Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Προμηθεὺς πλάσας ποτὲ ἀνθρώπους δύο πήρας ἐξ αὐτῶν ἀπεκρέμασε, τὴν μὲν ἀλλοτρίων κακῶν, τὴν δὲ ἰδίων, καὶ τὴν μὲν τῶν ὀθνείων ἔμπροσθεν ἔταξε, τὴν δὲ ἑτέραν ὄπισθεν ἀπήρτησεν. Ἐξ οὗ δὴ συνέβη τοὺς ἀνθρώπους τὰ μὲν ἀλλότρια κακὰ ἐξ ἀπόπτου κατοπτάζεσθαι, τὰ δὲ ἴδια μὴ προορᾶσθαι

Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2010

Ο Λιτούμα στις Άνδεις

ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ



ΠΕΡΟΥ
MARIO VARGAS LLOSA
Ο ΛΙΤΟΥΜΑ ΣΤΙΣ ΑΝΔΕΙΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΑΡΑΣ ΜΠΕΝΒΕΝΙΣΤΕ
ΕΞΑΝΤΑΣ 1998
(σελ. 328)

Στο μυθιστόρημά του αυτό (1993) ο Περουβιανός συγγραφέας, τιμημένος με το τελευταίο νόμπελ λογοτεχνίας (2010) («για τη χαρτογράφηση των δομών της εξουσίας και τις διεισδυτικές εικόνες της αντίστασης του ατόμου, της εξέγερσης και της ήττας του») συνθέτει μια αριστοτεχνική συμφωνία, ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα, στην προκατάληψη και την επιστήμη, καθώς και στην αγριότητα και την έμφυτη ευγένεια του ανθρώπου… Με μουσική υπόκρουση τους ανέμους των Άνδεων, τους κόνδορες να κράζουν απειλητικά και το σάλαγο από τις τρομαχτικές κατολισθήσεις των βουνών που ισοπεδώνουν τα πάντα στο πέρασμά τους.
Σκηνικό της ιστορίας ένα άθλιο παράπηγμα που χρησιμεύει ως σταθμός της πολιτοφυλακής σ’ ένα χωριό της σιέρας και πρωταγωνιστές ο δεκανέας Λιτούμα κι ο βοηθός του πολιτοφύλακας Καρένιο. Και διαρκώς παρούσα η υπαρκτή απειλή της τρομοκρατικής οργάνωσης «Φωτεινό Μονοπάτι» που ουσιαστικά ελέγχει την περιοχή, έτοιμη να εφαρμόσει την ποινή του λιθοβολισμού μέχρι θανάτου σε κάθε «πράκτορα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και του σοβιετικού ρεβιζιονισμού» μόνο και μόνο γιατί δεν είναι διατεθειμένος να συμπράξει στο «επαναστατικό» έργο της.
Εκτός όμως από το «Φωτεινό Μονοπάτι», παρούσες είναι στην αφήγηση και οι υπερφυσικές δυνάμεις των Ινκας: Τα πνεύματα των βουνών (άπου), των κατολισθήσεων (γουάικο) και οι αναρίθμητοι βρικόλακες (πιστάκο) που φωλιάζουν στις σπηλιές τους και συνεχίζουν, όπως στους προκολομβιανούς πολιτισμούς, να απαιτούν προσφορές και ανθρωποθυσίες… Και οι Ινδιάνοι της σιέρας, οι λευκοί , οι μιγάδες και οι νέγροι της ακτής, χαμένοι ανάμεσα σ’ αυτές τις σκοτεινές δυνάμεις του χτες και του σήμερα, δεν μπορεί παρά να υποκύψουν… Αυτοί είναι απλοί εργάτες, χειρώνακτες στο εργοτάξιο της διάνοιξης ενός εθνικού δρόμου, που ούτε ισπανικά μιλούν καλά-καλά, καθώς επικοινωνούν μεταξύ τους στην τοπική διάλεκτο των Ινδιάνων. Γι αυτούς ο πολιτισμός δεν έφτασε ακόμη στα χωριά και στις καλύβες τους. Αιώνια θύματα της εκμετάλλευσης των ολίγων, αρχίζουν να εγκαταλείπουν τη γη των προγόνων τους που δεν τους δέχεται πια και να συρρέουν στις πόλεις ή να εναποθέτουν τη σωτηρία τους στη νέα μαοϊκή τρομοκρατική οργάνωση που στο πέρασμά της εκτελεί με λιθοβολισμό τους πλούσιους, του ανθρώπους της εξουσίας, τους επιστήμονες, τους ομοφυλόφιλους. Ο συγγραφέας μέσα από το έργο του ασκεί μια εύστοχη αλλά όχι κραυγαλέα κριτική στην πολιτική εξουσία της πατρίδας του για τη στάση της απέναντι στην προοδευτική αποσύνθεση των κατοίκων του Περού που χειμάζονται από τη φτώχεια, την ανασφάλεια και την απειλή των βαρόνων της κοκαΐνης.
Ο Λιόσα, που ασχολήθηκε ενεργά με την πολιτική (το 1990 κατέβηκε στις προεδρικές εκλογές του Περού ως υποψήφιος της κεντροδεξιάς-και τις έχασε) πιστεύει ότι η δίψα για την εξουσία μεταμορφώνει τους ανθρώπους σε τέρατα. Επιχειρεί λοιπόν μέσα από τα έργα του να ανιχνεύσει αυτή την αντίληψη. Αποστρέφεται βέβαια τη στρατευμένη λογοτεχνία, καθώς πιστεύει ότι «μπορείς να χρησιμοποιήσεις την πολιτική προς όφελος της λογοτεχνίας, αλλά δεν μπορείς να κάνεις το αντίστροφο»
Παραστατική ευθύγραμμη αφήγηση (με συχνά αυτοτελή παρένθετα επεισόδια, κυρίως από τη δράση των μαοϊκών ανταρτών), αλλά και μια αντίστιξη που λειτουργεί ως intermezzo: την παρένθεση του μεγάλου έρωτα του Καρένιο που τον αφηγείται ο ίδιος τα ατέλειωτα βράδια στον προϊστάμενό του κι απαλλάσσει τον αναγνώστη προς στιγμήν από την ένταση της κύριας διήγησης. Και τα δυο αφηγηματικά μοτίβα-αυτό της κύριας δράσης του δεκανέα, που δίνεται σε τριτοπρόσωπη αφήγηση, κι εκείνο της ιστορίας του έρωτα του βοηθού του, σμίγουν αριστοτεχνικά στο τέλος, όπου ο συγγραφέας επιφυλάσσει για τον αναγνώστη μια πρώτης τάξεως έκπληξη. Μια έκπληξη που συνδέει το παρόν με το παρελθόν, την ιστορία με το παρόν, το μύθο με την καθημερινή πραγματικότητα του τόπου.
Η μετάφραση, της Σάρας Μπενβενίστε, εύστοχη, λειτουργική, με συχνές βοηθητικές παραπομπές στο τέλος της σελίδας –κι όχι στο τέλος του έργου, πράγμα που δυσχεραίνει την ανάγνωση- αλλά χωρίς κάποιον βοηθητικό πρόλογο ή επίλογο που θα βοηθούσε τον αναγνώστη να αποχτήσει μια πλήρη εικόνα του συγγραφέα και του έργου του. Και απορίας άξιο γιατί χρησιμοποιεί για το όνομα του συγγραφέα τον τύπο «Γιόσα» αντί του ορθού «Λιόσα» (Llosa)

Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2010

Μια Ιστορία για τον Μάυτα

ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΠΕΡΟΥ

MARIO VARGAS LLOSA
ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΥΤΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 1997
σελ. 400
Ο καμβάς της «Ιστορίας για τον Μάυτα» είναι απλός. Το 1958 ο συγγραφέας-αφηγητής που βρίσκεται στο Παρίσι, πληροφορείται από τα «ψιλά» της “Monde” ότι στη χώρα του, το Περού, ξεκίνησε και έληξε άδοξα μια προσπάθεια εξέγερσης των Ινδιάνων των Άνδεων, υποκινητής της οποίας υπήρξε ένα αμφιλεγόμενο πρόσωπο: ο τροτσκιστής Αλεχάντρο Μάυτα. Το επεισόδιο γρήγορα ξεχάστηκε. Και στις αρχές της δεκαετίας του ’80, εικοσιπέντε χρόνια αργότερα, ο αφηγητής αποφασίζει να «περιγράψει» τα γεγονότα αυτής της εξέγερσης. Επισκέπτεται λοιπόν το Περού και ξεκινάει μια εργώδη προσπάθεια να συναντήσει όλους όσους είχαν κάποια σχέση μ’ αυτήν την εξέγερση και να καταγράψει τις απόψεις τους. Άδικος κόπος; Όχι ακριβώς. Γιατί παρόλο που αντιλαμβάνεται γρήγορα –το ίδιο και ο αναγνώστης- ότι «αλήθεια» δεν υπάρχει, κι αυτό όχι μόνο εξαιτίας του χρόνου που μεσολάβησε ανάμεσα στα «γεγονότα» και στις συνεντεύξεις, αλλά κυρίως γιατί κάθε μάρτυρας επιμένει στη δική του αλήθεια, καταλήγει στο τέλος να μην αφηγηθεί τα ακριβή γεγονότα του εγχειρήματος , αλλά να γράψει ένα μυθιστόρημα βασιζόμενος στις μαρτυρίες όσων τα έζησαν. Να παραποιήσει δηλαδή εσκεμμένα τα γεγονότα, γνωρίζοντάς τα όμως ο ίδιος όσο πληρέστερα γίνεται.
Έτσι ο Βάργκας Λιόσα, «παίζοντας» με το χρόνο, αρχίζει την αφήγησή του πηδώντας χωρίς προειδοποίηση από το τότε στο τώρα και τανάπαλιν. Παρακολουθούμε λοιπόν σ’ όλο της το μεγαλείο τη διάσπαση της αριστεράς στο Περού (μόνο;) την καχυποψία και τη διαρκή αντιπαλότητα που χώριζε τις φράξιες των σταλινικών, των μαοϊκών και των τροτσκιστών, οι οποίοι, σαν να μην έφταναν οι υπάρχουσες τάσεις διασπώνται σε παμπλιστές και «γνήσιους» τροτσκιστές, στους οποίους ανήκει και ο ήρωάς μας μαζί με άλλους έξι! Κι όταν ο Μάυτα πληροφορείται τυχαία τη σχεδιαζόμενη εξέγερση στα υψίπεδα των Άνδεων, παίρνει την απόφαση να προτείνει στο «κόμμα» του τη στήριξή της, η οποία όμως δε γίνεται δεκτή, με αποτέλεσμα να διαγραφεί και σαν άλλος δον Κιχώτης να ξεκινήσει σχεδόν ολομόναχος ένα τραγικό οδοιπορικό προς την καταστροφή…
Με την ευκαιρία όμως αυτής της εξιστόρησης, ο συγγραφέας μάς ξεναγεί στην τριτοκοσμική χώρα του με τις συνεχείς στρατιωτικές δικτατορίες, την ένδεια και την απομόνωση των ινδιάνων αγροτών που κάθε τόσο καταλαμβάνουν τα κτήματα που καλλιεργούν για να σφαγιασθούν σε λίγο από τους ιδιοκτήτες τους και τους στρατιώτες που τους συμπαραστέκονται, μας εισάγει στις άθλιες παραγκουπόλεις της Λίμας, όπου απελπισμένοι χωρικοί στοιβάζονται μες στο σκουπίδι και την κοπριά, ανάμεσα στα γουρούνια και τα αδέσποτα σκυλιά, αλλά και στο (κατ’ ευφημισμόν) σωφρονιστικό σύστημα της χώρας…
Επιμένει όμως κυρίως στη σκιαγράφηση της προσωπικότητας του Μάυτα. Που πέρασε τα παιδικά του χρόνια ως πιστός καθολικός, που επιχείρησε μάλιστα και μια απεργία πείνας, για να βρεθεί στη θέση των φτωχών, που βρέθηκε στη συνέχεια στη μαρξιστική αριστερά, στην οποία αφιέρωσε ό τι είχε και δεν είχε, για να καταλήξει στις φυλακές, από τις οποίες κάποτε αποφυλακίζεται, εξηντάρης πια, άδειος από κάθε πίστη και ελπίδα. Και ενώ οι «σύντροφοί» του επωφελήθηκαν τα μάλα από τι κλοπές των τραπεζών («κατασχέσεις» τις έλεγαν τότε, όχι «απαλλοτριώσεις» όπως οι δικοί μας) και μερικοί μάλιστα έφτασαν να γίνουν βουλευτές, ο ίδιος ένα κράμα ιδαλγού και αφελούς αγωνιστή θα παραμείνει στο κοινωνικό περιθώριο μην πιστεύοντας και μην ελπίζοντας τίποτε…
Η μετάφραση αξιόλογη και προσεγμένη. Η μεταφράστρια μάλιστα παραθέτει στην αρχή του έργου ένα χρήσιμο εισαγωγικό σημείωμα και στο τέλος του ένα βοηθητικότατο ευρετήριο ιστορικών και κοινωνικών όρων.

Σάββατο 30 Οκτωβρίου 2010

Το Παλιοκόριτσο

ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΠΕΡΟΥ

MARIO VARGAS LLOSA

ΤΟ ΠΑΛΙΟΚΟΡΙΤΣΟ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΜΠΟΝΑΤΣΟΥ

ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2007 (σελ. 290)

«Το Παλιοκόριτσο» του Μάριο Βάργκας Λιόσα, του μεγάλου και πολυγραφότατου Περουβιανού συγγραφέα που τιμήθηκε φέτος (2010) με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας , κυκλοφόρησε στα ισπανικά το 2006. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Καστανιώτης», σε μια λειτουργική μετάφραση Μαργαρίτας Μπονάτσου. Εδώ ο λατινοαμερικάνος συγγραφέας καταπιάνεται με την ανατομία του ερωτικού πάθους, ένα θέμα πολυδουλεμένο ανά τους αιώνες. Μόνο που ο συγγραφέας μας (γεννημένος το 1936 στην Αρεκίπα του Περού) αποφεύγει με περισσή δεξιοτεχνία τις παγίδες, στις οποίες κάποιος άλλος ομότεχνός του ίσως θα έπεφτε, κι αυτό γιατί εντάσσει το θέμα σε μια σειρά από πολιτικοκοινωνικά σκηνικά που το αναδεικνύουν σε ένα συναρπαστικό ψυχογράφημα των ηρώων του, χωρίς όμως να του στερούν την κυρίαρχη πολιτικοκοινωνική του διάσταση. Και εδώ ακριβώς έγκειται η υψηλή ποιότητα του έργου, το οποίο λειτουργεί όχι ως κοινοτοπικό μελόδραμα, αλλά κυρίως ως μια ευφυής ανατομία της ανθρώπινης ψυχής μέσα στο συγκεκριμένο χώρο και χρόνο στον οποίο ζουν και κινούνται οι χαρακτήρες του. Και ο χώρος είναι η γενέθλια γη του συγγραφέα, το Περού, το Παρίσι στη συνέχεια , αλλά και το Τόκιο, καθώς και η Μαδρίτη του τελευταίου μισού του περασμένου αιώνα. Η αφήγηση, συναρπαστική όχι μόνο εξαιτίας του αυτοβιογραφικού χαρακτήρα της, αλλά και για τη μαεστρία με την οποία ο αφηγητής προσεγγίζει την ευρωπαϊκή περιρρέουσα ατμόσφαιρα της δεκαετίας του ’60 και του ’70 κυρίως, μια ατμόσφαιρα που καθορίζει λίγο πολύ και τη μοίρα των ηρώων της.
Ο ακριβής τίτλος του έργου στα ισπανικά είναι «Travesuras dela nina mala» (Οι περιπέτειες ενός κακού κοριτσιού), προσφυώς βέβαια μεταφρασμένος στα ελληνικά ως ‘Το Παλιοκόριτσο’. Και η αφήγηση ξεκινάει από το καλοκαίρι του 1950 στην πόλη Μιραφλόρες του Περού, μια εποχή κατά την οποία ο αφηγητής μόλις έμπαινε στην εφηβική του ηλικία. Τότε θα γνωρίσει εκείνο το σκοτεινό και αέναα ρευστό κορίτσι, τη Λίλη. Και η μοίρα του θαρρείς είναι από τότε προδιαγραμμένη: η γυναίκα αυτή, ακριβώς επειδή είναι άπιαστη και σκοτεινή, θα προσδιορίσει τη ζωή του, μέχρι το τέλος. Ένα τέλος που συμπίπτει και με το τέλος του περασμένου αιώνα και επέρχεται , ως θεία τιμωρία θαρρείς, με την οριστική συντριβή της γυναίκας αυτής, της οποίας το μέγα και το μόνο αμάρτημά της ήταν η άμετρη φιλοδοξία της σε συνδυασμό με μια πρωτοφανή συναισθηματική αναπηρία.
Μέσα από την αφήγηση έχουμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε όλες τις εναλλαγές της πολιτικής εξουσίας στο Περού (τη δράση της επαναστατικής οργάνωσης «Φωτεινό Μονοπάτι», τις αλλεπάλληλες στρατιωτικές δικτατορίες , αλλά και τις σύντομες περιόδους της δημοκρατίας στη χώρα, η οποία βέβαια δεν κατόρθωσε ποτέ να υλοποιήσει όσα υποσχόταν). Κι ακόμη: την κοινωνική αναστάτωση της δεκαετίας του ’60 στο Παρίσι, όπου μεταφέρεται η πλοκή του έργου, καθώς ο ήρωάς μας κατορθώνει να πραγματοποιήσει το παιδικό όνειρό του, να ζήσει με οποιοδήποτε τίμημα στην πόλη του Φωτός…Μόνο που η μοιραία αυτή γυναίκα, μέσα από μια σειρά συμπτώσεων και μεταμορφώσεων θα παρεμβαίνει καταλυτικά στη ζωή του μην επιτρέποντάς του να ζήσει τη μετρημένη υπαλληλική ζωή που φαίνεται ότι τον ικανοποιούσε. Υποφέρει λοιπόν τα πάνδεινα, αλλά και απολαμβάνει στιγμές ύψιστης ευφορίας και συναισθηματικής έξαρσης, τις οποίες προφανώς δεν επρόκειτο ποτέ να γνωρίσει χωρίς την παρουσία αυτής της «γυναίκας-αράχνη»…
Δίνεται έτσι η ευκαιρία στο συγγραφέα να περιγράψει τους πέρα για πέρα ασύμβατους δρόμους του άντρα, που ικανοποιείται με το τίποτε και της γυναίκας που δεν ησυχάζει με τίποτε. Ποια να είναι τάχα αυτή η θαυματουργή και κυρίαρχη έλξη που συνδέει με μια ακατάλυτη θαρρείς αναγκαιότητα τους δυο χαρακτήρες; Εδώ ο Βάργκας Λόσα αποδεικνύεται μεγαλοφυής: αρνείται να απαντήσει.

Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2010

Ο Άγγελος της Πείνας

ΓΕΡΜΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
HERTA MULLER
Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΕΙΝΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΩΤΑΣ ΛΑΓΟΥΔΑΚΟΥ
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2010
σελ. 256



H Herta Muller (Βραβείο Νόμπελ 2009) στον «Άγγελο της πείνας» καταπιάνεται με ένα θέμα που έχει αποσιωπηθεί ή αγνοηθεί εδώ και χρόνια: με τα στρατόπεδα εργασίας που λειτούργησαν αμέσως μετά το Μεγάλο Πόλεμο στη Σοβιετική Ένωση για την ανοικοδόμηση της χώρας και στα οποία στρατολογήθηκαν κυρίως άτομα από 17 έως 45 ετών, που ανήκαν στις γερμανικές μειονότητες των νέων σοσιαλιστικών χωρών της Ανατολικής Ευρώπης. Μελέτησε χρόνια το θέμα, άρχισε να συγκεντρώνει από το 2001 αφηγήσεις από αυτόπτες μάρτυρες- η ίδια η μητέρα της πέρασε πέντε χρόνια σ’ ένα παρόμοιο στρατόπεδο- και κάποια στιγμή πήρε την απόφαση να γράψει το σχετικό μυθιστόρημα. Η ίδια, καθώς ανήκε στη γερμανική μειονότητα της Ρουμανίας, έζησε στο χωριό της με τα υπονοούμενα παρόμοιων ιστοριών, καθώς οι άνθρωποι για πενήντα ολόκληρα χρόνια δεν τολμούσαν να συζητήσουν ανοιχτά το θέμα.
Βέβαια η συγγραφέας δεν συνθέτει ιστορικό δοκίμιο, ούτε καν χρονικό. Η εντύπωση που μένει στον αναγνώστη μετά την ανάγνωση του έργου είναι ότι είχε να κάνει με μια ποιητική σύνθεση, όπου κυριαρχούν ο ελλειπτικός και συμβολικός λόγος, μια εντύπωση όμως που κάθε άλλο παρά μειώνει την αληθοφάνεια των γεγονότων.
Το Γενάρη του 1945 ο δεκαεφτάχρονος Λέοπολντ Άουμπεργκ συλλαμβάνεται και εκτοπίζεται από το χωριό του, ένα χωριό της Βεσσαραβίας, στο στρατόπεδο εργασίας της πόλης Nova Gorlovka της Ουκρανίας. Η μεταφορά, μέσα σ’ ένα βαγόνι μεταφοράς ζώων , γίνεται κάτω από τις πιο απάνθρωπες συνθήκες. (συγκλονιστική η ομαδική αποπάτηση των αιχμαλώτων σε μια χιονισμένη πεδιάδα!). Ο ήρωάς μας, καθώς αυτοχαρακτηρίζεται ερωτικά «αποκλίνων», στην αρχή βλέπει αυτή τη μετακίνηση θετικά, καθώς πιστεύει ότι θα γλιτώσει από τον ασφυκτικό κλοιό της κοινωνίας του χωριού του, που δε συγχωρεί παρόμοιες αποκλίσεις. Στη συνέχεια όμως θα προσγειωθεί ανώμαλα, όταν θα φτάσει στο στρατόπεδο. Τα γεγονότα που διαδραματίζονται στο στρατόπεδο αποχτούν υπερρεαλιστικές διαστάσεις με την πένα της Herter και ο αγώνας για την επιβίωση των κρατουμένων συνδυάζεται με τον πιο ανομολόγητο εφιάλτη, καθώς ο χρόνος και ο χώρος συγχέονται μεταξύ τους και τα πρόσωπα κινούνται θαρρείς μέσα σε όνειρο.
Έρχεται όμως η στιγμή που όλα αυτά έχουν ένα τέλος. Οι κρατούμενοι – όσοι απόμειναν βέβαια- φορτώνονται πάλι σε βαγόνια για ζώα και επιστρέφουν στην πατρίδα τους. Αλλά για τον ήρωά μας η επιστροφή στη γαλήνη και την άνεση του σπιτιού του αποδεικνύεται αφάνταστα οδυνηρή. Στο σπίτι του κανείς δεν τον περίμενε, κανείς δεν τον ρωτάει πώς πέρασε και, καθώς όλοι τον είχαν για πεθαμένο, η μητέρα του έχει ήδη αποχτήσει έναν άλλο γιο που μπερδεύεται στα πόδια του μόλις αυτός μπαίνει στο σπίτι. Έχει την εντύπωση ότι κανείς δεν χάρηκε. «Ανάμεσα σε ανθρώπους χορτάτους από πατρίδα, η ελευθερία με ζάλιζε». Έτσι ο αναγνώστης συνειδητοποιεί προοδευτικά ότι η ζωή του «Λέο» έχει για πάντα καταστραφεί. Από τα είκοσι δυο του χρόνια.
Η γραφή της Muller είναι σκληρή σαν μαχαίρι, χωρίς τίποτε το περιττό. Και ελλειπτική, καθώς η ματιά της επιμένει σε ασήμαντες για τον ανυποψίαστο αναγνώστη σκηνές και σκέψεις. Έτσι όμως χτίζει τη συγκλονιστική εντύπωση που αποκομίζει κανείς στο τέλος. Η μετάφραση της Γιώτας Λαγουδάκου υποδειγματική. Παρ’ όλες τις εγγενείς δυσχέρειες του κειμένου. Μεταφράσεις αυτού του επιπέδου, αποδεικνύουν τι δρόμο έχει διανύσει το «Μεταφραστικό Πρόβλημα» από τα χρόνια του μεγάλου Κακριδή.
Η Herta Muller γεννημένη το 1953 στην επαρχία Μπανάτ της Ρουμανίας, εγκαταστάθηκε οριστικά στο Βερολίνο το 1987, αφού πρώτα τα βιβλία της λογοκρίθηκαν και απαγορεύτηκαν από το καθεστώς του Τσαουσέσκου. Ανήκε στη γερμανική μειονότητα της Ρουμανίας και έχει σπουδάσει στο Βουκουρέστι ρουμανική και γερμανική φιλολογία. Ο Άγγελος της Πείνας θα κυκλοφορήσει Βερολίνο το 2009, λίγους μήνες προτού η συγγραφέας του τιμηθεί με το Βραβείο Νόμπελ.

Πέμπτη 29 Ιουλίου 2010

Ο Τελευταίος Γενίτσαρος

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ


ΤΟΥΡΚΙΑ
REHA CAMUROGLU
Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΓΕΝΙΤΣΑΡΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΘΑΝΟΣ ΖΑΡΑΓΚΑΛΗΣ
ΟΛΚΟΣ 2001
σελ. 364


Ο Τούρκος ιστορικός και μυθιστοριογράφος Ρεχά Τσαμούρογλου (γεννημένος στην Πόλη το 1958), βουλευτής σήμερα του κόμματος της Δικαιοσύνης, με πτυχίο ιστορίας από το Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου και επισκέπτης-καθηγητής σε γερμανικά πανεπιστήμια, έχει τιμηθεί στην Τουρκία με το βραβείο του καλύτερου μυθιστορήματος για το 2001.
Στον «Τελευταίο Γενίτσαρο», που εκδόθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 2000, καταπιάνεται με ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον εγχείρημα: να μας περιγράψει ανάγλυφα μέσα από τη μυθιστορηματική πλοκή του έργου του, τη ζωή, καθώς και τις θρησκευτικές και πολιτικές αντιλήψεις του τάγματος των γενιτσάρων από το 1770 ως την εξόντωσή τους από την κεντρική εξουσία το 1826. Σ’ αυτό το χρονικό διάστημα ζουν και κινούνται οι χαρακτήρες του μυθιστορήματος, εντελώς αυτόνομα όμως, χωρίς δηλαδή να δίνεται η εντύπωση στον αναγνώστη ότι κρατάει στα χέρια του κάποιο ιστορικό δοκίμιο. Είναι γνωστό ότι το σώμα των γενιτσάρων συστήθηκε κατά τον ΙΔ’ αιώνα από τον σουλτάνο Ορχάν και αποτελούσε στην αρχή μια μορφή παιδομαζώματος από τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Ρούμελης. Οι γενίτσαροι, σκληρά εκπαιδευμένοι, και με ιδιαίτερα οικονομικά και κοινωνικά προνόμια, αποτέλεσαν τον κύριο μοχλό της εξάπλωσης του σουλτανάτου ως την κεντρική Ευρώπη (ΙΖ’ αι.), αλλά με τον καιρό αυτονομήθηκαν ιδεολογικά, καθώς οι σουλτάνοι υποχρεώθηκαν από τις μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης να παραχωρήσουν μια σειρά από προνόμια στους χριστιανούς υπηκόους τους, πολιτική που έβρισκε αντίθετο το στρατιωτικό αυτό σώμα. Έτσι, την εποχή στην οποία διαδραματίζεται η ιστορία μας, οι γενίτσαροι έχουν εξελιχθεί σε μέγα πρόβλημα για την Υψηλή Πύλη, καθώς συχνά-πυκνά σήκωναν κεφάλι και αντιδρούσαν σε πολλά διατάγματά της.
Η πλοκή του έργου έχει ως αφετηρία το 1769 και την αιχμαλωσία του Πέτρου, γιου του Μιχαήλ και στρατιώτη της τσαρίνας Αικατερίνης, από τούρκους γενιτσάρους κατά τη διάρκεια μιας ρωσοτουρκικής σύγκρουσης στη Βεσσαραβία. Ο εικοσάχρονος αυτός στρατιώτης θα μεταφερθεί στην Ισταμπούλ (που λέγεται με σκόπιμη παραφθορά Ισλαμπούλ σ’ ολόκληρο το μυθιστόρημα), θα αλλαξοπιστήσει και θα υπηρετήσει σ’ όλη του τη ζωή ως Αμπντουλάχ το γενίτσαρο Αρίφ αγά που τον αιχμαλώτισε. Καθώς μάλιστα η γυναίκα του γέννησε εκείνες της μέρες κι ένα γιο, ο Αριφ Αγάς θεωρώντας το γεγονός αυτό θεϊκό σημάδι, υιοθετεί τον νέο του σκλάβο και τον παντρεύει με την κόρη του.
Με αφηγητές λοιπόν πότε τον Αμπντουλάχ (στο βιβλίο αναφέρεται ως «Ξανθός αγάς) και πότε τον ενήλικο πια γιο του αφέντη του, τον Σαμπίτ, θα παρακολουθήσουμε τα πιο σημαντικά συμβάντα που διαδραματίστηκαν στην Κωνσταντινούπολη ως τη νύχτα της 26ης Ιουνίου 1826, που συντελέστηκε η αποτρόπαιη σφαγή του τάγματος των γενιτσάρων από το σουλτάνο Μαχμούντ. Όμως αυτά τα γεγονότα (πυρκαγιές, ομηρικές συγκρούσεις των γενιτσάρων με άλλα στρατιωτικά σώματα) λειτουργούν ως καθαρή μουσική υπόκρουση στο στήσιμο των χαρακτήρων του έργου. Χαρακτήρες που περιγράφονται αδρά και πειστικά με τις ιδιαιτερότητες και τις μεταξύ τους συγκρούσεις. Παίρνουμε μια ιδέα από τις εκστρατείες των γενιτσάρων και τις μάχες που έδωσαν με τους αυστριακούς στα εδάφη των Αψβούργων, αλλά και τη συμμετοχή τους στην αντιμετώπιση των εθνικιστικών κινημάτων της Σερβίας και της Ελλάδας. Αξίζει να σημειωθεί λ.χ. ότι παρακολουθούμε, από την τουρκική πλευρά πάντα, την πολιορκία, αλλά και την έξοδο του Μεσολογγίου, με ιδιαίτερο σεβασμό είναι αλήθεια (ίσως και θαυμασμό), χωρίς εθνικιστικές εξάρσεις.
Στο επίπεδο της περιγραφής των χαρακτήρων του έργου διαπιστώνουμε τον ομαλό εγκλιματισμό του Αμπντουλάχ σε μια νέα ζωή που ελάχιστα θυμίζει την παλιά του. Βέβαια κάποιες στιγμές τον τυραννάει μια αυτονόητη νοσταλγία για την τελευταία, αλλά χωρίς ιδιαίτερες πιέσεις δέχεται να υπηρετήσει τη μουσουλμανική πίστη, γεγονός που του εξασφαλίζει μια άνετη και αξιοπρεπή ζωή που είναι αμφίβολο αν θα την είχε στην πατρίδα του. Ο αφέντης του πάλι, ο τσορμπατζής Αρίφ αγάς, αγωνίζεται ως το θάνατό του για το δόγμα των Μπεκτασήδων, που είναι το κυρίαρχο μουσουλμανικό δόγμα των γενιτσάρων, καθώς και για την υπεράσπιση τηςν ιδεολογικής θέσης του τάγματος. Όσο για το γιο του, τον Σαμπίτ, που γρήγορα ανέρχεται στα πιο ψηλά αξιώματα της ιεραρχίας του τάγματος, διαπιστώνουμε ότι αγνοώντας τις νέες ιστορικές συνθήκες, αρνείται να συμβιβαστεί με τη νέα πραγματικόητα, όταν ακόμη και το μουσουλμανικό ιερατείο, που παραδοσιακά στήριζε το τάγμα, συντάσσεται με την πλευρά της κεντρικής εξουσίας. Έτσι θυσιάζεται για μια χαμένη υπόθεση. Είναι ο τελευταίος γενίτσαρος… Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ρόλος των γυναικείων χαρακτήρων, περιθωριακός, όπως ταίριαζε στη μουσουλμανική κοινωνία της Πόλης, ελάχιστα συμβάλλει στην οικονομία του έργου.
Το μυθιστόρημα εκδίδεται «με την υποστήριξη του τουρκικού Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού» (Αλήθεια μια παρόμοια υποστήριξη παρέχεται σε αντίστοιχες ελληνικές εκδόσεις;)

Παρασκευή 16 Ιουλίου 2010

Η Γαλάζια Ώρα

ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΠΕΡΟΥ
ALONSO CUETO
Η ΓΑΛΑΖΙΑ ΩΡΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ :
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ
ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2010 (σελ. 344 )

Η ιστοσελίδα έχει βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι το πολιτιστικό υπέδαφος της Λατινικής Αμερικής παραμένει ακόμη ανεκμετάλλευτο –σε αντίθεση με το ορυκτό. Μόνο που οι Ευρωπαίοι και οι Βορειοαμερικανοί φιλότεχνοι έχασαν πια από καιρό εκείνες τις κεραίες και τα ανακλαστικά που θα τους επέτρεπαν να το εντοπίσουν. Έτσι παραμένει άγνωστο ένα πλήθος από λογοτεχνικά και κινηματογραφικά έργα του Μεξικού, της Χιλής, της Κολομβίας και του Περού και πολλών άλλων χωρών, με ελάχιστες εξαιρέσεις (όρα Gabriel Garcia Marqez και Isabelle Allende).
Ο Αλόνσο Κουέτο, γεννημένος στη Λίμα του Περού το 1954, έχει γράψει πάνω από δεκαπέντε μυθιστορήματα και συλλογές διηγημάτων. Σήμερα δημοσιογραφεί και διδάσκει δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο της Λίμας (sic). Με τη «Γαλάζια Ώρα» (2005) δεν εισάγει καινά θεματικά δαιμόνια, ούτε πασχίζει να μας παγιδέψει με ένα επιτηδευμένα ρηξικέλευθο ύφος. Απλώς αντλεί το θέμα του από την ταραγμένη πρόσφατη περίοδο της ιστορίας της χώρας του, όπου οι μαοϊκοί «τρομοκράτες» του Σεντέρο Λουμινόσο (Φωτεινό μονοπάτι) επιδίδονταν χρόνια ολόκληρα σε ομαδικές σφαγές του πληθυσμού της υπαίθρου (παράβαλε ερυθρούς Χμερ της Καμπότζης) και παράλληλα οι «εθνικιστές» στρατιώτες τους συναγωνίζονταν σε αγριότητα. Η τεχνική της αφήγησής του είναι κι αυτή πασίγνωστη: κυκλική χωρίς επιστροφές. Το έργο βέβαια, κάθε άλλο παρά ανήκει στη λεγόμενη «στρατευμένη λογοτεχνία» . Ο Κουέτο, βλέπει από απόσταση τα γεγονότα που αφηγείται και δε χαρίζεται σε κανέναν. Μόνο για τους άμοιρους ινδιάνους των ορέων, τους απογόνους των Ίνκας, που σφαγιάστηκαν άγρια, τόσο από τους επαναστάτες όσο και από τους τηρητές του νόμου και της τάξης, ψυχοπονάει.
Ο Αντριάν Ορμάτσε διευθύνει συνεταιρικά ένα μεγάλο δικηγορικό γραφείο στη Λίμα. Δεν του λείπει τίποτε (μόνο η λύπη, για να θυμηθούμε γνωστό ποιητή μας). Παντρεμένος με την ωραία και εύπορη Κλάουντια, με δυο χαριτωμένες κόρες που φοιτούν σε ιδιωτικό σχολείο, με ένα σπίτι πεντακοσίων τετραγωνικών μέτρων, μια γραμματέα εξυπηρετική που την εμπιστεύεται και μια ζωή γεμάτη ανέσεις. Βρίσκεται στη μια όχθη του ποταμού, πάντα στην ίδια, από τότε που γεννήθηκε, και ούτε που μπορεί να φανταστεί τι συμβαίνει στην άλλη. Και το δράμα του ξεκινάει από τη στιγμή που πληροφορείται ότι ο πεθαμένος εδώ και χρόνια πατέρας του, αξιωματικός του πολεμικού ναυτικού όσο ζούσε, υπήρξε αρχιβασανιστής σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως «τρομοκρατών» μιας δυσπρόσιτης περιοχής της χώρας. Αυτό δεν μπορεί να το ανεχτεί. Αν μαθευτεί θα αποτελέσει νάρκη στα θεμέλια της οικογενειακής του ευτυχίας. (Τα γεγονότα εξελίσσονται σε μια περίοδο αντίστοιχη της δικής μας μεταπολίτευσης. Το «Φωτεινό Μονοπάτι» έχει διαλυθεί κι ο ηγέτης του βρίσκεται στη φυλακή). Και καθώς έχει κληρονομήσει από τη μητέρα του, που υπεραγαπούσε , μια σειρά από κανόνες ηθικού δικαίου, αποφασίζει να ερευνήσει τα γεγονότα (μια απόφαση μαζοχιστική, καθώς μέσα του ξέρει πού μπορεί να τον οδηγήσει).
Και το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να επιχειρήσει ένα ταξίδι στη μακρινή και δυσπρόσιτη περιοχή, όπου είχε υπηρετήσει ο πατέρας του, ο οποίος, φαίνεται ότι είχε μια ερωτική σχέση με μια δεκαεφτάχρονη κρατούμενη, πού κατόρθωσε να το σκάσει από το στρατόπεδο κάτω από μυθιστορηματικές συνθήκες. Φτάνει λοιπόν στην επαρχία αυτή χρησιμοποιώντας τα πιο απίθανα μεταφορικά μέσα κι εκεί έκπληκτος ανακαλύπτει ότι βρίσκεται πια σ τ η ν ά λ λ η ό χ θ η…
Οι ελάχιστοι κάτοικοι που έχουν απομείνει ζουν και κινούνται με τη σκέψη των δικών τους, αυτών που έχουν χάσει, διαρκώς στο μυαλό τους. Ο οδηγός που τον έφερε στο στρατόπεδο σταματάει στη μέση μιας κοιλάδας… Εδώ άφηναν τα πτώματα, του λέει . Κατά εκατοντάδες. Στη μια πλευρά οι τρομοκράτες και στην άλλη ο στρατός. Βασανισμένα κατακρεουργημένα. Κάποιος έκανε το λογαριασμό: αν τα έβαζες το ένα δίπλα στο άλλο, θα έφταναν να κάνεις εκατό φορές το γύρο του μεγάλου γηπέδου της πόλης… Συναντάει τον ιερέα της ενορίας. Μια συνάντηση που δίνεται με υποδειγματικά λιτό τρόπο. Όλοι οι κάτοικοι έρχονται σ΄ αυτόν για να του μιλήσουν. Κι αυτός τους ακούει, τους ακούει. «κι όταν εκείνοι φεύγουν, εγώ μένω, μόνος και κλαίω όσο περισσότερο μπορώ, κύριε…» Εκεί μαθαίνει ότι οι νύχτες στα χωριά της περιοχής εκείνα τα χρόνια ήταν κόλαση. Πότε οι τρομοκράτες και πότε ο στρατός ορμούσαν στα σπίτια, έσπαζαν τις πόρτες και άρπαζαν οποιονδήποτε «για να τον ανακρίνουν». Και κατά κανόνα αυτόν οι δικοί του τον έχαναν για πάντα. Ιδίως τα όμορφα κορίτσια (εδώ την αποκλειστικότητα την είχε ο στρατός). Τα κουβαλούσαν στο στρατόπεδο και τα παρέδιναν στους αξιωματικούς τους. Κι εκείνοι, αφού τα «ανέκριναν» με τον τρόπο που εύκολα μπορούμε να φανταστούμε, τα έδιναν στους στρατιώτες. Κι εκείνοι, για να γλεντήσουν όσο περισσότερο γινόταν, τους υπόσχονταν ότι θα τα άφηναν ελεύθερα, αν έκαναν ό τι τους ζητούσαν. Και στο τέλος μια σφαίρα στο σβέρκο. Όπως σκότωναν τα μοσχάρια…
Έτσι ο ήρωάς μας ανακαλύπτει ξαφνικά ότι τίποτε δεν τον συνδέει πια με την οικογένειά του, τους συγγενείς του, τους συνεργάτες του. Κι αυτοί δεν ξέρουν τι να υποθέσουν. Ενώ ο ίδιος, αφήνοντας σύξυλους τους μεγάλους πελάτες του, τη γυναίκα και τις κόρες του βάζει πια σκοπό της ζωής του να συναντήσει τη Μύριαμ, την κοπέλα που, έγκυος κατά μια πληροφορία, το είχε σκάσει από το κολαστήριο του πατέρα του, …
Πού τάχα θα τον οδηγήσει αυτή η αδιέξοδη πορεία που έχει επιλέξει; Τι θα μάθει για τον πατέρα του, πώς θα εξιλεωθεί ο ίδιος; Εδώ ο συγγραφέας επιλέγοντας την απλή αφήγηση, χωρίς τους γνωστούς αφορισμούς της σύγχρονης επιστήμης της ψυχολογίας, χειρίζεται άψογα το υλικό του. Χωρίς απροσδόκητες ανατροπές παρακολουθεί τον ήρωά του στην πορεία του προς την αυτοσυνειδητοποίηση με ένα τρόπο ψυχρό και απόμακρο , χωρίς συμπάθεια, ούτε όμως και ψόγο… Και τα ερωτήματα που πηγάζουν απ΄ αυτήν την πορεία είναι αμείλικτα: υπάρχει περίπτωση επιστροφής του στις παλιές «καλές μέρες»; Κι αν δεν υπάρχει πού θα οδηγηθεί ο ίδιος; Ο Αλόνσο Κουέτο δεν δραματοποιεί τα γεγονότα. Η «κορύφωση» που ίσως μέσα του περίμενε ο αναγνώστης δεν είναι στις προθέσεις του. Κι αυτό ίσως είναι η πιο σπουδαία κατάκτηση της δουλειάς του.

Παρασκευή 2 Ιουλίου 2010

Η Χρονιά της Ερήμου



ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ
PEDRO MAIRAL
Η ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΝΗΤΟΥ
ΠΟΛΙΣ 2010

σελ. 358

Η Μαρία Βαλντές Νέιλαν, μια εικοσιτριάχρονη γραμματέας της εταιρείας επενδύσεων «Σουάρες & Μπαϊτος», στο Μπουένος Άιρες, αρχίζει μια ακόμη μέρα εργασίας. Ξεκινάει με το τρένο από τη συνοικία Μπεκάρ, όπου κατοικεί με τον πατέρα της, και φτάνει στο κέντρο της πόλης , στο εντυπωσιακό πολυώροφο κτίριο, όπου και η έδρα της πολυεθνικής επιχείρησης. Γρήγορα όμως καταλαβαίνουμε ότι κάτι παράδοξο συμβαίνει: τα τηλέφωνα σπάνια χτυπούν, η τηλεόραση δεν λειτουργεί, οι υπολογιστές στα γραφεία παίζουν μόνο διακοσμητικό ρόλο και τα έγγραφα γράφονται πια σε παλιές γραφομηχανές. Και στους δρόμους πανδαιμόνιο. Διαδηλώσεις, πορείες, λεηλασίες, καταστροφές. Και μια είδηση να αιωρείται επίφοβη στον αέρα: «Η Κοσμοχαλασιά είναι πια κοντά!». Ο φίλος της Αλεχάντρο Περέιρα δεν εμφανίζεται στο ραντεβού τους. Προφανώς βρίσκεται ανάμεσα στους διαδηλωτές…
Έτσι αρχίζει το εφιαλτικό χρονικό της Μαρίας, που θαρρείς δε συμβαίνει στον κόσμο αυτόν , αλλά σ’ έναν άλλο, φανταστικό και εξωπραγματικό. Ο Πέδρο Μαϊράλ, εμπνευσμένος από την πρόσφατη οικονομική και κοινωνική κρίση της Αργεντινής, παρακολουθεί την ηρωίδα του στην προοδευτική εξαθλίωσή της και την επιστροφή της σε μια προ-πολιτισμική εποχή, όπου τίποτε δεν λειτουργεί όπως το ξέρουμε. Μόνο τα ένστικτα της επιβίωσης και της ερωτικής έλξης. Αρχές, ηθικές αξίες, καθημερινές συνήθειες, όλα έχουν ανατραπεί και οι συμπεριφορές των ανθρώπων είναι απρόβλεπτες. Συμμορίες πεινασμένων και απελπισμένων χωρικών επελαύνουν ακάθεκτες προς το κέντρο της πρωτεύουσας, της οποίας οι κάτοικοι, για να αμυνθούν, μετατρέπουν τις πολυκατοικίες σε απόρθητα φρούρια….Η ύπαιθρος πέφτει σε μια προοδευτική απερήμωση. Τα πάντα καταστρέφονται, ισοπεδώνονται: αγροί, κτίρια, δρόμοι από τη μια μέρα στην άλλη δεν αφήνουν ούτε τα ίχνη τους. Και το κακό ολοένα πλησιάζει στο κέντρο της πόλης. Τα τρόφιμα μεταφέρονται με ελικόπτερα στις ταράτσες των κτιρίων και μοιράζονται με συσσίτια. Και οι ένοικοι αναγκάζονται να επικοινωνούν μεταξύ τους με υπόγεια τούνελ ή κρεμαστές γέφυρες… Οι ηλικιωμένοι μεταφέρονται σωρηδόν στα νοσοκομεία και οι περισσότεροι πολύ γρήγορα πέφτουν σε κώμα… Και το παράξενο είναι ότι όλοι κρατούν σφιχτά στο χέρι τους το… τηλεκοντρόλ της τηλεόρασης. Και μόνο όταν πατάει κάποιος τα κουμπιά του, δείχνουν να συνέρχονται… Και όλοι τρέμουν για το τι θα συμβεί αν κατά λάθος πατήσουν το OFF.
Και η Μαρία για να επιβιώσει, καθώς ούτε λόγος να ξαναγυρίσει στη δουλειά της, γίνεται νοσοκόμα, πόρνη στο λιμάνι του Μπάχο και στο τέλος καταφεύγει στις ξεχασμένες προκολομβιανές φυλές της ζούγκλας, όπου ο πολιτισμός με την καθιερωμένη του έννοια είναι άγνωστος. Εκεί πληροφορείται ότι ο φίλος της, πασίγνωστος και ηρωικός ηγέτης των επαναστατών, έπεσε μαχόμενος (για ποιον και γιατί;) και , ενώ έχει αρχίσει να προσαρμόζεται στις νέες συνθήκες, υποχρεώνεται κάτω από τραγικές συνθήκες να επιστρέψει στην πρωτεύουσα, όπου το μόνο κτίριο που έχει μείνει όρθιο είναι το οχυρωμένο πια κτίριο της δουλειάς της, Μέσα του έγκλειστοι οι υπάλληλοι και τ’ αφεντικά ζουν την έσχατη εξαθλίωση: για να επιζήσουν καταβροχθίζουν ο ένας τον άλλον… Και η Μαρία , σαν σε όνειρο κατορθώνει να αποδράσει και να επιβιβαστεί σ’ ένα πλοίο, που θ’ ανοιχτεί στον Ωκεανό, όπου τίποτε πια δεν είναι ορατό: μόνο θάλασσα κι ουρανός…
Ο Πέδρο Μαϊράλ εγκαταλείποντας τη ρεαλιστική αφήγηση και χρησιμοποιώντας κατά κόρον μια καλπάζουσα φαντασία στην περιγραφή των γεγονότων μας θυμίζει τους πίνακες του αναγεννησιακού ζωγράφου Ιερώνυμου Μπος, ή ακόμη του Σαλβατόρ Νταλί. Ο σκοπός του είναι προφανής: το έργο του λειτουργεί σαν μια πολιτική αλληγορία -μήπως και διδακτική; - για το μέλλον του πολιτισμού μας, για τον οποίο είμαστε περήφανοι. Μήπως είναι καιρός να αναθεωρήσουμε τις αρχές και τις αξίες με τις οποίες γαλουχηθήκαμε για γενιές ολόκληρες και να εγκαινιάσουμε μια καινούρια αρχή;.