Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Προμηθεὺς πλάσας ποτὲ ἀνθρώπους δύο πήρας ἐξ αὐτῶν ἀπεκρέμασε, τὴν μὲν ἀλλοτρίων κακῶν, τὴν δὲ ἰδίων, καὶ τὴν μὲν τῶν ὀθνείων ἔμπροσθεν ἔταξε, τὴν δὲ ἑτέραν ὄπισθεν ἀπήρτησεν. Ἐξ οὗ δὴ συνέβη τοὺς ἀνθρώπους τὰ μὲν ἀλλότρια κακὰ ἐξ ἀπόπτου κατοπτάζεσθαι, τὰ δὲ ἴδια μὴ προορᾶσθαι

Τρίτη 24 Απριλίου 2012

Το Κόκκινο Άλογο

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΠΡΩΗΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ
ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
TASCO GEORGIEFSKI
ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΑΛΟΓΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΒΑΣΚΟΥ ΚΑΡΑΤΖΑ
ΦΙΛΙΣΤΩΡ 1998
σελ. 152

 Ο Μπόρις Τούσεφ, ένας απλός χωρικός από το Κροντσέλοβο (σημ. Κερασιά) του Καϊμακτσελάν , πενηντάρης περίπου, τον Αύγουστο του ’49 , μετά την υποχώρηση του Δημοκρατικού Στρατού, αφού πέρασε στην Αλβανία, μας αφηγείται με τον πιο απλό και ανεπιτήδευτο τρόπο το συναξάρι της μετέπειτα ζωής του. Την πίκρα και την απογοήτευση των πρώτων ημερών, όταν άοπλοι πια, ο ίδιος και οι σύντροφοί του,  («Η καρδιά μου σφίχτηκε, όταν οι Αλβανοί μας άρπαξαν τα κανόνια που μόλις τα είχαμε λαδώσει και γυαλίσει, θαρρείς και μού ‘κοψαν τότε ένα κομμάτι από την καρδιά μου…») τη διαδέχεται μια αόριστη ελπίδα,  όταν τους μπαρκάρουν σε ρωσικό καράβι με πορεία προς το άγνωστο. Το περιπετειώδες ταξίδι, που το πέρασαν στοιβαγμένοι στο βαθύ αμπάρι του πλοίου, όπου δεν τους επιτρεπόταν καλά καλά  ούτε αέρα να πάρουν, καθώς διέσχιζαν τα επικίνδυνα νερά του Αιγαίου,  της Προποντίδας και του Βοσπόρου, τη βαθιά ανάσα τους όταν έπιασαν κάποτε τα νερά της ευλογημένης πατρίδας του Στάλιν, την αποβίβασή τους τέλος στη ρωσική γη («Παναγιά μου, αυτή η χώρα μοιάζει σαν τη δικιά μας» είπε ένα ελληνόπουλο, καθώς περίμενε ν’ αντικρίσει κόκκινο χώμα, κόκκινες πέτρες , κόκκινα δέντρα…) κι από κει με τρένο στο Μπακού και πάλι καράβι για να διασχίσουν την Κασπία, και τη συνέχεια πάλι τρένο ως την ατέλειωτη έρημο της Τασκένδης , χιλιάδες μίλια, μακριά από τη γενέθλια γη τους… Τραγωδία…
Απ΄ αυτό, το πρώτο μέρος της αφήγησης, η εντύπωση  που αποκομίζει ο προσεκτικός αναγνώστης, είναι η κρυφή αντιπαλότητα ανάμεσα στους λίγους «Μακεδόνες» φυγάδες και στην πλειονότητα των «Ελλήνων» συντρόφων τους. Όταν σε μια στιγμή ξενοιασιάς ο νεαρός Βάνης, προστατευόμενος του Μπόρις, ξεκινάει, ένα παραδοσιακό μακεδονίτικο τραγούδι , «απ’ την άλλη άκρη του καραβιού ακούστηκε ένα ελληνικό τραγούδι, ένα σαχλό, λάγνο τραγούδι που το πήραν στο στόμα σχεδόν όλοι σηκώνοντας δυνατή φωνή και κάνοντας στράκες με τα δάχτυλα»  (σελ. 30).
Για τα γεγονότα της Τασκένδης το αφήγημα είναι δυσανάλογα με την έκτασή του φτωχό. Προφανώς ο συγγραφέας μην έχοντας προσωπικά βιώματα από τη γνωστή από αλλού πολιτική  ζωή των Ελλήνων προσφύγων εκεί, προτιμάει να αφηγηθεί μόνο όσα έχουν σχέση με την προσωπική ζωή του ήρωά του. Πώς έκανε μια νέα οικογένεια (η γυναίκα του στην Ελλάδα ήταν χρόνια πεθαμένη), πώς ταξίδεψε στη Μόσχα για να προσκυνήσει τον Λένιν και κάθισε στην ουρά δυο ολόκληρα μερόνυχτα για να το πετύχει και τέλος πώς μετά από χρόνια νοσταλγίας και πίκρας αποδέχτηκε να υπογράψει μια δήλωση ότι είναι Έλληνας, ότι δεν είναι κομμουνιστής και ότι οι συμμορίτες τον εξανάγκασαν να πολεμήσει εναντίον του βασιλιά της Ελλάδας… «Και κάθισα σε μια νύχτα και τά ‘γραψα όλα με τη σειρά συμπλήρωσα το χαρτί μουντζώνοντας στο τέλος τον Μπόρις , το γιο του Τούση Γκιόργκοφ…» Έτσι γύρισε στην Ελλάδα. Στα χρόνια της κυβέρνησης της Ένωσης Κέντρου… Λίγο πριν μπει στο χωριό του, αγοράζει από κάποιον πλανόδιο ανθρωπάκο ένα ατίθασο,  ολοπόρφυρο πουλάρι, ασέλωτο ακόμη,  και μπαίνει στο χωριό σέρνοντάς το από τα γκέμια… Από δω και μπρος η μοίρα του ήρωα με το κόκκινο πουλάρι θα είναι κοινή.
Το υπόλοιπο μέρος της αφήγησης, που είναι και το πιο καθοριστικό, εξαντλείται στη νέα ζωή του ήρωα στο χωριό του, ένα χωριό όμως σφόδρα εχθρικό και μεταλλαγμένο. Οι τρεις κόρες του, παντρεμένες πια, ούτε που γυρίζουν να τον δουν. Ο αδελφός του,  που υπήρξε πρόεδρος του χωριού και κομματάρχης του Καραμανλή , δεν θέλει να τον ξέρει, οι υπόλοιποι συχωριανοί του , τις νύχτες περιπολούν με τουφέκια στο χωριό, καθώς ανήκουν Τ,Ε.Α. , και τη μέρα. αλλάζουν δρόμο μόλις τον αντικρίζουν.  Ακόμη και ο ένας , ο μοναδικός κομμουνιστής του χωριού που γύρισε από την εξορία, τον περιφρονεί βαθιά για τη δήλωση μετανοίας του… Ο Μπόρις Τούσεφ έχει πια ξοφλήσει…
Ο συγγραφέας, Τάσκο Γκεοργκίεφσκι, γεννημένος στην Κερασιά της Έδεσσας το 1935, στα χρόνια του εμφύλιου, παιδί έντεκα χρονών, όταν ο πατέρας του βρισκόταν υπο διωγμό και η μητέρα του  εξορία, αναγκάζεται να καταφύγει στα Σκόπια, όπου ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές και τις πανεπιστημιακές σπουδές του στον κλάδο της γιουγκοσλαβικής λογοτεχνίας. Το συγγραφικό του έργο ξεκινάει από το 1957. Θεωρείται ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς συγγραφείς της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς στην πρώην Γιουγκοσλαβία, ανακηρύσσεται ακαδημαϊκός στο Βελιγράδι και έργα του μεταφράζονται σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες. Το «Κόκκινο Άλογο» πρωτοδημοσιεύεται το 1975.

Παρασκευή 20 Απριλίου 2012

Ο Αχαϊρευτος

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΌΡΗΜΑ
ΑΛΒΑΝΙΑ
FATOS KONGOLI
Ο ΑΧΑΪΡΕΥΤΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΚΩΣΤΑΣ ΝΑΤΣΙΟΣ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 1998
Σελ. 168


Η προκοπή της Αλβανίας στην πεζογραφία δεν έχει τέλος τα τελευταία χρόνια. Ο δρόμος που χάραξε ο Ismail Kadare από το Παρίσι στα χρόνια της δικτατορίας του προλεταριάτου,  καλά κρατεί. Ιδιαίτερα μετά την τελευταία δεκαετία του περασμένου αιώνα, όταν έπεσαν τα τείχη των φυλακών και της καταπίεσης, δεκάδες λογοτέχνες συνεχίζουν να ξαφνιάζουν το παγκόσμιο αναγνωστικό κοινό με την ευρηματικότητα και την εκφραστική τους δύναμη.
Ο Φατός Κονγκόλι , γεννημένος το 1944 στο Ελμπασάν, είναι ένας απ’ αυτούς. Μαθηματικός στο επάγγελμα (με πτυχίο του Πανεπιστημίου του …Πεκίνου παρακαλώ), από πολύ νωρίς ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία (συντάκτης λογοτεχνικής εφημερίδας, αλλά και αναγνωρισμένου εκδοτικού οίκου των Τιράνων).
Το μυθιστόρημα όμως που τον έκανε παγκόσμια γνωστόν είναι «Ο Αχαΐρευτος», αυτό που δημοσίευσε αμέσως μετά την αλβανική μεταπολίτευση (1992), ένα έργο με εμφανή αυτοβιογραφικά στοιχεία, ένα «λαϊκό μυθιστόρημα» θα λέγαμε, πιστό στα δόγματα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, δηλαδή  χωρίς εξεζητημένο τρόπο γραφής, που ξαφνιάζει όμως τον ανυποψίαστο αναγνώστη με την ειλικρίνεια , αλλά και τη σκληρότητά του.
Η μυθιστορηματική δράση για τον  Θεσάρ Λούμι, τον βασικό ήρωα του αφηγήματος, το οποίο άνετα θα μπορούσε να το κατατάξει κανείς λόγω της έκτασής του στην κατηγορία της νουβέλας, ξεκινάει το Μάρτιο του 1991, όταν τα χωριά της Αλβανίας άδειαζαν και τα πρώτα πλοία σάλπαραν ασφυκτικά γεμάτα με πρόσφυγες για τον ιταλικό παράδεισο. Εκεί λοιπόν σε κάποιο από τα αλβανικά λιμάνια της Αδριατικής ο ήρωάς μας επιβιβάζεται κι αυτός σε κάποιο πλοίο που θα σάλπαρε για την Ιταλία. Την τελευταία στιγμή όμως την ώρα που το πλοίο σήκωνε άγκυρα , μετανιώνει, πηδάει έξω και επιστρέφει στη γενέθλια πόλη του, όπου ζούσε με τους γονείς του σε ένα ταπεινό δυαράκι μιας πολυκατοικίας… Κι ο αναγνώστης μένει με την απορία για τους λόγους αυτής της μεταστροφής του.
Και αρχίζει σε αναδρομή –πάντα σε πρώτο πρόσωπο- η αφήγηση της ζωής του ήρωά μας σε μια κωμόπολη που βουλιάζει καθημερινά στη σκόνη από ένα εργοστάσιο τσιμέντου που λειτουργεί δίπλα της, αλλά με προδιαγραφές του περασμένου αιώνα…Με το φόβο να πλανάται σ’ όλους όσους δεν εξυμνούσαν το καθεστώς, και τους υπόλοιπους να τους κατασκοπεύουν. Με εμφανείς τις ανισότητες στη διαβίωση και τις ευκαιρίες για εξέλιξη ανάμεσα στις δυο μερίδες. Ο ίδιος ανήκε στην πρώτη κατηγορία: χρόνια πριν κάποιος θείος του που υπηρετούσε τη θητεία του στα σύνορα , είχε αποδράσει στο εξωτερικό. Κι από τότε η οικογένεια είχε αμετάκλητα συμπεριληφθεί στους «εχθρούς του λαού». Παρακολουθούμε λοιπόν βήμα βήμα  τη ζωή του Θεσάρ, στο σχολείο, στο καφενείο αργότερα και στο Πανεπιστήμιο των Τιράνων, όπου τόλμησε να εγγραφεί αποκρύπτοντας όμως από το βιογραφικό του τη λεπτομέρεια της αυτομόλησης του θείου του… Το καθεστώς όμως είναι πανταχού παρόν:
«Οι καιροί ήταν δύσκολοι και πονηροί. Αυτό το γνώριζαν οι συμπολίτες μου. Το αθέατο θεριό κατασκόπευε τους πάντες και τα πάντα. Κανείς δεν αισθανόταν ήσυχος. Όλοι έτρεμαν. Και οι ευτυχισμένοι στην ευτυχία τους και οι δύστυχοι στη δυστυχία τους και οι βασανιστές και βασανιζόμενοι, και οι  έξυπνοι και οι βλάκες, και οι δίκαιοι και οι πρόστυχοι. Όλοι φοβούνταν το αθέατο θεριό, όλοι φοβούνταν ο ένας τον άλλον…» (σελ.111)
Σε αγαστή συνεργασία με τις αρχές το παρακράτος της τοπικής μαφίας τρομοκρατεί τους πάντες. Και ο ανακριτής «με τα θολά μάτια» ασκεί ανεξέλεγκτη βία ως όργανο της δικτατορίας του προλεταριάτου, καθώς «η δικτατορία του προλεταριάτου δεν είναι τίποτε άλλο παρά η επιβολή της αλήθειας μέσω της βίας»…(σελ. 119)
Ποιος να είναι τάχα ο λόγος που οδήγησε τον Θεσάρ Λούμι να παραμείνει σ’ αυτήν κόλαση, αντί να ξεκινήσει μια καινούρια ζωή στο εξωτερικό , όπως εκατοντάδες χιλιάδες συμπατριώτες του; Η αποκάλυψη μας εκπλήττει…

Δευτέρα 16 Απριλίου 2012

Ο ξενιτεμένος Μουσταφά

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
ΤΟΥΡΚΙΑ
NEDIM GURSEL
Ο ΜΟΥΣΤΑΦΑ ΚΑΙ Η ΨΗΛΟΚΟΡΜΗ ΛΕΥΚΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΣΤΕΛΙΟΣ Ρ. ΡΟ ΪΔΗΣ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 1997
σελ. 240

Ο Νεντίμ Γκιουρσέλ, από τους πιο γνωστούς Τούρκους λογοτέχνες της διασποράς , ζει μόνιμα αυτοεξόριστος στο Παρίσι, και έχει δημοσιεύσει  μέχρι σήμερα δεκαεννιά λογοτεχνικά έργα, πολλά από τα οποία έχουν απαγορευτεί στην πατρίδα του μετά το πραξικόπημα της 12ης Σεπτεμβρίου 1980 είτε   για προσβολή του στρατού (Μακρύ Καλοκαίρι στην Ισταμπούλ, εκδόσεις Εξάντας), είτε για προσβολή της δημόσιας ηθικής (Η Πρώτη Γυναίκα, εκδόσεις Εξάντας), είτε τέλος για προσβολή της προσωπικότητας του Μωάμεθ του Κατακτητή (Το Μυθιστόρημα του Κατακτητή, επίσης εκδόσεις Εξάντας).
Σε μια συνέντευξή του στο «Βήμα», στις 16 Απριλίου του 2012,   τονίζει: «Σκέφτομαι, τώρα που γράφω το επόμενο βιβλίο μου, που θα είναι το 20ό, να σταματήσω να γράφω. Μερικές φορές, μου έρχεται αυτή η σκέψη. Θα βρω κάτι άλλο να κάνω μετά, γιατί, ξέρετε, το γράψιμο δεν είναι πηγή ευχαρίστησης. Για μένα, όχι. Δεν γράφω εύκολα. Κάθε φορά είναι μια δοκιμασία, υπάρχουν στιγμές γόνιμες και άλλες όχι, γράφω κατά περιόδους. Υπάρχουν περίοδοι στη ζωή μου που πέφτω πάνω σ' ένα βιβλίο και δεν σκέφτομαι τίποτε άλλο, και άλλες περίοδοι που ταξιδεύω, γνωρίζω κόσμο...».
Η συλλογή των διηγημάτων «Ο ξενιτεμένος Μουσταφά και η ψηλόκορμη λεύκα», δημοσιευμένη το 1990 και μεταφρασμένη στην Ελλάδα το 1998 (Εκδόσεις Καστανιώτης) περιλαμβάνει είκοσι διηγήματα ταξινομημένα σε τρεις ενότητες: Η ΣΤΕΠΑ (τρία διηγήματα γραμμένα το 1982, που μάλλον αποτελούν βιώματα του συγγραφέα από τη στρατιωτική του θητεία), ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ (δέκα διηγήματα εμπνευσμένα από τη διαμονή του στο Παρίσι, γραμμένα μέσα στην τριετία 1987-1990) και τέλος ΓΥΝΑΙΚΕΣ (εφτά αφηγήματα , προϊόν μάλλον αναμνήσεων του συγγραφέα από ποικίλες ερωτικές του εμπειρίες).
Οι ήρωες των αφηγημάτων του συνήθως κατατρύχονται από βασανιστικά συναισθήματα στέρησης τόπων και ανθρώπων, αγωνίζονται να ορθοποδήσουν, καθώς είναι έρμαια της μοίρας τους και των επιλογών τους, τη στιγμή που η άγονη και άνυδρη στέπα της τουρκικής ανατολής είναι αμετάκλητα παρούσα μέσα στην υγρή και σκοτεινή ατμόσφαιρα των πόλεων του ευρωπαϊκού βορρά… Η δυστοκία του συγγραφέα, στην οποία και ο ίδιος αναφέρεται,  τόσο στη σύλληψη , όσο και στη συγγραφή των θεμάτων του είναι καταφανής. Ο αναγνώστης συχνά σχηματίζει την εντύπωση ότι κάποια διηγήματά του μεταφέρονται στο χαρτί από κάποια ανάγκη ή ανειλημμένη υποχρέωση του συγγραφέα, την οποία , αν είχε τη δυνατότητα, ευχαρίστως θα απέφευγε. («Ο Καθρέφτης» λ.χ.  που κλείνει όλη τη συλλογή δεν ξεφεύγει από μια πρωτόλεια έκθεση ιδεών μαθητή λυκείου).  Κάποια διηγήματα της συλλογής εντούτοις ξεχωρίζουν , καθώς σκιαγραφούν με αυθεντικότητα την τραγική μοίρα των Τούρκων μεταναστών στην Ευρώπη (Τούνελ) ή γενικότερα τη θλιβερή μοναξιά των εμιγκρέδων του Παρισιού (Το Μαντίλι). Όσο για τις αναφορές του συγγραφέα στο καταπιεστικό στρατιωτικό ή θεοκρατικό καθεστώς της χώρας του , αυτές είναι διάσπαρτες σ΄ ολόκληρη τη συλλογή, δεν αποτελούν όμως σε κανένα διήγημα αποκλειστικό θέμα. (με εξαίρεση ίσως τη φυλακισμένη γυναίκα στο διήγημα  «στην Ανάκριση» της πρώτης ενότητας και «Το περασμένο Καλοκαίρι»της τελευταίας). Προφανώς όμως και κάποιες "τολμηρές" ερωτικού περιεχομένου αναφορές, θα ενοχλούν και σήμερα ένα μέσο Τούρκο αναγνώστη με τις γνωστές αναστολές που επιβάλλει στους πιστούς το Κοράνι (Ο Καθρέφτης).

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2012

Η Κατάθεση

     ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
      ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΟΝΤΗ
      Η ΚΑΤΑΘΕΣΗ
      ΕΝΕΚΕΝ
      ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2011
       σελ. 260

Το φαινόμενο της υπερπληθώρας των έργων ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής που εκδίδονται τον τελευταίο καιρό στη χώρα μας -παρά την καλπάζουσα οικονομική κρίση- νομίζουμε ότι θα μπορούσαμε να το αποδώσουμε σε μια σειρά  από λόγους, όπως είναι το χαμηλό κόστος μιας έκδοσης (σε σχέση με παλιότερες εποχές), αλλά και  η ευκολία με την οποία διακινείται και διαδίδεται σήμερα ένα λογοτεχνικό έργο, σε συνδυασμό βέβαια πάντα με την έμφυτη τάση για προβολή που κρύβει μέσα του κάθε νεοέλληνας που πιστεύει ή τον έπεισαν να πιστέψει ότι διαθέτει λογοτεχνική πένα…
.
Η «Κατάθεση» της Κατερίνας Μόντη εντούτοις δεν υπακούει σε κανέναν από τους παραπάνω  λόγους. Γίνεται φανερό από τις πρώτες γραμμές του ότι το έργο αποτελεί προϊόν μια έκρηξης από βιώματα και κοινωνιολογικές αναζητήσεις χρόνων που καραδοκούσαν καταπιεσμένες στο υποσυνείδητο της νέας συγγραφέως   επιζητώντας επίμονα να βγουν στο φως. Έτσι σήμερα έχουμε την τύχη να απολαύσουμε έναν γοητευτικό λόγο, που έχει επιτέλους κάτι να πει. Έναν λόγο που δεν αναλώνεται, όπως συνήθως, σε σχήματα αυτοϊκανοποίησης ή σε χιλιογραμμένα κλισέ και κοινοτοπίες  που κατακλύζουν συνήθως τη λογοτεχνική παραγωγή μας. Ένα λόγο τόσο θαρραλέο και προκλητικό που θα μπορούσε, κάτω από άλλες συνθήκες, να αποτελέσει ένα πρώτης τάξεως κοινωνικό σκάνδαλο. Φαίνεται όμως ότι οι συνήθεις πατριδοκάπηλοι και εθνοαμύντορες πιάστηκαν αυτή τη φορά στον ύπνο…
Με δυο λόγια: η συγγραφέας επιχειρεί μια αποτίμηση των αγώνων και των αναζητήσεων του συνόλου της μεταπολιτευτικής Αριστεράς με μια προφανή ευαισθησία, αλλά συγχρόνως και αναπάντεχη  σκληρότητα. Δεν κηρύττει, δεν νοσταλγεί, δεν ευαγγελίζεται. Ο λόγος της ανελέητος, όπου χρειάζεται, συχνά καταγγελτικός, δεν απονέμει συγχωροχάρτια , αλλά ερμηνεύει με μια εκπλήσσουσα δεξιοτεχνία χειρουργού πράξεις και γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή μας τα τελευταία τριανταπέντε χρόνια. Και εντούτοις το αποτέλεσμα δεν παραμένει  απλά μια δοκιμιακή και ψυχρή καταγραφή της συγκεκριμένης εποχής, αλλά αποτελεί πραγματική κατάθεση ψυχής.

Η νεαρή παιδίατρος Δέσποινα Ντήμα. που υπηρετεί  στην Ικαρία, δέχεται απροσδόκητα την επίσκεψη δυο αντρών της «αντιτρομοκρατικής», οι οποίοι την υποβάλλουν σε μια εξαντλητική ανάκριση σχετικά με ένα «εύρημα» που έπεσε τελευταία στα χέρια τους: πρόκειται για μια αναμνηστική φωτογραφία από κάποια χαρούμενη στιγμή ενός ολονύχτιου ξεφαντώματος σε παραλία της Χαλκιδικής, τραβηγμένη προ τριακονταπενταετίας!  Στη φωτογραφία, τυχαίο εύρημα σε μια γιάφκα της Αθήνας,  εικονίζεται ένα χαρούμενο στιγμιότυπο του γλεντιού με μια σημείωση στην πίσω όψη της, η οποία αναφέρεται σε κάποιο «ατυχές επαναστατικό  εγχείρημα».  Ήταν η εποχή της δράσης της πρώτης γενιάς «τρομοκρατών» (1985: θάνατος σε σύγκρουση με αστυνομικούς του  Χρήστου Τσουτσουβή).
Η συγγραφέας όμως με αφορμή αυτό το κοινοτοπικό περιστατικό βρίσκει την ευκαιρία να ξεδιπλώσει μια άλλη εποχή, εκείνη της αθωότητας των νεανικών της χρόνων, στην οποία ελπίδες και οράματα συγκρούονταν ανελέητα  με τους φύλακες της καθεστηκυίας τάξης και ασφάλειας. Και όχι μόνο αυτό: προχωρεί και σε μια πρωτοφανή για την εποχή μας θεώρηση των γεγονότων από τη σκοπιά ενός θύτη κι ενός θύματος (ανακρινόμενης και ανακριτή) που προέρχονται αμφότεροι από τη σλαβομακεδονική ελληνική μειονότητα!
Με την ευκαιρία αυτή λοιπόν,  και μέσα από ποικίλες αναδρομές στο παρελθόν,  ανιστορούνται γεγονότα και αποκαλύπτονται περιστατικά, που χρόνια τώρα βρίσκονται θαμμένα στη συλλογική μας μνήμη και συνείδηση, καθώς δεν έπαψε να τα σκιάζει η φοβέρα του διαβόητου μουρουνόλαδου του Μανιαδάκη και οι πιο πρόσφατες μνήμες του εμφυλίου, όπου ολόκληρα χωριά της μεθορίου σβήστηκαν κυριολεκτικά από το χάρτη, καμένα από βόμβες ναπάλμ και οι κάτοικοί τους διάσπαρτοι ως σήμερα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, είναι οι μόνοι στους οποίους δεν επιτράπηκε να πεθάνουν στα χώματα των πατεράδων και των παππούδων τους…

Όταν ο γερο Τράικο άκουσε την απόφαση του γιου του να σπάσει το φράγμα της απομόνωσης που τους δυνάστευε τόσα χρόνια και να γίνει χωροφύλακας, ξέσπασε : «Πού θα πας, μπρε σίνκοο (γιε μου); Εμάς πια δεν ας βάζουν πουθενά σε τέτοια πόστα, είδες εσύ κανέναν ντόπιο χωροφύλακα μέχρι τώρα; Είδες δόκιμο, στρατιωτικό, βουλευτή, δάσκαλο;» Και παρακάτω: «Έεε, ζα στραμότα! (τι ντροπή!). Να μας έβλεπες μπρε, πώς ορκιζόμασταν! Όλο το χωριό μας μάζεψαν στην εκκλησία να δώσουμε όρκο όλοι μαζί ότι δεν θα μιλάμε τη γλώσσα μας, γιατί το ευαγγέλιο, λέει είναι ελληνικό… Κατάλαβες; Και το θεό όπως τους ταίριαζε. Φαντάσου και να ‘ταν ο Χριστός Έλληνας…Γκόσποντι ντα μι πρόστι…(Κύριε, σχώρνα με!) Μέχρι και τους σταυρούς των πεθαμένων ξηλώνανε, αν δεν είχαν ονόματα ελληνικά…» Και λίγο πιο κάτω: «Μακάρι να σ’ αφήσουν να προκόψεις στην αστυνομία, να γίνεις σωστός, όχι σαν αυτούς που πέρασαν από μας… Σαν εκείνον τον ενωμοτάρχη, Σαμοβίλα τον λέγαμε, ξεφύτρωνε μπροστά σου εκεί που δεν το περίμενες. Πες θάλασσα, βόδι, μας δοκίμαζε, ήξερε για που δεν μπορούσαμε, τάλασσα λέγαμε, κι εκεί να δεις ξύλο…Κλοτσιές,  καρπαζιές, γελούσε κι από πάνω ο κερατάς…Μέχρι και στο βουνό που μαζεύαμε ξύλα πετάγονταν οι αγροφύλακες και μας έπιαναν που μιλούσαμε…Εμ, δεν θα μιλούσαμε; Σκάζαμε, μπρε, να μιλήσουμε, παίρναμε τα βουνά να πούμε με την ησυχία μας δυο λόγια… Άμα σε πάρουν τη γλώσσα σου, ούτε να σκεφτείς από μέσα σου δεν μπορείς!»

Το εύρημα της Κατερίνας Μόντη να φέρει αντιμέτωπους τον μειονοτικό χωροφύλακα, που πρόκοψε παρ’ όλα αυτά και έγινε ανακριτής της αντιτρομοκρατικής και τη μειονοτικό γιατρό που στα νιάτα της φλέρταρε με την αναρχία, αποδεικνύεται έξοχο. Ποιες ανθρώπινες χορδές θα ξυπνήσουν τάχα, χορδές  που λούφαζαν στο αίμα τους κάτω από την επιφάνεια του καθήκοντος αφενός και της ιδεολογικής συνέπειας αφετέρου; Και το θέμα η συγγραφέας το χειρίζεται με τον πιο πειστικά δραματικό τρόπο…

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

Δεκαεννέα τριαντάφυλλα


 ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
 ΡΟΥΜΑΝΙΑ
 MIRCEA ELIADE
 ΔΕΚΑΕΝΝΕΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΚΑΜΠΡΙΕΛ ΑΝΔΡΟΝΕ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 1999
σελ. 192

  
Ο καμβάς του έργου: Ο Άνγκελ Ντ. Παντέλε, ο κυρίαρχος χαρακτήρας του έργου,  θεωρείται κορυφαίος συγγραφέας στη Ρουμανία του Τσαουσέσκου. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα υπήρξε και υποψήφιος για το Νόμπελ λογοτεχνίας. Ο Εουσέμπιου Νταμιάν, γραμματέας του και επιφορτισμένος με τη διεκπεραίωση της αλληλογραφίας του και τη δακτυλογράφηση των χειρογράφων του, καθώς και οικονόμος Αικατερίνα, τον υπηρετούν με περισσή αυταπάρνηση. Οπότε μια βραδιά, στην κυριολεξία από το πουθενά, ενσκήπτει στη συντροφιά τους ένα παράξενο ζευγάρι νεαρών ηθοποιών,  ο Λαουριάν και η Νικουλίνα,  και δίνει μια αυτοσχέδια παράσταση μπροστά τους. Ο πρώτος μάλιστα ισχυρίζεται ότι είναι γιος του "Μαέστρου", από μια ηθοποιό που πρωταγωνιστούσε προ τριακονταετίας σε ένα έργο του, το οποίο όμως δεν ανέβηκε στη σκηνή ποτέ! Ο Παντέλε δεν θυμάται αυτόν το δεσμό.
Εν πάση περιπτώσει την άλλη μέρα επιφορτίζει στο γραμματέα του να προσφέρει στο ζευγάρι- που θα παντρευόταν -μια ανθοδέσμη από δεκαεννιά κόκκινα τριαντάφυλλα (όσα ήταν και τα χρόνια της Νικουλίνας). Το ζευγάρι όμως εξαφανίζεται και, όπως αποκαλύπτεται αργότερα, είχε καταφύγει σε κάποιον πρωτοποριακό θίασο, του Ιερωνίμ Θανάσε που έκανε στο Σιμπίου εντατικές πρόβες για ένα έργο που αποδείκνυε τη μαγική λειτουργία της θεατρικής τέχνης! Επιδίωκε δηλαδή την ανάκληση αναμνήσεων του θεατή από το παρελθόν!. Οι  δυο τους μάλιστα –Παντέλε και Νταμιάν -προσκαλούνται να παρακολουθήσουν μια από τις παραστάσεις του θιάσου. Και βιώνουν μια συναρπαστική εμπειρία: μια σύγκρουση που δόθηκε  το 580 μ. Χ. ανάμεσα στις ρωμαϊκές λεγεώνες του τόπου και στις ορδές των Αβάρων που επήλαυναν…   
Μετά την παράσταση οι φίλοι μας προσκαλούνται σε κάποιον ξενώνα της υπαίθρου της μικρής πόλης, επιβιβάζζοντι σε δυο έλκηθρα – είναι χειμώνας - και εκεί ο Παντέλε «ξαναθυμάται» την (ερωτική) σκηνή που είχε ζήσει στον ίδιο χώρο πριν από τριάντα χρόνια με την πρωταγωνίστρια ηθοποιό του έργου του  και μητέρα του Λαουριάν! Και όχι μόνο αυτό: τα ίχνη του νεαρού ζευγαριού και του Παντέλε χάνονται στη συνέχεια από προσώπου γης! Προφανώς μετά την καταλυτική εκείνη παράσταση περνούν σε άλλη διάσταση του χωροχρόνου! Γιατί ούτε πληροφορίες για κάποιο τόπο διαφυγής τους ακούγονται, ούτε τα πτώματά τους βρίσκονται πουθενά, παρά τις διεξοδικές έρευνες του καθεστώτος, το οποίο βέβαια κάθε άλλο παρά  συνηγορεί με την υπόθεση της διαφυγής τους στο χωροχρόνο. Τους επόμενους μήνες όμως σε κάποιες ειδικές στιγμές, ο Νταμιάν βρίσκει έξω από την πόρτα του δεκαεννιά κόκκινα τριαντάφυλλα, τον αποστολέα των οποίων είναι αδύνατο να εξιχνιάσει.
Ο Μίρτσεα Ελιάντε (1907-1986) είναι αναμφισβήτητα κορυφαίος λογοτέχνης της  Ρουμανίας του εικοστού αιώνα. Από την άποψη αυτή ο Άνγκελ Παντέλε, αποτελεί το alter ego του. Ο ίδιος μάλιστα μας άφησε το εξής σημείωμα γι αυτό το έργο: «Δεν αμφιβάλλω για τη λογοτεχνική επιτυχία του έργου, αμφιβάλλω όμως για το αν θα γίνει κατανοητό το μήνυμά του, που κρύβεται διακριτικά κάπου ανάμεσα στα γράμματα». Και ο μεταφραστής του έργου σημειώνει επιγραμματικά: «Εδώ το ιερό ντύνεται με τα ρούχα του καθημερινού. Μόνο ο μυημένος μπορεί να διεισδύσει πέρα από την επιφάνεια, τη φαινομενικότητα. Η ιερή ουσία αποκαλύπτεται σε όσους ξέρουν να βλέπουν. Οι υπόλοιποι προσπερνούν τα θαύματα χωρίς να καταλαβαίνουν την ύπαρξή τους ή χωρίς να τα αντιληφθούν θεωρώντας τα ασήμαντα»
Μπορεί κανείς να φανταστεί πώς αντιμετωπίστηκε το έργο από τη Ρουμανία του σοσιαλιστικού ρεαλισμού…
Το έργο πρωτοδημοσιεύτηκε στη Γαλλία το 1982 (Εκδόσεις Gallimard)

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012

Η Κόχη της Ντροπής


ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ISMAIL KADARE
ΑΛΒΑΝΙΑ
Η ΚΟΧΗ ΤΗΣ ΝΤΡΟΠΗΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΠΟΛΛΑ ΖΑΧΟΠΟΥΛΟΥ - ΒΛΑΧΟΥ
ΡΟΕΣ 1985
σελ. 121

Στο ιστολόγιο που έχετε μπροστά σας  έχει εξαρχής δηλωθεί ότι δεν παρακολουθείται αναγκαστικά η επικαιρότητα της σύγχρονης λογοτεχνικής παραγωγής. Κι αυτό γιατί το πλήθος των λογοτεχνικών εκδόσεων που ξεφυτρώνουν καθημερινά σαν μανιτάρια δεν συμβαδίζει αναγκαστικά με την ποιότητά τους. Τα περισσότερα έργα , μόλις κατακαθίσει ο κουρνιαχτός των πρώτων εντυπώσεων και της συστηματικής συχνά προβολής τους, δεν κατορθώνουν να αντισταθούν στο χρόνο. Αφανίζονται κάτω από τις βαριές μυλόπετρες του χρόνου… Εξάλλου οι εκδόσεις τους σπάνια ξεπερνούν τα χίλια αντίτυπα. Κάποια εντούτοις – ελάχιστα- κατορθώνουν να επανεκδοθούν και να απασχολήσουν εκτενέστερα το βιβλιόφιλο κοινό. Κατά κανόνα –γιατί υπάρχουν και οι εξαιρέσεις- αξίζει να ασχοληθεί κανείς μ’ αυτά.
Αντίθετα κάποια άλλα, αφού «σιτέψουν» για τα καλά με τα χρόνια,  επιδεικνύουν μια αξιοπρόσεχτη αντοχή και φαντάζουν επίκαιρα κι ας τα χωρίζουν από την πρώτη τους έκδοση δεκαετίες ολόκληρες…  Και επειδή οι εκδότες τους διστάζουν να τα επανεκδόσουν, καθώς το σύγχρονο αναγνωστικό κοινό  τα υποδέχεται συνήθως με δυσπιστία, μένουν δυστυχώς στη σκιά και στην αφάνεια. Σ’ αυτή την κατηγορία μπορεί να κατατάξει κανείς την ολόκληρη σχεδόν την παραγωγή του αλβανού μυθιστοριογράφου Ismail Kadare.  Στο παρελθόν (29-3-2011) ασχοληθήκαμε με τα «Τρία τραγούδια για το Κοσσυφοπέδιο».
«Η Κόχη της Ντροπής» θα μπορούσε άνετα να χαρακτηριστεί ως το εμβληματικό έργο του μεγάλου αλβανού συγγραφέα (γεν. 1936), ο οποίος βέβαια έζησε και έδρασε στο Παρίσι όλα τα χρόνια του ολοκληρωτισμού που μάστιζε τη χώρα του. Δημοσιεύτηκε στο Παρίσι , μεταφρασμένο, το 1984 από  τις εκδόσεις Fayard και την επόμενη χρονιά (1985) μεταφράστηκε και στη χώρα μας (από τα γαλλικά) στις εκδόσεις Ροές. Σήμερα το μυθιστόρημα είναι εξαντλημένο.
Θα ήταν ασύγγνωστο σφάλμα να χαρακτηρίσει κανείς «ιστορικό μυθιστόρημα» την Κόχη της Ντροπής. Παρ’ όλο που το υπόβαθρό της στηρίζεται σε αδιάψευστα ιστορικά γεγονότα και συγκεκριμένα στην καταστολή της εξέγερσης του Αλή πασά των Ιωαννίνων το 1822 , στον αποκεφαλισμό του και στη μεταφορά του κεφαλιού του στην Κωνσταντινούπολη, για να εκτεθεί στη διαβόητη «Κόχη της Ντροπής»…
Η Κόχη της Ντροπής , σμιλευμένη πάνω από την πύλη των κανονιών , στην πλατεία των όπλων της οθωμανικής πρωτεύουσας δεν μένει ποτέ άδεια. Ο αυτοκρατορικός ταχυδρόμος Τουντζατά, επιφορτισμένος με το θλιβερό καθήκον της μεταφοράς τον κομμένων κεφαλιών από τα τέσσερα σημεία της αυτοκρατορίας, διασχίζει με ταχύτητα τεράστιες εκτάσεις για να μεταφέρει στην πρωτεύουσα όσο γίνεται λιγότερο αλλοιωμένα τα κεφάλια των ανυπάκουων και ο επιτηρητής της κόγχης Αμπντουλάχ ξημεροβραδιάζεται κάτω απ’ αυτήν, ενώ το αχόρταγο πλήθος πλημμυρίζει την πλατεία για να απολαύσει το φριχτό θέαμα. Και όλα αυτά μέσα σε μια ατμόσφαιρα, καθαρά σουρεαλιστική, καφκική θα λέγαμε…

Ο συγγραφέας όμως με αφορμή το αιματηρό αυτό γεγονός, βρίσκει την ευκαιρία να καταγγείλει τους όπου γης μηχανισμούς εξουθενωτικής καταπίεσης των απλών ανθρώπων  από το  κράτος και την κάθε λογής  εξουσία. Τι πιο λαμπρό παράδειγμα λοιπόν από εκείνο της Μεγάλης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η οποία περιέκλειε στους κόλπους της δεκάδες έθνη και λαούς, ανάμεσα στους οποίους και το λαό της πατρίδας του συγγραφέα, την Αλβανία;
Παρακολουθούμε λοιπόν με κομμένη την ανάσα τις μεθοδεύσεις της Υψηλής Πύλης , προκειμένου να εξουδετερώσει όλους εκείνους τους αξιωματούχους και τους υπαλλήλους της που αποχτούσαν δυσανάλογη με το αξίωμά τους δύναμη και σήκωναν κεφάλι. Και όταν το κεφάλι τους έπεφτε από κάποιον ειδικά απεσταλμένο αξιωματούχο, ερχόταν η σειρά του τελευταίου βρεθεί αντιμέτωπος με την ίδια μοίρα, γιατι θεωρούνταν επικίνδυνος. Όπως συνέβη με τον Χουρσίντ πασά, τον νικητή του Αλή...
Πολυδαίδαλοι μηχανισμοί και πολυάνθρωπες υπηρεσίες εργάζονταν συστηματικά, παρακολουθούσαν και κατέγραφαν όχι μόνο εκείνες τις ενέργειες των υπηκόων του πατισάχ, οι οποίες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν επαναστατικές, αλλά και τις απόψεις τους, τις σκέψεις τους , ακόμη και τα όνειρά τους! Απώτερος σκοπός όλης αυτής της συστηματικής παρακολούθησης ήταν η απεθνικοποίηση των διαφόρων εθνοτήτων της αυτοκρατορίας, η εκρίζωση της γλώσσας τους, του πολιτισμού τους γενικότερα  και η εξάλειψη της εθνικής τους μνήμης! Η διεργασία αυτή ακολουθήθηκε και στην Αλβανία μετά την καταστολή της εξέγερσης του Αλή

«Οι άνθρωποι αυτοί είχαν πάψει να έχουν δική τους γλώσσα, δεν είχαν πια ούτε έθιμα, ούτε ενδυμασίες , ούτε γάμους, ούτε χορούς, ούτε αλφάβητο, ούτε ιστορία, ούτε χρονικά, ούτε θρύλους. Τους είχαν απογυμνώσει εντελώς. Η μνήμη τους είχε συρρικνωθεί λίγο-λίγο, Όλα είχαν σβήσει απ’ αυτήν, όπως μια πεδιάδα ανεμοδαρμένη για χιλιάδες αιώνες που μεταβάλλεται τελικά σε έρημο, όπου δεν υπάρχουν παρά αμμόλοφοι που απλώνονται μονότονα μακριά , όλο και πιο μακριά, σε κυματισμούς που θυμίζουν γεωμετρία εφιαλτική». (σελ. 191)

Και αφού η καθημαγμένη,  η χωρίς γλώσσα και χωρίς εθνική μνήμη χώρα γονάτισε , φτάνει κάποιος ειδικός απεσταλμένος από τις ανατολικές εσχατιές της αυτοκρατορίας με κάποιο όνειρο υπηκόου της και το καταθέτει στο "Παλάτι των Ονείρων". Από την ερμηνεία του θα κριθεί η κατοπινή μοίρα του  λαού της...
Μήπως αυτή η χώρα θύμισε στον συγγραφέα την  Αλβανία του Εμβέρ Χότζα;

Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

Οι νύχτες στο Φλόρες

ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ
CESAR AIRA
ΟΙ ΝΥΧΤΕΣ ΣΤΟ ΦΛΟΡΕΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΤΖΩΡΙΔΟΥ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2010
σελ. 134

Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων στη συνοικία Φλόρες του Μπουένος Άιρες, ο Άλντο και η Ροσίτα, για να συμπληρώσουν το πενιχρό εισόδημά τους την εποχή που η οικονομική κρίση μαίνεται στην Αργεντινή, αποφασίζουν να ασχοληθούν με τη νυχτερινή διανομή πίτσας με τα πόδια. Ένας πανάκριβος οίκος ευγηρίας , που διευθύνεται από νεαρές καλόγριες, αποτελεί τον ταχτικό πελάτη του ζευγαριού τις μεταμεσονύχτιες ώρες. Παράλληλα με το ζευγάρι δεκάδες νεαρά αγόρια με τα μηχανάκια τους εκτελούν το ίδιο επάγγελμα. Κάποια μέρα ένα από τα αγόρια αυτά, ο Τζόναθαν, πέφτει θύμα απαγωγής και οι απαγωγείς του ζητούν από τους φτωχούς γονείς του υπέρογκα λύτρα. Ένας ευσυνείδητος εισαγγελέας αναλαμβάνει την εξιχνίαση της υπόθεσης. Τρία παράλληλα αυτοκινητικά ατυχήματα συμβαίνουν την ίδια νύχτα στον περιφερειακό της πόλης. Ένας μυστηριώδης βολιβιανός συγγραφέας, φίλος και καλεσμένος του εισαγγελέα συμμετέχει στα δρώμενα. Και κάποιο βολιβιανό ίδρυμα για την ενίσχυση των νέων καλλιτεχνών συμπληρώνει κι αυτό με την παρουσία του το καλειδοσκόπιο της υπόθεσης. Αυτός είναι σε γενικές γραμμές ο κεντρικός θεματικός πυρήνας του έργου. Κι όλα αυτά, πρόσωπα και ιδρύματα, χωρίς εμφανή και πειστική σύνδεση μεταξύ τους, λες και αποτελούν αδέξια επινοήματα κάποιου πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα…Ως εδώ ο προσεχτικός αναγνώστης δεν διαπιστώνει τίποτε παράδοξο, τίποτε άξιο αναφοράς. Αν μάλιστα είναι και ανυπόμονος ενδέχεται να εγκαταλείψει την ανάγνωση του έργου στη μέση, ή να ανατρέξει στην τελευταία σελίδα για να μάθει το τέλος της πλοκής του.

Όμως από κάποιο σημείο και πέρα αρχίζει να υποψιάζεται ότι κανένα από τα πρόσωπα ή τα συμβαίνοντα στη νουβέλα - γιατί μάλλον για νουβέλα πρόκειται - δεν είναι αυτό που φαίνεται! Οι χαρακτήρες του έργου θαρρείς και κινούνται φορώντας μάσκες, τα γεγονότα δεν είναι αυτά που έδειχναν ότι είναι και μα αδιόρατη ανησυχητική ομίχλη αρχίζει να καλύπτει σιγά σιγά το χώρο και την ατμόσφαιρα στην οποία κινούνται. Και ο κάθε αναγνώστης ανάλογα με τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις που κουβαλάει αρχίζει να προσεγγίζει, ή να νομίζει ότι προσεγγίζει, τα γεγονότα. Τα γεγονότα που γλιστρούν μέσα από τις παλάμες του σαν νερό και μεταμορφώνονται χωρίς σταματημό και προφανή λόγο. Πρόκειται για μια γοητευτική άσκηση ύφους που οδηγεί στο αβίαστο συναίσθημα ότι το παράλογο και το ανεξήγητο κυβερνάει και δίνει νόημα στη ζωή μας.

Ο Σεσάρ Άιρα θεωρείται ένας από τους πολλά υποσχόμενους νέους λατινοαμερικανούς συγγραφείς. Πολυγραφότατος (κυκλοφορούν πάνω από εξήντα έργα του-διηγήματα, θεατρικά έργα και δοκίμια). Γεννήθηκε το 1949 στο Μπουένος Άιρες , συνεργάζεται με πολλά MME της χώρας του και διδάσκει και στο Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες. Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη ένα ακόμη έργο του, το "Βαράμο" (2007)