα γεγονότα, γνωρίζοντάς τα όμως ο ίδιος όσο πληρέστερα γίνεται.
Έτσι ο Βάργκας Λιόσα, «παίζοντας» με το χρόνο, αρχίζει την αφήγησή του πηδώντας χωρίς προειδοποίηση από το τότε στο τώρα και τανάπαλιν. Παρακολουθούμε λοιπόν σ’ όλο της το μεγαλείο τη διάσπαση της αριστεράς στο Περού (μόνο;) την καχυποψία και τη διαρκή αντιπαλότητα που χώριζε τις φράξιες των σταλινικών, των μαοϊκών και των τροτσκιστών, οι οποίοι, σαν να μην έφταναν οι υπάρχουσες τάσεις διασπώνται σε παμπλιστές και «γνήσιους» τροτσκιστές, στους οποίους ανήκει και ο ήρωάς μας μαζί με άλλους έξι! Κι όταν ο Μάυτα πληροφορείται τυχαία τη σχεδιαζόμενη εξέγερση στα υψίπεδα των Άνδεων, παίρνει την απόφαση να προτείνει στο «κόμμα» του τη στήριξή της, η οποία όμως δε γίνεται δεκτή, με αποτέλεσμα να διαγραφεί και σαν άλλος δον Κιχώτης να ξεκινήσει σχεδόν ολομόναχος ένα τραγικό οδοιπορικό προς την καταστροφή…
Με την ευκαιρία όμως αυτής της εξιστόρησης, ο συγγραφέας μάς ξεναγεί στην τριτοκοσμική χώρα του με τις συνεχείς στρατιωτικές δικτατορίες, την ένδεια και την απομόνωση των ινδιάνων αγροτών που κάθε τόσο καταλαμβάνουν τα κτήματα που καλλιεργούν για να σφαγιασθούν σε λίγο από τους ιδιοκτήτες τους και τους στρατιώτες που τους συμπαραστέκονται, μας εισάγει στις άθλιες παραγκουπόλεις της Λίμας, όπου απελπισμένοι χωρικοί στοιβάζονται μες στο σκουπίδι και την κοπριά, ανάμεσα στα γουρούνια και τα αδέσποτα σκυλιά, αλλά και στο (κατ’ ευφημισμόν) σωφρονιστικό σύστημα της χώρας…
Επιμένει όμως κυρίως στη σκιαγράφηση της προσωπικότητας του Μάυτα. Που πέρασε τα παιδικά του χρόνια ως πιστός καθολικός, που επιχείρησε μάλιστα και μια απεργία πείνας, για να βρεθεί στη θέση των φτωχών, που βρέθηκε στη συνέχεια στη μαρξιστική αριστερά, στην οποία αφιέρωσε ό τι είχε και δεν είχε, για να καταλήξει στις φυλακές, από τις οποίες κάποτε αποφυλακίζεται, εξηντάρης πια, άδειος από κάθε πίστη και ελπίδα. Και ενώ οι «σύντροφοί» του επωφελήθηκαν τα μάλα από τι κλοπές των τραπεζών («κατασχέσεις» τις έλεγαν τότε, όχι «απαλλοτριώσεις» όπως οι δικοί μας) και μερικοί μάλιστα έφτασαν να γίνουν βουλευτές, ο ίδιος ένα κράμα ιδαλγού και αφελούς αγωνιστή θα παραμείνει στο κοινωνικό περιθώριο μην πιστεύοντας και μην ελπίζοντας τίποτε…
Η μετάφραση αξιόλογη και προσεγμένη. Η μεταφράστρια μάλιστα παραθέτει στην αρχή του έργου ένα χρήσιμο εισαγωγικό σημείωμα και στο τέλος του ένα βοηθητικότατο ευρετήριο ιστορικών και κοινωνικών όρων.