Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Προμηθεὺς πλάσας ποτὲ ἀνθρώπους δύο πήρας ἐξ αὐτῶν ἀπεκρέμασε, τὴν μὲν ἀλλοτρίων κακῶν, τὴν δὲ ἰδίων, καὶ τὴν μὲν τῶν ὀθνείων ἔμπροσθεν ἔταξε, τὴν δὲ ἑτέραν ὄπισθεν ἀπήρτησεν. Ἐξ οὗ δὴ συνέβη τοὺς ἀνθρώπους τὰ μὲν ἀλλότρια κακὰ ἐξ ἀπόπτου κατοπτάζεσθαι, τὰ δὲ ἴδια μὴ προορᾶσθαι

Κυριακή 6 Απριλίου 2014

Το άλας της γης

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΙΣΜΗΝΗ ΚΑΠΑΝΤΑΗ
ΤΟ ΑΛΑΣ ΤΗΣ ΓΗΣ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2002
Σελ. 264

Η συγγραφή μυθιστορήματος, οι ήρωες του οποίου ζουν και κινούνται σε εποχές παρωχημένες, αποτελεί ομολογουμένως γενναίο εγχείρημα. Πολύ περισσότερο, όταν η προσέγγιση της εποχής, καθώς οι πηγές μας είναι εξαιρετικά φειδωλές, αποβαίνει εξαιρετικά προβληματική. Απαιτεί από τον συγγραφέα  βαθιά και ενδελεχή ενασχόληση με το χώρο και το χρόνο της δράσης των ηρώων του, για να αποφύγει συνήθεις ετεροχρονισμούς  και αστοχίες.
Η Ισμήνη Καπάνταη  φαίνεται ότι το γνωρίζει αυτό. Εξάλλου το αντιμετώπισε, με περισσή επιτυχία  στο χαρακτηριστικό μυθιστόρημά της  «Απειρωτάν και Τούρκων» (Εστία 1990) , αλλά για χώρο και χρόνο πολύ πιο προσιτό  στη συλλογική ιστορική μνήμη.  Αυτή τη φορά επιλέγει να κινηθεί       στο χώρο της Θεσσαλονίκης σε μια εποχή που απέχει εφτακόσια σχεδόν χρόνια  από τις μέρες μας, όταν η καταρρέουσα Βυζαντινή Αυτοκρατορία σπαρασσόταν από σφοδρές κοινωνικοπολιτικές έριδες. Μη διαθέτοντας λοιπόν τα κατάλληλα εργαλεία αποφεύγει να αναπαραστήσει με πειστικότητα την ατμόσφαιρα της εποχής και περιορίζεται  να στήσει τους ήρωές της χωρίς  το χαρακτηριστικό χρώμα της εποχής στην οποία κινούνται, βαθιά ανθρώπινους εντούτοις. Γιατί  ο πειρασμός της αναπαράστασης μιας εποχής στην οποία συνέβησαν συνταρακτικά γεγονότα, κοσμοϊστορικά θα λέγαμε, είναι μεγάλος. Ο κύριος στόχος λοιπόν της συγγραφέως δεν είναι να μας παρασύρει σε μια γοητευτική συμμετοχή στα γεγονότα της εποχής, αλλά να αποδώσει δικαιοσύνη. Δικαιοσύνη στους ηττημένους, οι οποίοι, όπως πάντα συμβαίνει με τους όπου γης ηττημένους, παρέμειναν στη ιστορία σφόδρα συκοφαντημένοι, σχεδόν θεριά ανήμερα.
Ζούμε λοιπόν μόνο τον απόηχο των τραγικών γεγονότων της Επανάστασης των Ζηλωτών (1342-1350) και μάλιστα μέσα από τις αφηγήσεις δυο γυναικών κυρίως , της Ξένιας και της Μελανίας,  οι οποίες, όπως ήταν φυσικό, δεν βγήκαν στους δρόμους, δεν έσφαξαν , δεν σφάχτηκαν. Βίωσαν όμως τα γεγονότα μέσα από διηγήσεις , αλλά και τραγικές απώλειες των δικών τους.
Ελάχιστα επομένως μαθαίνουμε για τη σφοδρή κοινωνική σύγκρουση που συντάραξε τη Θεσσαλονίκη. Σε γενικές γραμμές παρακολουθούμε από αντανάκλαση τις δυο φοβερές σφαγές, πρώτα των ηττημένων και στο τέλος των νικητών, που ερήμωσαν την πόλη. Οι «Δυνατοί»  (ευγενείς, γαιοκτήμονες) από τη μια μεριά , οι Ζηλωτές (ναύτες και ναυτεργάτες του λιμανιού ) από την άλλη. Με τους πρώτους ο Ιωάννης Καντακουζηνός -ο κυρ Γιάννης-(που στέφεται στο Διδυμότειχο αυτοκράτορας, ενώ στη βασιλεύουσα στο θρόνο βρίσκεται ο ανήλικος Ιωάννης Παλαιολόγος.) Από αυτή τη δυναστική διαμάχη επωφελούνται οι απόκληροι της πόλης , παίρνουν τα όπλα και κυριαρχούν σ’ αυτή για οχτώ χρόνια. Καμιά νύξη στο μυθιστόρημα για τα μέτρα που πήραν και για τη διοίκηση που εφάρμοσαν. Καμιά αναφορά επίσης και στο παράλληλο θρησκευτικό κίνημα των Ησυχαστών με επικεφαλής το Γρηγόριο τον Παλαμά. Η συγγραφέας αρκείται να σκιαγραφήσει κάποιους υπαρκτούς , καθώς φαίνεται, ήρωες του κινήματος, κυρίως από την οικογένεια των Ευγενικών, οι οποίοι στην αρχή συνεργάστηκαν με τους επαναστάτες, όταν όμως είδαν ότι γι αυτούς χάνεται το παιχνίδι, τους πρόδωσαν για να επιπλεύσουν. Χαρακτηριστικά , η τελευταία γυναίκα που «διηγείται», γερόντισσα πια, η Μελανία, καταλήγει: 
«Όταν αναπολώ την περασμένη μου ζωή, την Ευγενία, τον Μιχαήλ, τον  Μάρκο, τον Νικόδημο, ξεχνώ το αίμα που χύθηκε, τον σπαραγμό, τους θρήνους…Το άλας της γης, λέγω, έτσι τους θυμάμαι. Το άλας της γης.»


Τα μυθιστόρημα διαβάζεται ευχάριστα, καθώς είναι απαλλαγμένο από εκτενείς περιγραφές και παρατηρήσεις που συνήθως ενοχλούν το μέσο αναγνώστη.

Ζηλωτικά

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΝΙΚΟΣ ΑΘ. ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ
ΖΗΛΩΤΙΚΑ
ΒΑΝΙΑΣ 2001
Σελ. 276

Είναι φορές, που, αφού έχω διαβάσει και την τελευταία σελίδα κάποιου μυθιστορήματος, (και καθώς ποτέ δεν έχω αφήσει στη μέση λογοτεχνικό έργο, όσο κακό και αν είναι), αναρωτιέμαι: γιατί κάποιοι αξιόλογοι ενδεχομένως και προβεβλημένοι στο επάγγελμα που κυρίως εξασκούν, επιμένουν να δοκιμάσουν τις ικανότητές τους και στο χώρο της λογοτεχνίας; Και εάν οι ίδιοι δεν  συνειδητοποιούν ότι το εγχείρημα αυτό θέλει κότσια , που βεβαίως και δεν διαθέτουν, κάποιοι από το κοντινό τους περιβάλλον δεν τους το έχουν υποδείξει; Γιατί βέβαια όλοι γνωρίζουμε ότι «εξ όνυχος τον λέοντα»…
Στη συγκεκριμένη περίπτωση κατανοώ τους λόγους του ολισθήματος. Ο συγγραφέας, καθηγητής της Δογματικής και της Ιστορίας της Φιλοσοφίας στη Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ, ασφαλώς και θα κινούνταν (+2006) με άνεση στο χώρο του μαθήματός του. Αρκεί όμως αυτό, για να συνθέσει κανείς λογοτεχνικό έργο με ζωντανούς και αληθοφανείς  χαρακτήρες, με πειστική δράση και απεικόνιση συναισθημάτων και ιδεών; Ασφαλώς όχι. Το αποτέλεσμα: ένα πρωτόλειο κατασκέυασμα, μια κακή «έκθεση ιδεών» 276 σελίδων με πρωτοφανείς γλωσσικές, εκφραστικές και λογικές αφέλειες. Που αφήνουν τον υποψιασμένο αναγνώστη άναυδο.
Οι ήρωές του κινούνται σαν νευρόσπαστα στις «ρύμνες» (sic) της Θεσσαλονίκης του ΙΔ’ αιώνα, μπαίνουν σ΄όλες τις εκκλησίες της και τα μοναστήρια , όπου εκστασιάζονται από τις  τοιχογραφίες και τα ψηφιδωτά τους , τα  οποία περιγράφονται θαρρείς για ξενάγηση παιδιών του δημοτικού.    Αναμασούν ακόμη αδιαλείπτως τσιτάτα θεολογικού- και όχι μόνο -περιεχομένου (και εκεί που αυτά δεν προσφέρουν απολύτως τίποτε) και συζητούν ατέλειωτα θέματα δογματικού περιεχομένου, τη στιγμή που η πόλη ασφυκτιά πολιορκημένη από τον Καντακουζηνό και τον Ορχάν, λιμοκτονεί και χειμάζεται από την πανούκλα. 
Οι βασικοί χαρακτήρες του έργου, ιστορικά πρόσωπα όλοι,  είναι οι δυο αρχηγοί των Ζηλωτών, ο ριζοσπάστης Μιχαήλ, ο οποίος εκτελείται με τον πιο άγριο τρόπο από τους «Δυνατούς» στην πρώτη φάση του κινήματος , και ο μετριοαπαθής Ανδρέας Παλαιολόγος, που επιβιώνει μετά την κατάπνιξη της στάσης και γίνεται μοναχός στη Μονή της Λαύρας  με το όνομα Αγάθων. Δίπλα τους και παράλληλα κινούνται οι «σοφοί» της πόλης: ο νομομαθής Αρμενόπουλος, ο Νικόλαος Καβάσιλας, ο Νικηφόρος Γρηγοράς, ο Ματθαίος Βλάσταρις, ο Ακίνδυνος και ο γέροντας Αρσένιος της Μονής Λατόμου. Αμφιβάλλω αν όλοι αυτοί συνυπήρξαν τη ζυγκεκριμένη χρονική περίοδο. Εν πάση περιπτώσει. «Μυθιστορηματική αδεία» αυτό γίνεται κατανοητό…
Μαζί τους και τρείς «δέσποινες»: η Ισαβέλλα Ξανθοπούλου, η Υπατία Παλαιολογίνα και η Βρυεννία Χριστιανοπούλου. Προφανώς για την οικονομία της πλοκής του έργου. Η οποία μιμείται την πλοκή των μυθιστορημάτων Νόρα: έρωτες, μίση, πάθη και τέτοια. Μέσα σε αυστηρά εκκλησιαστικά πλαίσια, βέβαια. Και η λέξη «φιλί» ακόμη αποφεύγεται και αντικαθίσταται από το «φίλημα»…

Οι σελίδες όμως που στην κυριολεξία δεν διαβάζονται είναι εκείνες που περιγράφουν τις «συνάξεις» των σοφών της πόλης. Καθεμιά σε άλλη εκκλησία, για να μη μας ξεφύγει καμιά. 
Σε μια σύναξη λοιπόν των «σοφών» της πολιορκημένης πόλης (σελ. 332) , ένας από αυτούς συστήνει σε κάποιον άλλο να διαβάσει την Ιστορία του Ηρόδοτου και του Θουκυδίδη. Κι εκείνος του απαντά:

-Εγώ διαβάζω αυτούς τους ιστορικούς, αλλά τους συγκρίνω με τον Ευσέβιο. Στην προοπτική τη δική του ενώνεται η γήινη πορεία με μια άλλη διάσταση. Αλίμονο σ’ όποιον δεν βλέπει την πορεία και τα όρια αυτής της γήινης διάστασης σ’ αυτή την οικονομία και την ευκαμψία, αλλά περισσότερο αλίμονο σ’ όποιον δεν αντιλαμβάνεται τούτη τη διάσταση ουρανωμένη (sic), με άλλα λόγια σε μια προέκταση που δείχνει πως η γήινη οικονομία δεν εξαντλείται μοναχά στα δικά της όρια και έτσι σπάζει ο κύκλος , η αναγκαιότητα και η διαρκής αλλοτρίωση και συντελείται μια φωτοδοτική επέκταση, μια οικονομία, που, ενώ δεν αφήνει να χαθεί τίποτε από τα γήινα περιγράμματα, τα διευρύνει με ευλυγισία σε ολοένα νέους δρόμους με τις φωτοδοτικές θεοφάνειες , όπου συντελείται η αποκάλυψη στην κτίση και στην ιστορία, ξέρουμε πως ο κόσμος ο δικός μας έχει δύναμη και ελπίδα να διευρυνθεί ακατάληκτα και πέρα από τα όρια του»

Υποθέτω ότι μόνο αφελείς και ανελλήνιστοι θα μπορούσαν να εντυπωσιαστούν από εκείνη την ...ουρανωμένη διάσταση και τις ... φωτοδοτικές θεοφάνειες. Αν εξακολουθούσα ακόμη ακόμη να διδάσκω , σκέφτομαι ότι θα το απόσπασμα αυτό θα το χρησιμοποιούσα ως παράδειγμα γραφής κλασικής ασυναρτησίας.
Και μια απορία: Το ζευγάρι Ανδρέας Παλαιολόγος-Ισαβέλλα Ξανθοπούλου πραγματοποιεί συχνά ρομαντικούς περιπάτους στην παραλία της πόλης. Και θαυμάζει τη θάλασσαα και τη θεα στο Θερμαϊκο. Μα μπροστά του δεν πρέπει να υψωνόταν εκείνο το αδιαπέραστο και ογκώδες θαλάσσιο τείχος;  Το οποίο και γι αυτόν ακριβώς το λόγο καθαιρέθηκε πρώτο: γιατί έκρυβε τον ορίζοντα της πόλης.

Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

Τα Πρόσωπα και οι Μάσκες



ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ
EDUARDO GALEANO
ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΣΚΕΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΙΣΜΗΝΗ ΚΑΝΣΗ
ΠΑΠΥΡΟΣ letras
ΑΘΗΝΑ 2008
σελ.460

"Τα Πρόσωπα και οι Μάσκες" αποτελούν το δεύτερο τόμο της τριλογίας  του Εντουάρντο Γκαλεάνο "Μνήμη της Φωτιάς", γεννημένου το 1940 στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης. Πρόκειται για μιαν αριστουργηματική  αφήγηση της ιστορίας της αμερικανικής ηπείρου, η οποία όμως επιμένει στη «λεηλατημένη» μνήμη της Λατινικής Αμερικής, σύμφωνα με την έκφραση του συγγραφέα. Όπου μέσα από μια αλληλουχία τετρακοσίων περίπου σύντομων αλλά και πυκνών κειμένων αποχτά ο αναγνώστης την πιο πλήρη , αλλά και γοητευτική εικόνα διακοσίων χρόνων ιστορίας της Αμερικανικής Ηπείρου. Καταυγάζονται έτσι οι ταραχώδεις 18ος και   19ος αιώνες με μια σειρά από φαινομενικά ασήμαντες  λεπτομέρειες, καθημερινά γεγονότα και στιγμιότυπα, με απόλυτη χρονολογική σειρά,  τα οποία η επίσημη ιστορία παραλείπει ως ασήμαντα, αλλά όμως αποκαλύπτουν το αληθινό πρόσωπο, την πραγματική ταυτότητα της ηπείρου, αυτή που κρύβεται πίσω από το προσωπείο που επέβαλαν οι αδίστακτοι αποικι­οκράτες στους πολιτισμούς όλων των χωρών. Παρακολουθούμε λοιπόν τους αγώνες και τις αγωνίες των αυτοχθόνων, όπως είναι  οι Σιου της Βόρειας Αμερικής , οι Αζτέκοι και οι Ίνκας του Μεξικού και του Περού, που δεν έχουν πια στον ήλιο μοίρα, αλλά και των μαύρων που εισάγονται από την Αφρική κατά κοπάδια και θεωρούνται εμπόρευμα.  Πρόκειται για μια σημαντική περίοδο όπου φτάνει στις απόμακρες ακτές της ο απόηχος της Γαλλικής και της Αμερικανικής Επανάστασης και του Διαφωτισμού. Αλλά είναι και η εποχή όπου η Αϊτή γίνεται η πρώτη χώρα όπου καταργείται η δουλεία (εδώ να σημειώσουμε ότι αυτή η χώρα είναι η πρώτη που αναγνώρισε το νεοελληνικό κράτος που προέκυψε από την επανάσταση  του 1821). Μεγάλες προσωπικότητες  σκιαγραφούνται αυτή την περίοδο, όπως ο Χοσέ Μαρτί, ο Σιμόν Μπολίβαρ, ο Χοσέ Αρτίγκας, μαζί και ο Φραγκλίνος Ρούσβελτ, ο Λίνκολν κ.ά. Είναι η εποχή που οι πολιτισμένοι Ευρωπαίοι απομυζούν τον φυσικό και  ορυκτό πλούτο της ηπείρου... Οι ιστορίες του Γκαλεάνο αναζωογονούν την ιστορική μνήμη, υπερβαίνουν τα ιστορικά στερεότυπα και μας ανοίγουν ένα μαγικό παράθυρο από όπου βλέπουμε το πρόσωπο και την ψυχή αυτής της ηπείρου.

Ένα δείγμα:



Ένα άλλο

1854
Αμοτάπε
Ένας αυτόπτης μάρτυρας αφηγείται πως αποχαιρέτησε τον κόσμο ο Σιμόν Ροντρίγκες

«Ο δον Σιμόν , μόλις είδε τον παπά του Αμοτάτε να μπαίνει στην κάμαρά του, ανασηκώθηκε στο κρεβάτι του , τον έβαλε να καθίσει στη μοναδική καρέκλα που υπήρχε και άρχισε μια διάλεξη για τον ματεριαλισμό.
Ο παπάς τα έχασε, δεν το περίμενε, αλλά δεν τόλμησε ν’ ανοίξει το στόμα του για να τον διακόψει.»

Το  βιβλίο συνοδεύεται από αλφαβητικό ευρετήριο, και ακριβή αναφορά 361 πηγών αναφοράς από όπου ο συγγραφέας εμπνέεται το κάθε θέμα του.





Σάββατο 6 Απριλίου 2013

Ο Κατήγορος


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΠΑΡΑΓΟΥΑΗ
AUGUSTO ROA BASTOS
Ο ΚΑΤΗΓΟΡΟΣ
Μετάφραση: ΣΤΡΑΤΟΣ ΙΩΑΝΝΊΔΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΚΡΕΜΕΣ
ΑΘΗΝΑ 1999
Σελ. 416

Ο συγγραφέας γεννήθηκε στην Ασουνσιόν της Παραγουάης το 1917 και πέθανε στη γενέτειρά του το 2005, μετά όμως από μια ζωή συνεχών μεταναστεύσεων.( Όταν μεταφράστηκε Ο Κατήγορος στην Ελλάδα, ο συγγραφέας του ζούσε ακόμη  στην Ασουνσιόν.) Το 1922  είδε με τα μάτια του την πρώτη μεγάλη απεργία στις φυτείες του ζαχαροκάλαμου της χώρας του που γέμισε νεκρούς τον τόπο, παρ΄ όλο που κράτησε μόνο …έξι ώρες. Αργότερα θα γράψει  τα πρώτα του διηγήματα που είναι εμπνευσμένα από τις αναμνήσεις εκείνης της εποχής. Στα γυμνασιακά του χρόνια φοίτησε  στο γνωστό Κολέγιο της πόλης ,το Σαν Χοσέ. Δεν πρόλαβε όμως να τελειώσει το λύκειο, γιατί το 1932, ξέσπασε ο πόλεμος του Τσάκο κατά της Βολιβίας. Το σκάει λοιπόν, μ’ ένα συμμαθητή του και τραβά για το μέτωπο. Μέχρι την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου είχε εκδώσει πολλές συλλογές με ποιήματα και διηγήματα. Το 1942 μάλιστα κερδίζει και το εθνικό βραβείο ποίησης.
Το 1945  προσκαλείται στη Γαλλία από το υπουργείο πληροφόρησης της χώρας -που το διηύθυνε ο Αντρέ Μαλρό - και δίνει  μια σειρά διαλέξεων για τη λατινοαμερικάνικη κουλτούρα.  Το 1947 , χρονιά που διαφέντευε τη χώρα ένας ασήμαντος δικτάτορας, ο συγγραφέας μας αναγκάζεται να αυτοεξοριστεί για πολλά χρόνια, στην αρχή στην Αργεντινή (ως το 1976) και στη συνέχεια, όταν  και στην Αργεντινή επιβλήθηκε η δικτατορία του Βιντέλα, στη Γαλλία και στην Ισπανία…
Στο μεταξύ στην πατρίδα του είχε επικρατήσει η τελευταία και πιο μακρόχρονη δικτατορία, του διαβόητου Αλφρέδο Στρέσνερ (1954-1988), του «Τυραννόσαυρου» για τον συγγραφέα, την οποία αντιμάχεται από την εξορία του με νύχια και με δόντια. Απ΄ αυτή εξάλλου είναι εμπνευσμένο και το μυθιστόρημά του «Ο Κατήγορος». Τόσο στην Αργεντινή, όσο και στην Ευρώπη ο συγγραφέας μας ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία, με εκδοτική δραστηριότητα και με συγγραφή σεναρίων για τον κινηματογράφο. Δικό του είναι το σενάριο της ταινίας του El Senor Presidente του μεγάλου γουαταμελάνου Μιγκέλ Άνχελ Αστούριας (1966). Στη Γαλλία δίδαξε λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία, καθώς και τη γλώσσα γκουαρανί  ως λέκτορας καθηγητής του πανεπιστημίου της Τουλούζης . Μετά την πτώση του Στρέσνερ (1988) επιστρέφει επιτέλους στη γενέθλια γη του.
Το 1983 άρχισε να δουλεύει το τελευταίο βιβλίο της Παραγουανής Τριλογίας του , «Ο Κατήγορος». Το 1989 τιμήθηκε με το ύψιστο βραβείο της ισπανόφωνης λογοτεχνίας το Premio Cervantes

 Ο Κατήγορος θεωρείται  το πιο άμεσο, το πιο εξομολογητικό από τα μυθιστορήματα του Ρόα Μπάστος. Ο κύριος χαρακτήρας αλλά συγχρόνως και αφηγητής του μυθιστορήματος, με το ψευδώνυμο Φελίξ Μοράλ, είναι ένας εξηντάρης παραγουανός εξόριστος, σακατεμένος από τα βασανιστήρια,  που διδάσκει λατινοαμερικανική λογοτεχνία στο πανεπιστήμιό μιας επαρχιακής πόλης της Γαλλίας . Η καθημερινή ζωή του μοιράζεται ανάμεσα στα αμφιθέατρα και στη Χιμένα Τάσις, την Ισπανίδα  γυναίκα της ζωής του. Οι φοιτητές τον εκτιμούν, η Χιμένα του προσφέρει τον απόλυτο έρωτα, αλλά ο Φελίξ Μοράλ δεν μπορεί να βρει τη γαλήνη. Μια έμμονη ιδέα του έχει σφηνωθεί: να εξοντώσει τον δικτάτορα της πατρίδας του, τον διαβόητο «Τυραννόσαυρο» Στρέσνερ.
Εντελώς ανέλπιστα η τύχη  του εξόριστου ήρωα του χαμογελά: ένας καλοζωισμένος και δανδής παριζιάνος φίλος του, ο Κλοβίς ντε Λαρζάκ, του εξασφαλίζει μια πρόσκληση για ένα παγκόσμιο συνέδριο πολιτισμού που θα λάβει χώρα στην Ασουνσιόν υπό την αιγίδα του ίδιου του δικτάτορα. Το πανάκριβο πανηγύρι οργανώνεται για να διαφημιστούν τα δήθεν επιτεύγματα του Στρέσνερ και ο Μοράλ μπορεί να παραστεί εκεί χωρίς να τον αναγνωρίσουν, αφού διαθέτει γνήσιο γαλλικό διαβατήριο και ένα καινούργιο πρόσωπο που προήλθε από μια προγενέστερη πλαστική επέμβαση. Διαθέτει επίσης ένα εξωφρενικό σχέδιο για την εξολόθρευση του τυραννόσαυρου, ένα σχέδιο εμπνευσμένο από τα χρόνια  του Καίσαρα Βοργία. Ο Μοράλ αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη πρόκληση της ζωής του. Θα καταφέρει τελικά να πραγματώσει το όραμά του; Θα πετύχει η απόπειρα τυραννοκτονίας; Αυτός είναι ο βασικός καμβάς της υπόθεσης του έργου.
Ο συγγραφέας μας όμως παρεμβάλλει στο έργο του και ένα μακροσκελέστατο ιντερμέτζο, ίσως μεγαλύτερο από το κυρίως θέμα του,  που αφορά ένα σημαντικό ιστορικό επεισόδιο της πατρίδας του που έλαβε χώρα έναν αιώνα προηγουμένως: τον πόλεμο της τριπλής συμμαχίας που υποχρεώθηκε να η υποστεί η Παραγουάη ενάντια στη Βραζιλία, την Αργεντινή και την Ουρουγουάη (1865-1870), στη διάρκεια του οποίου παρακολουθούμε την άγρια καταδίωξη του στρατού της μέσα στα δάση της ζούγκλας , η οποία θα καταλήξει στην ταπεινωτική ήττα του από τις δυνάμεις της τριπλής συμμαχίας. Ο πρόεδρος της χώρας (ο παραγουανός Χριστός) , στρατάρχης Φρανσίσκο Σολάνο Λόπες πέφτει στο πεδίο της μάχης και οι εχθροί του σταυρώνουν το πτώμα του, ενώ η σύντροφος του     Ελίζα Αλίσια (η κυρά Λιντς) , η οποία στη διάρκεια της φυγής της έθαβε σε  μυστικά σημεία τον αμύθητο θησαυρό της χώρας, θάβει τη σορό του συντρόφου της και «φυτεύει» στον τάφο του ένα σταυρό χωρίς όνομα…
Το παρένθετο αυτό περιστατικό συνδέεται με το κύριο θέμα του έργου από το γεγονός ότι ο δικτάτορας Στρέσνερ εκατό χρόνια αργότερα, θα ανακαλύψει του κρυμμένους θησαυρούς του Σολάνο Λόπες και θα χρηματοδοτήσει μ’ αυτούς το φαραωνικό του έργο, αναδεικνύοντας συγχρόνως τον αρχιστράτηγο εθνικό ήρωα της χώρας (ανέκαθεν οι δικτάτορες είχαν ανάγκη από εθνικούς ήρωες). Ο Αουγκούστο Ρόα Μπάστος καταδεικνύει στο έργο του την εξαχρείωση στην οποία οδηγεί ένας δικτάτορας το σύνολο των πολιτών της, αλλά και το ηθικό αδιέξοδο στο οποίο μπορούν οδηγηθούν οι λίγοι, οι εκλεκτοί που αποφασίζουν να αντισταθούν. Ένα αδιέξοδο που αντιμετωπίζεται μόνο με ένα μεγάλο, ολοκληρωμένο έρωτα, όπως ο έρωτας του πρωταγωνιστή με τη Χιμένα….

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

Το κόκκινο στο φτερό του παπαγάλου


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ
DANIEL CHAVARRIA
ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΣΤΟ ΦΤΕΡΟ ΤΟΥ ΠΑΠΑΓΑΛΟΥ
Μετάφραση: Κρίτων Ηλιόπουλος
ΕΚΔΟΣΕΙΣ opera
ΑΘΗΝΑ 2002
Σελ. 412


Ο Ντανιέλ Τσαβαρία (Daniel Chavaria), γεννημένος στην Ουρουγουάη το 1933, έζησε μια απίστευτα περιπετειώδη ζωή σε διάφορες χώρες της Λατινικής Αμερικής οι οποίες χειμάζονταν από στρατιωτικές δικτατορίες ως το 1969, οπότε διέφυγε με …αεροπειρατεία στην Αβάνα, όπου ζει και διδάσκει μέχρι σήμερα αρχαία ελληνικά, λατινικά και κλασσική φιλολογία. Το «Κόκκινο στο Φτερό του Παπαγάλου» γραμμένο το 2002, είναι το έκτο βιβλίο του μου έχει μεταφραστεί στα ελληνικά.
Το «Κόκκινο στο Φτερό του Παπαγάλου» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «πολιτικό θρίλερ». Ο συγγραφέας του αποδεικνύεται άριστος χειριστής αυτού του λογοτεχνικού  είδους. Ρεαλιστικοί χαρακτήρες, τεκμηριωμένες ιστορικές αναφορές και  αφήγηση που σου κόβει την ανάσα…
Τρεις είναι οι βασικοί χαρακτήρες γύρω από τους οποίους ξετυλίγεται η όλη πλοκή του έργου:
Ο Ορλάντο Ορτίς Ορτέγα  (συνοπτικά Τρεσό, από τα αρχικά του ονόματός του): αδίστακτος και στυγνός βασανιστής με …ανώτερες σπουδές σε αντίστοιχα εκπαιδευτικά κέντρα των Η.Π.Α. που έδρασε στη διάρκεια των δικτατορικών καθεστώτων της δεκαετίας του 70, τόσο της Ουρουγουάης, όσο και της Αργεντινής. Μετά την πτώση των δικτατορικών αυτών καθεστώτων , κατέφυγε στην Αβάνα  ψεύτικο όνομα (Ορλάντο Ρίος) και συνέχισε να ζει πριγκιπικά με τους ποταμούς των δολαρίων που λάβαινε τακτικά από τους διαχειριστές της αμύθητης περιουσίας του…
Ο Άλντο Μπιάνκι, αργεντινός υπήκοος, που είχε την ατυχία,  ένα βράδυ του 1976,  καθώς περπατούσε σε δρόμο του Μπουένος Άιρες  με το κορίτσι του να συναντήσει τον Τρεσό τυχαία, τη στιγμή που έβγαινε από το σινεμά . Η σκηνή που ακολουθεί είναι κάτι παραπάνω από σκληρή: είναι απάνθρωπη, είναι σοκαριστική (Ζητώ συγνώμη από τους φίλους και τις φίλες που την παραθέτω αυτολεξεί. Παρόλο που απέχει πολύ από αντίστοιχες σκηνές που της τρέχουσας επικαιρότητας που διαβάσαμε στον τύπο… Και τις παρακάμψαμε ως αναξιόπιστες, καθώς προέρχονταν από αναρχικούς.) :

«Τα πισινά της κοπέλας τον ερέθισαν και δεν τον ένοιαξε που η κοπέλα συνοδευόταν. Και τότε του ήρθε το ευφυέστατο κομπλιμέντο:
-Με τέτοιο κωλαράκι θα πέρναγα τη μέρα χέζοντας!». Ακούγοντας εκείνη την πρόστυχη βλακεία ο συνοδός της αντέδρασε με λυσσασμένη ταχύτητα και του σβούριξε μια κλοτσιά στα αχαμνά. Ο Ορλάντο δεν το περίμενε και ο πόνος τον ανάγκασε να διπλωθεί στα δυο. Μα συνήλθε γρήγορα. Έβαλε μπρος τα καρατίστικα κόλπα του και τσάκισε το παιδί. Με τη βοήθεια ενός περαστικού αστυνομικού τους συνέλαβε και τους οδήγησε στη Σχολή Μηχανικού, με την πρόφαση ότι ήταν καταζητούμενοι «Μοντονέρος» («Τρομοκράτες» , αντάρτες της δεκαετίας του ‘70 στην Αργεντινή). Την κοπέλα τη βίασαν ομαδικά. Λιπόθυμη σχεδόν την υπέβαλαν σ’ ένα βασανιστήριο σχεδιασμένο στις ΗΠΑ, που ήταν ακόμη σε πειραματικό στάδιο. Ήταν μια συσκευή που αναρροφούσε το παχύ έντερο από τον πρωκτό και το έβγαζε έξω, μια πιθαμή περίπου. Μετά έβαλαν ποντίκια στο έντερο και στον κόλπο της κοπέλας με τη βοήθεια ενός σωλήνα. Εκείνον τον ανάγκασαν να κοιτάζει. Για να τους σταματήσει ο νεαρός τους πρόσφερε χρήματα, ικέτεψε, έκλαψε, ξέρασε, ούρλιαξε. Έχασε τις αισθήσεις του και λιποθύμησε πολλές φορές.»
Η κοπέλα φυσικά ξεψύχησε και ο Άλντο , αφού πλήρωσε μια ολόκληρη περιουσία, αφέθηκε ελεύθερος και κατέφυγε στην Ιταλία , όπου ζούσε ασκώντας το επάγγελμα του αρχιτέκτονα μηχανικού.
Η Μπίνι , αποτελεί τον τρίτο χαρακτήρα. Μια νεαρή αφελής πόρνη πολυτελείας από την Αβάνα είναι, μια «χινετέρα», που παίζει το  ρόλο του συνδετικού κρίκου ανάμεσα στους δυο άντρες , που συναντιούνται τυχαία μετά από εικοσιπέντε χρόνια στην πρωτεύουσα της Κούβας. Ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να πλέξει το εγκώμιο αυτής της βαθιά ανθρώπινης ύπαρξης, να την περιβάλει με το λαμπρό φωτοστέφανο του μάρτυρα
Και το μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος αναλώνεται στο ανελέητο κυνήγι ενός εγκληματία, που ξέρει να καμουφλάρεται και να γίνεται αρεστός, μέχρι και αντικείμενο θαυμασμού από τους γύρω του. Και στην αποφασιστικότητα του θύματος να αποδώσει επιτέλους δικαιοσύνη.
Ο συγγραφέας, ακολουθώντας τη μέθοδο της παράλληλης αφήγησης, όταν η αγωνία βρίσκεται στο κατακόρυφό της, αλλά και του ετεροχρονισμού της αφήγησης, με αποτέλεσμα κάποια κρίσιμα γεγονότα να φωτίζονται αφού έχουν συμβεί, δημιουργεί το κατάλληλο κλίμα για τη διατήρηση αδιάπτωτου του ενδιαφέροντος του αναγνώστη. Παρόλο που από την αρχή είναι βέβαιος ότι η ύβρις θα προκαλέσει αργά ή γρήγορα την «τίσιν»,.και ότι τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας μπορεί να μακροημερεύουν καμιά φορά, αλλά πάντα τιμωρούνται…


Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012

Τα χειρότερα Παραμύθια των Αδελφών Γκριμ




ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΧΙΛΗ / ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ
LUIS SEPULVEDA /
MARIO DELGADO /APARAIN
ΤΑ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ ΓΚΡΙΜ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ-ΤΖΙΝΑ ΣΕΡΕΤΗ
Opera 2006
σελ. 232

Οι δυο παγιαδόρ (πλανόδιοι τροβαδούροι) Κάιν και Άβελ Γκριμ περιπλανούνται χρόνια στη Νότια Αμερική, από τους πάγους της Παταγονίας ως τις άγονες στέπες της Ουρουγουάης συνθέτοντας και εκτελώντας με τα «τσαράνγκο» τους , τα ιδιότυπα λαϊκά τους όργανα, τις «παγιάδες» τους (λαϊκότροπα στιχουργήματα) μπροστά σους σκληρούς και βάρβαρους «γκάουτσο» που τους ανταμείβουν εκσφενδονίζοντας εναντίον τους ότι βρουν μπροστά τους.
Το κοπιώδες  και σκοτεινό αυτό οδοιπορικό βάλθηκαν να παρακολουθήσουν  δυο ιδιόρρυθμοι ερευνητές καθηγητές , ζηλωτές του Σέρλοκ Χολμ,  σε δεκαέξι επιστολές που ανταλλάσσουν μεταξύ τους με γαλατική αβρότητα : ο Χιλιανός Σεγισμούντο Ραμίρο φον Κλατς και ο Όρσον Κ. Καστελάνος από την Ουρουγουάη. Παρακολουθούμε την πορεία των επιστολών από το Μοσκίτος της Ουρουγουάης ως το Τορτίτας του Στενού του Μαγγελάνου και τ’ ανάπαλιν με όσα ευτράπελα τη συνοδεύουν: τον αφοσιωμένο μέχρι απελπισίας ταχυδρόμο των χιλιανών ταχυδρομείων Μιγκέλ Στρογκόφ που μεταφέρει την επιστολή του πρώτου κολυμπώντας στα παγωμένα νερά του κόλπου της Πένας με τον ταχυδρομικό σάκο στα δόντια του κα;ι με ένα ξύλινο πόδι  σε στυλ Λουδοβίκου ΙΣΤ’ και τη …νηκτική του απόληξη, ως το σκουπιδότοπο του Μοσκίτος της Ουρουγουάης , όπου ο συνεπής ρακοσυλλέκτης Ροσεβέλ Αλδάο την περιμαζεύει κάθε φορά, καθότι το φασιστόμουτρο  Συνεργατικός Χοντρός των  ταχυδρομείων της χώρας την πετάει στα σκουπίδια μόλις φτάνει, για να προστατέψει τη χώρα του από το μόλυσμα του μαρξισμού …
Οι δυο αριστοτέχνες του λόγου συγγραφείς συναγωνίζονται αλλήλους στα τερατολογήματα που ξεπερνούν τα όρια και της πιο αρρωστημένης φαντασίας. Και βέβαια δεν χάνουν την ευκαιρία να σατιρίσουν και να σαρκάσουν τα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα των χωρών τους, και της Αμερικής γενικότερα. Έτσι παρακολουθούμε έκπληκτοι το σκύλο του ρακοσυλλέκτη να δαγκάνει με μανία τον «Συνεργατικό χοντρό» και να … ψοφάει εν ακαρεί, καθότι
 «το άμοιρο ζώο αγνοούσε –και πώς να το γνωρίζει άλλωστε- ότι στην πραγματικότητα, αυτό το χιτλερικό γουρούνι δεν διαθέτει εγκεφαλική μάζα, αλλά μια περίεργη κυτταρική δομή θανάσιμη για τα οικόσιτα θηλαστικά».(σελ. 121)
 Μαθαίνουμε ακόμη προς το τέλος του αφηγήματος ότι οι δυο «ταχυδρόμοι», ο ανιδιοτελής Μιγκέλ Στρογκόφ και ο ρυπαρός Ροσεβέλ Αλδάο συνεταιρίζονται και δημιουργούν μια ιδιωτική ταχυδρομική εταιρεία «ελεγχόμενη κατά 90% από τον …Ντικ Τσένι με αντικείμενο τη διεκπεραίωση της αλληλογραφίας ανάμεσα στους φυλακισμένους του Γκουαντάναμο και του Αφγανούς οικείους τους. Και επειδή κανένα γράμμα δεν πάει εκεί και κανένα δε φεύγει από εκεί, μολαταύτα οι τολμηροί ερασιτέχνες συνέταιροι εισπράττουν πάντα το 10% που τους αναλογεί, εξασφαλίζοντας έτσι μια άνετη και ξέγνοιαστη ζωή»!(σελ. 190)

Το βιβλίο το συνοδεύει στο τέλος ένα ιδιότυπο «Γλωσσάριο», γραμμένο με το ίδιο κέφι, που βοηθάει αρκούντως τον αμύητο περί τα πολιτιστικά της Νότιας Αμερικής αναγνώστη να πλοηγηθεί στα τερατώδη δρώμενα του έργου , αλλά και από εκτενείς σημειώσεις των μεταφραστών, οι οποίοι ομολογουμένως  εκτελούν έναν πραγματικό  μεταφραστικό άθλο, άξιο για βραβείο μετάφρασης από τα ισπανικά…

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

Μακρινό Αστέρι


ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΧΙΛΗ
ROBERTO BOLANO
ΜΑΚΡΙΝΟ ΑΣΤΕΡΙ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2007
σελ. 208

Ο Ρομπέρτο Μπολάνιο γεννήθηκε στο Σαντιάγο της Χιλής το 1953 και πέθανε στο Μπλάνες, ένα καταλάνικο χωριό της Ισπανίας, το 2003 από ηπατική διαταραχή. Υπηρέτησε την ποίηση, το μυθιστόρημα και το διήγημα. Δημοσίευσε συνολικά πέντε ποιητικές συλλογές, έντεκα μυθιστορήματα και τέσσερις συλλογές διηγημάτων, τα περισσότερα μέσα στα δέκα τελευταία χρόνια της ζωής του. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του τα πέρασε στο Μεξικό, όπου και προσχώρησε σε μια τροτσκιστική ομάδα, αλλά το 1973 επέστρεψε στη Χιλή, για να συμβάλει στο ελπιδοφόρο πείραμα της κυβέρνησης του Σαλβαδόρ Αλιέντε. Μετά το πραξικόπημα του Πινοσέτ το 1974, συλλαμβάνεται, αλλά απελευθερώνεται γρήγορα με τη μεσολάβηση δυο αστυνομικών, πρώην συμμαθητών του. Αφού περιπλανήθηκε αρκετά χρόνια σε αρκετές χώρες της Λατινικής Αμερικής , αλλά και της Ευρώπης , κατέληξε στο Μπλάνες της Ισπανίας, όπου έζησε και τα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Ο Ρομπέρτο Μπολάνιο αποτελεί τον κυριότερο εκπρόσωπο της λεγόμενης «λογοτεχνίας της εκκεντρικότητας». Το πρώτο του μυθιστόρημα το εκδίδει το 1984, αλλά γίνεται πασίγνωστος με τη «Ναζιστική Λογοτεχνία της Αμερικής» (1996), που τη χειροκρότησε σύσσωμη η ισπανόφωνη κριτική.
Το «Μακρινό Αστέρι» (1996) αποτελεί κατά κάποιο τρόπο μια μεγεθυμένη προέκταση της «Ναζιστικής Λογοτεχνίας», καθώς αναφέρεται στη ζωή και το έργο ενός ποιητή-δαίμονα, του Αλβέρτο Ρουίς Τάγλε, που δεν ήταν άλλος από τον γερμανικής καταγωγής υποσμηναγό της χιλιάνικης αεροπορίας του Πινοσέτ,  Κάρλος Βίντερ.
Ο αφηγητής-συγγραφέας συχνάζει στο ίδιο λογοτεχνικό εργαστήρι του Σαντιάγο με τον Βίντερ, ο οποίος έχει κατακτήσει τις καρδιές όλων των γυναικών της συντροφιάς, αλλά , λίγο αργότερα, και το χιλιάνικο ουρανό με τους στίχους που γράφει σ’ αυτόν  με τον καπνό του  αεροπλάνου του… Ο αφηγητής, κρατούμενος ήδη από το δικτατορικό καθεστώς, παρακολουθεί έκπληκτος τους εμπνευσμένους από τη Βίβλο στίχους που γράφει ο Βίντερ στον ουρανό του Σαντιάγο.
Ακολουθεί η αποστολή του Βίντερ στην Ανταρκτική, στον ουρανό της οποίας θα χαράξει το μεγαλοπρεπές «Η ΑΝΤΑΡΚΤΙΚΗ ΕΙΝΑΙ Η ΧΙΛΗ». Την παραμονή της αποστολής το καθεστώς παραθέτει δείπνο προς τιμήν του, στο οποίο παρευρίσκεται και μια ωραιότατη «δεσποσύνη» με κορακίσια μαλλιά.. «Κάρλος θα σκοτωθείς!» αναφωνεί σε μια στιγμή κεφιού στη διάρκεια του δείπνου. Ο Κάρλος βέβαια δεν σκοτώνεται, εξαφανίζεται όμως μυστηριωδώς ή άγνωστη κοπέλα…. Το ίδιο μυστηριωδώς εξαφανίζεται και ο Χουάν Στάιν, ο διευθυντής του λογοτεχνικού εργαστηριού στο οποίο σύχναζαν ο αφηγητής και ο Βίντερ, όπως και ο ανταγωνιστής  του Στάιν, ο Διέγο Σότο! Αλλά και τις δίδυμες αδελφές Γκαρμέντια, οι οποίες ήταν ερωτευμένες με τον Βίντερ, δεν τις βλέπει κανείς πια  μετά την επίδειξη του Βίντερ…
Ο Βίντερ όμως είναι και καλλιτέχνης φωτογράφος . Και οι καλλιτέχνες δεν διστάζουν μπροστά σε τίποτε! Οργανώνει λοιπόν μια έκθεση φωτογραφίας στο Σαντιάγο, στα εγκαίνια της οποίας παρευρίσκεται σύσσωμο το κατεστημένο της δικτατορικής Χιλής. Και ο χώρος της έκθεσης είναι ένα απλό δωμάτιο του σπιτιού του, που μετατρέπεται σε εκθεσιακό χώρο, κατάφορτο από εκατοντάδες φωτογραφίες εξαφανισμένων γυναικών διαμελισμένων οικτρά, γυναικών που σφαδάζουν από τον πόνο, καθώς είναι ακόμη ζωντανές! Οι επισκέπτες διακρίνουν ανάμεσά τους πολλά «εξαφανισμένα» άτομα των χρόνων εκείνων.
Στη συνέχεια το αφήγημα μετατρέπεται σε αστυνομικό θρίλερ. Ο συγγραφέας-αφηγητής βρίσκεται πια στο Μπλάνες της Καταλωνίας, ο Πινοσέτ αποτελεί παρελθόν και ένας δαιμόνιος αστυνομικός της εποχής του Αλιέντε, ο Άβελ Ρομέρο, τον προσεγγίζει και του προσφέρει ένα μεγάλο ποσό για να συνδράμει με τις λογοτεχνικές του γνώσεις στον εντοπισμό του αγνοούμενου Βίντερ, ο οποίος κατά τις πληροφορίες του ζει με άλλο όνομα στην Ισπανία…Πίσω από τη συγκεκριμένη επιχείρηση κρύβεται ένας πάμπλουτος χορηγός. Ποιος τάχα να είναι αυτός και ποιο τέλος θα έχει επιχείρηση;

Στο Μακρινό Αστέρι ο Μπολάνιο μετατρέπεται σε χρονικογράφο ενός δαίμονα, μασκαρεμένου σε ποιητή, τον οποίο παρακολουθεί, μέσα από ασήμαντες δευτερεύουσες λεπτομέρειες και συμπληρωματικούς χαρακτήρες, άλλοτε υπαρκτούς (ιστορικά πρόσωπα, όπως ο Νερούδα), αλλά κατά κανόνα φανταστικούς, τόσο πειστικούς όμως που ο αναγνώστης αδυνατεί  να τους ξεχωρίσει  μεταξύ τους. Ο συγγραφέας καταθέτει ακόμη την άποψή του για το ρόλο της λογοτεχνίας και της τέχνης γενικότερα με το κακό, με το παράλογο, με το έγκλημα. Και πείθει τον αναγνώστη ότι η επικρατούσα αντίληψη ότι η τέχνη οφείλει να υπηρετεί τον άνθρωπο, είναι ένα καλοστημένο παραμύθι για μικρά παιδιά!