Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Προμηθεὺς πλάσας ποτὲ ἀνθρώπους δύο πήρας ἐξ αὐτῶν ἀπεκρέμασε, τὴν μὲν ἀλλοτρίων κακῶν, τὴν δὲ ἰδίων, καὶ τὴν μὲν τῶν ὀθνείων ἔμπροσθεν ἔταξε, τὴν δὲ ἑτέραν ὄπισθεν ἀπήρτησεν. Ἐξ οὗ δὴ συνέβη τοὺς ἀνθρώπους τὰ μὲν ἀλλότρια κακὰ ἐξ ἀπόπτου κατοπτάζεσθαι, τὰ δὲ ἴδια μὴ προορᾶσθαι

Παρασκευή 11 Ιουλίου 2014

Σφαγείο Σαλονίκης

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ; ΕΝ ΑΡΜΗ ΗΝ Ο ΛΟΓΟΣ
ΘΑΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ
ΣΦΑΓΕΙΟ ΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΨΥΧΟΓΙΟΣ 2011
Σελ. 366

Θεσσαλονίκη 1943. Οι  Ναζί προετοιμάζουν την τελική λύση για τους Εβραίους κατοίκους της. Ο υποδιοικητής της Γκεστάπο Σούμπερτ με τον Μαξ Μέρτεν σχεδιάζουν με κάθε λεπτομέρεια την εξόντωσή τους και τη διανομή της λείας.  Οι μηχανές των συρμών που θα τους μεταφέρουν στο Μπιργκενάου και το Άουσβιτς είναι αναμμένες. Στο γκέτο του Χιρς, όπου τους έχουν στοιβάξει , κλαυθμός και οδυρμός. Τα σπίτια τους και τα μαγαζιά τους στο έλεος των «μεσεγγυούχων», δηλαδή των ταγματασφαλιτών και των συμπαθούντων. Το χρυσάφι τους έχει κάνει φτερά. Μεταφέρεται στο Βερολίνο και την Αθήνα.
Η πόλη πεινάει. Οι μαυραγορίτες τρίβουν τα χέρια τους. Στα άντρα των ταγματασφαλιτών στις οδούς Πολωνίας (Αλεξ. Σβώλου) και Παύλου Μελά, εκατοντάδες ύποπτοι  για σαμποτάζ ή «κομμουνιστική» προπαγάνδα μακελεύονται. Η κομμουνιστική οργάνωση ΟΠΛΑ κάθε βράδυ «εκτελεί» ντόπιους φασίστες, συνεργάτες των Γερμανών , αλλά και κάθε εχθρό της κομματικής γραμμής, όπως τους τροτσκιστές.
Μέσα σ’ αυτόν τον Αρμαγεδδόνα ο αστυνόμος της Γενικής Ασφάλειας Στέφανος Ασλάνογλου πασχίζει να εκτελεί το καθήκον του ισορροπώντας πάνω σε τεντωμένο σχοινί. Η Έμμα, η Εβραία σύντροφός του, έχει λάβει την εντολή να μην ξεμυτίζει από το διαμέρισμά τους. Ο διοικητής του τού αναθέτει την εξιχνίαση ενός διπλού αποτρόπαιου φόνου, στον οποίο φαίνεται ότι εμπλέκονται υψηλά ιστάμενα πρόσωπα της γερμανικής διοίκησης…
Γραφή τολμηρή, νατουραλιστική σύμφωνη με το πνεύμα (εκείνων) των καιρών. Ο συγγραφέας δεν χαρίζεται σε κανέναν, δεν αγιοποιεί, δεν καταγγέλλει. Απλώς περιγράφει.
Το μυθιστόρημα δεν συνιστάται για παιδιά, καθώς και για ευαίσθητες ψυχές όπως είναι οι Atenistas στην Αθήνα και οι ομόλογοί τους LosLampicos στη Θεσσαλονίκη, και δεν ανήκει σ’ εκείνα που ψυχαγωγούν στην παραλία.
Δυο χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

Ο Σταύρος Ασλάνογλου, ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος αναγκάζεται να αφηγηθεί στην Έμμα, την Εβραία σύντροφό του, που την κρατά κρυμμένη στο διαμέρισμά του για το φόβο (όχι των Ιουδαίων βέβαια) «όσα γνωρίζει  κι όσα υποθέτει. Όσα περιμένει κι όσα φοβάται . Όλα χωρίς να κρύψει τίποτε» (σελ. 212):
Για τους Έλληνες που συνωστίζονταν στα γραφεία της Γκεστάπο, στην Αγίας Σοφίας, με το χαρτί μιας διεύθυνσης στο χέρι, έτοιμοι να παραδώσουν τον Εβραίο και χωρίς τσίπα να βάλουν χέρι στην περιουσία του. Για το χρυσό που βρέθηκε σε σπίτια μαγαζιά και συναγωγές, κατασχέθηκε αμέσως και στάλθηκε ο μισός στο Βερολίνο κι ο άλλος μισός στην Αθήνα. Για τα καμιόνια που φόρτωναν στους συνοικισμούς άντρες, γέρους και γυναικόπαιδα, σαν να ήταν πρόβατα που οδηγούνταν στο σφαγείο, κάτι που δεν απείχε πολύ από την αλήθεια. Για τους εγκάθετους συμπολίτες μας που έφτυναν, προπηλάκιζαν και πετούσαν πέτρες, καθώς οι καταραμένοι Οβριοί περνούσαν τους δρόμους. Για τα δεκάδες βαγόνια που ήρθαν έτοιμα να φορτώσουν τους χιλιάδες κυνηγημένους και μέσω Φλώρινας, Βελιγραδίου και Βουδαπέστης θα τους οδηγούσαν στα στρατόπεδα εξόντωσης της Πολωνίας, χωρίς να πέσει ούτε μια σφαίρα από τα παρτιζάνικα κινήματα των Ελλήνων και των Σέρβων κομμουνιστών. Για το ολοκαύτωμα που τους βόλευε όλους.

…………………………………………………………………………………………..

«Ντύνομαι βιαστικά και βγαίνω… Τραβάω γραμμή στο κτίριο της Γενικής Ασφάλειας, στην Εθνικής Αμύνης. Η συνηθισμένη κίνηση στους δρόμους. Φορτηγά με τους επονομαζόμενους πεταλάδες, τους στρατιώτες της Βέρμαχτ με την ημικυκλική μεταλλική ταυτότητα στο λαιμό, ταγματασφαλίτες, μαύρα κοράκια σε περιπολίες με ύφος κουραδόμαγκα, μαυραγορίτες με κρυμμένα τρόφιμα στους μπόγους και κλεμμένα χρυσαφικά στις τσέπες, γερμανοτσολιάδες με μαύρα μακριά πέτσινα παλτά, όλοι οι καριόληδες που, αν είχα στα χέρια μου ένα οπλισμένο πολυβόλο, θα τους έκανα σουρωτήρι.
Και κοντά σ’ όλα αυτά τα τομάρια κι  εξαιτίας αυτών, λιπόσαρκα κορμιά κοντά στους κάδους των μαγαζιών, τυραννισμένα και πονεμένα πρόσωπα γυναικών, άντρες υποψήφιοι οποιαδήποτε ώρα και στιγμή για ομηρία και στήσιμο στον τοίχο, και γριές μαυροντυμένες στα σκαλιά της Παναγιάς της Δεξιάς με απλωμένο το αποστεωμένο χέρι τους, ικετεύοντας για μια μπουκιά ψωμί, για μια στάλα ζωή. Η πατρίδα πεινούσε και πέθαινε και κάποιοι άλλοι  εκμεταλλεύονταν αυτή την ευκαιρία και πλούτιζαν…» (σελ.217)





                                                                                           

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014

Βαλς στη ομίχλη


ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ: ΕΝ ΑΡΧΗ ΗΝ Ο ΛΟΓΟΣ                                                  
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΡΙΖΩΝΗ
ΒΑΛΣ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2014
(έκδοση ξαναδουλεμένη)
σελ. 246

                                                               

Να το δηλώσουμε εξαρχής: αποτελεί άθλο η τοποθέτηση των χαρακτήρων ενός μυθιστορήματος σε μια εποχή και σε ένα περιβάλλον που απέχει έναν ολόκληρον αιώνα από τις μέρες μας. Και ο άθλος αυτός γίνεται πιο σημαντικός, αν ο τόπος της δράσης των ηρώων του έργου είναι μια Θεσσαλονίκη του τέλους του ΙΘ’ αι. Μια Θεσσαλονίκη ακόμη τουρκοκρατούμενη , με τον πολυπολιτισμικό της χαρακτήρα και εμφανή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα των βαλκανικών εθνικισμών και συγκρούσεων…
Υποθέτω ότι αυτό το νόημα έχει και το «ξαναδούλεμα» της πρώτης έκδοσης του μυθιστορήματος του 2001, η οποία θα περιείχε ενδεχομένως και κάποιες ιστορικές αστοχίες και αναχρονισμούς…
Και βέβαια δεν είναι η πλοκή του έργου εκείνο που το κάνει ξεχωριστό. Μια πολυχρησιμοποιημένη τεχνική, σύμφωνα με την οποία  η ηρωίδα του έργου μεταφέρεται ξαφνικά κάτω από ιδιάζουσες συνθήκες, σε μια παρωχημένη εποχή και συνεχίζει τη ζωή της στους ίδιους γνωστούς της , αλλά και τόσο  διαφορετικούς, τόπους με άγνωστα πρόσωπα. Για να «ξυπνήσει» στο τέλος και να συνεχίσει τη ζωή της στον παρόντα αιώνα…Εκεί που την άφησε.
Εκεί, λοιπόν, στη Θεσσαλονίκη του τέλους του         ΙΘ’       αιώνα, η ηρωίδα μας εμπλέκεται σε μια ιστορία αστυνομικής υφής: στη διαλεύκανση ενός ανεξήγητου φόνου, μπροστά στην οποία η τουρκική αστυνομία σηκώνει τα χέρια. Ανατροπές διαδέχονται η μία την άλλη. Με κορυφαία την τελευταία, την οποία είναι αδύνατον να φανταστεί και ο πιο φανατικός φίλος του αστυνομικού μυθιστορήματος…
Εκείνο όμως που πραγματικά θέλγει τον αναγνώστη δεν είναι η πλοκή του, αλλά  η ανάδυση εκείνης της ξεχωριστής ατμόσφαιρας της εποχής, με τα χρώματα και τους ήχους της, τα υπαρκτά –κατά  κανόνα-πρόσωπα που ζουν και κινούνται στα στενορύμια  και στα καταστήματα της πόλης, που επικοινωνούν μεταξύ τους σ’ όλες τις γλώσσες της πόλης: τα τουρκικά, τα ελληνικά, τα σεφαραδίτικα, τα αγγλικά.
Αναδύεται έτσι από τα βάθη της συλλογικής μνήμης μια Θεσσαλονίκη του λεγόμενου «μακεδονικού αγώνα», μια Θεσσαλονίκη με τις ανατολίτικες δολοπλοκίες, τα δερβισικά τάγματα, τις μυστικές υπηρεσίες, μια πόλη του καθημερινού μόχθου, αλλά και της χλιδής, μια Θεσσαλονίκη τέλος των επιδημιών που αποδεκάτιζαν τους πληθυσμούς της συχνά-πυκνά.
Το μυθιστόρημα διαβάζεται με αδιάπτωτο ενδιαφέρον .Συνοδεύεται από επεξηγηματικές σημειώσεις και από μια πλούσια βιβλιογραφία στην οποία προφανώς χρειάστηκε να καταφύγει η συγγραφέας για να απεικονίσει με ακρίβεια την πόλη της τελευταίας δεκαετίας του δέκατου ένατου αιώνα.




Δευτέρα 19 Μαΐου 2014

Χορεύουν οι ελέφαντες

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ: ΕΝ ΑΡΧΗ ΗΝ Ο ΛΟΓΟΣ
7. ΣΟΦΙΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ
ΧΟΡΕΥΟΥΝ ΟΙ ΕΛΕΦΑΝΤΕΣ
ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
ΑΘΗΝΑ 2012

Για μια ακόμη φορά η Σοφία Νικολαίδου δοκιμάζει με την προσφιλή της μέθοδο της «μυθοποίησης» να προσεγγίσει όχι κάποια περίοδο της νεότερής μας ιστορίας αυτή τη φορά, αλλά  μια κραυγαλέα και άνωθεν επιβεβλημένη «δικαστική πλάνη» που απασχόλησε όχι μόνο τη Θεσσαλονίκη, αλλά και το πανελλήνιο: τη δολοφονία το 1948 του αμερικανού δημοσιογράφου Τζον Πολκ.
Και αυτή τη φορά δεν κρατάει τα προσχήματα, δεν αμφιταλαντεύεται, αλλά ανιχνεύει την υπόθεση σ΄όλες της τις παραμέτρους και καταλήγει σε ετυμηγορία: αυτή στην οποία έχουν καταλήξει όχι μόνο η κοινή γνώμη της πόλης μας, αλλά και οι ιστορικοί (δεν είναι και λίγοι) που ερεύνησαν την υπόθεση στα μεταγενέστερα χρόνια. Ότι δηλαδή ο φέρελπις υπότροφος του Harvard, Τζον Πολκ,  υπήρξε θύμα του αγγλοαμερικανικού ανταγωνισμού που είχε ξεσπάσει στην Ελλάδα για την υπεράσπιση των συμφερόντων των δυο αυτών «συμμάχων» στη Μέση Ανατολή.
Και η γραφή της η γνωστή πολυεδρική γραφή από το προηγούμενο έργο της, το «Απόψε δεν έχουμε φίλους» από το οποίο εξάλλου  «δανείζεται» και τους βασικούς της χαρακτήρες. Αυτοτελείς αφηγήσεις δηλαδή –σε πρώτο πρόσωπο-καταστάσεων και γεγονότων που αλληλοσυμπληρώνονται και όχι σπάνια αυτοαναιρούνται, όπως είναι φυσικό.
Οι πασίγνωστοι ιστορικοί χαρακτήρες που συνυπάρχουν στην πλοκή του έργου μεταμφιέζονται βέβαια και αποχτούν ιδιαίτερα ονόματα, προσεγμένα κατά τη συνήθη πρακτική των συγγραφέων που δραματοποιούν ιστορικά γεγονότα, και μάλιστα με τρόπο που είναι δύσκολο να εγείρει νομικές διεκδικήσεις οποιοσδήποτε κακόπιστος… Έτσι ο Στακτόπουλος γίνεται Γκρης, ο Πολκ …Τάλας, ο Μουσχουντής Τζιτζιλής κ.ο.κ. Αυτό δημιουργεί βέβαια στους αναγνώστες που γνωρίζουν την υπόθεση μια περιορισμένη σύγχυση και αμηχανία, αλλά γρήγορα την ξεπερνούν.
Μια άλλη εξίσου «πολυφορεμένη» μέθοδος είναι η θέαση των γεγονότων από δυο διαφορετικές εποχές που απέχουν, στην περίπτωσή μας,  περίπου εξήντα χρόνια η μια από την άλλη. Η μέθοδος αυτή παρέχει τη δυνατότητα στον αναγνώστη να αντιμετωπίσει τα ιστορικά αυτά γεγονότα περίπου sub specie eternitatis… Ενώ λοιπόν στο πρώτο επίπεδο («1948 και πριν») αφηγούνται η μητέρα και η αδελφή του Γκρη, ο διευθυντής της ασφάλειας της Θεσσαλονίκης Τζιτζιλής, η αμερικανίδα μητέρα του
Τζακ Τάλας (αξιοσημείωτη αυτή η «μαρτυρία») και άλλα πρόσωπα που ενέχονται άμεσα στην υπόθεση, στο δεύτερο επίπεδο («σχολικό έτος 1910-1911») τη σκυτάλη παραλαμβάνουν μερικοί  γνωστοί από το «Απόψε» χαρακτήρες ή επίγονοί τους με κυρίαρχο έναν ρηξικέλευθο τελειόφοιτο λυκείου, τον Μηνά, ο οποίος αρνείται πεισματικά να συμμετάσχει στη φάρσα των Πανελληνίων Εξετάσεων και αναλαμβάνει στο μάθημα της ιστορίας του καθηγητή Σουκιούρογλου (ο υπογράφων την παρούσα ανάρτηση πολύ θα ήθελε να γνωρίζει αν ο …Σουκιούρογλου κρύβει κάποια υπαρκτή προσωπικότητα), αναλαμβάνει λοιπόν να ερευνήσει την ξεχασμένη αυτή υπόθεση της δολοφονίας του Πολκ.
Μ’ αυτή λοιπόν τη μέθοδο η συγγραφέας επιχειρεί να βάλει βαθιά το νυστέρι της κριτικής της σε δυο εποχές: σ’ εκείνην του εμφυλίου, στην οποία αλώνιζαν οι πάσης φύσεως εθνικόφρονες και στη σύγχρονη εποχή που τη χαρακτηρίζει μια έντονη αμφισβήτηση όλων των καθιερωμένων θεσμών και ειδικά της εκπαίδευσης:
«Ο ελληνικός επαρχιωτισμός σε συνδυασμό με τον εθνικό ναρκισσισμό όριζαν τον φαύλο κύκλο της ελληνικής εκπαίδευσης, η οποία αντί να ανοίγει προς τα έξω , κλεινόταν συστηματικά προς τα μέσα. Τα παιδιά μεγάλωναν σ’ ένα τέτοιο μαντρί , όπου η γνώση έμοιαζε ξέχωρη από την εμπειρική επαλήθευση και όπου η μάθηση προβαλλόταν ως βάσανο και σχεδόν ποτέ ως ευχάριστη περιπέτεια. Διδάσκονταν την άκριτη ευσέβεια στα σχολικά εγχειρίδια και στην αυθεντία του δασκάλου. Η παρόρμηση ανεξάρτητης σκέψης πατασσόταν πριν προλάβει να σηκώσει κεφάλι» (σελ. 299)
Και όταν ο επαναστατημένος έφηβος μας κατά την παρουσίαση της άψογης εργασίας του στο τέλος της σχολικής χρονιά , αρνείται να πάρει θέσει και να προτάξει τη δική του ετυμηγορία, παρουσιάζοντας τα γεγονότα «ακριβώς όπως αυτά συνέβησαν», βρίσκεται αντιμέτωπος με την οργή του δασκάλου του, ο οποίος αρνείται τη φενάκη της «αντικειμενικής ιστορίας» υποστηρίζοντας:
«Τα ιστορικά γεγονότα φτάνουν σ’ εμάς ήδη ερμηνευμένα, είναι πιο πονηρά από ότι νομίζουμε. Καιρός να το παραδεχτούμε: Η ιστορία είναι μια κατασκευή. Μυθοπλασία είναι η λέξη που της ταιριάζει.»



Τρίτη 13 Μαΐου 2014

Ο Γύρος του Θανάτου

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ: ΕΝ ΑΡΧΗ ΗΝ Ο ΛΟΓΟΣ
6. ΘΩΜΑΣ ΚΟΡΟΒΙΝΗΣ
Ο ΓΥΡΟΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
ΑΓΡΑ 2011
Σελ. 216

Για μια ακόμη φορά αναρωτιέμαι αν ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να ερμηνεύσει κανείς τα ιστορικά γεγονότα είναι η λογοτεχνία. Μα, θα ν' αναρωτηθούν κάποιοι, πώς είναι δυνατόν να ερμηνεύσουμε τα γεγονότα μέσα από πλασματικούς χαρακτήρες και  από μια φανταστική πλοκή;  Αλλά μήπως αυτά τα ιστορικά γεγονότα που τα προσεγγίζουμε μέσα από την ιστορία δεν μας έρχονται έτοιμα, «ερμηνευμένα»,  χωρίς να το υποψιαζόμαστε; Και τελικά μήπως αυτό που ονομάζουμε «ιστορία» δεν είναι μια καλοστημένη φαντασία, ένας «γενικά παραδεκτός» μύθος;
Ο Θωμάς Κοροβίνης το γνωρίζει αυτό. Γι αυτό και στην προσπάθειά του να προσεγγίσει μια κρίσιμη εποχή της ιστορίας της Θεσσαλονίκης, με τη Κατοχή, την Αντίσταση, τον Εμφύλιο και τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια, «δανείζεται» έναν χαρακτήρα με σάρκα και οστά, που στοίχειωσε κυριολεκτικά την πόλη τη συγκεκριμένη αυτή εποχή: τον Αριστείδη Παγκρατίδη, τον επονομαζόμενο και «δράκο του Σέιχ Σου»
Αλλά  ο αναγνώστης γρήγορα αντιλαμβάνεται ότι ο συγγραφέας δεν σκοπεύει να δώσει απάντηση στο αγωνιώδες ερώτημα που απασχόλησε –και ακόμη απασχολεί –τους κατοίκους της πόλης, αν δηλαδή το άτομο που εκτελέστηκε «δια τυφεκισμού, εις τον συνήθη τόπον των εκτελέσεων» την αυγή της 16ης Φεβρουαρίου 1968 ήταν και ο δράστης των ειδεχθών εγκλημάτων που του φόρτωσαν. Παρόλο που η καταγραφή των γεγονότων που ακολουθούν διακρίνεται για την χρονογραφική της ακρίβεια , γεγονός που σημαίνει ότι ο συγγραφέας έσκυψε με σχολαστικό ενδιαφέρον στα συγκεκριμένα ιστορικά δρώμενα, συνειδητοποιούμε ότι ο βασικός στόχος του είναι να ανασύρει και να φωτίσει εκείνες τις μυστικές και κυρίαρχες αιτίες που τα διαμόρφωσαν.
Ο συγγραφέας επιλέγει τη λεγόμενη «πολυπρισματική αφήγηση» για τη ζωή του «Αρίστου» αλλά και για την κοινωνία της πόλης. Μιλούν έτσι, πάντα σε πρώτο πρόσωπο, ένα φιλαράκι, μια παραδουλεύτρα για τη μάνα του ήρωα, ένας αχθοφόρος του λιμανιού, ένας παρακρατικός γείτονας, ένα χωροφύλακας δημοκρατικών φρονημάτων, ένα αστός της παραλίας, το αφεντικό του «Γύρου του Θανάτου», μια τραβεστί και τέλος μια τραγουδίστρια.
Και το αποτέλεσμα αποδεικνύεται θαυμαστό. Όσοι ζήσαμε εκείνα τα συγκεκριμένα χρόνια, όσοι μετείχαμε θέλαμε δεν θέλαμε στα γεγονότα, τα οποία και θάψαμε με τον καιρό όσο πιο βαθιά γίνεται, γιατί δε γινόταν αλλιώς, μόνο έτσι θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε να ζούμε, με το «Γύρο του Θανάτου» τα ξαναζούμε, με την πατίνα του χρόνου βέβαια, δεόντως εξωραϊσμένα, αλλά με τα ίδια ζωηρά χρώματα και τις ίδιες μυρωδιές. Σκληρές μέρες. Αλλά οι άνθρωποι θηρία!

«Λουτρά δεν είχαμε. Μια φορά τη βδομάδα, το Σάββατο, κι εκείνο αν λούζαμε τα παιδιά μας στη σκάφη την τσίγκινη, σε μια κουζίνα κρύα, μπούζι…Πολεμούσαμε να τη ζεστάνουμε με το μαγκάλι. Κι από αυτό το μαγκάλι πόσοι δεν δηλητηριάστηκαν και δεν τους βρήκανε τεζαρισμένους το πρωί… Αποχωρητήρια μέσα στα σπίτια δεν είχαμε. Όλα έξω, στις αυλές. Και σε απόσταση από το σπίτι. Με καμιά παλιοεφημερίδα σκουπιζόμασταν… Κι ήτανε και  σκληρές οι άτιμες… Κι ύστερα που βγήκαμε τα λαϊκά περιοδικά και τ’ αγοράζανε όλα τα φτωχικά τα σπίτια, μεταχειριζόμασταν τα φύλλα τους, που ήταν κάπως τρυφερά. Με το μαχαίρι τα κόβαμε. Όπως ο χασάπης το χασαπόχαρτο. Ας είναι καλά το «Ντόμινο» και το «Ρομάντσο», αυτά μας έσωσαν» (σελ. 64)


Παρασκευή 2 Μαΐου 2014

Γιούντιν, μια γυναίκα από τη Θεσσαλονίκη

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ: ΕΝ ΑΡΧΗ ΗΝ Ο ΛΟΓΟΣ
5. ΓΙΩΡΓΟΣ  ΡΩΜΑΝΟΣ
ΓΙΟΥΝΤΙΝ, μια γυναίκα από τη Θεσσαλονίκη
ΑΓΚΥΡΑ 2012
σελ.416

Όλο και αυξάνεται τον τελευταίο καιρό ο αριθμός των λογοτεχνικών έργων που κυκλοφορούν  με θέμα ή εκτενείς αναφορές στην πόλη της Θεσσαλονίκης,. Συνεχίζοντας την περιδιάβασή μας  στα έργα αυτά , μετά το «Άλας της Γης» της Ισμήνης Καπάνταη, τα «Ζηλωτικά» του Νίκου Ματσούκα, το «Απόψε δεν έχουμε φίλους» της Σοφίας Νικολαϊδου και το «Θεόπαιδο» του Πάνου Θεοδωρίδη, παρουσιάζουμε ένα πρόσφατο μυθιστόρημα που πολύ συζητήθηκε : το «Γιούντιν» του Γιώργου Ρωμανού.

Μεγαλεπήβολο το εγχείρημα με το οποίο καταπιάνεται ο συγγραφέας: να ανασύρει από τη συλλογική λήθη «μνήμες» επιμελώς θαμμένες, χρόνια τώρα,  σχετικές με την ιστορία των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Να το δηλώσουμε επομένως εξαρχής ότι το αποτέλεσμα αυτής της κοπιαστικής εργασίας, τον δικαιώνει απόλυτα. Άλλη μια προσπάθεια λοιπόν απόδοσης καθυστερημένης δικαιοσύνης, σχετικής –αυτή τη φορά- με το τραγικό ολοκαύτωμα των Εβραίων της πόλης μας.
Από την πρώτη σελίδα αντιλαμβάνεται κανείς το μεγάλο δίλημμα το οποίο αντιμετώπισε ο συγγραφέας: να στήσει πειστικούς μυθιστορηματικούς χαρακτήρες ή να συντάξει ένα εύπεπτο ιστορικό δοκίμιο βασισμένο στα πολύτιμα στοιχεία και τις προφορικές μαρτυρίες που με κόπο συγκέντρωσε;
Ο ίδιος δίνει την απάντηση (σελ. 365): «Σε σχέση με τόσα ντοκουμέντα που πέρασαν από τα χέρια μου, και πάρα πολλά που δεν τα ανέφερα, πιστεύω πως εκείνο που έχει σημασία σε ένα μυθιστόρημα δεν είναι η αλήθεια των ντοκουμέντων, αλλά η αλήθεια της μυθοπλασίας.»
Ναι, αλλά ο πειρασμός της κατοχής αυτού του πολύτιμου υλικού είναι μεγάλος. Και όταν συνειδητοποιεί ότι ένα μεγάλο μέρος από αυτό δεν «αξιοποιείται» μυθιστορηματικά το παραθέτει στο τέλος του έργου, σ’ ένα «Παράρτημα»,  με τη μορφή σημειώσεων που δήθεν βρίσκονται στα χέρια μιας από τις ηρωίδες του έργου… Στοιχείο που θεωρούμε ότι αντιστρατεύεται τη μυθοπλασία του έργου.
Κατά τα άλλα, το σκηνικό της δράσης των ηρώων του στήνεται ρεαλιστικά σε μια Θεσσαλονίκη , όπως αυτή εξελίσσεται οικοδομικά από την ενσωμάτωσή της στον ελληνικό κορμό ως και τη δεκαετία του ’60. Ακόμη και χάρτης της πόλης δίνεται και «φωτογραφία» του διατηρητέου κτιρίου (της βίλας  Πλανσέ) παρατίθεται κατάλληλα …φωτοσοπημένη. Η βίλα αυτή, σύμφωνα με το μύθο του μυθιστορήματος, υπήρξε η έδρα της τραγικής ιστορίας των ηρώων της  (μια παραλλαγή της γνωστής ιστορίας της βίλας Μπάνκα)…
Παρακολουθούμε λοιπόν την ιστορία τριών γενεών της εβραϊκής οικογένειας του Ερρίκου και της Μαζαλτώφ Μπεφόρ που ξεκινάει από τα προπολεμικά χρόνια και φτάνει ως τα χρόνια της δολοφονίας του Λαμπράκη (με τους επιζήσαντες του ολοκαυτώματος).
Ο συγγραφέας επιλέγει τη γνωστή  μέθοδο της πολυπρισματικής αφήγησης. Οι βασικοί ήρωες του έργου αφηγούνται σε πρώτο πρόσωπο τα γεγονότα , τα οποία συχνά συμπίπτουν μεταξύ τους χωρίς ουσιώδεις «ανατροπές», με εξαίρεση βέβαια το αφηγηματικό ύφος του καθενός. Μνημείο αριστουργηματικής αφήγησης αποτελούν τα κεφάλαια στα οποία εξιστορεί τα γεγονότα ο υπο-προλετάριος ήρωας από την Καπουτζίδα, Αφού… (Έτσι: «Αφού» ήταν το όνομά του, καθώς επαναλάμβανε και εκεί που δεν χρειαζόταν τη συγκεκριμένη λέξη).
Σε γενικές γραμμές, γινόμαστε μάρτυρες εκείνης της τραγικής σύναξης των Εβραίων της πόλης στην πλατεία Ελευθερίας, δήθεν για απογραφή, της μεταφοράς τους στο γκέτο της συνοικίας Χιρς, της επιβίβασής τους στα φορτηγά τρένα για το Νταχάου…
Στη συνέχεια παρακολουθούμε τα γεγονότα που βιώνουν οι δυο βασικοί ήρωες του έργου, η Λέα και ο Αλέξανδρος  στο στρατόπεδο Μπέργκεν Μπέλσεν, ως την απελευθέρωσή του από τους Ρώσους. Την απόδραση του Αλέξανδρου, τη σύλληψή του και την αποστολή του στα ρωσικά γκουλάγκ αυτή τη φορά, όπως συνέβη στην πλειοψηφία των «απελευθερωμένων» από τους Ρώσους αιχμαλώτων…
Η αφήγηση κλείνει με την περιπετειώδη ζωή της Λώρυ (sic), ηρωίδας της τρίτης γενιάς των Μπεφόρ, που θα γεννηθεί μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, και του Ελιάν που σκηνοθετεί μια ταινία για τα γνωστά μας γεγονότα,  με την οποία θα συμμετάσχει στο φεστιβάλ της Δράμας…
Έργο επικών διαστάσεων λοιπόν το «Γιούντιν», μέσα από το οποίο αποχτούμε μια νέα θέαση κρίσιμων γεγονότων της συγκεκριμένης εποχής , πέρα από την επικρατούσα. Για τη σχέση των Εβραίων με το νέο καθεστώς της πόλης το 1912 , τα σχέδια των Βουλγάρων, τη σχέση των Εβραίων με την Αντίσταση, τη δολοφονία του Πόλκ, το ρόλο των δωσίλογων της πόλης  και ένα πλήθος άλλων συμπληρωματικής σημασίας…

Κλείνοντας την όλη αφήγηση ο «σκηνοθέτης» Ελιάν σημειώνει:
«Έτσι κι αλλιώς εδώ και χρόνια, όλα τα έβλεπα μέσα στην οθόνη του μυαλού μου. Σκεφτόμουν τη Θεσσαλονίκη λες και βρίσκομαι πάνω σε μια σημαδούρα στη μέση του Θερμαϊκού και κοιτάζω κατά το Σέιχ Σου. Νύχτα και μέρα.. Και κάθε νύχτα βουνό και πόλη γίνονται ένα σώμα, κουλουριασμένο κάτω από τον σκοτεινό μανδύα του που είναι διάσπαρτος με χιλιάδες φωτάκια. Κι αν εκείνη τη στιγμή ξεσπάσουν οι εκρήξεις των πυροτεχνημάτων στον ουρανό, όλα εκείνα τα κόκκινα, κίτρινα, ασημένια, μοβ και μπλε καθρεφτίζονται στα νερά, τα κάνουν να κοχλάζουν.
Σαν να είναι έτοιμο να αναδυθεί κάτι μέσα από τη θάλασσα. Αλλά αμέσως τα νερά ξεφουσκώνουν. Και γρήγορα χαράζει η μέρα. Χάνονται οι εκλάμψεις της νύχτας. Γαληνεύει ο Θερμαϊκός. Γίνεται ολόκληρος ένα μοναδικό, σιωπηλό, γιγάντιο κύμα, που πάλλεται απ’ άκρη σ’ ακρη του κόλπου, όπως η μεμβράνη ενός ταμπούρλου που μόλις έχει ηχήσει. Κι εκείνος ο ήχος-μήνυμα σκορπίζει στον ουρανό. Ξημερώνει. Αχνοφέγγει πάνω από την πόλη. Φως.»

Σάββατο 19 Απριλίου 2014

Το Θεόπαιδο

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΠΑΝΟΣ ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ
ΤΟ ΘΕΟΠΑΙΔΟ
ΚΕΔΡΟΣ 1992
σελ.120

Μετά το «Αλας της γης» της Καπάνταη και τα «Ζηλωτικά» του Ματσούκα  (ξανα)διάβασα  το «Θεόπαιδο» του Πάνου Θεοδωρίδη, τακτικού φίλου στο Φωτοβιβλίο. Κι αυτό γιατί ο συγγραφέας του ανιχνεύει –με τον τρόπο του- τα ίδια συνταρακτικά γεγονότα στα οποία αναφέρονται και οι  δυο προηγούμενοι συγγραφείς. Με μια ουσιώδη διαφορά: ο Π. Θ. είναι βαθύς γνώστης των χώρων στους οποίους κινούνται οι ήρωές του, καθώς και των ιστορικών γεγονότων της κρίσιμης εκείνης εποχής (κάτι που απουσιάζει από την Καπάνταη) και βέβαια, όπως είναι γνωστό,  είναι προικισμένος και με τη χαρισματική πένα του παραμυθά (αυτό που δε διαθέτει ο Ματσούκας).
Μια απόλαυση λοιπόν η ανάγνωση! Θαρρείς και έχεις ξεθάψει από ξεχασμένο σωρό περγαμηνών σε παλιό μοναστήρι ένα μοναδικό χρονικό της εποχής του Ανδρέα Παλαιολόγου και του Καντακουζηνού! Παιδί γίνεσαι και κρέμεσαι από την πένα του για να ζήσεις εκείνα τα θεοτικά γεγονότα που συνέβησαν από τα Νικολοβάρβαρα  του 1338 ως την Πεντηκοστή του 1339 όχι μόνο στη συμβασιλεύουσα, αλλά και στην ύπαιθρό της , κυρίως στον οδικό άξονα από την πόλη ως τη Χριστούπολη.
Αφηγητής ο Δημήτρις Σπαρτηνός, αρχοντόπουλος και ψευτοκαλόγερος από το Λοζίκι (περιοχή της Βόλβης). Και γύρω του μια   ιδιόρρυθμη κομπανία : ο δούλος του Βολέας, η «εταιρική κούρβα» Μάριον, ο τζουτζές Καναβός και στη συνέχεια μια πλειάδα ακόμη αλλοπρόσαλλων τυχοδιωκτών της εποχής.
Και απέναντί τους ο μυστηριώδης καλόγερος Συμεών,  που περιφέρει στα χωριά ένα σαλό παιδάκι θαυματοποιό,  υφαίνοντας σε ολόκληρη την «Ποπολία» ένα ιδιόρρυθμο κοινωνικό κίνημα, ενώ μαίνεται στη Θεσσαλονίκη ο πόλεμος των φίλων  του αυτοκράτορα Ανδρόνικου με το σφετεριστή του θρόνου μέγα δομέστικο Καντακουζηνό… Το έμβλημα του καλόγερου η  μυστηριώδης λέξη ΜΑΡΠΟΥ, την οποία πρωτοείδαν να εμφανίζεται σ’ έναν εσπερινό της μονής Ακαπνίου «ενώ ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, γενάρχης του βασιλικού μας οίκου, ήτανε ακόμη στρατηγός».
  Η ιστορία μας ξεκινάει με ένα σύντομο ταξίδι στην πολιορκημένη από τις ορδές του Καντακουζηνού Θεσσαλονίκη: «Στο κάστρο δεν μπήκαμε από τις πόρτες τις καλές. Κατεβήκαμε στη θάλασσα και κοντά στη Μονή των Εξαπτερύγων περάσαμε τον έλεγχο και κοιμηθήκαμε απέξω, σε θαλάσσιο πανδοχείο».
Την επομένη θα μπουν στην πόλη και θα συναντήσουν τον αρχηγό των Ζηλωτών Ανδρέα Παλαιολόγο. «Ήταν ένας κοκαλιάρης, στοχαστικός που εμπόδια έβρισκε στα πάντα». Σύντομα όμως θα ανακαλύψουν ότι έχουν πέσει σε μια καλοστημένη παγίδα. Τρομοκρατημένοι θα εγκαταλείψουν άρον άρον την πόλη και θα ξεκινήσουν ένα μακρύ οδοιπορικό που θα καταλήξει στο κάστρο της Αλεκτορούπολης (στη σημερινή Νέα Πέραμο) όπου και κορυφώνεται και η αφήγηση…
Και εκεί στο κάστρο της Αλεκτορούπλης, το οποίο οι ήρωές μας υπερασπίζονται σθεναρά από στεριά και θάλασσα (οι δυο αντίπαλοι οίκοι πλέον έχουν ενωθεί, αλλά αυτοί δεν το ξέρουν), την ύστατη στιγμή, όταν πια όλα έχουν χαθεί…
«Από αυτήν τη σιωπή, ένας μόνον ήχος έμεινε, κυρίαρχος στη ζωή μου από εδώ κι εμπρός. Οι οιμωγές των πληγωμένων. Όπως τα λεπίδια και τα συρσίματα των σωμάτων σταμάτησαν, έμεινε μια πολυφωνία, μια ποικιλία κραυγών, δακρύων και βασάνων, άκουγες λύκους να πονάνε και κατσικάκια του γάλακτος. Άκουγες παιδιά και γυναίκες , παλικαράδες που κλαίγανε το χαμένο τους χέρι κι άλλους που ζουπούσανε την κοιλιά τους , για να βγάλουνε κάποια αιχμή.  Κι αυτοί οι ήχοι ακούγονταν ξεχωριστά και μαζί, ακούγονταν ένας ένας κι αξεχώριστα και αυτοί οι ήχοι ήτανε ο ήχος της φρίκης. Ήρθε η φρίκη και ωσάν το χιόνι κάθισε πάνω σε όλων τις καρδιές. Φίλοι κι εχθροί ακούσανε τη φωνή και το κάλεσμά της και δεν έμεινε άνθρωπος να μην ανατριχιάσει.» (σελ. 98)

Η μαγεία σε όλο της το μεγαλείο.

Το βιβλίο φέρεται ότι είναι εξαντλημένο από τον εκδοτικό οίκο.

Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

Απόψε δεν έχουμε φίλους

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΌΡΗΜΑ
ΣΟΦΙΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ
ΑΠΟΨΕ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΦΙΛΟΥΣ
ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2010
σελ. 280



Άλλο ένα μυθιστόρημα με θέμα του τη Θεσσαλονίκη, στο οποίο η συγγραφέας του επείγεται να αποδώσει «δικαιοσύνη» στους αδικημένους και τους λησμονημένους από την ιστορία ιχνηλατώντας κρίσιμα γεγονότα έξι περίπου δεκαετιών. Και βέβαια, από τη στιγμή που δεν συγγράφει ιστορικό δοκίμιο, ο μανιχαϊστικός τρόπος με τον οποίο στήνει τους χαρακτήρες της, κάθε άλλο παρά ενοχλεί. Ίσως δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του σύγχρονου αναγνώστη, αλλά –επαναλαμβάνουμε-, η πρόθεση της συγγραφέως συμφωνεί πλήρως με τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις που έχουμε διαμορφώσει τα τελευταία χρόνια μέσα από αμέτρητα διαβάσματα και ακούσματα γ ‘ αυτά ια κρίσιμα γεγονότα.

Θεσσαλονίκη λοιπόν, από την εξάπλωση των ναζιστικών ιδεών του 1934, ως τις εκρηκτικές διαδηλώσεις του 2008 («Να καεί, να καεί το μπουρδέλο η Σχολή»). Αν υπολογίσουμε μάλιστα και κάποιες σύντομες αναδρομές στο απώτερο παρελθόν, η αφήγηση φτάνει ως την «αλησμόνητον νύκτα» της 17ης Ιουνίου του 1913, κατά την οποία μονάδες της νεοσύστατης από το Βενιζέλο κρητικής χωροφυλακής κατέσφαξαν 150 Βούλγαρους στρατιώτες που είχαν καταφύγει στο ναό της Αγίας Σοφίας.
Η κυψέλη όλων των αλληλοσυγκρουόμενων ιδεών και χαρακτήρων είναι η Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. Με τους καθηγητές της να βυσσοδομούν ο ένας εναντίον του άλλου, τους υποψήφιους διδάκτορες να προσφέρουν γην και ύδωρ προκειμένου να προωθηθούν ή –στην αντίθετη περίπτωση - να αντιστέκονται στις παγιωμένες αντιλήψεις των κριτών τους και να αποβάλλονται από την πανεπιστημιακή κοινότητα σαν στυμμένες λεμονόκουπες.

Ένας παντοκράτορας καθηγητής της έδρας της Νεότερης Ιστορίας, το παρελθόν του οποίου ανιχνεύεται με εύστοχες και ακριβείς αναφορές. Ένας βοηθός που επιλέγει ως θέμα της διδακτορικής του διατριβής τη δράση των δωσίλογων της κατοχής στη Θεσσαλονίκη. Ένας παροπλισμένος καθηγητής, πρώην συνεργάτης των Γερμανών και υμνητής του χιτλερικού ιδεώδους, δίπλα του δυο συνεργοί του επιλεγμένοι με σοφία από τα κατακάθια του λούμπεν προλεταριάτου της εποχής και δυο νέα παιδιά –ένα αγόρι και ένα κορίτσι- που καταφέρνουν να αλώσουν το πανεπιστημιακό κατεστημένο αλλά διαπιστώνουν έντρομα ότι βρίσκονται παγιδευμένα σε επιλογές που δεν επιθυμούσαν.  
Βέβαια οι παροικούντες εις Ιερουσαλήμ γνωρίζουμε  ποια ιστορικά πρόσωπα «κρύβονται» πίσω από τους κύριους χαρακτήρες του μυθιστορήματος, κατάλληλα μεταμφιεσμένα.
Η δράση με χαρακτηριστική αντίστιξη ξετυλίγεται από από τα προσφυγόσπιτα της δυτικής Θεσσαλονίκης με τις γραφικές γιαγιάδες , ξακουστές για τις ικανότητές τους στη μαγειρική, ως τις βίλες του Πανοράματος με τις έγκλειστες δούλες που υπηρετούν πρόθυμα κάθε ιδιοτροπία των αφεντικών τους.

Και το κρίσιμο ερώτημα για την συγγραφέα είναι πάντα αν υπάρχει «αντικειμενική» ιστορία, απαλλαγμένη από κάθε ψήγμα ιδεολογίας:
«Μπαρμπούτσαλα, αντέκρουε από μέσα του ο Σουκιούρογλου. Πίστευε πως η απουσία ιδεολογίας είναι μπανανόφλουδα. Καταλάβαινε αυτό που αρνούνταν να εννοήσουν πολλοί υψηλόβαθμοι καθηγητές, ότι η άμωμη ιστορία είναι χυδαίο επιστημονικό ψέμα. Όσοι το προφασίζονται έχουν να κουκουλώσουν αμαρτίες. Η απουσία ιδεολογίας, σκεφτόταν, αποτελεί την πιο ισχυρή, την πιο αδίστακτη ιδεολογία. Το έλεγε και το πίστευε…» (σελ.37)
Απόδειξη ότι όλοι οι δωσίλογοι της Θεσσαλαονίκης « με το Νομοθετικό Διάταγμα 179 της 26ης Απριλίου 1969 ξεκαθαριζόταν πέραν πάσης αμφιβολίας ποιος ήταν ο εχθρός και ποιος ο φίλος της χώρας»…

8 Δεκεμβρίου 2008. Χαμός Κυρίου. «Κόλαση φωτιάς στο Αριστοτέλειο» θα γράψουν οι εφημερίδες…
«Να καεί, να καεί, το μπουρδέλο η σχολή» ουρλιάζουν έξαλλοι οι διαδηλωτές. Και στην είσοδο του νέου κτιρίου της σχολής το παλιό σύνθημα υπάρχει ακόμη:
                                                             ΚΟΥΒΑΛΑ ΤΟΝ ΠΡΟΤΖΕΚΤΟΡΑ
                                                                ΝΑ ΣΕ ΚΑΝΟΥΝ ΛΕΚΤΟΡΑ
Ξεκοιλιασμένα ντουλάπια , σπασμένοι υπολογιστές
Κι ο επίκουρος έξω από το κτίριο προσπαθεί να ξεφύγει, κρατάει την τσάντα του προστατευτικά.
«Σιγά ρε παιδιά, φίλος είμαι!»
«Απόψε δεν έχουμε φίλους» του φωνάζει μέσα από το κασκόλ ο άλλος, ο αιρετικός,  που χρόνια ονειρευόταν αυτή την εκδίκηση.
«Όμως δεν μπορεί. Κι αδύνατον να βλέπει. . Δεν ήξερε πως τα βιβλία τσιρίζουν όταν καίγονται…»


Το μυθιστόρημα διαβάζεται σχεδόν απνευστί και από τον αναγνώστη που δεν διαθέτει τις κατάλληλες προσλαμβάνουσες παραστάσεις για να έχει σχηματισμένη γνώμη για τα πράγματα. Κάτι είναι κι αυτό…